Αρχική Σελίδα Αρχική Σελίδα
  Rss Feeds

24/01/2019 - Ομιλία του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννη Στουρνάρα : Μια συστημική προσέγγιση για τη βελτίωση της ποιότητας του ενεργητικού των ελληνικών τραπεζών
Ομιλητής: Γιάννης Στουρνάρας

Ομιλία σε εκδήλωση με θέμα «Tackling NPLs within the Greek Banking System» που οργάνωσε η Ελληνική Ένωση Τραπεζών σε συνεργασία με την PwC στη Φραγκφούρτη
«Μια συστημική προσέγγιση για τη βελτίωση της ποιότητας του ενεργητικού των ελληνικών τραπεζών»



                  
Είναι ιδιαίτερη τιμή που συμμετέχω στη σημερινή εκδήλωση και που μου δίνεται η ευκαιρία να αναφερθώ στο κρίσιμο ζήτημα της αντιμετώπισης των μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ), το οποίο αποτελεί το σοβαρότερο πρόβλημα που μας κληροδότησε η κρίση και περιοριστικό παράγοντα στις προσπάθειες της πραγματικής οικονομίας να επιτύχει ταχύτερη και διατηρήσιμη ανάπτυξη.
Η ολοκλήρωση του τρίτου προγράμματος χρηματοδοτικής στήριξης της χώρας σήμανε το τέλος μιας μακράς περιόδου προσαρμογής για την ελληνική οικονομία. Στο πλαίσιο αυτό, έχουν γίνει αρκετές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, ωστόσο θα απαιτηθούν ακόμη περισσότερες τα προσεχή έτη. Μόνο έτσι θα διασφαλίσουμε ότι δεν θα αντιστραφεί η πρόοδος που έχει επιτευχθεί.
Η παρατεταμένη και βαθιά κρίση που βίωσε η χώρα την τελευταία δεκαετία επέφερε τρεις σημαντικές αλλαγές αναφορικά με το αναπτυξιακό της πρότυπο. Πρώτον, ο τραπεζικός δανεισμός, που ήταν η κύρια πηγή χρηματοδότησης των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών, μειώθηκε δραματικά. Δεύτερον, οι ιδιωτικές επενδύσεις συρρικνώθηκαν. Τρίτον, η εξωστρέφεια της παραγωγικής δομής ενισχύθηκε, αλλά αυτό έγινε σε περιβάλλον εγχώριας ύφεσης.
Ξεκινώντας από τις αλλαγές στην πραγματική οικονομία, η μετάβαση σε ένα νέο πιο εξωστρεφές αναπτυξιακό πρότυπο έχει ήδη ξεκινήσει και αναμένεται να συνεχιστεί. Οι εξελίξεις όμως όσον αφορά τις παραγωγικές επενδύσεις ως πηγή ανάπτυξης, είναι λιγότερο ενθαρρυντικές. Στον τομέα αυτό θα πρέπει να υπάρξει μεγαλύτερη πρόοδος.
Το 2017, οι καθαρές επενδύσεις κεφαλαίου των επιχειρήσεων, δηλαδή οι ακαθάριστες επενδύσεις μείον τις αποσβέσεις, ανέρχονταν σε -2,8 δισεκ. ευρώ ή -1,6% του ονομαστικού ΑΕΠ, ενώ η τάση αυτή ενισχύεται, καθώς το β΄ τρίμηνο του 2018 ανήλθαν σε -3,7 δισεκ. ευρώ ή -2,0% του ονομαστικού ΑΕΠ σε ετησιοποιημένη βάση.

Όμως, για να αυξηθεί το απόθεμα κεφαλαίου και συνεπώς το δυνητικό προϊόν της ελληνικής οικονομίας, βασική προϋπόθεση είναι οι καθαρές επενδύσεις κεφαλαίου να είναι θετικές. Για να συμβεί αυτό, θα πρέπει οι επενδύσεις του ιδιωτικού τομέα να αυξηθούν κατά 50% περίπου τα επόμενα χρόνια. Με άλλα λόγια, η ελληνική οικονομία χρειάζεται ένα επενδυτικό σοκ, με έμφαση στις πιο παραγωγικές και εξωστρεφείς επιχειρηματικές επενδύσεις, ώστε να αποφευχθούν φαινόμενα υστέρησης του προϊόντος και να δοθεί ώθηση στο μετασχηματισμό του παραγωγικού προτύπου προς διεθνώς εμπορεύσιμα αγαθά και υπηρεσίες.
Σε ένα περιβάλλον έλλειψης εγχώριου τραπεζικού δανεισμού και αυστηρότερων πιστοδοτικών κριτηρίων, οι επιχειρήσεις στράφηκαν, πέρα των ιδίων πόρων τους, σε εναλλακτικές μορφές εξωτερικής χρηματοδότησης για την κάλυψη των χρηματοδοτικών τους αναγκών. Ταυτόχρονα, τα προβλήματα ρευστότητας του εγχώριου τραπεζικού τομέα ήταν έντονα, καθώς για σημαντικό χρονικό διάστημα οι τράπεζες είχαν περιορισμένη πρόσβαση στις αγορές και αντιμετώπιζαν δυσκολίες στη χρηματοδότηση μέσω των κύριων πράξεων νομισματικής πολιτικής του Ευρωσυστήματος, λόγω έλλειψης αποδεκτών ενεχύρων. Έτσι, η χρηματοδότηση του τραπεζικού τομέα ήταν εφικτή μόνο από το μηχανισμό έκτακτης ενίσχυσης σε ρευστότητα (ELA) της Τράπεζας της Ελλάδος.
Επιπρόσθετα, κατά την περίοδο προσαρμογής τα πιστωτικά ιδρύματα δέχθηκαν έντονες πιέσεις στην κερδοφορία και την κεφαλαιακή τους βάση, υπό τη συνδυαστική επίδραση:
(α) των συνεχών εκροών καταθέσεων,
(β) των επιπτώσεων της ύφεσης, αλλά και της «στρατηγικής» επιλογής μη αποπληρωμής δανείων από ένα διόλου ευκαταφρόνητο ποσοστό των δανειοληπτών, στην ποιότητα των δανειακών χαρτοφυλακίων,
(γ) της αναδιάρθρωσης του δημόσιου χρέους,
(δ) της αδυναμίας πρόσβασης στις διεθνείς αγορές και
(ε) των επιπτώσεων από τους περιορισμούς στην κίνηση κεφαλαίων.
Οι παρεμβάσεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) και της Τράπεζας της Ελλάδος ήταν καθοριστικές για την αποκατάσταση και την ενίσχυση της ομαλής μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής στην πραγματική οικονομία. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ο ρυθμός πιστωτικής επέκτασης έχει επιστρέψει σε θετικό πρόσημο εδώ και καιρό, ενώ στην Ελλάδα θα ήταν πολύ πιο αρνητικός αν δεν είχαν γίνει αυτές οι παρεμβάσεις για την ενίσχυση του εγχώριου τραπεζικού συστήματος και της ρευστότητας.
Επιπλέον, ο εγχώριος τραπεζικός τομέας έχει υποστεί σημαντικό μετασχηματισμό, που χαρακτηρίστηκε από πρωτοφανή αναδιάταξη, μείωση του κόστους μέσα από τον εξορθολογισμό της διάρθρωσής του, καθώς και από αναπροσανατολισμό του επιχειρηματικού μοντέλου λειτουργίας των τραπεζών μέσω της απομόχλευσης και της αυξημένης έμφασης στις εγχώριες τραπεζικές δραστηριότητες.
Η ενίσχυση της εμπιστοσύνης στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την επιτυχή αντιμετώπιση του προβλήματος του υψηλού αποθέματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ), το οποίο είναι κυρίως αποτέλεσμα της κρίσης, η οποία διήρκεσε πολλά χρόνια και είχε δυσμενείς επιπτώσεις σε επιχειρήσεις και νοικοκυριά. Είναι θετικό ότι η συρρίκνωση της πιστωτικής επέκτασης, σε ετήσια βάση, που χαρακτήρισε την ελληνική κρίση, φαίνεται να έχει αμβλυνθεί, ιδίως όσον αφορά τις μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις. Συγκεκριμένα, οι εκταμιεύσεις νέων δανείων με καθορισμένη διάρκεια προς μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις αυξήθηκαν το 2017 και αυτή η τάση επιβεβαιώνεται και στο ενδεκάμηνο του 2018. Προς τον ιδιωτικό τομέα συνολικά, η τραπεζική χρηματοδότηση συρρικνώθηκε κατά 1,4% κατά μέσο όρο, ελαφρώς πιο έντονα από ό,τι το προηγούμενο έτος.
Η βελτίωση της ποιότητας των στοιχείων ενεργητικού των τραπεζών, μέσω της αποτελεσματικής διαχείρισης των μη εξυπηρετούμενων δανείων, είναι η σημαντικότερη πρόκληση που αντιμετωπίζει σήμερα ο τραπεζικός κλάδος. Η επιτυχής αντιμετώπιση αυτού του προβλήματος όχι μόνο θα ελαφρύνει το βάρος για τους δανειολήπτες, αλλά θα επιτρέψει και στα πιστωτικά ιδρύματα να απελευθερώσουν κεφάλαια, τα οποία θα μπορέσουν να κατευθυνθούν στις πιο δυναμικές και εξωστρεφείς επιχειρήσεις. Με αυτό τον τρόπο, τα πιστωτικά ιδρύματα θα συμβάλουν στη συνολική αναδιάρθρωση της οικονομίας υπέρ των κλάδων παραγωγής εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών, με αποτέλεσμα την άνοδο της συνολικής παραγωγικότητας και του δυνητικού ρυθμού ανάπτυξης.
Η ταχεία επίλυση του προβλήματος των “κόκκινων δανείων” έχει αναγνωριστεί ως ζήτημα ύψιστης σημασίας για την επανεκκίνηση της οικονομίας και την επάνοδο σε υψηλούς και διατηρήσιμους ρυθμούς ανάπτυξης. Ακόμη μεγαλύτερα θα είναι τα πλεονεκτήματα για μια μικρή και ανοικτή οικονομία, όπως η Ελλάδα, όπου ο τραπεζικός δανεισμός αποτελεί την κύρια πηγή χρηματοδότησης επιχειρήσεων και νοικοκυριών.
Οι ελληνικές τράπεζες έχουν επιτύχει ιδιαίτερα σημαντική πρόοδο ως προς τη μείωση του ποσοστού των ΜΕΔ στο σύνολο των δανείων. Σε αυτή τη σημαντική πρόοδο θα αναφερθώ αργότερα στη διάρκεια της ομιλίας μου. Ωστόσο, παρότι οι ρυθμοί μείωσης των ΜΕΔ μέσω πωλήσεων δανείων, διαγραφών και επιτυχών ρυθμίσεων μέχρι στιγμής επιτυγχάνουν πλήρως τους εποπτικούς στόχους που έχουν τεθεί, δεν αρκούν ώστε να επιτευχθεί σύντομα σύγκλιση του δείκτη των ΜΕΔ προς τον αντίστοιχο ευρωπαϊκό μέσο όρο, που είναι ήδη κάτω του 4%. Γι’ αυτό οι ελληνικές αρχές πρέπει σύντομα να καταλήξουν σε μια ενιαία, συντονισμένη και συστημική αντιμετώπιση του προβλήματος των ΜΕΔ, που θα λειτουργεί συμπληρωματικά προς τις προσπάθειες των ίδιων των τραπεζών.
Πιστεύω ότι αποτελεσματική λύση προσφέρει η πρόταση της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία προβλέπει τη μεταβίβαση σημαντικού μέρους των μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ) μαζί με μέρος της αναβαλλόμενης φορολογικής απαίτησης (DTCs), που είναι εγγεγραμμένο στους ισολογισμούς των τραπεζών, σε Εταιρίες Ειδικού Σκοπού (NPL&DTC carve-out), διότι αντιμετωπίζει με συστηματικό τρόπο δύο πολύ σημαντικά προβλήματα ταυτόχρονα: τα ΜΕΔ και τις αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις. Αν παρ’ όλα αυτά η κυβέρνηση αποφασίσει να υιοθετήσει το πρόγραμμα εγγύησης στοιχείων ενεργητικού (APS), εμείς θα το υποστηρίξουμε, καθώς αποτελεί βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση. Το ιδεώδες θα ήταν να αξιολογηθούν και τα δύο προγράμματα και να παρουσιαστούν στις τράπεζες και τυχόν άλλες επιλογές, αρκεί να είναι συμβατές με τους κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων και τις εποπτικές κατευθυντήριες γραμμές.
Προτού προχωρήσω σε μια σύντομη παρουσίαση της συστημικής πρότασης της Τράπεζας της Ελλάδος, θέλω να τονίσω για άλλη μία φορά ότι οι τράπεζες έχουν τα δικά τους σχέδια για την επιθετική μείωση των ΜΕΔ και η εφαρμογή τους βρίσκεται σε εξέλιξη με ορατά αποτελέσματα. Οι υπό συζήτηση δύο πρόσθετες λύσεις λειτουργούν ενισχυτικά προς τις προσπάθειες των τραπεζών, με σκοπό την ταχεία σύγκλιση του δείκτη των ΜΕΔ τους προς τον αντίστοιχο ευρωπαϊκό μέσο όρο χωρίς απομείωση της συμμετοχής στο μετοχικό κεφάλαιο των ιδιωτών μετόχων.
Η Τράπεζα της Ελλάδος παρουσίασε πρόσφατα την πρότασή της για ταχεία μείωση του αποθέματος των ΜΕΔ μέσω της ίδρυσης ιδιωτικών Εταιριών Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων (AMC), καθώς και μέσω της άντλησης ρευστότητας από τις αγορές. Η πρόταση αποσκοπεί να παρέχει μια συστημική λύση στο εν λόγω πρόβλημα, χωρίς πρόσθετη επιβάρυνση του Έλληνα φορολογούμενου.
Όπως προαναφέρθηκε, η πρόταση αυτή αντιμετωπίζει αποτελεσματικά δύο καίρια προβλήματα των ελληνικών τραπεζών: τα ΜΕΔ και τις αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις (DTCs), που έχουν συσσωρευθεί στους ισολογισμούς των τραπεζών.
Επί του παρόντος, οι δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας παραμένουν σε ικανοποιητικά επίπεδα και έχουν δημιουργηθεί σημαντικά κεφαλαιακά αποθέματα ασφαλείας, παρόλο που η πιθανότητα εμφάνισης πρόσθετων ζημιών περιορίζεται από τη δυνατότητα ενεργοποίησης της νομοθεσίας περί αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων. Σύμφωνα με το ισχύον νομικό πλαίσιο, αν ένα πιστωτικό ίδρυμα σε μια οικονομική χρήση καταγράφει ζημίες λόγω μεταβίβασης, διαγραφής ή απομείωσης ΜΕΔ, οφείλει να αυξήσει το μετοχικό του κεφάλαιο υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, κατά ποσό που ισοδυναμεί με το ποσοστό της αναβαλλόμενης φορολογικής απαίτησης, δηλ. 29%. Ουσιαστικά δηλαδή το Δημόσιο ικανοποιείται ως προς την απαίτησή του με τη μορφή νέων μετοχών τις οποίες αποκτά, με αποτέλεσμα να μειώνεται η συμμετοχή στο μετοχικό κεφάλαιο των ιδιωτών μετόχων.
Γίνεται λοιπόν αντιληπτό ότι τίθενται περιορισμοί στη δυνατότητα των πιστωτικών ιδρυμάτων να αξιοποιήσουν αποτελεσματικά τα ίδια κεφάλαιά τους ώστε να βελτιώσουν την ποιότητα των ισολογισμών τους. Σε περίπτωση που σημαντικό μέρος αυτών των φορολογικών απαιτήσεων μετατρεπόταν σε μετοχές, θα μειωνόταν δραστικά το ποσοστό συμμετοχής των ιδιωτών μετόχων και το Δημόσιο θα αποκτούσε τη συντριπτική πλειοψηφία του μετοχικού κεφαλαίου.
Αντίθετα, μια λύση στην κατεύθυνση των προτάσεων της Τράπεζας της Ελλάδος συνεπάγεται την άμεση και δραστική μείωση του δείκτη των μη εξυπηρετούμενων δανείων και επιτρέπει, υπό προϋποθέσεις, τη διαμόρφωση στόχων επίτευξης μονοψήφιων ποσοστών εντός τριετίας. Παράλληλα, δημιουργούνται ευνοϊκές συνθήκες για ενισχυθεί η οργανική κερδοφορία και η δυνατότητα εσωτερικής δημιουργίας κεφαλαίου, λόγω αυτής ακριβώς της βελτίωσης της ποιότητας του ενεργητικού των τραπεζών, αλλά και της ανθεκτικότητας στην απορρόφηση κλυδωνισμών από μελλοντική κρίση. Τέλος, διαμορφώνεται σαφές πλαίσιο επαναπροσδιορισμού του επιχειρησιακού μοντέλου των τραπεζών και αμβλύνεται η αβεβαιότητα για τις μεσοπρόθεσμες προοπτικές τους.

Επίσης, επισημαίνεται ότι η υλοποίηση μιας τέτοιας πρωτοβουλίας θα είναι επωφελής για τον τραπεζικό κλάδο, στο βαθμό που οι αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις δεν θα αποτελούν πλέον τόσο υψηλό ποσοστό στους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας, και παράλληλα θα επιτρέψει στις τράπεζες να αξιοποιήσουν ευκαιρίες στις αγορές προσφέροντας μια διαφορετική επενδυτική πρόταση.
Τα κύρια στοιχεία και χαρακτηριστικά της πρότασης της Τράπεζας της Ελλάδος είναι τα εξής:
• Το προτεινόμενο σχήμα προβλέπει τη μεταβίβαση σημαντικού μέρους των μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ) μαζί με μέρος της αναβαλλόμενης φορολογικής απαίτησης (DTC), που είναι εγγεγραμμένο στους ισολογισμούς των τραπεζών, σε Εταιρίες Ειδικού Σκοπού (Special Purpose Vehicles – SPVs). Τα δάνεια θα μεταβιβαστούν στην καθαρή λογιστική αξία (μετά από προβλέψεις). Το ποσό της αναβαλλόμενης φορολογικής απαίτησης που θα μεταβιβαστεί θα αντιστοιχεί σε κάλυψη πρόσθετων ζημιών, ώστε οι αποτιμήσεις των εν λόγω δανείων να προσεγγίσουν τις τιμές της αγοράς. Εν συνεχεία, νομοθετική ρύθμιση θα ορίζει ότι η μεταβιβαζόμενη αναβαλλόμενη φορολογική απαίτηση θα καταστεί αμετάκλητη απαίτηση των Εταιριών Ειδικού Σκοπού έναντι του Ελληνικού Δημοσίου με προκαθορισμένο χρονοδιάγραμμα αποπληρωμής (σύμφωνα με τη διάρκεια της συναλλαγής).
• Για την κάλυψη του τιμήματος της μεταβίβασης, οι Εταιρίες Ειδικού Σκοπού θα προχωρήσουν σε έκδοση τιτλοποίησης που (ενδεικτικά) θα περιλαμβάνει τρεις τάξεις ομολογιακών τίτλων υψηλής (senior), μεσαίας (mezzanine) και μειωμένης εξασφάλισης (subordinated junior/equity).
• Η αποτίμηση των δανείων που θα μεταβιβαστούν θα ανατεθεί σε ανεξάρτητους τρίτους φορείς, ενώ την τελική δομή της συναλλαγής (συμπεριλαμβανομένων των τμημάτων της τιτλοποίησης (tranches) που θα αντιστοιχούν στις τρεις τάξεις των ομολογιακών τίτλων) θα καθορίσουν οι συντονιστές της τιτλοποίησης (arrangers), λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες που επικρατούν στην αγορά. Αναμένεται ότι ιδιώτες επενδυτές θα απορροφήσουν μέρος της ανώτερης τάξης τίτλων (senior) και τη μεγάλη πλειονότητα της ενδιάμεσης τάξης (mezzanine).
• Τη διαχείριση του σχήματος θα αναλάβουν αποκλειστικά ιδιώτες επενδυτές (εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις) και προφανώς θα υπάρχει διαχωρισμός ανά κατηγορία δανειακών απαιτήσεων για κάθε συναλλαγή και πράξη διαχείρισης (απαιτήσεις από επιχειρηματικά, στεγαστικά, καταναλωτικά δάνεια κ.λπ.). Γίνεται αντιληπτό ότι η ανάθεση στους φορείς διαχείρισης θα γίνει κατόπιν διαγωνιστικής διαδικασίας και το πλαίσιο διαχείρισης των εν λόγω απαιτήσεων θα ευθυγραμμίζεται με τις διεθνείς πρακτικές διαφάνειας και εποπτείας.
Επισημαίνεται ότι, πριν από την ολοκλήρωση της συναλλαγής, οι τράπεζες θα καλούνται να προχωρήσουν, σε συνεννόηση με τον Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό (SSM) της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, σε επαναπροσδιορισμό των στόχων τους για τη μείωση των ΜΕΔ, με απώτερο σκοπό την επίτευξη μονοψήφιου ποσοστού ΜΕΔ εντός τριετίας.
Επιτρέψτε μου να δώσω ένα τελείως ενδεικτικό παράδειγμα, που μπορεί να δώσει μια εκτίμηση της άμεσης επίδρασης από τη μεταβίβαση ΜΕΔ ύψους περίπου 40 δισεκ. ευρώ, δηλαδή του συνόλου των καταγγελμένων δανείων, μαζί με αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις ύψους 7,4 δισεκ. ευρώ. Συγκεκριμένα, εκτιμάται ότι (σύμφωνα με στοιχεία του πρώτου εξαμήνου του 2018) αναμένονται τα ακόλουθα αποτελέσματα:
• Μείωση του αποθέματος ΜΕΔ κατά 47%.
• Μείωση του δείκτη κάλυψης από προβλέψεις σε 41% από 49%.
• Διψήφιοι δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας για όλες τις συστημικές τράπεζες. Οι εκτιμήσεις αυτές δεν λαμβάνουν υπόψη τις θετικές επιδράσεις από την ανακατανομή του προσωπικού, την ενίσχυση των εσόδων προ φόρων και την πιθανή προσαρμογή των συντελεστών στάθμισης κινδύνου των στοιχείων ενεργητικού με βάση τα νέα δεδομένα αναληφθέντων κινδύνων όπως θα διαμορφωθούν μετά την ολοκλήρωση της συναλλαγής.
• Μείωση του ποσοστού των DTC στα εποπτικά κεφάλαια από 57% σε 30%.
• Βελτίωση της διαχείρισης των ΜΕΔ καθώς οι Εταιρίες Ειδικού Σκοπού θα αναλαμβάνουν και θα διαχειρίζονται κυρίως καταγγελμένες απαιτήσεις.
Είναι θετικό ότι τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει πολύ σημαντικά βήματα σε επίπεδο νομοθετικών πρωτοβουλιών, ρυθμιστικού πλαισίου και ενεργειών των πιστωτικών ιδρυμάτων, που προάγουν την αποτελεσματική διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων.
Η συνολική στρατηγική που ακολουθήθηκε όσον αφορά τη διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων κινήθηκε μέχρι τώρα σε τρεις άξονες.
Ο πρώτος άξονας αφορά την περαιτέρω ενίσχυση του υφιστάμενου θεσμικού και εποπτικού πλαισίου που διέπει τη διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων.
Σε λειτουργικό επίπεδο, οι ελληνικές τράπεζες έχουν πλέον:
• δημιουργήσει εξειδικευμένες μονάδες για τη διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων,
• καθορίσει σαφή κριτήρια για τη μεταφορά των μη εξυπηρετούμενων δανείων σε αυτές τις μονάδες,
• θεσπίσει τις απαιτούμενες εσωτερικές διαδικασίες και εγχειρίδια,
• κατηγοριοποιήσει το χαρτοφυλάκιο των μη εξυπηρετούμενων δανείων,
• διαμορφώσει μια σειρά από επιλογές ρύθμισης βραχυχρόνιου και μακροχρόνιου χαρακτήρα.
Ωστόσο, μέχρι πρόσφατα, δυσανάλογα μεγάλο μέρος των ρυθμίσεων ήταν βραχυπρόθεσμου χαρακτήρα, που κατά κανόνα δεν επιλύουν το πρόβλημα, αλλά το μεταθέτουν στο μέλλον. Πρόκληση αποτελεί και η αποτελεσματική διαχείριση των κοινών πιστούχων, όπου απαιτείται συντονισμένη δράση και καλή συνεργασία μεταξύ των πιστωτικών ιδρυμάτων.
Ο δεύτερος άξονας αφορά την άρση των εμποδίων για την ενεργητική διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων.
Η Τράπεζα της Ελλάδος, σε συνεργασία με την Πολιτεία, πρότεινε σειρά νομοθετικών πρωτοβουλιών, οι οποίες στόχο είχαν την άρση των πάσης φύσεως εμποδίων για την αποτελεσματική διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων.
Συγκεκριμένα, με την τροποποίηση διατάξεων του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και του Πτωχευτικού Κώδικα:
(1) ενισχύθηκε η κατάταξη των πιστωτών που κατέχουν εμπράγματες εξασφαλίσεις στη διανομή των εσόδων από την εκκαθάριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων,
(2) καθορίστηκε το πλαίσιο των ηλεκτρονικών δημοπρασιών,
(3) θεσπίστηκε το πλαίσιο του εξωδικαστικού μηχανισμού ρύθμισης επιχειρηματικών οφειλών, ώστε να υπάρξουν δυνατότητες ταχείας ρύθμισης όλων των χρεών των επιχειρήσεων προς πιστωτές από τον ιδιωτικό τομέα, αλλά και προς φορείς του Ελληνικού Δημοσίου,
(4) απλοποιήθηκαν οι διαδικασίες υποβολής αιτήσεων πτώχευσης για τις μικρές επιχειρήσεις,
(5) διαμορφώθηκε ειδική πλατφόρμα, υπό την αιγίδα της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών, για την αντιμετώπιση του θέματος των κοινών πιστούχων,
(6) παρασχέθηκε νομική προστασία από αστική και ποινική ευθύνη για τους εκπροσώπους του Δημοσίου και των πιστωτικών ιδρυμάτων για ενέργειές τους στο πλαίσιο πράξεων αναδιάρθρωσης ή διαγραφής δανείων.
Επιπλέον, η Τράπεζα της Ελλάδος, σε συνεργασία με το Υπουργείο Οικονομικών, ανέλαβε πρωτοβουλίες με στόχο την άρση των φορολογικών εμποδίων στην ενεργητική διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Συγκεκριμένα, θεσμοθετήθηκε το πλαίσιο για την αντιμετώπιση των λογιστικών ζημιών που προκύπτουν από τις διαγραφές και πωλήσεις δανείων και την κάλυψη των αποκλίσεων μεταξύ των Διεθνών Προτύπων Χρηματοοικονομικής Πληροφόρησης (IFRS) και των Ελληνικών Λογιστικών Προτύπων (ΕΛΠ). Σύμφωνα μάλιστα με την τελευταία τροποποίηση, η αναβαλλόμενη φορολογική απαίτηση μπορεί να συμψηφιστεί με τους οφειλόμενους φόρους εισοδήματος για χρονικό διάστημα 20 ετών. Το ίδιο χρονικό διάστημα προβλέπεται επίσης για τη σταδιακή απόσβεση των ζημιών που οφείλονται σε διαγραφές και εκποιήσεις μη εξυπηρετούμενων δανείων, ενώ επιπρόσθετα καθορίζεται αυστηρά η προέλευση των ζημιών.
Ο τρίτος άξονας αφορά την ανάπτυξη δευτερογενούς αγοράς για τη διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων.
Οι ελληνικές αρχές θέσπισαν ένα ολοκληρωμένο νομοθετικό και ρυθμιστικό πλαίσιο αδειοδότησης και εποπτείας εταιριών διαχείρισης και μεταβίβασης απαιτήσεων από μη εξυπηρετούμενα δάνεια. Συγκεκριμένα, στο νόμο προβλέπονται διαφορετικές διατάξεις για τις επιχειρήσεις που σκοπεύουν να ασκήσουν μόνον διαχείριση και για εκείνες που σκοπεύουν να προβούν, στο πλαίσιο της διαχείρισης, και σε αναχρηματοδοτήσεις δανείων. Επισημαίνεται ότι, με βάση το πλαίσιο αυτό, μέχρι σήμερα έχουν αδειοδοτηθεί και δραστηριοποιούνται στη χώρα 16 εταιρίες, οι οποίες εποπτεύονται από την Τράπεζα της Ελλάδος και υπόκεινται σε αυστηρούς κανόνες όσον αφορά την προστασία του καταναλωτή.
Η ανάπτυξη αυτής της δευτερογενούς αγοράς μη εξυπηρετούμενων δανείων θα διευκολύνει και τις πωλήσεις χαρτοφυλακίων, εξασφαλίζοντας στους ενδιαφερόμενους επενδυτές πολλαπλές επιλογές αποτελεσματικής διαχείρισης.
Όπως προανέφερα, με αυτές τις διοικητικές και νομοθετικές παρεμβάσεις, στο πλαίσιο των τριών αξόνων δράσης που περιέγραψα, και με τις σημαντικές προσπάθειες των εποπτευόμενων τραπεζών έχει σημειωθεί αξιόλογη πρόοδος, η οποία αντανακλάται στη μείωση του όγκου των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια ανήλθαν στο τέλος Σεπτεμβρίου του 2018 σε 84,7 δισεκ. ευρώ, μειωμένα κατά περίπου 9,7 δισεκ. ευρώ συγκριτικά με το Δεκέμβριο του 2017 και κατά περίπου 22,5 δισεκ. ευρώ έναντι του Μαρτίου του 2016, οπότε είχε καταγραφεί και το υψηλότερο επίπεδο ΜΕΔ. Η μείωση του αποθέματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων το 2018 οφείλεται κυρίως σε διαγραφές (4,4 δισεκ. ευρώ) και πωλήσεις (5,2 δισεκ. ευρώ) μη εξυπηρετούμενων δανείων. Ο λόγος των μη εξυπηρετούμενων δανείων προς το σύνολο των δανείων παρέμεινε το Σεπτέμβριο του 2018 σε υψηλό επίπεδο (46,7%).
Οι ελληνικές τράπεζες έχουν ήδη υποβάλει αναθεωρημένους επιχειρησιακούς στόχους για τα ΜΕΔ, οι οποίοι καλύπτουν το διάστημα μέχρι το 2021. Κατά την προσεχή περίοδο, αυξημένη συμβολή στη μείωση των ΜΕΔ αναμένεται να έχουν οι πωλήσεις δανείων, οι εισπράξεις δανείων, η ρευστοποίηση εξασφαλίσεων και οι επιτυχείς ρυθμίσεις δανείων, ούτως ώστε το ποσοστό των ΜΕΔ στο σύνολο των δανείων να υποχωρήσει σε περίπου 20% ή χαμηλότερα μέχρι το 2021. Το ποσοστό αυτό όμως, παρ’ ότι σημαντικά χαμηλότερο του σημερινού, δεν παύει να είναι πολύ υψηλότερο του ευρωπαϊκού μέσου όρου, που, όπως προαναφέρθηκε, σήμερα είναι κάτω του 4%.
Η Τράπεζα της Ελλάδος έχει τονίσει κατ’ επανάληψη στο παρελθόν τη σημασία μιας συστημικής λύσης στο πρόβλημα του υψηλού αποθέματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων, προκειμένου το ποσοστό των ΜΕΔ στην Ελλάδα να συγκλίνει στο προβλέψιμο μέλλον με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Εάν επιτευχθεί δραστική μείωση του υψηλού αποθέματος των ΜΕΔ σύμφωνα με τους παραπάνω στόχους, θα επιδράσει καταλυτικά στην οικονομική δραστηριότητα και την παραγωγικότητα, μέσω δύο διαύλων:
(α) της αύξησης της προσφοράς δανείων και
(β) της αποτελεσματικής αναδιάρθρωσης του παραγωγικού τομέα.
Όπως προκύπτει από εκτιμήσεις και μελέτες της Τράπεζας της Ελλάδος, η μείωση του λόγου των μη εξυπηρετούμενων δανείων θα συμβάλει στη μείωση του χρηματοοικονομικού κινδύνου των τραπεζών και στην αποκλιμάκωση του κόστους χρηματοδότησής τους, βελτιώνοντας έτσι τη δυνατότητα εσωτερικής δημιουργίας κεφαλαίου. Εκτιμάται επίσης ότι η σημαντική μείωση του λόγου των ΜΕΔ θα βελτιώσει την οργανική κερδοφορία σε διατηρήσιμη βάση.
Οι ελληνικές τράπεζες εξακολουθούν να σχηματίζουν προβλέψεις έναντι επισφαλών απαιτήσεων που αντιστοιχούν κατά μέσο όρο στο 2% περίπου του σταθμισμένου ενεργητικού τους σε ετήσια βάση. Τα έξοδα αυτά δεν είναι δυνατόν να περιοριστούν όσο ο δείκτης ΜΕΔ παραμένει γύρω στο 40%. Επιπρόσθετα, εάν αναλογισθούμε τους ελάχιστους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας σύμφωνα με τους κανόνες του Πυλώνα ΙΙ, θα καταλήξουμε εύλογα στο συμπέρασμα ότι οι απαιτήσεις αυτές δεν πρόκειται να υποχωρήσουν, εάν δεν προηγηθεί σημαντική βελτίωση στο πρόβλημα των ΜΕΔ.
Η βελτίωση αυτή θα οδηγήσει σε σταδιακή αύξηση της προσφοράς δανείων και μείωση των επιτοκίων δανεισμού για τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά. Παράλληλα, αναμένεται μείωση του χρηματοοικονομικού κινδύνου των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών καθώς η οικονομία θα ανακάμπτει, με αποτέλεσμα την αύξηση της αποτίμησης των υφιστάμενων περιουσιακών στοιχείων τους και της αξίας τους ως εξασφαλίσεων, λόγω των υψηλότερων αποδόσεων του κεφαλαίου και των ακινήτων. Συνεπώς, τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις σταδιακά θα γίνονται πιο αξιόχρεα, επιτρέποντας την περαιτέρω τόνωση της επενδυτικής ζήτησης.
Κυρίες και κύριοι,
Έχουν επιτευχθεί πολλά μέχρι σήμερα και σίγουρα βρισκόμαστε σε πολύ καλύτερη θέση σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια. Εντούτοις, θα πρέπει να καταστεί σαφές ότι, παρά τις μέχρι τώρα μεταρρυθμίσεις που έχουν συντελεστεί με σκοπό τη διαχείριση του αποθέματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων, το απόθεμα παραμένει πολύ υψηλό σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Θα πρέπει μάλιστα να επισημανθεί ότι, ακόμη και αν επιτευχθούν πλήρως οι τεθέντες επιχειρησιακοί στόχοι μέχρι το τέλος του 2021, το συνολικό απόθεμα θα συνεχίσει να υπερβαίνει σημαντικά τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Συνεπώς, κρίνεται υψίστης σημασίας η ανάληψη επιπλέον ενεργειών από την πλευρά τόσο των ευρωπαϊκών όσο και των ελληνικών αρχών, προκειμένου να στηριχθεί ο τραπεζικός τομέας και να δοθεί μια αποφασιστική και συστηματική λύση στο πρόβλημα των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Έτσι, οι τράπεζες θα μπορέσουν να επικεντρωθούν σε καίρια ζητήματα που αφορούν το μέλλον: σύγχρονα επιχειρηματικά μοντέλα, αναζήτηση νέων επικερδών αναπτυξιακών ευκαιριών και δραστηριοτήτων, νέες ψηφιακές και άλλες τεχνολογίες και, πάνω απ’ όλα, χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας.