Αρχική Σελίδα Αρχική Σελίδα
  Rss Feeds

06/01/2018 - Άρθρο του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννη Στουρνάρα στην εφημερίδα «Η Καθημερινή»: Η ανάπτυξη και το «τρίγωνο της γνώσης»
Ομιλητής: Γιάννης Στουρνάρας

Η ανάπτυξη και το «τρίγωνο της γνώσης»

του Γιάννη Στουρνάρα, Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος

Η έξοδος από την κρίση μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να αποτελέσει την αφετηρία για μία διατηρήσιμη πορεία ανάπτυξης της οικονομίας. Δημιουργούνται σημαντικές ευκαιρίες, τόσο για την ανάκαμψη όσο και για την ενίσχυση της έρευνας και της καινοτομίας στην Ελλάδα.

Το ελληνικό σύστημα έρευνας και καινοτομίας έχει να επιδείξει ισχυρά στοιχεία, όπως είναι το υψηλής ποιότητας έμψυχο δυναμικό και οι νησίδες αριστείας, τόσο σε δημόσιους ερευνητικούς φορείς όσο και στον ιδιωτικό τομέα. Τα ασθενέστερα στοιχεία του συστήματος εντοπίζονται στην παραγωγή αγαθών υψηλής τεχνολογίας (το 2015 μόνο το 22,7% των συνολικών εξαγωγών αντιστοιχούσε σε αγαθά μεσαίας και υψηλής έντασης τεχνολογίας), στην επένδυση σε έρευνα και ανάπτυξη (Ε&Α) από τις επιχειρήσεις (η χρηματοδότηση για δαπάνες Ε&Α από τον ιδιωτικό τομέα το 2014 άγγιξε το 30%, όταν ο αντίστοιχος μέσος όρος για την ΕΕ-28 ήταν 55,3%) και στην κατοχύρωση διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας (μόνο 39 το 2016, σύμφωνα με τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας).

Ως εκ τούτου, η Ελλάδα συνεχίζει να κατατάσσεται στις χώρες με μέτριες επιδόσεις στην καινοτομία. Το 2016 κατέλαβε την 22η θέση στην καινοτομία μεταξύ των χωρών της ΕΕ-28. Η χώρα αργεί να μετασχηματιστεί σε «οικονομία της γνώσης».

Το βασικό πρόβλημα εντοπίζεται στη χαμηλή αποτελεσματικότητα του συστήματος καινοτομίας, καθώς οι σημαντικές ερευνητικές εκροές, όπως μετρώνται με διεθνώς αποδεκτούς δείκτες, δεν μετατρέπονται σε αναπτυξιακό προϊόν. Το δημόσιο ερευνητικό σύστημα παραμένει σε μεγάλο βαθμό απομονωμένο από την παραγωγή. Επιπρόσθετα, οι επιχειρήσεις, η εκπαίδευση και η καινοτομία αντιμετωπίζονται συχνά ως ανεξάρτητα πεδία, οδηγώντας σε πολιτικές που περιορίζονται στα στενά όρια ενός μόνο οργάνου («silo thinking»), π.χ. ενός υπουργείου. Η ολοκληρωμένη θεώρηση του τριγώνου της γνώσης αποσκοπεί στην αντιμετώπιση αυτού του ελλείμματος.

Το «Τρίγωνο της Γνώσης», όπως εισήχθη στη στρατηγική της Λισαβόνας το 2000, συνδέει την εκπαίδευση, την έρευνα και την καινοτομία, αντικαθιστώντας την παραδοσιακή «μονόδρομη» ροή πληροφοριών με μία «αμφίδρομη» κυκλική ροή μεταξύ των τριών αυτών πυλώνων (Πανεπιστήμιο - Έρευνα - Επιχειρήσεις). Κάθε στοιχείο του τριγώνου της γνώσης συμβάλλει στην ενίσχυση της έρευνας και ανάπτυξης, στην αύξηση του αποθέματος γνώσης και παραγωγικού κεφαλαίου μέσω της προσέλκυσης επενδύσεων, στην ανάπτυξη εξωστρεφών κλάδων και στην προώθηση της οικονομίας και της κοινωνίας της γνώσης γενικότερα.

Τα ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης αποτελούν τη ραχοκοκαλιά του τριγώνου της γνώσης. Τα ελληνικά ΑΕΙ οφείλουν, επομένως, να ανταποκριθούν στις προκλήσεις των καιρών, αναπτύσσοντας δράσεις σύνδεσης με την αγορά εργασίας αλλά και με ερευνητικά κέντρα και επιχειρήσεις, ελληνικές ή ξένες. Ταυτόχρονα, ένας από τους κύριους στόχους της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης είναι να παρέχει και να αναπτύσσει τις δεξιότητες που εναρμονίζονται με τις σημερινές ανάγκες της αγοράς εργασίας.

Η αγορά εργασίας αλλάζει με μεγάλη ταχύτητα. Η τεχνολογική πρόοδος καταργεί θέσεις εργασίας που απαιτούν συνήθεις χειρωνακτικές και γνωστικές δεξιότητες, ενώ δημιουργεί νέες θέσεις εργασίας που απαιτούν ψηφιακές δεξιότητες.

Παράλληλα, δεν αρκούν πλέον οι θεμελιώδεις δεξιότητες, όπως ο γλωσσικός γραμματισμός, η αριθμητική και η επίλυση προβλημάτων, αλλά χρειάζονται και συμπληρωματικές κοινωνικές και συναισθηματικές δεξιότητες και αξίες, όπως η δεκτικότητα σε νέες εμπειρίες, η προσαρμοστικότητα, η επικοινωνία και η ομαδικότητα.

Σύμφωνα με έρευνα του Ευρωπαϊκού Κέντρου για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Κατάρτισης (Cedefop), η Ελλάδα παρουσιάζει από τα υψηλότερα ποσοστά εργαζομένων με υπερβάλλοντα προσόντα (over-qualification) (26%). Μόνο το 55% όμως κατέχει δεξιότητες σε αντιστοιχία με τις ανάγκες της αγοράς. Η αναντιστοιχία αυτή αναδεικνύει τη σημασία της επένδυσης στη συνεχιζόμενη επαγγελματική εκπαίδευση και επανειδίκευση. Η έμφαση, επομένως, θα πρέπει να δοθεί στη συμμετοχή των εργοδοτών και των άλλων κοινωνικών εταίρων, ώστε να δημιουργηθούν ευέλικτα εκπαιδευτικά συστήματα, που θα ανταποκρίνονται στις οικονομικές αλλαγές, αλλά και να υλοποιηθούν πολιτικές για την αγορά εργασίας που θα διευκολύνουν την κινητικότητα.

Παράλληλα, η ακαδημαϊκή κουλτούρα θα πρέπει να επεκταθεί πέρα από την ερευνητική αριστεία και την απομονωμένη διδασκαλία. Στη Σουηδία, στο νόμο για την τριτοβάθμια εκπαίδευση, αναγνωρίστηκε επίσημα από το 1997 η «τρίτη αποστολή» των πανεπιστημίων: δόθηκε, δηλαδή, έμφαση στην ιδέα ότι τα πανεπιστήμια θα πρέπει να ενσωματώσουν την επιχειρηματικότητα ως βασική αρχή στην οργάνωσή τους. Η ανάπτυξη όμως της επιχειρηματικότητας στo πανεπιστήμιο ] εξαρτάται από διάφορους παράγοντες: τη θεσμική αυτονομία, την κατανομή των ροών χρηματοδότησης, τους μηχανισμούς διακυβέρνησης και τις γενικότερες επιχειρηματικές συνθήκες.

Η σημασία της αυτονομίας των ιδρυμάτων ανώτερης εκπαίδευσης είναι καθοριστική για τη συμμετοχή τους στο τρίγωνο της γνώσης, με δύο τρόπους. Πρώτον, η αυξημένη αυτονομία συνεπάγεται περισσότερη ελευθερία στην κατανομή των κονδυλίων. Δεύτερον, εντείνονται τα κίνητρα για αύξηση της παραγωγικότητας, μέσω καινοτόμων δραστηριοτήτων και της εμπορευματοποίησης των ερευνητικών αποτελεσμάτων.

Οι σχεδιαζόμενες παρεμβάσεις πρέπει να εστιάζουν στη συστηματική αντιμετώπιση των διαρθρωτικών αδυναμιών από το σύνολο των εμπλεκομένων φορέων στο τρίγωνο της γνώσης. Για να ενθαρρυνθεί η καινοτομία και, επομένως η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας, θα πρέπει να δημιουργηθεί ένα ευνοϊκό κανονιστικό περιβάλλον.

Η ενθάρρυνση της ορθής πρακτικής, η κατάργηση των φραγμών στην κινητικότητα των ερευνητών και η προώθηση των δικτύων έρευνας θα βοηθήσουν πολλαπλά το ελληνικό οικοσύστημα έρευνας και ανάπτυξης. Ο ελληνικός ερευνητικός ιστός, παρόλο που έχει κατακτήσει υψηλές θέσεις στην ευρωπαϊκή και παγκόσμια κατάταξη, παραμένει αναξιοποίητος τόσο για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας όσο και για την αναστροφή του μεταναστευτικού κύματος εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού (brain drain).