Αρχική Σελίδα Αρχική Σελίδα
  Rss Feeds

25/01/2017 - Τεσσαρακοστό τέταρτο τεύχος του Οικονομικού Δελτίου της Τράπεζας της Ελλάδος

Κυκλοφόρησε το 44ο τεύχος (Δεκέμβριος 2016) του Οικονομικού Δελτίου της Τράπεζας της Ελλάδος.

Οι μελέτες που δημοσιεύονται στο Οικονομικό Δελτίο απηχούν, όπως πάντοτε, τις απόψεις των συγγραφέων και όχι κατ' ανάγκην της Τράπεζας της Ελλάδος.

Στο 44ο τεύχος δημοσιεύονται οι εξής τέσσερις μελέτες:

Κωνσταντίνα Μάνου και Ευαγγελία Παπαπέτρου: “Η οικονομική συμπεριφορά των νοικοκυριών στην Ελλάδα: Πρόσφατες εξελίξεις και προοπτικές”

Στη μελέτη γίνεται ανάλυση του χρηματοοικονομικού κυρίως πλούτου των νοικοκυριών και εξετάζεται η διαχρονική εξέλιξή του, με ιδιαίτερη έμφαση στην πλέον πρόσφατη περίοδο. Επιπλέον, παρουσιάζονται αναλυτικά οι συνιστώσες του, δηλαδή το ενεργητικό και το παθητικό, καθώς και η σύνθεσή τους. Στη συνέχεια αναλύεται η αποταμιευτική συμπεριφορά των νοικοκυριών στην Ελλάδα, αρχικά μέσω της αλληλεπίδρασης των επενδύσεων και του χρέους και κατόπιν μέσω της αλληλεπίδρασης της κατανάλωσης και του διαθέσιμου εισοδήματος. Τέλος, γίνεται μια σύντομη παρουσίαση της εξέλιξης του διαθέσιμου εισοδήματος και των συνιστωσών του, καθώς και της εξέλιξης των πραγματικών καταναλωτικών δαπανών των νοικοκυριών κατά λειτουργικό σκοπό. Για τη μελέτη χρησιμοποιούνται στατιστικά στοιχεία από τη βάση δεδομένων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και ειδικότερα από τους τριμηνιαίους λογαριασμούς των χωρών της ζώνης του ευρώ, οι οποίοι παρέχουν αναλυτική πληροφόρηση για το εισόδημα, τη δαπάνη, τη χρηματοδότηση, αλλά και τις επενδυτικές επιλογές των θεσμικών τομέων κάθε χώρας.

Από την ανάλυση προκύπτουν ορισμένα βασικά συμπεράσματα. Κατ’ αρχήν, η οικονομική κρίση επηρέασε σημαντικά τον καθαρό χρηματοοικονομικό πλούτο των ελληνικών νοικοκυριών, ο οποίος από τις αρχές τους 2008 μέχρι τις αρχές του 2016 υποχώρησε κατά 37,5%. Κατά την επιδείνωση της κρίσης, παρατηρείται αποστροφή προς τον κίνδυνο και αναδιάταξη του χαρτοφυλακίου των νοικοκυριών, με προτίμηση για τις πιο άμεσα ρευστοποιήσιμες μορφές χρηματοοικονομικού πλούτου, όπως οι καταθέσεις, ενώ το μερίδιο σε μετοχές, χρεόγραφα και αμοιβαία κεφάλαια μειώθηκε σημαντικά.

Προ της κρίσης παρατηρείται συνεχής και ταχεία αύξηση των δανειακών υποχρεώσεων των νοικοκυριών, κυρίως για να πραγματοποιηθούν επενδύσεις σε κατοικίες. Τα νοικοκυριά προχωρούν σε απομείωση των υποχρεώσεών τους για πρώτη φορά στο τέλος του 2010, δυναμική η οποία συνεχίζεται και στα επόμενα τρίμηνα, συνολικά ωστόσο αυτές παραμένουν υψηλές, όπως αποτυπώνεται στους δείκτες μόχλευσης.

Η αποταμίευση των νοικοκυριών μέχρι το τέλος του 2008 παρέμενε υψηλή, υποστηριζόμενη από τις υψηλές επενδύσεις των νοικοκυριών τόσο σε ακίνητα και άλλα μη χρηματοοικονομικά στοιχεία όσο και σε χρηματοοικονομικά στοιχεία, οι οποίες υπερέβαιναν την καθαρή δημιουργία νέου χρέους. Μετέπειτα, η αποταμίευση ακολούθησε πτωτική πορεία και παραμένει σε εξαιρετικώς χαμηλά επίπεδα, εξαιτίας της συρρίκνωσης των επενδύσεων σε κατοικίες και εξοπλισμό και της μεγάλης αποεπένδυσης σε χρηματοοικονομικά στοιχεία, παρά την καθαρή αποπληρωμή χρέους κατά την πρόσφατη περίοδο.

Από την ανάλυση των συνιστωσών του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών προκύπτει ότι τη μεγαλύτερη ποσοστιαία συμμετοχή έχει το εισόδημα εξαρτημένης εργασίας και ακολουθούν το λειτουργικό πλεόνασμα, οι κοινωνικές παροχές και τέλος το καθαρό εισόδημα περιουσίας. Μετά το 2010, μεγάλη μείωση υπέστησαν και οι τέσσερις αυτές συνιστώσες, με αποτέλεσμα τη συρρίκνωση των καταναλωτικών δαπανών των νοικοκυριών. Σύμφωνα με τα στοιχεία της εγχώριας τελικής καταναλωτικής δαπάνης των νοικοκυριών κατά λειτουργικό σκοπό, ιδιαίτερα περιορίζονται οι δαπάνες που αφορούν διαρκή καταναλωτικά αγαθά, ενώ παρατηρείται αύξηση του ποσοστού συμμετοχής των δαπανών που διατίθενται για την κάλυψη βασικών αναγκών, υποδηλώνοντας μια μεταβολή του καταναλωτικού προτύπου των νοικοκυριών.

Χρήστος Παπάζογλου, Δημήτριος Σιδέρης και Ορέστης Τσάγκλας: “Η Ευρώπη ως Άριστη Νομισματική Περιοχή: Η εμπειρία των βαλτικών χωρών”

Η μελέτη διερευνά εμπειρικά αν οι βαλτικές οικονομίες ακολουθούσαν πορεία σύγκλισης με τις οικονομίες της ζώνης του ευρώ κατά την περίοδο πριν από την κρίση και κατά πόσον υπήρξε ανατροπή της πορείας αυτής μετά την κρίση. Βασίζεται στη θεωρία των άριστων νομισματικών περιοχών, η οποία αντιπαραβάλλει τα οφέλη της ένταξης σε μια νομισματική ένωση για κάθε χώρα-μέλος με το κόστος που αυτή υφίσταται από την απώλεια εργαλείων νομισματικής πολιτικής. Προϋπόθεση για τον χαρακτηρισμό μιας νομισματικής περιοχής ως άριστης είναι αφενός η περιορισμένη πιθανότητα εμφάνισης ασύμμετρων διαταραχών και αφετέρου η ύπαρξη επαρκών μηχανισμών οικονομικής προσαρμογής, ώστε να μπορεί να αντιμετωπιστεί επιτυχώς η ενδεχόμενη εμφάνιση τέτοιων διαταραχών. Παραδείγματα μηχανισμών προσαρμογής αποτελούν η αυξημένη κινητικότητα εργασίας και η ενιαία δημοσιονομική πολιτική.

Η μελέτη εξετάζει την περίπτωση των τριών οικονομιών της Βαλτικής, δηλαδή της Εσθονίας, της Λιθουανίας και της Λεττονίας. Οι χώρες αυτές αποσχίστηκαν από την πρώην Σοβιετική Ένωση στις αρχές της δεκαετίας του 1990 και ξεκίνησαν τη διαδικασία μετάβασης προς το σύστημα της ελεύθερης αγοράς. Παρότι υιοθέτησαν το ευρώ μετά την κρίση, η ενσωμάτωσή τους στο ευρωπαϊκό οικονομικό γίγνεσθαι είχε ξεκινήσει πολύ νωρίτερα, με την υιοθέτηση σταθερής συναλλαγματικής ισοτιμίας των νομισμάτων τους έναντι του ευρώ, η οποία συνέδεσε τη νομισματική τους πολιτική με εκείνη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Ως αποτέλεσμα, σύντομα θεωρήθηκε ότι είχαν επιτύχει ιδιαίτερα υψηλό βαθμό οικονομικής ολοκλήρωσης με τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ).

Πράγματι, τα εμπειρικά αποτελέσματα της μελέτης δείχνουν ότι έως το 2008 οι βαλτικές οικονομίες βρίσκονταν σε πορεία πραγματικής σύγκλισης με τη ζώνη του ευρώ, καθώς δεν απορρίπτεται στατιστικά η υπόθεση ότι οι βαλτικές οικονομίες αποτελούσαν άριστη νομισματική περιοχή με τη ζώνη του ευρώ. Ωστόσο, διαπιστώνεται ότι η σύγκλιση δεν ήταν διατηρήσιμη, καθώς η ίδια υπόθεση δεν γίνεται στατιστικά αποδεκτή για την περίοδο μετά το 2008. Το συμπέρασμα αυτό προκύπτει και αν εξεταστούν οι δυσμενείς επιπτώσεις της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008 στις εν λόγω οικονομίες. Η μέχρι τότε διόγκωση των οικονομικών ανισορροπιών τους – ιδιαιτέρως στον εξωτερικό τομέα – είχε ως αποτέλεσμα να υποστούν μια βαθιά ύφεση μετά το 2008 και να οδηγηθούν στην άμεση υιοθέτηση αυστηρών μέτρων οικονομικής προσαρμογής.

Η εξέλιξη των οικονομιών της Βαλτικής πριν και μετά την κρίση αναδεικνύει τις ατέλειες της νομισματικής ένωσης και την ανάγκη δημιουργίας αποτελεσματικών μηχανισμών αντιμετώπισης ενδεχόμενων ασύμμετρων οικονομικών διαταραχών.

Σοφία Ανυφαντάκη: “Η ανάπτυξη της Χρηματοοικονομικής Τεχνολογίας (FinTech)”

Η μελέτη εξετάζει την ανάπτυξη της “χρηματοοικονομικής τεχνολογίας” (Financial Technology ή FinTech) και τις συνέπειές της για τους καταναλωτές και τον τραπεζικό τομέα. Ο όρος αναφέρεται στη χρήση της σύγχρονης τεχνολογίας για την παροχή χρηματοοικονομικών λύσεων, δηλαδή στις νεοσύστατες τεχνολογικές επιχειρήσεις που ανταγωνίζονται τα παραδοσιακά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, προσφέροντας μια σειρά υπηρεσιών, όπως είναι οι πλατφόρμες διαδικτυακής μικροχρηματοδότησης (crowdfunding), οι πληρωμές μέσω κινητών τηλεφώνων (mobile payments), τα διαδικτυακά εργαλεία διαχείρισης χαρτοφυλακίου, τα κρυπτονομίσματα κ.ά. Η ανάπτυξη της χρηματοοικονομικής τεχνολογίας έχει προσελκύσει το ενδιαφέρον των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, των καταναλωτών, αλλά και των ρυθμιστικών αρχών.

Η μελέτη παρουσιάζει τους παράγοντες που συνέβαλαν στην ανάπτυξη της χρηματοοικονομικής τεχνολογίας τόσο από την πλευρά της προσφοράς όσο και από την πλευρά της ζήτησης. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στην ανάπτυξη εναλλακτικών υπηρεσιών πληρωμών, όπως είναι τα ψηφιακά πορτοφόλια, τα συστήματα αγορών και πληρωμών μέσω κινητού τηλεφώνου και οι ανέπαφες πληρωμές. Διερευνάται επίσης η ανάπτυξη εναλλακτικών μορφών δανεισμού (peer-to-peer lending) και χρηματοδότησης μεταξύ ιδιωτών και οι επιπτώσεις τους για τον τραπεζικό τομέα.

Οι καινοτόμες αυτές χρηματοοικονομικές τεχνολογίες αποτελούν προκλήσεις για τους παραδοσιακούς παρόχους χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, καθώς θα μπορούσαν να επηρεάσουν αρνητικά τόσο την ικανότητά τους να αντλήσουν έσοδα όσο και την καταθετική τους βάση. Δημιουργούν όμως επίσης και ευκαιρίες, καθώς επιτρέπουν την παροχή χρηματοοικονομικών συμβουλών και υπηρεσιών σε μια ευρύτερη πελατειακή βάση με χαμηλότερο κόστος, την αύξηση δηλαδή της αποτελεσματικότητας του κλάδου.

Οι ρυθμιστικές αρχές καλούνται να σταθμίσουν τα πιθανά οφέλη και τους δυνητικούς κινδύνους που απορρέουν από την χρηματοοικονομική καινοτομία. Βασική αρχή του ρυθμιστικού πλαισίου είναι η τήρηση ουδέτερης στάσης απέναντι στις τεχνολογικές εξελίξεις, η προώθηση δηλαδή του υγιούς ανταγωνισμού μεταξύ των συμμετεχόντων, ανεξάρτητα από το αν αυτοί προσφέρουν συμβατικές υπηρεσίες ή νέες τεχνολογικές λύσεις. Συνεπώς οι ρυθμιστικές αρχές φροντίζουν να θεσπίσουν ισότιμους όρους για όλους τους συμμετέχοντες, οι οποίοι να προάγουν την καινοτομία και τον ανταγωνισμό στη χρηματοπιστωτική αγορά, διασφαλίζοντας ταυτόχρονα την ασφάλεια των καταναλωτών και τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.

Ιωάννης Χατζηβασίλογλου: “Εισαγωγή στη Φερεγγυότητα ΙΙ των (αντ)ασφαλιστικών επιχειρήσεων”

Η μελέτη προσφέρει μια, κατά το δυνατόν μη τεχνική, επισκόπηση του εποπτικού πλαισίου της Φερεγγυότητας ΙΙ (Solvency ΙΙ), δηλαδή των νέων απαιτήσεων φερεγγυότητας, τις οποίες από την 1η Ιανουαρίου 2016 οφείλουν να πληρούν οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που λειτουργούν στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η Φερεγγυότητα II έχει σχεδιαστεί ώστε να είναι ένα σύγχρονο, καινοτόμο και φιλελεύθερο καθεστώς προληπτικής εποπτείας. Ο κύριος στόχος της είναι η ενίσχυση της προστασίας των ασφαλισμένων. Επιπλέον στόχοι της είναι η χρηματοπιστωτική σταθερότητα, η δημιουργία δίκαιων και σταθερών αγορών, καθώς και η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση της αγοράς ιδιωτικής ασφάλισης.

Πρόκειται για ενιαίο και κοινό ευρωπαϊκό νομικό πλαίσιο εποπτείας, στο οποίο τους βασικούς ρόλους κατέχουν αφενός η Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων (European Insurance and Occupational Pensions Authority – EIOPA) και αφετέρου η Τράπεζα της Ελλάδος και οι αντίστοιχες αρμόδιες εθνικές εποπτικές αρχές στα άλλα κράτη-μέλη. Συνεπώς, η κατάσταση φερεγγυότητας των (αντ)ασφαλιστικών επιχειρήσεων σε όλες τις χώρες της ΕΕ είναι πλέον άμεσα συγκρίσιμη. Η λειτουργία των ευρωπαϊκών ομίλων απλοποιείται σημαντικά, καθώς αντιμετωπίζουν πλέον ένα κοινό ευρωπαϊκό πλαίσιο, ανεξάρτητα από τη χώρα όπου δραστηριοποιούνται, με αποτέλεσμα τη μείωση του κόστους λειτουργίας τους και τη δυνατότητα εκμετάλλευσης οικονομιών κλίμακας σε διακρατικό επίπεδο.

Η Φερεγγυότητα II εδράζεται σε ένα σύστημα τριών πυλώνων, που αποτελείται από (i) τις ποσοτικές απαιτήσεις, (ii) τις ποιοτικές απαιτήσεις, οι οποίες σχετίζονται κυρίως με τις απαιτήσεις διακυβέρνησης και εποπτείας, και (iii) την εποπτική αναφορά και τη δημοσιοποίηση πληροφοριών. Επιπλέον, εισάγει μια νέα θεώρηση της ασφαλιστικής επιχείρησης ως χρηματοοικονομικού οργανισμού που σκοπό έχει, μέσω της μεγιστοποίησης του κέρδους των μετόχων του, να προσφέρει προστασία στους ασφαλισμένους. Οι δε ασφαλιστικές συμβάσεις θεωρούνται ως χρηματοοικονομικά εργαλεία. Η νέα αυτή οπτική είναι καθοριστική για τον τρόπο με τον οποίο μια (αντ)ασφαλιστική επιχείρηση αποτιμά και διαχειρίζεται τους κινδύνους της, καθώς η αποτίμηση γίνεται πλέον με μεθόδους συνεπείς με τις αγορές (market consistent valuations), ενώ ως κριτήριο για τη φερεγγυότητα μιας επιχείρησης καθορίζεται το μέγεθος του συνολικού (αθροιστικού) κινδύνου που αυτή αναλαμβάνει.

Εν κατακλείδι, τόσο οι ίδιες οι (αντ)ασφαλιστικές επιχειρήσεις όσο και οι εποπτικές αρχές διαθέτουν πλέον πιο αξιόπιστα εργαλεία για να επιμετρούν και να παρακολουθούν τη φερεγγυότητα των (αντ)ασφαλιστικών επιχειρήσεων, ούτως ώστε οι όποιες αποφάσεις να λαμβάνονται σε καίριο χρόνο. Επιπρόσθετα, μέσω της πρόβλεψης για δημοσιοποίηση από τις ίδιες τις επιχειρήσεις αναλυτικών στοιχείων για τη φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική τους κατάσταση ενισχύεται η διαφάνεια τόσο προς τους ασφαλισμένους όσο και προς τυχόν μελλοντικούς επενδυτές που θα θελήσουν να αναλάβουν το χαρτοφυλάκιο ασφαλίσεών τους.

* * *

Στο 44ο τεύχος περιλαμβάνονται επίσης περιλήψεις των “Δοκιμίων εργασίας” τα οποία δημοσίευσε (στην αγγλική γλώσσα) ο Τομέας Ειδικών Μελετών της Διεύθυνσης Οικονομικής Ανάλυσης και Μελετών της Τράπεζας στο διάστημα Ιουλίου-Δεκεμβρίου 2016.

Το τεύχος του Οικονομικού Δελτίου είναι διαθέσιμο εδώ.