Αρχική Σελίδα Αρχική Σελίδα
  Rss Feeds

18/09/2003 - Πρόσθετες διευκρινίσεις σχετικά με την πώληση χρυσού από την Τράπεζα της Ελλάδος

Με αφορμή νεότερα δημοσιεύματα σχετικά με την πώληση από την Τράπεζα της Ελλάδος 20 τόνων χρυσού παρέχονται οι εξής συμπληρωματικές διευκρινίσεις:

     Ως προς το θέμα της μη δημοσιοποίησης της συγκεκριμένης συναλλαγής σημειώνεται ότι  η πώληση τμήματος της αναβαθμισθείσας ποσότητας χρυσού εντάσσεται στις πράξεις τακτικής διαχείρισης διαθεσίμων οι οποίες δεν δημοσιοποιούνται εκ των προτέρων από τις κεντρικές τράπεζες, καθώς μια τέτοια ενέργεια θα ήταν αντίθετη με τις πρακτικές και τους κανόνες λειτουργίας της αγοράς και θα απέβαινε σε βάρος των συμφερόντων της Τράπεζας. Εξάλλου, κατά την άποψη των Νομικών Υπηρεσιών της την οποία υιοθέτησε η Τράπεζα της Ελλάδος, καμία διάταξη νόμου δεν επιβάλλει μια τέτοια προαναγγελία, ούτε υπάγεται η συγκεκριμένη συναλλαγή στις διατάξεις της χρηματιστηριακής νομοθεσίας που επιβάλλουν την εκ των υστέρων δημοσιοποίηση σημαντικών εταιρικών γεγονότων και πληροφοριών.

     Η μη υποχρέωση γνωστοποίησης επιβεβαιώθηκε και από το Νομικό Συμβούλιο της Τράπεζας της Ελλάδος, υπόψη του οποίου κρίθηκε σκόπιμο να τεθεί το θέμα, λόγω των αμφισβητήσεων που εκφράσθηκαν για τον τρόπο χειρισμού του από την Τράπεζα της Ελλάδος και προς άρση κάθε αμφιβολίας.

     Ειδικότερα, το Νομικό Συμβούλιο δέχτηκε ομόφωνα ότι η πώληση ποσότητας χρυσού εκ των αποθεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος με σκοπό την επένδυση του προϊόντος της πωλήσεως σε τοποθέτηση που εκτιμάται ως αποδοτικότερη αποτελεί συνήθη πράξη τακτικής διαχείρισης και δεν συνιστά, «νέο σημαντικό γεγονός» κατά την έννοια του άρθρου 5 παράγραφος 5 εδάφιο α΄ του ΠΔ 350/1985 (όπως εξειδικεύεται με τα άρθρα 4 και 5 της απόφασης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς 5/204/14.11.2000). Δεν αποτελεί, δηλαδή, γεγονός το οποίο επήλθε στη «σφαίρα της δραστηριότητας της» Τράπεζας και θα μπορούσε, «λόγω των επιπτώσεών του στην περιουσιακή ή οικονομική κατάσταση ή τη γενική πορεία των υποθέσεων» της Τράπεζας, να είχε προκαλέσει «σημαντική διακύμανση των τιμών των μετοχών της», ώστε να υφίσταται η κατά τις ως άνω διατάξεις υποχρέωση ενημέρωσης.

    

     Επιπλέον, επειδή δεν καλύφθηκε από τον ημερήσιο Τύπο το μέρος των δηλώσεων της Διοίκησης που ανεφέρετο στους λόγους που οδήγησαν στην αύξηση του στοιχείου του Παθητικού της Τράπεζας της Ελλάδος «Υποχρεώσεις εντός του Ευρωσυστήματος» σε ευρώ, παρέχονται οι ακόλουθες διευκρινίσεις: Ο λογαριασμός αυτός, μετά την ένταξή μας στο Ευρωσύστημα τον Ιανουάριο του 2001, χρησιμοποιείται για το διακανονισμό των  διασυνοριακών συναλλαγών των τραπεζών, των ιδιωτών, ιδιωτικών επιχειρήσεων και του δημόσιου τομέα που συνδέονται με την άσκηση της νομισματικής πολιτικής, τις τρέχουσες συναλλαγές και την κίνηση κεφαλαίων. Η αύξηση του σχετικού κονδυλίου αντισταθμίζεται κατά το μεγαλύτερο μέρος με τη μείωση ενός άλλου στοιχείου του Παθητικού που αφορούσε τις υποχρεωτικές καταθέσεις των τραπεζών στην Τράπεζα της Ελλάδος. Η απελευθέρωση αυτών των δεσμευμένων καταθέσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων συνολικού ποσού 12,5 δισεκ. ευρώ, πραγματοποιήθηκε σταδιακά κατά τα έτη 2001 και 2002 λόγω της ένταξης της χώρας στη ζώνη του ευρώ. Επί των καταθέσεων αυτών η Τράπεζα της Ελλάδος κατέβαλλε τόκους, με επιτόκιο το οποίο για το έτος 2000 ανήλθε σε 5,38%. Κατά το υπόλοιπο μέρος ο λογαριασμός αυτός επηρεάσθηκε από καθαρές πληρωμές που συνδέονται με το ισοζύγιο πληρωμών. Το ύψος του λογαριασμού που διαμορφώθηκε σε  18,2 δισεκ. ευρώ στο τέλος Δεκεμβρίου 2002 και 16,3 δισεκ. ευρώ στο τέλος Ιουλίου 2003 αντικρίζεται από επενδύσεις και άλλες τοποθετήσεις που εμφανίζονται στο Ενεργητικό της Τράπεζας της Ελλάδος, οι αποδόσεις των οποίων υπερβαίνουν το κόστος με το οποίο επιβαρύνεται η εν λόγω υποχρέωση προς το Ευρωσύστημα (σήμερα 2% περίπου). Η Τράπεζα της Ελλάδος έχει τη δυνατότητα να μειώσει ή και να μηδενίσει άμεσα αυτή την υποχρέωση με ρευστοποίηση αποδοτικών στοιχείων του Ενεργητικού. Μια τέτοια ενέργεια εκτιμάται ότι θα επέφερε απώλεια εσόδων της τάξης των 88 εκατ. ευρώ για το 2002 και θα ήταν αντίθετη με την αποτελεσματική και συνετή διαχείριση του χαρτοφυλακίου της.

     Επομένως, είναι πρόδηλο ότι ουδεμία πίεση ασκείται από τις υποχρεώσεις εντός του Ευρωσυστήματος η δε πώληση χρυσού δεν συνδέεται με το σχετικό λογαριασμό και δεν επηρέασε το υπόλοιπό του καθόσον το προϊόν της επανατοποθετήθηκε σε ομόλογα.