Αρχική Σελίδα Αρχική Σελίδα
  Rss Feeds

02/11/2018 - «Νομισματική πολιτική και τραπεζική εποπτεία στην Ευρώπη μετά την πρόσφατη χρηματοπιστωτική κρίση και την κρίση δημόσιου χρέους, και μελλοντικές προκλήσεις» Εισήγηση του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννη Στουρνάρα
Ομιλητής: Γιάννης Στουρνάρας

Συνέδριο οικονομικής ιστορίας:
«The birth of inter-war central banks: building a new monetary order»
Αθήνα, 2-3 Νοεμβρίου 2018

 

Μετά την έναρξη της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης το 2007, μεγάλες κεντρικές τράπεζες ανά τον κόσμο κατέφυγαν σε μη συμβατικά μέτρα νομισματικής πολιτικής, όπως η χορήγηση άφθονης ρευστότητας στις εμπορικές τράπεζες και οι μεγάλης κλίμακας αγορές περιουσιακών στοιχείων, ενώ τα βραχυπρόθεσμα επιτόκια προσέγγισαν το μηδενικό κατώτατο όριο. Σκοπός αυτών των μέτρων ήταν να συμβάλουν στην αποκλιμάκωση των εντάσεων στις χρηματοπιστωτικές αγορές και σε μείωση των μακροπρόθεσμων επιτοκίων, ούτως ώστε να στηριχθεί η πραγματική οικονομία και να αποτραπεί μια δίνη αποπληθωρισμού. Οι εποπτικές αρχές, από την πλευρά τους, θέσπισαν αυστηρότερα πρότυπα εποπτείας για να διασφαλίσουν ότι δεν θα επαναληφθεί παρόμοια κρίση στο μέλλον. Στην εισήγησή μου θα επικεντρωθώ κατ’ αρχάς στα μέτρα νομισματικής πολιτικής του Ευρωσυστήματος και στη συνέχεια στα εποπτικά μέτρα που υιοθετήθηκαν για την αντιμετώπιση της χρηματοπιστωτικής κρίσης και της κρίσης δημόσιου χρέους. Τέλος, θα αναφερθώ σε ορισμένα θέματα που αφορούν ειδικότερα την Ελλάδα.

Μη συμβατικά μέτρα νομισματικής πολιτικής του Ευρωσυστήματος

Το πρώτο επεισόδιο μεταβλητότητας εκδηλώθηκε στις αρχές Αυγούστου του 2007, με αφορμή αλλεπάλληλες υποβαθμίσεις τίτλων που βασίζονταν σε στεγαστικά δάνεια προς δανειολήπτες χαμηλής φερεγγυότητας στις ΗΠΑ, με αποτέλεσμα ορισμένα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα να αντιμετωπίσουν σοβαρές δυσχέρειες. Η κρίση οξύνθηκε με την κατάρρευση της Lehman Brothers ένα χρόνο αργότερα. Οι κεντρικές τράπεζες ανά τον κόσμο αντέδρασαν με διάφορες ενέργειες πολιτικής. Στο πλαίσιο αυτό, το Ευρωσύστημα άρχισε να χορηγεί ρευστότητα χωρίς ποσοτικό περιορισμό και με σταθερό επιτόκιο, ενώ διεξήγαγε πρόσθετες πράξεις αναχρηματοδότησης μεγαλύτερης διάρκειας. Τα βασικά επιτόκια μειώθηκαν κατ’ επανάληψη και διευρύνθηκε ο κατάλογος των τίτλων που γίνονται αποδεκτοί ως εξασφαλίσεις από το Ευρωσύστημα.
Το 2010 στο επίκεντρο των ανησυχιών βρέθηκε η ζώνη του ευρώ, η οποία αντιμετώπιζε μια κλιμακούμενη κρίση δημόσιου χρέους που προκαλούσε δυσλειτουργίες στο μηχανισμό μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής. Για το λόγο αυτό, το Μάιο του 2010 το Ευρωσύστημα θέσπισε το Πρόγραμμα για τις Αγορές Τίτλων (SMP), αγοράζοντας τίτλους που έχουν εκδοθεί από ευάλωτα κράτη-μέλη.
Το καλοκαίρι του 2012 η κρίση είχε πλέον εξαπλωθεί. Για να αντιμετωπιστούν οι αδικαιολόγητες ανησυχίες για πιθανότητα επιστροφής στα εθνικά νομίσματα, το Διοικητικό Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) παρενέβη, εξαγγέλλοντας προς το τέλος του καλοκαιριού του 2012 ένα νέο εργαλείο, τις Οριστικές Νομισματικές Συναλλαγές (ΟΜΤ). Μέσω των ΟΜΤ, το Ευρωσύστημα θα προέβαινε σε μεγάλης κλίμακας αγορές τίτλων του Δημοσίου υπό αυστηρές προϋποθέσεις. Αν και τελικά δεν χρειάστηκε να ενεργοποιηθεί αυτό το εργαλείο, η ανακοίνωσή του και μόνο οδήγησε σε εξομάλυνση των συνθηκών στις χρηματοπιστωτικές αγορές της ζώνης του ευρώ και σε ανάσχεση του κατακερματισμού των αγορών, αποδεικνύοντας τη δέσμευση της ΕΚΤ «να κάνει ό,τι χρειαστεί» – όπως είπε χαρακτηριστικά ο Πρόεδρος Draghi εκείνο το καλοκαίρι – για να σώσει το ευρώ.
Στη συνέχεια, η ζώνη του ευρώ βρέθηκε αντιμέτωπη με εξαιρετικά χαμηλούς ρυθμούς πληθωρισμού, πολύ κάτω του 2%. Και στην περίπτωση αυτή το Ευρωσύστημα αντέδρασε, εισάγοντας μια πολυδιάστατη πολιτική με στόχο την αντιμετώπιση του κατακερματισμού των χρηματοπιστωτικών αγορών στη ζώνη του ευρώ, την οποία τροφοδοτούσε η κρίση δημόσιου χρέους, καθώς και την αποκατάσταση του διαμεσολαβητικού ρόλου των τραπεζών. Το Ευρωσύστημα διεξήγαγε στοχευμένες πράξεις μακροπρόθεσμης αναχρηματοδότησης (TLTROs) με ευνοϊκούς όρους για τις τράπεζες που θα παρουσίαζαν τους υψηλότερους ρυθμούς πιστωτικής επέκτασης προς την πραγματική οικονομία, συνέχισε να μειώνει τα βασικά επιτόκια και άρχισε να παρέχει ενδείξεις για τη μελλοντική κατεύθυνση της νομισματικής πολιτικής (forward guidance). Επιπλέον, στα τέλη του 2014 άρχισε να εφαρμόζεται ένα μεγάλης κλίμακας πρόγραμμα αγοράς τίτλων του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα (ΑΡΡ), το οποίο έφθασε στο πρωτοφανές ύψος των 2,5 τρισεκ. ευρώ τον περασμένο μήνα. Οι αγορές μέσω του ΑΡΡ αναμένεται να συνεχιστούν μέχρι το τέλος του έτους, ενώ και μετά από αυτό το χρονικό όριο το Ευρωσύστημα θα συνεχίσει να επανεπενδύει το προϊόν της εξόφλησης τίτλων που θα κατέχει στο χαρτοφυλάκιό του.

Σε μεγάλο βαθμό, τα παραπάνω μέτρα συνέβαλαν στη βελτίωση των χρηματοπιστωτικών συνθηκών και των προοπτικών του πληθωρισμού, καθώς και στην ενίσχυση της ανάκαμψης στη ζώνη του ευρώ (1), ενώ δεν φαίνεται να υπήρξαν οι πιθανολογούμενες παρενέργειες της χαλάρωσης της νομισματικής πολιτικής, όπως π.χ. υπερτιμήσεις περιουσιακών στοιχείων ή υπέρμετρη ανάληψη κινδύνων από τους συμμετέχοντες στις αγορές. Δεδομένου ότι οι πληθωριστικές πιέσεις στη ζώνη του ευρώ παραμένουν συγκρατημένες, η νομισματική πολιτική θα εξακολουθήσει να παρέχει σημαντική ώθηση στην οικονομία με διάφορους τρόπους έως ότου το Διοικητικό Συμβούλιο διαπιστώσει ότι η πορεία του πληθωρισμού είναι συμβατή με τη σταθερότητα των τιμών την οποία επιδιώκει ως πρωταρχικό σκοπό το Ευρωσύστημα.

Μελλοντικές προκλήσεις

Όσον αφορά το μέλλον, η κυριότερη πρόκληση αφορά τη στρατηγική νομισματικής πολιτικής που θα διαμορφώσουν οι κεντρικές τράπεζες στη μετά την κρίση εποχή.
Θα συγκλίνει εν τέλει αυτή η στρατηγική στο προ της κρίσης status quo ή η «νέα κανονικότητα» θα αντανακλά κάποια από τα διδάγματα των τελευταίων ετών;
• Βάσει της πρώτης προσέγγισης, οι κεντρικές τράπεζες σταδιακά θα αποσύρουν τα μη συμβατικά μέτρα πολιτικής και θα επιστρέψουν στην προ της κρίσης κρατούσα αντίληψη, σύμφωνα με την οποία ο ισολογισμός της κεντρικής τράπεζας πρέπει να είναι όσο το δυνατόν μικρότερος.
• Η δεύτερη προσέγγιση συνεπάγεται ότι οι μη συμβατικές πολιτικές θα ενταχθούν στη μόνιμη εργαλειοθήκη της κεντρικής τράπεζας ακόμη και σε ομαλές περιόδους, οπότε ο ισολογισμός της θα είναι «μονίμως» μεγαλύτερος.
Η συζήτηση αυτή επεκτείνεται και σε άλλες διαστάσεις της στρατηγικής της νομισματικής πολιτικής. Για παράδειγμα, αυτή θα μπορούσε να περιλαμβάνει στόχους σχετικά με τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Άλλοι πάλι θεωρούν ότι πρέπει να υιοθετηθεί υψηλότερος στόχος για τον πληθωρισμό, ούτως ώστε να μειωθεί η πιθανότητα προσέγγισης του μηδενικού κατώτατου ορίου των επιτοκίων (zero lower bound), ακόμη και μετά από μεγάλες δυσμενείς διαταραχές. Σ’ αυτή την περίπτωση όμως, δεν πρέπει να παραβλέπονται οι δυσκολίες που θα είχε η διαχείριση της μετάβασης στο νέο στόχο χωρίς ταυτόχρονη απώλεια αξιοπιστίας.
Εξάλλου, πρόσφατη επιστημονική έρευνα (2) προτείνει ότι οι νομισματικές αρχές θα πρέπει, σε προσωρινή βάση και αποκλειστικά και μόνο σε περιόδους κατά τις οποίες το μηδενικό κατώτατο όριο των επιτοκίων είναι δεσμευτικό, να υιοθετούν στόχο για το επίπεδο των τιμών και όχι τον πληθωρισμό, δηλ. κάθε επεισόδιο χαμηλού πληθωρισμού θα πρέπει να αντισταθμίζεται από μια περίοδο σχετικά υψηλού πληθωρισμού. Και αυτή όμως η πολιτική είναι δύσκολο πρακτικά να εφαρμοστεί και να εξηγηθεί στις αγορές και στο κοινό, και γι’ αυτό το λόγο υπάρχει κίνδυνος να αποδειχθεί αναποτελεσματική (3).
Μια άλλη μελλοντική πρόκληση αφορά την εξέλιξη του πραγματικού επιτοκίου ισορροπίας ή αλλιώς του «φυσικού επιτοκίου». Υπάρχουν λόγοι να πιστεύουμε ότι το φυσικό επιτόκιο έχει μειωθεί σημαντικά τις τελευταίες δεκαετίες λόγω της επιβράδυνσης της παραγωγικότητας, της γήρανσης του πληθυσμού και άλλων διαρθρωτικών εξελίξεων που επηρεάζουν την παγκόσμια οικονομία. Η παγκόσμια οικονομική κρίση φαίνεται να επιτάχυνε την καθοδική τάση του φυσικού επιτοκίου λόγω της απομόχλευσης του ιδιωτικού τομέα, της αυξημένης αποστροφής προς τον κίνδυνο και της έλλειψης προσφοράς περιουσιακών στοιχείων μηδενικού κινδύνου. Το επιτόκιο πολιτικής που καθορίζει η κεντρική τράπεζα θα πρέπει να συμβαδίζει με την εξέλιξη του πραγματικού επιτοκίου ισορροπίας, ειδάλλως η νομισματική πολιτική θα είναι υπέρμετρα περιοριστική, επιβραδύνοντας τόσο την οικονομική δραστηριότητα όσο και τον πληθωρισμό. Όμως, το φυσικό επιτόκιο είναι μη παρατηρήσιμο στον πραγματικό κόσμο και μπορεί μόνο να εκτιμηθεί με τη χρήση ποικίλων υποδειγμάτων, τα οποία παράγουν διαφορετικά αποτελέσματα. Συνεπώς, η χάραξη της νομισματικής πολιτικής με βάση αυτό το επιτόκιο εμπεριέχει δυσκολίες.
Όσον αφορά τον καθορισμό του νέου πλαισίου της νομισματικής πολιτικής, η κρατούσα αντίληψη πριν από την κρίση λειτούργησε ικανοποιητικά ως προς την επίτευξη της σταθερότητας των τιμών, ενώ ταυτόχρονα συνέβαλε σε ευνοϊκά αποτελέσματα όσον αφορά την οικονομική ανάπτυξη και τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Παράλληλα, η μέχρι τώρα θετική εμπειρία της εφαρμογής μη συμβατικών μέτρων – από τις πράξεις πιο μακροπρόθεσμης αναχρηματοδότησης μέχρι τις μεγάλης κλίμακας αγορές περιουσιακών στοιχείων – συνηγορεί υπέρ του να συμπεριληφθούν κάποια από αυτά τα μέτρα, σε ορισμένο βαθμό, στα παραδοσιακά εργαλεία της κεντρικής τράπεζας. Το τι μέλλει γενέσθαι είναι ακόμα υπό συζήτηση και οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής αναμένουν με ενδιαφέρον τα νεότερα ευρήματα της επιστημονικής έρευνας σχετικά με το θέμα, που θα τους βοηθήσουν στη λήψη αποφάσεων στο μέλλον.

Η αντίδραση των εποπτικών αρχών στην κρίση

Η αντίδραση του Ευρωσυστήματος στην παγκόσμια και ευρωπαϊκή χρηματοπιστωτική κρίση υπήρξε αποτελεσματική, παρότι αρχικά δεν υπήρχαν μηχανισμοί διαχείρισης κρίσεων και παρά το δυσμενές εξωτερικό περιβάλλον. Όπως προαναφέρθηκε, η αρχική αντίδραση είχε τη μορφή σημαντικής χαλάρωσης της νομισματικής πολιτικής. Όμως, χρειάστηκε να εφαρμοστούν και βαθύτερες θεσμικές μεταρρυθμίσεις.
Αντιδρώντας στο φαύλο κύκλο μεταξύ τραπεζών και δημόσιων οικονομικών, καθώς και στη μετάδοση της κρίσης μεταξύ των εθνικών χρηματοπιστωτικών αγορών, το 2012 οι Ευρωπαίοι ηγέτες ανέλαβαν την πρωτοβουλία για τη δημιουργία μιας Τραπεζικής Ένωσης που θα βασίζεται σε τρεις πυλώνες: τον Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό (SSM), τον Ενιαίο Μηχανισμό Εξυγίανσης των τραπεζών (SRM) και το Ευρωπαϊκό Σύστημα Ασφάλισης Καταθέσεων (EDIS – European Deposit Insurance Scheme), το οποίο δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί. Εκτός από αυτά τα δομικά στοιχεία της Τραπεζικής Ένωσης, υπήρξε και μια σειρά άλλων σημαντικών κανονιστικών πρωτοβουλιών, που καλύπτουν σχεδόν όλες τις πτυχές του χρηματοπιστωτικού τομέα και των συναφών δραστηριοτήτων (μεταξύ άλλων, η Οδηγία για την Ανάκαμψη και Εξυγίανση των Τραπεζών, επικαιροποιημένος Κανονισμός και Οδηγία για τις Κεφαλαιακές Απαιτήσεις για τον τραπεζικό τομέα, η Οδηγία «Φερεγγυότητα ΙΙ» για τον τομέα της ιδιωτικής ασφάλισης, ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός Υποδομών Αγοράς για τις χρηματοπιστωτικές αγορές και υποδομές). Η ίδρυση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου (ESRB), σε συνδυασμό με τη δημιουργία κατάλληλων εργαλείων μακροπροληπτικής εποπτείας, επέτρεψε στους υπευθύνους χάραξης πολιτικής να δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στον εντοπισμό και την αντιμετώπιση κινδύνων που επηρεάζουν ολόκληρο το σύστημα και να προλαμβάνουν τις χρηματοπιστωτικές ανισορροπίες σε ένα πρώιμο στάδιο.
Όμως, για να ολοκληρωθεί η Τραπεζική Ένωση χρειάζονται περαιτέρω βήματα, όπως η δημιουργία κοινού Ευρωπαϊκού Συστήματος Ασφάλισης Καταθέσεων και ενός αξιόπιστου κοινού μηχανισμού στήριξης (backstop) του Ενιαίου Ταμείου Εξυγίανσης στο οποίο βασίζεται ο Ενιαίος Εποπτικός Μηχανισμός. Αυτά τα βήματα είναι απαραίτητα για να ενισχυθεί η εμπιστοσύνη στο τραπεζικό σύστημα και να σπάσει ο φαύλος κύκλος τραπεζών-δημόσιων οικονομικών.
Επιπλέον, μια γνήσια Ένωση Κεφαλαιαγορών μπορεί να προωθηθεί μέσω νομοθετικών αλλαγών που θα επιβάλλουν εναρμόνιση με βέλτιστες πρακτικές για την τιτλοποίηση, τη λογιστική, το πτωχευτικό και το εταιρικό δίκαιο, τα περιουσιακά δικαιώματα κ.λπ. Αυτές οι αλλαγές θα καταστήσουν δυνατή τη βαθύτερη ενοποίηση των αγορών ομολόγων και μετοχών και θα εξασφαλίσουν την πρόσβαση των επιχειρήσεων (και ιδίως των μικρομεσαίων) στις αγορές κεφαλαίων, η οποία θα λειτουργεί συμπληρωματικά προς την τραπεζική χρηματοδότηση. Η Ένωση Κεφαλαιαγορών θα ενισχύσει τις διασυνοριακές επενδύσεις και, ως εκ τούτου, τον επιμερισμό κινδύνων του ιδιωτικού τομέα μεταξύ των χωρών, καθώς θα χαλαρώσει η συσχέτιση των αποδόσεων των περιουσιακών στοιχείων και της πρόσβασης σε πιστώσεις με τις εγχώριες οικονομικές συνθήκες κάθε κράτους-μέλους.
Επιπλέον, εν όψει της δημιουργίας της Ένωσης Κεφαλαιαγορών και με στόχο τη διαφύλαξη της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, πρέπει στο μέλλον να δοθεί ιδιαίτερη έμφαση στους κινδύνους και τις ευπάθειες του μη τραπεζικού χρηματοπιστωτικού τομέα, ο οποίος αναπτύσσεται ραγδαία (5). Χρειάζονται επίσης περαιτέρω μέτρα για την ενίσχυση της ποιότητας και της διαθεσιμότητας δεδομένων (π.χ. για τις χρηματοοικονομικές συναλλαγές και τις συναλλαγές επί ακινήτων), μεταξύ άλλων με την εναρμόνιση των ορισμών τους και με την προώθηση αυξημένης τυποποίησης σε παγκόσμιο επίπεδο.

Θέματα σχετικά με την Ελλάδα

Στο σημείο αυτό επιτρέψτε μου να στραφώ σε ορισμένα θέματα εγχώριου ενδιαφέροντος. Καθ’ όλη τη διάρκεια της κρίσης, η Τράπεζα της Ελλάδος υπήρξε εγγυήτρια της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, προστατεύοντας στο ακέραιο όλες τις καταθέσεις, στηρίζοντας την οικονομία και υπηρετώντας το δημόσιο συμφέρον. Η Τράπεζα επικεντρώθηκε σε δύο μεγάλα μέτωπα: αφενός στην εξασφάλιση της παροχής επαρκούς ρευστότητας και αφετέρου στη διαχείριση και παροχή βοήθειας στην ανακεφαλαιοποίηση, εξυγίανση και αναδιάταξη του τραπεζικού τομέα.
Όσον αφορά την παροχή ρευστότητας, η Τράπεζα έπαιξε κρίσιμο ρόλο στην εξασφάλιση της απρόσκοπτης παροχής ρευστότητας υπό την ιδιότητά της ως δανειστή έσχατης προσφυγής του τραπεζικού συστήματος. Επανειλημμένως η Τράπεζα της Ελλάδος χορηγούσε έκτακτη ενίσχυση σε ρευστότητα (ELA) στο τραπεζικό σύστημα. Αυτό βοήθησε στη διαφύλαξη της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας και συνέβαλε στην αποφυγή τραπεζικής κρίσης.
Σε ό,τι αφορά τη διαχείριση και παροχή βοήθειας στην ανακεφαλαιοποίηση, εξυγίανση και αναδιάταξη του τραπεζικού τομέα, η Τράπεζα, στο πλαίσιο των προγραμμάτων προσαρμογής, επιδίωξε την ενίσχυση των βιώσιμων πιστωτικών ιδρυμάτων και την εξυγίανση των μη βιώσιμων, διασφαλίζοντας παράλληλα τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Προς το σκοπό αυτό, έγιναν αξιολογήσεις της βιωσιμότητας και των κεφαλαιακών αναγκών των τραπεζών.
Όσες τράπεζες κρίθηκαν μη βιώσιμες εξυγιάνθηκαν και απορροφήθηκαν από τις συστημικές τράπεζες. Καθώς έχουν γίνει με επιτυχία 14 τέτοιες εξυγιάνσεις από το 2011, η διαδικασία αυτή διευκόλυνε και τη σημαντική ενοποίηση του τραπεζικού τομέα.
Μετά από τρεις γύρους ανακεφαλαιοποιήσεων, οι ελληνικές τράπεζες έχουν από τους υψηλότερους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας στη ζώνη του ευρώ και διαθέτουν επαρκή κεφαλαιακά αποθέματα ασφαλείας για να απορροφήσουν επιπλέον πιστωτικές ζημίες, όπως έδειξε η πανευρωπαϊκή άσκηση προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων (stress test) που ολοκληρώθηκε πρόσφατα. Επίσης, έχουν βελτιώσει σημαντικά τη ρευστότητά τους, μειώνοντας την εξάρτησή τους από την κεντρική τράπεζα για χρηματοδότηση, ανακτώντας την πρόσβαση στη διατραπεζική αγορά και εκδίδοντας καλυμμένες ομολογίες. Παράλληλα, οι καταθέσεις πελατών αυξάνονται σταδιακά.
Ωστόσο, ο λόγος των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων προς το σύνολο των ανοιγμάτων παραμένει υψηλός και αποτελεί τη σημαντικότερη πρόκληση για τον ελληνικό τραπεζικό τομέα. Οι τράπεζες έχουν θέσει επιχειρησιακούς στόχους για τη σημαντική μείωση του αποθέματος των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων μέχρι το τέλος του 2019. Παράλληλα, έχουν εφαρμοστεί σημαντικές μεταρρυθμίσεις με σκοπό την άρση των διοικητικών, νομικών και δικαστικών εμποδίων για την αποτελεσματική διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων, καθώς και για τη δημιουργία δευτερογενούς αγοράς μη εξυπηρετούμενων δανείων με την ίδρυση εταιριών απόκτησης και διαχείρισης τέτοιων δανείων. Οι προσπάθειες αυτές έχουν αρχίσει να αποδίδουν καρπούς: σύμφωνα με στοιχεία τέλους Ιουνίου του 2018, το απόθεμα των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων έφθασε τα 88,6 δισεκ. ευρώ (47,6% του συνόλου των ανοιγμάτων), μειωμένο κατά 17,3% ή 18,6 δισεκ. ευρώ από το ανώτατο επίπεδο που είχε καταγραφεί το Μάρτιο του 2016. Μέχρι σήμερα, η μείωση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων προέρχεται κατά κύριο λόγο από διαγραφές δανείων. Κατά την προσεχή περίοδο, αυξημένη συμβολή αναμένεται να έχουν οι πωλήσεις και οι τιτλοποιήσεις μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων, σε συνδυασμό με τις εισπράξεις, τη ρευστοποίηση εξασφαλίσεων και τις επιτυχείς ρυθμίσεις δανείων. Ο ρυθμός μείωσης των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων αναμένεται να επιταχυνθεί, με βάση τους αναθεωρημένους, πιο φιλόδοξους στόχους των τραπεζών για τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα που έχουν τεθεί για την περίοδο έως το 2021.
Η αποτελεσματική διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων θα ενισχύσει επίσης την οργανική κερδοφορία και τη δυνατότητα εσωτερικής δημιουργίας κεφαλαίου των τραπεζών, βοηθώντας τις να επιτελέσουν και πάλι το διαμεσολαβητικό τους ρόλο και να καθιερώσουν ένα βιώσιμο μοντέλο λειτουργίας. Τα παραπάνω είναι ύψιστης σημασίας για τη χρηματοδότηση καινοτόμων και εξωστρεφών επενδυτικών πρωτοβουλιών και επιχειρήσεων στο πλαίσιο της αλλαγής του παραγωγικού προτύπου της ελληνικής οικονομίας.

Συμπέρασμα

Η πρόσφατη οικονομική κρίση υπήρξε η σοβαρότερη των τελευταίων 75 ετών. Το βασικό ερώτημα για όλους εμάς σ’ αυτή την αίθουσα, αλλά και για τους μελετητές της κρίσης και τους υπευθύνους χάραξης πολιτικής, είναι αν θα ξανασυμβεί.
Η απάντησή μου είναι ότι την επόμενη φορά, εάν και όταν υπάρξει επόμενη φορά, τα πράγματα θα είναι διαφορετικά.
Πρώτον, η ιστορία μάς έχει διδάξει ότι, ενώ τα πράγματα μπορεί να πηγαίνουν καλά αν αφεθούν στο αόρατο χέρι, σε περιόδους εντάσεων αυτό το χέρι φαίνεται να χάνει τη δύναμή του, για να χρησιμοποιήσω τα λόγια του Ahamed Liaquat στο βραβευμένο με Πούλιτζερ βιβλίο του “Lords of Finance”. Οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής ανά τον κόσμο έχουν αποκομίσει ένα σημαντικό δίδαγμα από την κρίση του 1929: όταν το χρηματοπιστωτικό σύστημα αντιμετωπίζει πιέσεις, χρειάζεται ενεργητική παρέμβαση της κεντρικής τράπεζας. Έτσι, στην πρόσφατη κρίση οι κεντρικές τράπεζες έδρασαν άμεσα και δυναμικά. Ενίσχυσαν το οπλοστάσιό τους με πιο ευέλικτα, αποτελεσματικά και καινοτόμα εργαλεία και με μεγάλη δύναμη πυρός. Με δεδομένη την επιτυχία αυτών των πολιτικών, ορισμένα από αυτά τα εργαλεία μπορούν να ενταχθούν μόνιμα στο νέο λειτουργικό πλαίσιο, παρέχοντας έτσι στους υπευθύνους χάραξης πολιτικής τη δυνατότητα κατάλληλης και έγκαιρης δράσης.
Δεύτερον, ως κεντρικοί τραπεζίτες κατανοούμε πλέον πολύ καλύτερα πώς λειτουργεί το χρηματοπιστωτικό σύστημα και πώς μπορούν να αναπτυχθούν κίνδυνοι για τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Έχουν γίνει πολλές προσπάθειες ώστε να καταστεί το σύστημα πολύ ασφαλέστερο από ό,τι ήταν πριν από 10 χρόνια και όσο το δυνατόν πιο ανθεκτικό. Οι προσπάθειες αυτές έχουν κινηθεί σε διάφορες κατευθύνσεις, που καλύπτουν όχι μόνο τη βελτίωση της εποπτείας, αλλά και την ενίσχυση των κεφαλαιακών αποθεμάτων και της ρευστότητας των τραπεζών, τα συστήματα έγκαιρης προειδοποίησης και την ανάπτυξη εργαλείων μακροπροληπτικής εποπτείας για την ενίσχυση της ανθεκτικότητας σε τυχόν κλονισμούς.
Τρίτον, έχουμε επίσης κάνει τολμηρά βήματα για την ισχυροποίηση της Ευρώπης. Σε εθνικό επίπεδο, οι χώρες της ζώνης του ευρώ έχουν εντείνει τις προσπάθειές τους για διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις στις αγορές εργασίας και προϊόντων με στόχο την αύξηση της παραγωγικότητας, καθώς και στο δημοσιονομικό τομέα με στόχο την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας των δημόσιων οικονομικών. Η Τραπεζική Ένωση (με Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό, Ενιαίο Μηχανισμό Εξυγίανσης των τραπεζών και κοινό Σύστημα Ασφάλισης Καταθέσεων, που δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί αλλά είναι ύψιστης σημασίας) έχει συντελέσει ώστε να δημιουργηθεί ένας περισσότερο ενοποιημένος και πιο αποτελεσματικός ευρωπαϊκός τραπεζικός τομέας με υψηλή κεφαλαιακή επάρκεια. Σε συνδυασμό με την ολοκλήρωση της Ένωσης Κεφαλαιαγορών, μπορεί να στηρίξει την ενιαία αγορά και να χρηματοδοτήσει τις επενδύσεις και την ανάπτυξη.
Ταυτόχρονα όμως, πολλές προκλήσεις παραμένουν και χρειάζεται να γίνουν ακόμη πολλά. Το χρηματοπιστωτικό σύστημα συνεχώς εισάγει καινοτομίες, και το έργο των κανονιστικών αρχών έπεται με κάποια χρονική υστέρηση. Μάλιστα, ορισμένα μεγάλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που ασκούν δραστηριότητες παρόμοιες με αυτές των τραπεζών χωρίς να έχουν άδεια να λειτουργούν ως τράπεζες δεν υπόκεινται σε επαρκή παρακολούθηση και εποπτεία. Προκλήσεις επίσης υπάρχουν πέραν του χρηματοπιστωτικού συστήματος, όπως π.χ. οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι που παραμένουν αυξημένοι, οι εμπορικές διενέξεις ή οι κίνδυνοι κυβερνοεπιθέσεων. Ως κεντρικές τράπεζες θα πρέπει να είμαστε προετοιμασμένες για όλα τα ενδεχόμενα.
Για κάποιον που, όπως εγώ, ενδιαφέρεται πολύ για την οικονομική ιστορία, είναι σαφές ότι «όποιος δεν θυμάται το παρελθόν είναι καταδικασμένος να το ξαναζήσει». Δεν αρκεί να μπορούμε να μαθαίνουμε από τα λάθη του παρελθόντος. Χρειαζόμαστε επίσης και όραμα, ώστε να μην ξανακάνουμε τα ίδια λάθη. Ταυτόχρονα, έχουμε καθήκον να ενισχύσουμε το δίχτυ ασφαλείας και την ετοιμότητά μας να ανταποκριθούμε σε κάθε ενδεχόμενο και, όπως επισήμανα παραπάνω, έχουν γίνει πολλά προς αυτή την κατεύθυνση.

[1] Αφότου ανακοινώθηκαν τα μέτρα πολιτικής τον Ιούνιο του 2014, τα επιτόκια χορηγήσεων για τις μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά μειώθηκαν κατά περίπου 130 και 110 μονάδες βάσης αντίστοιχα. Τα επιτόκια για τα πολύ μικρά δάνεια (προσεγγιστική μεταβλητή για τα δάνεια προς ΜΜΕ) μειώθηκαν κατά 210 μονάδες βάσης και πλέον. Η ανομοιογένεια των επιτοκίων χορηγήσεων μεταξύ των χωρών έχει περιοριστεί σημαντικά. Βλ. Mersch, Y. (2018), “Monetary policy in the euro area – a brief assessment”. MNI Connect Roundtable, Σιγκαπούρη, 10 Οκτωβρίου 2018. https://www.ecb.europa.eu/press/key/date/2018/html/ecb.sp181010.en.html.

[2]Bernanke, B. (2017), “Monetary Policy in a New Era”, conference on Rethinking Macroeconomic Policy, Peterson Institute for International Economics, 12-13 Οκτωβρίου 2017.

[3] Βλ. π.χ. Constâncio, V. (2018), “Past and future of ECB monetary policy”, ομιλία στο συνέδριο με θέμα “Central Banks in Historical Perspective: What Changed After the Financial Crisis?” που διοργάνωσε η Κεντρική Τράπεζα της Μάλτας, Βαλέττα, 4 Μαΐου 2018 (https://www.ecb.europa.eu/press/key/date/2018/html/ecb.sp180504.en.html).

[4] Ο καθορισμός των βραχυπρόθεσμων επιτοκίων σε επίπεδα πάνω από το φυσικό επιτόκιο ασκεί καθοδική πίεση στην οικονομική δραστηριότητα και τον πληθωρισμό. Βλ. π.χ. Cœuré, B. (2016), “Assessing the implications of negative interest rates”, Yale School of Management, New Haven, 28 Ιουλίου (https://www.ecb.europa.eu/press/key/date/2016/html/sp160728.en.html). Cœuré, B. (2017), “Outlook for monetary policy in the euro area”, Association d’ Économie Financière, Παρίσι, 2 Φεβρουαρίου 2017 (https://www.ecb.europa.eu/press/key/date/2017/html/sp170202_2.en.html).

[5]  Ο σκιώδης τραπεζικός τομέας αντιστοιχεί σε περίπου 40% του χρηματοπιστωτικού συστήματος της ΕΕ. Βλ. Draghi, M. 2018, Welcome remarks at the 3rd annual conference of the ESRB, Φραγκφούρτη, 27 Οκτωβρίου 2018. https://www.ecb.europa.eu/press/key/date/2018/html/ecb.sp180927.en.html