Αρχική Σελίδα Αρχική Σελίδα
  Rss Feeds

11/05/2017 - Ομιλία του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος κ. Γιάννη Στουρνάρα σε Δείπνο του Συνδέσμου Βιομηχανιών Βορείου Ελλάδος: «Προοπτικές Ανάπτυξης και ο ρόλος της Μεταποίησης, με αναφορά στη Βόρειο Ελλάδα»
Ομιλητής: Γιάννης Στουρνάρας

Η κρίση αποκάλυψε τις αδυναμίες του προτύπου οικονομικής ανάπτυξης που ακολουθήθηκε εδώ και δεκαετίες, αδυναμίες οι οποίες επιβεβαιώθηκαν από τη δημοσιονομική εκτροπή, την απώλεια της ανταγωνιστικότητας και το συνεχώς διευρυνόμενο έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Το 2009, λίγο πριν το ξέσπασμα της κρίσης χρέους, τόσο το δημόσιο έλλειμμα όσο και το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, κυμαίνονταν γύρω στο 15% του ΑΕΠ, ενώ το δημόσιο χρέος άγγιζε το 127% του ΑΕΠ. Ήταν λοιπόν θέμα χρόνου να οδηγηθούμε σε κρίση, η οποία εκδηλώθηκε ως κρίση δανεισμού, και οδήγησε την Ελλάδα σε προγράμματα οικονομικής προσαρμογής (μνημόνια).
Η εφαρμογή των μέτρων αποκατάστασης της δημοσιονομικής ισορροπίας είχε, και συνεχίζει να έχει, υψηλό κόστος σε όρους προϊόντος και απασχόλησης, το οποίο πολλαπλασιάσθηκε από τις προϋπάρχουσες ανισορροπίες και διαρθρωτικές αδυναμίες της οικονομίας. Από την άλλη πλευρά όμως, παρά τα λάθη, τις καθυστερήσεις και τις οπισθοδρομήσεις, τα προγράμματα οικονομικής προσαρμογής θεράπευσαν σωρευμένες παθογένειες και ορισμένες διαρθρωτικές ατέλειες, επιτρέποντας με αυτόν τον τρόπο τη βελτίωση σήμερα των αναπτυξιακών δυνατοτήτων της οικονομίας. Στο τελευταίο στάδιο των μνημονίων, που διανύουμε, αυτά που απομένει να γίνουν είναι σχετικά λίγα σε σχέση με το μεγάλο όγκο των αλλαγών που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί από το 2010 μέχρι σήμερα.
Κατ’ αρχήν, μετά το δημοσιονομικό αποτέλεσμα του 2016, επιτεύχθηκε σε μεγάλο βαθμό η δημοσιονομική προσαρμογή που το πρόγραμμα προέβλεπε να ολοκληρωθεί το 2018. Αξιόλογες μεταρρυθμίσεις έχουν, επίσης, γίνει στις αγορές εργασίας και προϊόντων, καθώς και στη δημόσια διοίκηση. Αυτές οι μεταρρυθμίσεις ενίσχυσαν σημαντικά την ανταγωνιστικότητα, ενώ αναμένεται να ενισχύσουν και το αναπτυξιακό δυναμικό της ελληνικής οικονομίας μακροπρόθεσμα, μέσω της ταχύτερης αύξησης της παραγωγικότητας και της απασχόλησης.
Όμως, ο αναγκαίος μετασχηματισμός της ελληνικής οικονομίας δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμη. Η Ελλάδα δεν έχει κατορθώσει να επιστρέψει σε διατηρήσιμη ανάπτυξη.
Είναι βέβαιο ότι η υπερψήφιση από τη Βουλή των προαπαιτούμενων μέτρων, που συμφωνήθηκαν κατά τη διάρκεια της διαπραγμάτευσης για την ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης, θα ανοίξει το δρόμο για την εκταμίευση της επόμενης δόσης από το Eurogroup της 22ας Μαΐου. Με τον τρόπο αυτό θα αρθεί η αβεβαιότητα που χαρακτήρισε τις οικονομικές εξελίξεις από το τέλος του 2016 μέχρι σήμερα, επιτρέποντας τη βελτίωση όλων των οικονομικών δεικτών. Ήδη οι χρηματοπιστωτικές αγορές και η αγορά κεφαλαίου προεξοφλούν αυτό το αποτέλεσμα.
Αυτό όμως δεν είναι αρκετό για να επιτύχουμε διατηρήσιμη και βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη. Από τις μεταρρυθμίσεις που προβλέπονται στη συμφωνία με τους θεσμούς, είναι επείγον να αντιμετωπιστεί κατά προτεραιότητα το πρόβλημα των μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ), το οποίο αποτελεί πολύ σημαντικό εμπόδιο στην ανάκαμψη της οικονομίας. Αυτή είναι η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετωπίζει σήμερα όχι μόνο το τραπεζικό σύστημα αλλά και η ελληνική οικονομία. Αναμφίβολα, μία από τις κύριες αιτίες της μεγάλης αύξησης των ΜΕΔ ήταν η βαθειά και παρατεταμένη οικονομική ύφεση και οι επιπτώσεις της στην οικονομική κατάσταση των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων. Όμως, και άλλοι παράγοντες που σχετίζονται με εμπόδια διαρθρωτικής φύσης διαδραμάτισαν ρόλο: η αναποτελεσματικότητα των δικαστικών διαδικασιών, η υπερβολική προστασία των δανειοληπτών, η προνομιακή κατάταξη του Δημοσίου και των ασφαλιστικών ταμείων έναντι άλλων κατηγοριών πιστωτών στη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, η δυσμενής φορολογική μεταχείριση των προβλέψεων για τον πιστωτικό κίνδυνο και των διαγραφών δανείων, η έλλειψη πλαισίου για τον εξωδικαστικό συμβιβασμό και η ανυπαρξία δευτερογενούς αγοράς ΜΕΔ.
Αυτό όμως θα αλλάξει στο άμεσο μέλλον, με μια σειρά πρωτοβουλιών που έχουν ήδη δρομολογηθεί για την αντιμετώπιση των αιτιών που προαναφέρθηκαν και που χρόνια τώρα εμποδίζουν τις προσπάθειες των τραπεζών να επιλύσουν το πρόβλημα. Η επίλυσή του μπορεί να ενισχύσει σημαντικά την οικονομική ανάπτυξη καθώς θα επιτρέψει την ανακατανομή του κεφαλαίου και της εργασίας από μη βιώσιμες σε βιώσιμες επιχειρήσεις και τομείς. Επιπλέον, οι πρωτοβουλίες που έχουν δρομολογηθεί αναμένεται να συμβάλουν στην επίλυση του ζητήματος των στρατηγικών κακοπληρωτών, οι οποίοι μέχρι τώρα επωφελούνται από το γεγονός ότι η εσκεμμένη αθέτηση των δανειακών υποχρεώσεων δεν επιφέρει άμεσες κυρώσεις. Σύμφωνα με μια συντηρητική εκτίμηση, που βασίζεται σε δείγμα 13.000 επιχειρήσεων με δάνεια ύψους άνω του 1 εκατ. ευρώ, κατά μέσο όρο μία στις έξι επιχειρήσεις εμφανίζει χαρακτηριστικά στρατηγικού κακοπληρωτή , ενώ υπάρχουν ενδείξεις ότι η αναλογία είναι σημαντικά μεγαλύτερη για τις μικρότερες επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά.
Για να κινηθεί, όμως, σταθερά ανοδικά η οικονομία από το σημείο που βρίσκεται σήμερα, είναι επίσης απαραίτητο: Πρώτον, να μην υπάρξουν παλινδρομήσεις στο δημοσιονομικό τομέα, όπου με μεγάλες θυσίες από το 2010 μέχρι σήμερα, επιτεύχθηκαν πρωτογενή πλεονάσματα τα τελευταία χρόνια, αλλά και να επιταχυνθούν οι ιδιωτικοποιήσεις και οι μεταρρυθμίσεις που έχουν συμφωνηθεί. Δεύτερον, είναι απαραίτητο να εξειδικευτούν το συντομότερο δυνατόν από το Eurogroup τα μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα μέτρα για τη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους, τα οποία θα εφαρμοστούν μετά το τέλος του προγράμματος.
Η Τράπεζα της Ελλάδος έχει ήδη κάνει συγκεκριμένες προτάσεις για μια ήπια αναδιάρθρωση του χρέους (μετάθεση της μέσης σταθμικής διάρκειας αποπληρωμής των τόκων των δανείων του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF) κατά 8,5 χρόνια) μαζί με τον περιορισμό της χρονικής διάρκειας εφαρμογής πρωτογενών πλεονασμάτων, ύψους 3,5% του ΑΕΠ, μέχρι το 2020, ενώ μετά το 2020 τα πρωτογενή πλεονάσματα προτείνεται να είναι 2% του ΑΕΠ. Αυτές οι προτάσεις, εφόσον υιοθετηθούν, είναι βέβαιο ότι θα ενισχύσουν τόσο την ανάκαμψη της οικονομίας όσο και το αξιόχρεο της χώρας.
Τα παραπάνω θα ανοίξουν το δρόμο για την ένταξη των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ, το οποίο με τη σειρά του θα διευκολύνει την πρόσβαση στις αγορές και θα στηρίξει την οικονομική ανάκαμψη. Αυτό θα θέσει σε κίνηση ένα νέο ενάρετο κύκλο που θα σηματοδοτεί την εμπιστοσύνη των επενδυτών στις οικονομικές προοπτικές της Ελλάδας, ενώ θα ενθαρρύνει την επιστροφή των καταθέσεων στις τράπεζες, την επιστροφή στις χρηματοπιστωτικές αγορές μετά το τέλος του τρέχοντος προγράμματος, και, σε τελευταίο στάδιο, την άρση των περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων.
Η οικονομία έχει περάσει από ιδιαίτερα δύσκολα μονοπάτια, όμως οι βάσεις για βελτίωση στο αμέσως προσεχές διάστημα υπάρχουν. Η πορεία αυτή μπορεί να συνεχιστεί και να ενισχυθεί στηριζόμενη στα διαθέσιμα αποθέματα αναπτυξιακού δυναμικού, τα οποία, μετά από μια μακρά περίοδο αδράνειας και απραξίας, είναι έτοιμα να ενεργοποιηθούν όταν διαμορφωθούν οι κατάλληλες συνθήκες.
Ας δούμε λοιπόν ποιες μπορεί να είναι ενδεικτικά ορισμένες από τις προτεραιότητές μας για βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη, πέραν των μνημονιακών υποχρεώσεών μας.
Α) Συνεργασία και Συμπράξεις Δημόσιου-Ιδιωτικού Τομέα
Ο εθνικός μας πλούτος είναι το άθροισμα των δημόσιων και ιδιωτικών εγχώριων πόρων. Η αναπτυξιακή πολιτική πρέπει να αποβλέπει στη μεγιστοποίηση του αθροίσματός τους. Οι συνέργειες μεταξύ τους βελτιστοποιούν το συνολικό αποτέλεσμα και πρέπει να τις εκμεταλλευτούμε όπου χρειάζεται.
Ήδη πολλά έργα και στη χώρα μας εκτελούνται σήμερα ως ΣΔΙΤ (Συμπράξεις Δημόσιου-Ιδιωτικού Τομέα). Αυτή η γενική αρχή μπορεί να επεκταθεί με διάφορους τρόπους. Τα παραδείγματα σε όλους τους τομείς αφθονούν:
Στην ενέργεια, η ΔΕΗ ήδη συμπράττει με τον ιδιωτικό τομέα στην κατασκευή νέων σταθμών Η/Ε και επιζητεί τον πολλαπλασιασμό παρόμοιων σχημάτων, στα οποία η ΔΕΗ προσφέρει τις υποδομές και οι επενδυτές τα απαραίτητα κεφάλαια.
Στις τηλεπικοινωνίες υπάρχει σημαντικό επενδυτικό ενδιαφέρον για άμεσες ξένες επενδύσεις σε σύγχρονες τεχνολογίες όπου το Δημόσιο θα μπορούσε να συνεισφέρει τις υποδομές και οι ιδιώτες επενδυτές τα κεφάλαια και την τεχνογνωσία.
Στην έρευνα και καινοτομία, τα δημόσια ερευνητικά ιδρύματα και τα πανεπιστήμια, παρά το πολύ αξιόλογο επιστημονικό δυναμικό τους, δεν διαθέτουν την απαραίτητη ευελιξία να συνεργαστούν με τον ιδιωτικό τομέα προκειμένου να αξιοποιήσουν εμπορικά τις καινοτόμες ιδέες των ερευνητών τους, και να χρηματοδοτήσουν έτσι περαιτέρω τα ερευνητικά προγράμματά τους.
Στον τομέα της ανάπτυξης τουριστικών υποδομών, το Δημόσιο διαθέτει μεγάλη ακίνητη περιουσία, η οποία, με τις κατάλληλες χρήσεις γης, θα μπορούσε να προσελκύσει πολύ σημαντικές άμεσες ξένες επενδύσεις, με υψηλό αναπτυξιακό πολλαπλασιαστή.
Το ασφαλιστικό σύστημα σήμερα μπορεί, και πρέπει, να μετεξελιχθεί σε ένα σύστημα τριών πυλώνων, όπου το δημόσιο σύστημα θα συνυπάρχει με επαγγελματικά ταμεία και ιδιωτικά συστήματα ασφάλισης.
Στο σύστημα υγείας ήδη υπάρχουν ξεχωριστές δημόσιες και ιδιωτικές δομές, ενώ οι δύο δομές θα μπορούσαν να συνυπάρξουν, για παράδειγμα στον ιατρικό τουρισμό.

Β) Ενθάρρυνση των Άμεσων Ξένων Επενδύσεων (ΑΞΕ) και της Επιχειρηματικότητας
Η εσωτερική αποταμίευση είναι ανεπαρκής για την κάλυψη των επενδυτικών αναγκών της ελληνικής οικονομίας, οι οποίες, μετά από μια μακρά περίοδο στασιμότητας, είναι σημαντικές. Υπενθυμίζεται ότι πριν την κρίση οι επενδύσεις ήταν 24% του ΑΕΠ ενώ τώρα μόλις 11%. Έτσι, εκτός από την αποκατάσταση της πρόσβασης των επιχειρήσεων στις κεφαλαιαγορές, θα πρέπει να δημιουργηθούν κατάλληλες συνθήκες για την προσέλκυση άμεσων, ξένων επενδύσεων.
Προς αυτή την κατεύθυνση απαιτούνται: η θέσπιση ενός σταθερού, σύγχρονου και ευνοϊκού φορολογικού συστήματος, η μείωση του μη μισθολογικού κόστους των επιχειρήσεων, η δημιουργία ενός προβλέψιμου οικονομικού περιβάλλοντος φιλικού προς την επιχειρηματικότητα, και η υλοποίηση, χωρίς άλλους δισταγμούς, του προγράμματος ιδιωτικοποιήσεων και αξιοποίησης της αδρανούς ακίνητης περιουσίας του Δημοσίου, κυρίως μέσω των κατάλληλων χρήσεων γης. Οι ιδιωτικοποιήσεις, πέραν της προσέλκυσης άμεσων ξένων επενδύσεων, συμβάλλουν και στην κάλυψη του χρηματοδοτικού κενού, ενώ, μαζί με το πρωτογενές πλεόνασμα, είναι η δική μας συμβολή στη μείωση του δημόσιου χρέους. Πρέπει εδώ να τονιστεί ότι οι ιδιωτικοποιήσεις είναι πιο αποτελεσματικό μέσο για τη μείωση του χρέους απ’ ότι η επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων, διότι συνεπάγονται πολύ χαμηλότερο οικονομικό και κοινωνικό κόστος. Σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα, οι ιδιωτικοποιήσεις δεν συνεπάγονται κόστος αλλά μόνο όφελος.
Οι νέες επενδύσεις, διευκολύνοντας την καινοτομία και την εισαγωγή νέων τεχνολογιών, θα διευρύνουν την εξαγωγική βάση και ταυτόχρονα θα βελτιώσουν την ποιότητα των ελληνικών εξαγωγών, ενώ θα αυξήσουν και τη συνολική παραγωγικότητα της οικονομίας. Αυτό με τη σειρά του θα καταστήσει διατηρήσιμη τη μείωση του ελλείμματος του ισοζυγίου εξωτερικών συναλλαγών και θα αυξήσει το δυνητικό προϊόν μακροπρόθεσμα. Το περαιτέρω άνοιγμα προς τις αγορές του εξωτερικού και η αύξηση των εμπορικών δεσμών με χώρες και επιχειρήσεις που βρίσκονται στην αιχμή της τεχνολογίας σε παγκόσμια κλίμακα, θα επιτρέψει την απορρόφηση νέων τεχνολογιών από τις εξαγωγικές επιχειρήσεις και τη διάχυσή τους στο σύνολο της ελληνικής οικονομίας, ενισχύοντας περαιτέρω τις αναπτυξιακές της προοπτικές.
Η βελτίωση των θεμελιωδών μακροοικονομικών μεγεθών δημιουργεί σημαντικές επενδυτικές ευκαιρίες. Για την επίτευξη του νέου αναπτυξιακού προτύπου με την ανάδειξη κλάδων ως μοχλών οικονομικής ανάπτυξης αλλά και την προσέλκυση άμεσων ξένων επενδύσεων, είναι απαραίτητη προϋπόθεση η δημιουργία ενός κατάλληλου πλαισίου επιχειρηματικότητας. Κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών το κανονιστικό περιβάλλον στην Ελλάδα έχει γίνει περισσότερο φιλικό προς την επιχειρηματικότητα αλλά μένουν ακόμα αρκετά να γίνουν κυρίως όσον αφορά την εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων που προβλέπει το πρόγραμμα.
Όμως, βασικός ανασταλτικός παράγων της επιχειρηματικότητας σήμερα είναι το σχετικά υψηλό, σε σύγκριση με το επίπεδο ευημερίας της Ελλάδας, επίπεδο των φόρων και των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης. Για το λόγο αυτόν η Τράπεζα της Ελλάδος προτείνει, πρώτον, τη μείωση του στόχου του πρωτογενούς πλεονάσματος σε 2% του ΑΕΠ από 3,5% μετά το 2020, και δεύτερον, την αξιοποίηση του δημοσιονομικού χώρου, που θα προκύψει με αυτόν τον τρόπο, ύψους 1,5% του ΑΕΠ, με τη μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης της εργασίας και του κεφαλαίου.
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα έρευνας που πραγματοποίησε το ΙΟΒΕ («Παγκόσμιο Παρατηρητήριο Επιχειρηματικότητας», Global Entrepreneurship Monitor: GEM) στην Ελλάδα, το ποσοστό του πληθυσμού ηλικίας 18-64 ετών που βρισκόταν το 2015 σε αρχικά στάδια επιχειρηματικής ενεργοποίησης υποχώρησε στο 6,7%, από 7,8% το 2014. Το 2015 ήταν μια χρονιά με ιδιαίτερα προβλήματα και αβεβαιότητες. Συνεπώς, η υποχώρηση αυτή μάλλον θα πρέπει να θεωρηθεί ως μία αναμενόμενη εξέλιξη στο συγκεκριμένο πλαίσιο. Σε κάθε περίπτωση όμως, η επίδοση αυτή φέρνει την Ελλάδα κάτω από το μέσο όρο των χωρών καινοτομίας. Για την περίοδο 2003-2015 η Ελλάδα εντοπίζεται στην περιοχή του 6,7%, χαμηλότερα από το μέσο όρο των χωρών καινοτομίας (8,5%).
Η ελληνική οικονομία χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη πολλών επιχειρήσεων πολύ μικρού, μικρού και μεσαίου μεγέθους. Οι μικρές επιχειρήσεις έχουν δυσκολότερη πρόσβαση σε κεφάλαια και λιγότερες ευκαιρίες συνεργασίας με άλλες καινοτόμες επιχειρήσεις ή ιδρύματα. Από την άλλη πλευρά, το 2015 το ποσοστό του πληθυσμού ηλικίας 18-64 ετών που διέκοψε ή ανέστειλε την επιχειρηματική του δραστηριότητα ανέρχεται στο 3% του πληθυσμού, σε μεγάλη απόσταση από το μέσο όρο των χωρών καινοτομίας (1,8%). Επομένως, στο σχεδιασμό των πολιτικών για την επιχειρηματικότητα πέρα από την προσοχή που πρέπει να δοθεί στην ποσοτική ενίσχυση της επιχειρηματικότητας (ιδρύσεις νεοφυών επιχειρήσεων - start ups) θα πρέπει επίσης να δοθεί η δέουσα προσοχή στην ποιοτική επιχειρηματικότητα (αποφυγή διακοπής ή αναστολής επιχειρηματικής δραστηριότητας - shut downs).
Γ) Ο κλάδος της Μεταποίησης και η συμβολή του στην οικονομική ανάπτυξη
Η μεταποίηση αποτελεί έναν από τους πιο σημαντικούς τομείς οικονομικής δραστηριότητας της χώρας, καθώς είναι ο δεύτερος τομέας της χώρας με κριτήριο την ακαθάριστη προστιθέμενη αξία και ο πέμπτος μεγαλύτερος τομέας με κριτήριο τον αριθμό των επιχειρήσεων. Συγκεκριμένα, το 2015 ο τομέας της μεταποίησης αποτελείτο από 57.971 επιχειρήσεις (σε σχέση με 79.338 που ήταν το 2010), στη συντριπτική τους πλειοψηφία πολύ μικρές (περίπου το 95% των επιχειρήσεων απασχολούσε έως 9 άτομα). Ο κλάδος της μεταποίησης απασχολεί περίπου 350.000 άτομα, ενώ παρατηρήθηκε μείωση της απασχόλησης κατά την περίοδο 2010-2016 κατά 26% . Η βιομηχανία τροφίμων παραμένει ο μεγαλύτερος εργοδότης της ελληνικής μεταποίησης σύμφωνα με την Έρευνα Εργατικού Δυναμικού της ΕΛΣΤΑΤ.
Σε όρους ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας, ο τομέας της μεταποίησης συρρικνώθηκε την περίοδο 2010-2016 κατά 8% (τρέχουσες τιμές), ποσοστό σημαντικά χαμηλότερο από το αντίστοιχο της μεταβολής της συνολικής εγχώριας οικονομικής δραστηριότητας. Εκτιμάται ότι στη διάρκεια του 2016 η ακαθάριστη προστιθέμενη αξία της οικονομίας παρουσίασε οριακή αύξηση, χάρη στη συμβολή του δευτερογενούς τομέα και κυρίως της βιομηχανίας.
Το 2016 η βιομηχανική δραστηριότητα παρουσίασε αύξηση σε όρους όγκου κατά 2,3%, χάρη στον τομέα της μεταποίησης, ο οποίος διατήρησε και επαύξησε το δυναμισμό του από το β’ εξάμηνο του 2015. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, η αύξηση του διορθωμένου, ως προς το πλήθος των εργάσιμων ημερών, Γενικού Δείκτη Βιομηχανικής Παραγωγής ήταν 8,7% το Μάρτιο 2017 σε σύγκριση με τον αντίστοιχο δείκτη του Μαρτίου 2016, η οποία προήλθε εν μέρει από την αύξηση κατά 8,6% του Δείκτη Παραγωγής Μεταποιητικών Βιομηχανιών.
Όσον αφορά τη συμμετοχή των περιφερειών στο σύνολο της Ακαθάριστης Προστιθέμενης Αξίας για τον κλάδο της μεταποίησης, η συμμετοχή της Βόρειας Ελλάδας (Ανατολική Μακεδονία και Θράκη, Κεντρική Μακεδονία, Δυτική Μακεδονία και Ήπειρος) ήταν 25,5% για το 2014. Ο κλάδος της μεταποίησης καταλαμβάνει την πρώτη θέση σε όρους ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας για το σύνολο των περιφερειών της Βόρειας Ελλάδας με ποσοστό περίπου 11% για το 2014 .
Αναφορικά με τη συγκριτική ανάλυση των κλάδων της μεταποίησης, το 50% των επιχειρήσεων του τομέα της μεταποίησης κατά το 2015 είναι επιχειρήσεις που ανήκουν στους κλάδους της κλωστοϋφαντουργίας, ειδών ενδυμασίας, δέρματος και δερμάτινων ειδών, της παραγωγής βασικών μετάλλων και μεταλλικών προϊόντων και της βιομηχανίας τροφίμων, ποτών και καπνού . Η κατηγορία «οπτάνθρακας και προϊόντα διύλισης» καλύπτει το υψηλότερο ποσοστό του κύκλου εργασιών (33% για το 2015) και της αξίας παραγωγής (34% για το 2015). Πρώτος κλάδος με βάση την απασχόληση και με σημαντική διαφορά από το δεύτερο, είναι η βιομηχανία τροφίμων, ποτών και καπνού (37% για το 2016).
Η ανάκαμψη της βιομηχανικής παραγωγής συνδέεται με την εξαγωγική δραστηριότητα. Η αυξημένη παραγωγή των περισσοτέρων μεταποιητικών κλάδων τα τελευταία δύο χρόνια, αλλά και η ενίσχυση της εξωστρέφειας τους από το 2010 και ύστερα, εκτιμάται ότι αντανακλούν τη διαδικασία προσαρμογής του μεταποιητικού τομέα στη συρρίκνωση της εγχώριας ζήτησης. Για το 2014, το σύνολο της μεταποίησης καλύπτει το 69% των συνολικών εξαγωγών αγαθών .
Την περίοδο 2010-2016, η εξαγωγική επίδοση (η οποία υπολογίζεται ως ο λόγος των εξαγωγών προς την ακαθάριστη αξία παραγωγής) της μεταποίησης διευρύνθηκε συνολικά κατά 14 ποσοστιαίες μονάδες. Άνοδος καταγράφηκε και στις 15 ομαδοποιημένες κατηγορίες κλάδων, ενώ σε 10 από αυτές ξεπέρασε τις 10 ποσοστιαίες μονάδες. Στην κατηγορία αυτή ανήκουν κλάδοι όπως των φαρμακευτικών, των χημικών και πλαστικών, των ηλεκτρονικών υπολογιστών, του ηλεκτρολογικού και μηχανολογικού εξοπλισμού και των μεταφορικών μέσων. Οι κλάδοι αυτοί, αν και σχετικά μικρού μεγέθους και με περιορισμένη συμμετοχή στο σύνολο των εξαγωγών, αποτελούν το πλέον δυναμικό κομμάτι της ελληνικής οικονομίας. Η πορεία των κλάδων αυτών, οι οποίοι χαρακτηρίζονται ως κλάδοι μεσαίας και υψηλής τεχνολογίας, είναι ενδεικτική της στροφής της ελληνικής οικονομίας προς δραστηριότητες που στοχεύουν πρωτίστως στην ενίσχυση της θέσης της χώρας στις αγορές του εξωτερικού . Ακόμη όμως και πιο παραδοσιακοί κλάδοι, όπως της κλωστοϋφαντουργίας, των καυσίμων, των μετάλλων, των μη μεταλλικών ορυκτών και των τροφίμων και ποτών, οι οποίοι αντιπροσωπεύουν σημαντικό ποσοστό τόσο των συνολικών εξαγωγών όσο και της παραγωγής, επιδεικνύουν αυξημένη εξαγωγική επίδοση.
Μπορεί, στο σημείο αυτό, να τονιστεί η σημαντική αλλαγή και ο μετασχηματισμός της δομής της ελληνικής παραγωγικής βάσης τις τελευταίες δεκαετίες: από μια οικονομία που εξήγαγε κατά κύριο λόγο αγροτικά αγαθά, σε μία οικονομία που τώρα εξάγει κατά κύριο λόγο βιομηχανικά προϊόντα. Η πρόκληση σήμερα είναι η περαιτέρω άνοδος των παραγόμενων εγχωρίως προϊόντων και υπηρεσιών στην κλίμακα της τεχνολογικής εξειδίκευσης και η ένταξη των ελληνικών επιχειρήσεων σε διεθνείς παραγωγικές αλυσίδες αξίες.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της μελέτης που πραγματοποίησε το Ινστιτούτο Εξαγωγικών Ερευνών και Σπουδών για το 2015, το 16% των ελληνικών εξαγωγών αφορά την περιφέρεια της Κεντρικής Μακεδονίας, ποσοστό που την κατατάσσει δεύτερη μετά την Αττική (49%). Πρώτος εξαγώγιμος κλάδος για την περιφέρεια ήταν τα τρόφιμα (31%), δεύτερος ήταν ο κλάδος των πετρελαιοειδών (16%), ενώ τρίτος ήταν ο κλάδος της κλωστοϋφαντουργίας και των ειδών ένδυσης (13%). Επίσης, η συμμετοχή της περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης στις εθνικές εξαγωγές ήταν 2,8% για το 2015 με το εμπορικό έλλειμμα να μειώνεται κατά 4,1% σε σχέση με το 2014. Βασικό χαρακτηριστικό της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης αποτελεί η συνοριακή της θέση. Την τελευταία δεκαετία το γεγονός αυτό οδήγησε σε ένα σημαντικό μετασχηματισμό της Περιφέρειας από ακριτική περιφέρεια σε «πύλη της ΕΕ». Το γεγονός των ανοικτών συνόρων με τη Βουλγαρία και την Τουρκία είχε μέχρι τώρα και θετικές και αρνητικές επιπτώσεις. Στις αρνητικές εντάσσονται η τάση φυγής ελληνικών βιομηχανιών εντάσεως εργασίας στη Βουλγαρία, χώρα με φθηνότερο εργατικό κόστος και πολύ χαμηλότερη φορολογία, ενώ στις θετικές η διεύρυνση των εξαγωγικών αγορών του επιχειρηματικού τομέα της Περιφέρειας.
Η προσαρμογή των βιομηχανικών επιχειρήσεων στα νέα δεδομένα που δημιούργησε η κρίση επέτεινε την εξαγωγική προσπάθεια, αλλά δεν οδήγησε σε υποκατάσταση των εισαγωγών από εγχωρίως παραγόμενα προϊόντα. Η εξάρτηση σημαντικών κλάδων της μεταποίησης από εισαγόμενες πρώτες ύλες και ενδιάμεσα αγαθά, όπως για παράδειγμα καύσιμα, φαρμακευτικά ή ηλεκτρονικός και ηλεκτρολογικός εξοπλισμός, καθώς και οι καταναλωτικές συνήθειες, δυσχεραίνουν ενδεχομένως μία τέτοια εξέλιξη.
Η διεθνής ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας, αφού βελτιώθηκε σημαντικά επί μία εξαετία, το 2016 εμφάνισε ενδείξεις υποχώρησης, τόσο σε όρους σχετικών τιμών και σχετικού κόστους εργασίας, όσο και σε όρους διαρθρωτικούς, δηλαδή ως προς τους άλλους παράγοντες πλην των τιμών που επιδρούν στη διεθνή ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων και συμβάλλουν στη διείσδυση των ελληνικών προϊόντων στις διεθνείς αγορές. Το τελευταίο στοιχείο σχετίζεται με την υποτονική συμμετοχή των ελληνικών επιχειρήσεων σε παγκόσμια δίκτυα παραγωγής και διανομής. Συγκεκριμένα, το 2011, ο δείκτης συμμετοχής σε παγκόσμιες αλυσίδες αξίας κατά τον ΟΟΣΑ ήταν 43% στην Ελλάδα, σε σχέση με 63% στην Ουγγαρία, 66% στη Σλοβακία και 50% στην Πορτογαλία.
Λαμβάνοντας υπόψη τη μεγάλη σημασία της γεωγραφικής γειτνίασης/εγγύτητας στη διαμόρφωση διεθνών συστάδων (clusters) αλυσίδων προστιθέμενης αξίας, κατάλληλες πολιτικές για τη βελτίωση των δικτύων των μεταφορών και της εφοδιαστικής μέριμνας (logistics) θα ενισχύσουν τον ρόλο της Ελλάδας στις αλυσίδες αξίας της ευρύτερης περιοχής. Σημαντική επίδραση μπορεί να έχει επίσης η αναβάθμιση των υποδομών τηλεπικοινωνιών και πληροφορικής, σε συνδυασμό με τις υποδομές γνώσης και καινοτομίας, λαμβάνοντας υπόψη τον τρόπο που οι τεχνολογίες αυτές επηρεάζουν την παραγωγικότητα και όλες τις πτυχές της οικονομικής και κοινωνικής δραστηριότητας.
Στην ενίσχυση της συμμετοχής της Ελλάδας στις παγκόσμιες αλυσίδες αξίας θα βοηθήσει η δημιουργία εγχώριων συστάδων παραγωγής υψηλής προστιθέμενης αξίας. Χρηματοδοτικά εργαλεία και διευκολύνσεις σε επιχειρήσεις για την ένταξή τους σε συστάδες αλυσίδων προστιθέμενης αξίας, μπορούν να προωθήσουν τις οικονομίες συγκέντρωσης δραστηριοτήτων εξωτερικής ανάθεσης (outsourcing) σε χωρικά οργανωμένες περιοχές (βιομηχανικά πάρκα, τεχνολογικά πάρκα, πάρκα εφοδιαστικής αλυσίδας κ.α.).
Δ) Έρευνα, Ανάπτυξη και Καινοτομία
Η Ελλάδα χρειάζεται να διευρύνει τη βάση του συγκριτικού της πλεονεκτήματος. Σύμφωνα με μελέτη του ΟΟΣΑ, οι ελληνικές εξαγωγές αφορούν κυρίως προϊόντα χαμηλής και μεσαίας τεχνολογικής έντασης, ενώ τα προϊόντα μεσαίας-υψηλής έντασης τεχνολογίας που εμφανίζουν τη μεγαλύτερη δυναμική στο διεθνές εμπόριο, αντιστοιχούν περίπου στο 20% των συνολικών εθνικών εξαγωγών για το 2013. Η ελληνική οικονομία παρουσιάζει ελλείψεις σε κρίσιμους καινοτόμους και διεθνώς ανταγωνιστικούς βιομηχανικούς κλάδους, όπως και σε μεγάλες επιχειρήσεις με υψηλή προστιθέμενη αξία και υψηλής εξειδίκευσης θέσεις εργασίας.
Δεδομένης της υφιστάμενης βιομηχανικής και επιχειρηματικής διάρθρωσης της ελληνικής οικονομίας, είναι τεράστια η πρόκληση της μετάβασης από μια οικονομία χαμηλής εξειδίκευσης και χαμηλής εντάσεως τεχνολογίας, σε μία οικονομία μέσης και υψηλής εντάσεως τεχνολογίας. Τομείς εντάσεως εργασίας (όπως είναι η μεταποίηση) μπορούν να αυξήσουν το παραγόμενο προϊόν τους πιο άμεσα, δεδομένου ότι υπάρχει αναξιοποίητο παραγωγικό δυναμικό. Σε βάθος χρόνου όμως, η έμφαση πρέπει να δοθεί στην καινοτομία και στις τεχνολογίες αιχμής, ώστε η οικονομία να μετακινηθεί εγγύτερα προς το τεχνολογικό όριο.
Η ευεργετική επίδραση των επιχειρήσεων τεχνολογικής έντασης στην οικονομική ανάπτυξη θεμελιώνεται στη βάση μιας σειράς παραγόντων και παραμέτρων, όπως: η επίτευξη υψηλότερου ρυθμού αύξησης παραγωγικότητας σε σύγκριση με άλλους κλάδους της οικονομίας, το διαρκώς αυξανόμενο μερίδιο που αποκτούν τα προϊόντα υψηλής τεχνολογίας στο διεθνές εμπόριο , η πρόσληψη μεγαλύτερου αριθμού ατόμων υψηλής εκπαίδευσης το οποίο ευνοεί συνολικά την εθνική οικονομία μέσω, π.χ., της ενίσχυσης του εθνικού συστήματος καινοτομίας, η δυνατότητα επίτευξης σημαντικής προστιθέμενης αξίας ως αποτέλεσμα της ενσωμάτωσης της νέας γνώσης και του υψηλά καταρτισμένου ανθρώπινου δυναμικού. Πέρα όμως από τις παραπάνω άμεσες επιδράσεις, η αύξηση του αριθμού των καινοτόμων επιχειρήσεων έχει και σημαντικές έμμεσες επιδράσεις στην οικονομία μέσω της διάχυσης της γνώσης που δημιουργείται, όχι μόνο μέσω των παραγόμενων αγαθών, αλλά και του ανθρώπινου κεφαλαίου, το οποίο μετακινούμενο από μια εργασία σε άλλη (και όχι αναγκαστικά του ίδιου κλάδου) μεταφέρει και μεταδίδει την αποκτηθείσα τεχνογνωσία προκαλώντας έτσι μία αύξηση του συνολικού επιπέδου καινοτομίας.
Η προώθηση μιας νέας ολοκληρωμένης πολιτικής Έρευνας και Ανάπτυξης θα ωθούσε την ποιοτική αναβάθμιση του υφιστάμενου μίγματος βιομηχανικών προϊόντων οδηγώντας στη βέλτιστη αξιοποίηση των δυνατοτήτων της χώρας. Οι επενδύσεις σε Έρευνα και Ανάπτυξη (Ε&Α) είναι ζωτικής σημασίας για ένα λειτουργικό σύστημα καινοτομίας και συνεισφέρουν σημαντικά στη δημιουργία καινοτόμων προϊόντων και υπηρεσιών.
Σύμφωνα με τον Πίνακα Αποτελεσμάτων της Ευρωπαϊκής Καινοτομίας για το 2016 (European Innovation Scoreboard 2016), η Ελλάδα ανήκει στους λεγόμενους «moderate innovators»: το 2015 βρισκόταν στο 69,8% του μέσου ευρωπαϊκού επιπέδου και στο 52% περίπου της βαθμολογίας του ηγέτη της καινοτομίας (Σουηδία). Η Ελλάδα αργεί να μετασχηματιστεί σε «οικονομία της γνώσης».
Το 2015, η Ελλάδα επένδυσε 1% του ΑΕΠ σε Ε&Α όταν χώρες πρωτοπόρες σε καινοτομία όπως είναι η Σουηδία επένδυσαν περίπου 3,5% του ΑΕΠ. Τα χαμηλά αυτά ποσοστά οφείλονται στα μικρά ποσοστά τόσο δημοσίων όσο και ιδιωτικών δαπανών σε Ε&Α. Η κρατική χρηματοδότηση παραμένει διαχρονικά η σημαντικότερη πηγή χρηματοδότησης Ε&Α με μερίδιο 52,7% του συνόλου για το 2015.
Η μεταποίηση μπορεί να αποτελέσει σημαντικό φορέα οικονομικής ανάπτυξης. Δραστηριότητες Ε&Α και εξαγωγικές δραστηριότητες με δυνατότητες καινοτομίας και ανάπτυξης προέρχονται συχνά από τον εν λόγω τομέα. Το 2013, σύμφωνα με μελέτη του Εθνικού Κέντρου Τεκμηρίωσης, το 36% των συνολικών δαπανών αφορούσε τον τομέα της μεταποίησης (175,84 εκατ. ευρώ) αν και παρουσίασε μείωση κατά 7,74% σε σχέση με το 2011.
Παρομοίως, σύμφωνα με την έρευνα του Εθνικού Κέντρου Τεκμηρίωσης για τους βασικούς δείκτες καινοτομίας των ελληνικών επιχειρήσεων για την περίοδο 2012-2014, οι καινοτόμες επιχειρήσεις που ανήκουν στον κλάδο της μεταποίησης αντιπροσωπεύουν το 55,1% του συνόλου των επιχειρήσεων του κλάδου, το οποίο είναι υψηλότερο από το αντίστοιχο ποσοστό για το σύνολο της χώρας (51%). Συγκεκριμένα, 16 κλάδοι της μεταποίησης παρουσιάζουν ποσοστό καινοτομίας υψηλότερο από το σύνολο της χώρας: για παράδειγμα, η παραγωγή βασικών φαρμακευτικών προϊόντων και φαρμακευτικών σκευασμάτων (78%), η κατασκευή ηλεκτρολογικού εξοπλισμού (73%), ποτοποιία (68%) και άλλοι.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η απασχόληση σε δραστηριότητες Ε&Α στην Περιφέρεια Ηπείρου (1,5%) και στην Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας (1,23%) είναι υψηλότερη της μέσης εθνικής επίδοσης (1,2%). Παράλληλα, το ποσοστό των καινοτόμων επιχειρήσεων στο σύνολο των επιχειρήσεων στην Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας ξεπέρασε τόσο το μέσο εθνικό (52%) όσο και το μέσο κοινοτικό (49%), καταγράφοντας για την περίοδο 2010-2012 ποσοστό 53%.
Την τελευταία δεκαετία, το τρίγωνο της γνώσης (έρευνα, εκπαίδευση, καινοτομία) αποτελεί ένα από τα κεντρικά εργαλεία κατανόησης και βελτίωσης της καινοτομικής δυναμικής και (εν τέλει) της οικονομικής ανταγωνιστικότητας των χωρών εντός της ΕΕ. Η Ελλάδα θα μπορούσε να αποτελέσει έναν αξιόλογο κόμβο τεχνολογίας (technology hub) με οικονομία βασισμένη στη γνώση και στην καινοτομία. Η παραγωγική διάρθρωση της χώρας παραμένει όμως αναλλοίωτη, και η εθνική παραγωγή εξακολουθεί να μην διαθέτει επαρκή χαρακτηριστικά έντασης γνώσης. Παρόλα αυτά, ορισμένα από τα χαρακτηριστικά του εθνικού συστήματος καινοτομίας, διαθέτουν δυναμική και επιδόσεις πάνω από τον ευρωπαϊκό και διεθνή μέσο όρο. Οι «εκροές» της ελληνικής επιστημονικής παραγωγής (επιστημονικές δημοσιεύσεις σε διεθνή περιοδικά), καταγράφουν μία διαχρονική αύξηση του αριθμού, του αντίκτυπου, και των ετεροαναφορών των δημοσιεύσεων, γεγονός που αποτελεί ένδειξη της υψηλής ποιότητας του παραγόμενου έργου.
Σε επίπεδο των ελληνικών περιφερειών, καταγράφεται ισχυρή παρουσία του τομέα τριτοβάθμιας και μεταδευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στις περισσότερες Περιφέρειες Βορείου Ελλάδος. Ο κρατικός τομέας κατέχει σημαντική θέση με πολύ υψηλά ποσοστά συμμετοχής (για παράδειγμα 36,6% στην Περιφέρεια Δυτικής Μακεδονίας) που είναι μάλιστα υψηλότερα του ευρωπαϊκού μέσου όρου (12,3%). Η Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας διαθέτει κριτική μάζα ερευνητικών κέντρων, ακαδημαϊκών δομών και κέντρων αριστείας. Πιο συγκεκριμένα, διαθέτει 3 Πανεπιστήμια, 2 ΤΕΙ, ένα σημαντικό ερευνητικό κέντρο (ΕΚΕΤΑ), περίπου 80 πανεπιστημιακά και δημόσια ερευνητικά εργαστήρια κλπ. Ως προς τους ανθρώπινους πόρους η Περιφέρεια βρίσκεται πάνω από το ελληνικό και ευρωπαϊκό μέσο όρο ως προς τους κατά κεφαλή πτυχιούχους ή υποψηφίους πτυχιούχους τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ηλικίας 15-74 ετών. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι διαθέτει ισχυρό απόθεμα ανθρωπίνων πόρων με προσόντα που μπορούν εν δυνάμει να υποστηρίξουν καινοτομική δραστηριότητα .
Ε) Συμπεράσματα
Στο τελευταίο στάδιο που διανύουμε, αυτά που πρέπει να γίνουν στο πλαίσιο των προγραμμάτων προσαρμογής είναι σχετικά λίγα σε σύγκριση με το μεγάλο όγκο των αλλαγών που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί από το 2010 μέχρι σήμερα. Η διαδικασία της δημοσιονομικής προσαρμογής έχει σε μεγάλο βαθμό ολοκληρωθεί μετά από μακρόχρονη προσπάθεια (από το 2010), όπως αυτό αντανακλάται στα τελευταία διαθέσιμα δημοσιονομικά μεγέθη.
Στόχος μας, μετά την ολοκλήρωση όλων των διαδικασιών της τρέχουσας αξιολόγησης, πρέπει να είναι η διατηρήσιμη οικονομική ανάπτυξη, κυρίως μέσω ενός νέου αναπτυξιακού προτύπου. Στην παρούσα ομιλία αναφέρθηκαν γενικές κατευθύνσεις για την επίτευξη αυτού του στόχου, τόσο βραχυπρόθεσμες όσο και μεσοπρόθεσμες.
Η μεταποίηση, στη μεταβατική οικονομική περίοδο που διανύουμε, διαδραματίζει θεμελιώδη ρόλο στην ελληνική οικονομία, διαθέτοντας όλες τις προϋποθέσεις ώστε να αποτελέσει βασικό μοχλό ανάπτυξης της χώρας, συνεισφέροντας στο νέο παραγωγικό πρότυπο. Το πρότυπο αυτό στηρίζεται στη βελτίωση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας, κυρίως μέσω της μεταστροφής από κλάδους και επιχειρήσεις μη διεθνώς ανταγωνιστικούς σε κλάδους και επιχειρήσεις παραγωγής διεθνώς ανταγωνιστικών προϊόντων, υπηρεσιών, καθώς και προϊόντων του πρωτογενούς τομέα.
Σημαντική πρόκληση σήμερα είναι η αναβάθμιση του εξαγωγικού προτύπου, από εξαγωγές προϊόντων χαμηλής τεχνολογικής εξειδίκευσης, σε εξαγωγές μέσης και υψηλής τεχνολογικής εξειδίκευσης, καθώς και η ένταξη των ελληνικών επιχειρήσεων σε διεθνείς αλυσίδες αξίας. Η ελληνική οικονομία διαθέτει σήμερα όλες τις προϋποθέσεις προκειμένου να παράγει και να εξάγει καινοτόμα προϊόντα και υπηρεσίες.
Από τις βασικές προϋποθέσεις επιτυχίας είναι η στενή συνεργασία του ιδιωτικού τομέα με το κράτος για τη διαμόρφωση ενός πλαισίου στήριξης της επιχειρηματικότητας και την προσέλκυση νέων επενδύσεων. Ο αποτελεσματικότερος συντονισμός και η στενότερη συνεργασία των εκπροσώπων του ιδιωτικού τομέα με την Πολιτεία, μπορούν να συμβάλουν και στη βελτίωση της αποδοτικότητας και αποτελεσματικότητας της προσπάθειας προβολής των ελληνικών προϊόντων και υπηρεσιών, στη διασφάλιση επιλογής της σωστής στρατηγικής και στην υλοποίησή της.
Η συνεργασία και οι συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, όπου ο καθένας συνεισφέρει ανάλογα με το είδος του πλούτου, των πόρων, της τεχνογνωσίας και του συγκριτικού πλεονεκτήματος που διαθέτει, θα πρέπει να αποτελέσουν βασικό πυλώνα της νέας αναπτυξιακής μας στρατηγικής. Μέσω αυτών των συνεργασιών και συμπράξεων, και με την προσέλκυση άμεσων ξένων επενδύσεων, θα μπορέσουμε, επίσης, να αυξήσουμε την απασχόληση, καθώς και να συμβάλουμε στον επαναπατρισμό και στη δημιουργική απασχόληση των ταλαντούχων ελλήνων επιστημόνων και εργαζομένων υψηλής εξειδίκευσης, οι οποίοι, λόγω της κρίσης, έφυγαν από την Ελλάδα.
Η Βόρεια Ελλάδα μπορεί να συμβάλει στην παραγωγή, διάχυση και αξιοποίηση της καινοτομίας. Διαθέτει μία ισχυρή μεταποιητική βάση με μεγάλη παράδοση, κλαδικές συγκεντρώσεις και αρκετά σημαντική τεχνογνωσία. Παρουσιάζει σημαντική παρουσία στους κλάδους τροφίμων και ποτών, κλωστοϋφαντουργίας και ένδυσης, καθώς και δομικών υλικών. Οι Περιφέρειές της κατέχουν κομβική γεωγραφική θέση και μεταφορικά δίκτυα υπερεθνικής σημασίας, ενώ σύμφωνα με τις πρόσφατες επιδόσεις τους στο εξαγωγικό εμπόριο, τα αποτελέσματα είναι ενθαρρυντικά. Τέλος, η πλειοψηφία των Περιφερειών παρουσιάζει σημαντικές επιδόσεις - σε σχέση με το μέγεθός τους - σε ευρωπαϊκά ανταγωνιστικά έργα έρευνας και τεχνολογικής ανάπτυξης.