Αρχική Σελίδα Αρχική Σελίδα
  Rss Feeds

22/04/2003 - Ομιλία του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος κ. Νικολάου Χ. Γκαργκάνα προς την 70η Ετήσια Τακτική Γενική Συνέλευση των Μετόχων
Ομιλητής: Νικόλαος Χ. Γκαργκάνας

Εξελίξεις και προοπτικές της ελληνικής οικονομίας και προκλήσεις για την οικονομική πολιτική

Το 2002 ήταν ιδιαίτερα σημαντικό για τις χώρες που μετέχουν στη ζώνη του ευρώ, επειδή το έτος αυτό έπρεπε να εισαχθούν στην κυκλοφορία τα τραπεζογραμμάτια και τα κέρματα ευρώ, ώστε να ολοκληρωθεί η μετάβαση στην τελική φάση της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης (ΟΝΕ). Η συστηματική προετοιμασία και οι προσπάθειες που καταβλήθηκαν από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), τις εθνικές κεντρικές τράπεζες και τους λοιπούς αρμόδιους φορείς συνέβαλαν στην επιτυχία του εγχειρήματος και η μετάβαση στο νέο νόμισμα, η οποία άρχισε την 1η Ιανουαρίου 2002, ολοκληρώθηκε ομαλά μέχρι την 1η Μαρτίου, ημερομηνία κατά την οποία τα εθνικά νομίσματα των χωρών-μελών της ζώνης του ευρώ έπαυσαν να αποτελούν νόμιμο χρήμα.

Η υιοθέτηση από την Ελλάδα του ενιαίου νομίσματος και ο υψηλός βαθμός οικονομικής σταθερότητας και αξιοπιστίας που συνεπάγεται η συμμετοχή της στην ΟΝΕ έχουν συμβάλει καθοριστικά τα τελευταία χρόνια στην επιτάχυνση του ρυθμού ανόδου του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (ΑΕΠ), ο οποίος (σύμφωνα με προσωρινές εκτιμήσεις της ΕΣΥΕ) το 2002 διατηρήθηκε στο 4%, δηλαδή στο ίδιο περίπου επίπεδο όπως και το 2001, παρά τη δυσμενή διεθνή οικονομική συγκυρία. Χαρακτηριστικά της συγκυρίας αυτής ήταν η σοβαρή επιβράδυνση του ρυθμού ανόδου της οικονομικής δραστηριότητας, ιδιαίτερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η αυξημένη αβεβαιότητα που επικράτησε εξαιτίας του ενδεχομένου πολεμικής σύγκρουσης στο Ιράκ και οι αρνητικές επιδράσεις από τη συνεχιζόμενη για τρίτο κατά σειρά έτος πτώση των τιμών των μετοχών στις παγκόσμιες χρηματιστηριακές αγορές.

Το διεθνές οικονομικό περιβάλλον

Μετά από ένα ευοίωνο ξεκίνημα τους τελευταίους μήνες του 2001 και στις αρχές του 2002, η ανάκαμψη της παγκόσμιας οικονομίας άρχισε να χάνει το δυναμισμό της στη διάρκεια του δεύτερου εξαμήνου και εξασθένησε ακόμη περισσότερο προς το τέλος του έτους. Για ολόκληρο το 2002, το παγκόσμιο ΑΕΠ υπολογίζεται ότι αυξήθηκε κατά 3,0%, δηλαδή με ρυθμό υψηλότερο από ό,τι το 2001 (2,3%), αλλά αισθητά χαμηλότερο από το μέσο όρο της προηγούμενης πενταετίας.

Ο ρυθμός ανάκαμψης της οικονομικής δραστηριότητας το 2002 παρουσίασε σημαντικές διαφορές από χώρα σε χώρα. Μεταξύ των προηγμένων βιομηχανικών χωρών, ήταν αρκετά υψηλότερος στις ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο και τον Καναδά από ό,τι στη ζώνη του ευρώ και την Ιαπωνία. Ακόμη υψηλότερος ήταν στις αναδυόμενες οικονομίες της Ασίας και στις υπό ένταξη στην ΕΕ χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης.

Στη ζώνη του ευρώ, η ανάκαμψη της δραστηριότητας που παρατηρήθηκε το πρώτο τρίμηνο του 2002 επίσης εξασθένησε στη συνέχεια και, τελικά, το ΑΕΠ αυξήθηκε με ρυθμό 0,8% για ολόκληρο το έτος.

Διεθνώς ο πληθωρισμός παρέμεινε σε πολύ χαμηλά επίπεδα το 2002. Οι τιμές καταναλωτή αυξήθηκαν κατά 1,5% στις οικονομικά προηγμένες χώρες και λιγότερο από 5,5% στις αναπτυσσόμενες χώρες.

Στη ζώνη του ευρώ, η πολύ μικρή επιβράδυνση του ετήσιου ρυθμού του πληθωρισμού βάσει του Εναρμονισμένου Δείκτη Τιμών Καταναλωτή (ΕνΔΤΚ) σε 2,2%, από 2,4% το 2001, αντανακλούσε κυρίως τη διατήρηση του πυρήνα σε υψηλό επίπεδο (και ιδίως την εξέλιξη των τιμών των υπηρεσιών). Αντίθετα, η επίπτωση της ανόδου των τιμών του πετρελαίου σε δολάρια ΗΠΑ υπεραντισταθμίστηκε από την ευνοϊκή επίδραση της ανατίμησης του ευρώ.

 

Οικονομική δραστηριότητα

Ο ρυθμός ανόδου του ΑΕΠ στην Ελλάδα το 2002, ο οποίος ήταν ο δεύτερος υψηλότερος στην ΕΕ, στηρίχθηκε στην αύξηση της εγχώριας ζήτησης.

Στη διατήρηση του υψηλού ρυθμού ανόδου του ΑΕΠ τα τελευταία χρόνια συνετέλεσαν επίσης οι σημαντικές εισροές πόρων από τα Διαρθρωτικά Ταμεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίες συνέβαλαν στη χρηματοδότηση επενδύσεων για έργα υποδομής, οι ιδιωτικές και δημόσιες επενδύσεις που έχουν αναληφθεί, ιδιαίτερα στους τομείς των κατασκευών και των υπηρεσιών, ενόψει των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, καθώς και η πραγματοποίηση σειράς διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων.

Από την πλευρά της προσφοράς, έχει συμβάλει επίσης η εκτιμώμενη σταθερή αύξηση της συνολικής παραγωγικότητας των συντελεστών παραγωγής – αποτέλεσμα της σταδιακής εισαγωγής νέων τεχνολογιών και καινοτομιών, αλλά και της πολιτικής των επιχειρήσεων για εξοικονόμηση εργασίας.

Η συνολική απασχόληση αυξήθηκε το 2002 κατά 1%, ενώ τα προηγούμενα τρία έτη εμφάνιζε μείωση ή στασιμότητα. Ταυτόχρονα, μειώθηκε ο αριθμός των ανέργων, με αποτέλεσμα το ποσοστό ανεργίας να υποχωρήσει και, για πρώτη φορά από το 1997, να διαμορφωθεί κάτω από 10% (στο 9,9%). Λόγω των εξελίξεων αυτών, το ποσοστό απασχόλησης σε σχέση με τον πληθυσμό αυξήθηκε περισσότερο από μία εκατοστιαία μονάδα (στο 56,7%).

Πληθωρισμός

Παρά τη δυσμενή επίδραση της εξαιρετικά μεγάλης αύξησης των τιμών των νωπών οπωροκηπευτικών στις αρχές του 2002 και της ανόδου της τιμής του αργού πετρελαίου στη διάρκεια του έτους, ο μέσος ετήσιος ρυθμός του πληθωρισμού (βάσει του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή – ΔΤΚ) για ολόκληρο το 2002 διαμορφώθηκε σε 3,6%, έναντι 3,4% το 2001. Όμως, ο πληθωρισμός παρέμεινε, για τρίτο κατά σειρά έτος, σημαντικά υψηλότερος από το επίπεδο που κρίνεται συμβατό με τη σταθερότητα των τιμών. Επίσης, η απόκλιση του πληθωρισμού στην Ελλάδα (με βάση τον ΕνΔΤΚ) από το μέσο ετήσιο πληθωρισμό στη ζώνη του ευρώ αυξήθηκε σε 1,7 εκατοστιαία μονάδα, από 1,3 εκατοστιαία μονάδα το 2001 και 0,8 της εκατοστιαίας μονάδας το 2000. Ο πυρήνας όμως του πληθωρισμού έμεινε ουσιαστικά αμετάβλητος το 2002 και η απόκλισή του από το αντίστοιχο μέγεθος της ζώνης του ευρώ περιορίστηκε σε 1,4 εκατοστιαία μονάδα, από 1,8 εκατοστιαία μονάδα το 2001.

Η απόκλιση του πυρήνα του πληθωρισμού αντανακλά όχι μόνο το γεγονός ότι η ελληνική οικονομία βρίσκεται σε διαφορετική φάση του οικονομικού κύκλου από ό,τι η ζώνη του ευρώ ως σύνολο, αλλά και ορισμένους μονιμότερους παράγοντες, καθώς και την ελαφρώς μεγαλύτερη από ό,τι στη ζώνη του ευρώ επίπτωση των στρογγυλοποιήσεων τιμών ή των ανατιμήσεων που έγιναν με αφορμή ή πρόσχημα την κυκλοφορία των τραπεζογραμματίων και των κερμάτων ευρώ.

Ειδικότερα, η ελληνική οικονομία υστερεί έναντι άλλων ευρωπαϊκών οικονομιών όσον αφορά τις συνθήκες λειτουργίας των αγορών αγαθών και υπηρεσιών. Το γεγονός ότι δεν λειτουργούν αποτελεσματικά κρίσιμες εγχώριες αγορές, όπως η αγορά καυσίμων και η αγορά νωπών οπωροκηπευτικών, έχει ως αποτέλεσμα να διογκώνονται οι επιπτώσεις εξωτερικών ή εσωτερικών διαταραχών (π.χ. της κακοκαιρίας, της ανόδου της τιμής του αργού πετρελαίου στην παγκόσμια αγορά ή της ανόδου κάποιου άλλου στοιχείου του κόστους).

Επιπλέον, είναι σε κάποιο βαθμό αναμενόμενο η ελληνική οικονομία, η οποία παρουσιάζει σχετικά υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης και βρίσκεται σε διαδικασία πραγματικής οικονομικής σύγκλισης, να έχει υψηλότερο πληθωρισμό από ό,τι οι πιο προηγμένες οικονομίες της ζώνης του ευρώ, ιδίως στον τομέα εκείνων των αγαθών και υπηρεσιών που δεν είναι διεθνώς εμπορεύσιμα.

Τέλος, ένας ιδιαίτερος παράγοντας απόκλισης είναι η επί πολλά έτη παρατηρούμενη θετική διαφορά των ρυθμών ανόδου του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος, η οποία όμως περιορίστηκε αισθητά την τελευταία διετία.

Εκτός από τους έκτακτους ή εξωγενείς παράγοντες που, όπως προαναφέρθηκε, συνέβαλαν στη μικρή αύξηση του μέσου ετήσιου πληθωρισμού το 2002 στην Ελλάδα, αυξητική επίδραση στον πληθωρισμό είχαν και η διεύρυνση των περιθωρίων κέρδους σε κλάδους οικονομικής δραστηριότητας που επηρεάζουν ιδιαίτερα τη διαμόρφωση των τιμών καταναλωτή, καθώς και οι σχετικά υψηλοί ρυθμοί αύξησης των τιμών των υπηρεσιών που παρέχονται από τον ιδιωτικό τομέα. Οι εξελίξεις αυτές αντανακλούν μη αποτελεσματική λειτουργία της αγοράς και ανεπαρκή ανταγωνισμό σε ορισμένους τομείς και, ενδεχομένως, σε αρκετές περιπτώσεις υπερβάλλουσα ζήτηση.

Ισοζύγιο εξωτερικών συναλλαγών

Το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών αυξήθηκε το 2002 κατά 466 εκατ. ευρώ και διαμορφώθηκε σε 6,1% του ΑΕΠ, έναντι 6,2% το 2001 και 6,8% το 2000. Η διαμόρφωση του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών σε επίπεδα υψηλότερα του 6% κατά την τελευταία τριετία αντανακλά την υστέρηση της εγχώριας αποταμίευσης έναντι των συνολικών εγχώριων επενδύσεων και οφείλεται κυρίως στους εξής παράγοντες: Πρώτον, η ελληνική οικονομία αναπτύσσεται ταχύτερα από ό,τι οι περισσότεροι εμπορικοί της εταίροι, με αποτέλεσμα η εγχώρια ζήτηση (μεταξύ άλλων για εισαγόμενα προϊόντα) να αυξάνεται ταχύτερα από την εξωτερική ζήτηση. Δεύτερον, παρατηρήθηκε απώλεια ανταγωνιστικότητας το 2002, επειδή ο πληθωρισμός και ο ρυθμός ανόδου του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος ήταν στην Ελλάδα υψηλότεροι από ό,τι στους κυριότερους εμπορικούς της εταίρους. Τρίτον, παρά την πρόοδο που έχει συντελεστεί, δεν έχουν εξαλειφθεί ορισμένες διαρθρωτικές αδυναμίες οι οποίες έχουν ως συνέπεια να είναι περιορισμένος ο εξαγωγικός προσανατολισμός της οικονομίας και να είναι ακόμη λίγοι οι κλάδοι που παράγουν δυναμικά εξαγώγιμα προϊόντα, δηλαδή προϊόντα που χαρακτηρίζονται από υψηλή εισοδηματική ελαστικότητα ζήτησης.

Στις χρηματοοικονομικές συναλλαγές, δηλαδή το άθροισμα των άμεσων επενδύσεων, των επενδύσεων χαρτοφυλακίου και των “λοιπών” επενδύσεων, σημειώθηκε το 2002 καθαρή εισροή 12.293 εκατ. ευρώ, η οποία προήλθε σχεδόν εξ ολοκλήρου από τις επενδύσεις χαρτοφυλακίου και σε πολύ μικρό ποσοστό από τις λοιπές επενδύσεις και υπερκάλυψε το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Όμως, στις άμεσες επενδύσεις παρατηρήθηκε καθαρή εκροή. Οι άμεσες επενδύσεις από κατοίκους Ελλάδος στο εξωτερικό (κυρίως σε χώρες της Ευρώπης) παρουσίασαν οριακή αύξηση, ενώ οι (καθαρές) εισροές για άμεσες επενδύσεις στην Ελλάδα από μη κατοίκους, οι οποίες τα δύο προηγούμενα έτη αντιστοιχούσαν περίπου σε 1% του ΑΕΠ, το 2002 σχεδόν μηδενίστηκαν.

Η ύπαρξη υψηλού ελλείμματος στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών είναι έως ένα βαθμό αναμενόμενη σε μια ταχέως αναπτυσσόμενη οικονομία που παραδοσιακά εμφανίζει καθαρές εισροές κεφαλαίων. Βεβαίως, μετά την ένταξη της Ελλάδος στη ζώνη του ευρώ έχει μειωθεί αισθητά η σημασία της χρηματοδότησης του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών ως περιοριστικού παράγοντα κατά την άσκηση της οικονομικής πολιτικής. Εάν όμως το έλλειμμα αυτό παραμείνει στα ίδια επίπεδα και στο μέλλον, ενδέχεται να υπάρξουν αρνητικές επιδράσεις στο ρυθμό οικονομικής ανάπτυξης και στην απασχόληση.

Οι προοπτικές της οικονομίας το 2003

Όσον αφορά τις προοπτικές της οικονομικής δραστηριότητας στην Ελλάδα το 2003, αναμένεται ότι η συμβολή της εγχώριας ζήτησης στην αύξηση του ΑΕΠ θα παραμείνει σταθερή. Η αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης θα στηριχθεί στην άνοδο του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών. Η άνοδος αυτή θα οφείλεται κυρίως στην προβλεπόμενη αύξηση των πραγματικών αποδοχών των μισθωτών, στη μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης των εισοδημάτων, αλλά και στην αύξηση της απασχόλησης. Επίσης, προβλέπεται αξιόλογη περαιτέρω αύξηση των ιδιωτικών επενδύσεων σε κατοικίες, καθώς και σημαντική αύξηση τόσο των δημόσιων επενδύσεων όσο και των επιχειρηματικών επενδύσεων που έχουν σχέση με τους Ολυμπιακούς Αγώνες.

Αντίθετα, η αρνητική συμβολή της μεταβολής του πραγματικού εξωτερικού ισοζυγίου αγαθών και υπηρεσιών (δηλαδή της διαφοράς μεταξύ εξαγωγών και εισαγωγών) προβλέπεται ότι θα είναι εφέτος μεγαλύτερη από ό,τι το 2002.

H Τράπεζα της Ελλάδος εκτιμά ότι ο ρυθμός ανόδου της οικονομικής δραστηριότητας στην Ελλάδα θα παραμείνει και εφέτος υψηλός και θα διαμορφωθεί στο 3,7%, δηλαδή σε επίπεδο κατά τι χαμηλότερο σε σύγκριση με το ρυθμό του 2002.

Όσον αφορά την πορεία του πληθωρισμού κατά το τρέχον έτος, πρέπει να ληφθεί υπόψη η αβεβαιότητα σχετικά με την τιμή του αργού πετρελαίου, καθώς και με την περαιτέρω εξέλιξη της ισοτιμίας του ευρώ, αν και τα μέχρι στιγμής δεδομένα συνεπάγονται ανατίμηση του ευρώ για ολόκληρο το 2003. Εξάλλου, η προβλεπόμενη υποχώρηση του πληθωρισμού στη ζώνη του ευρώ θα έχει ως αποτέλεσμα την επιβράδυνση του ήδη χαμηλού ρυθμού ανόδου των τιμών των αγαθών και υπηρεσιών που εισάγονται από τις ευρωπαϊκές χώρες. Όσον αφορά το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος, ενώ στο σύνολο της οικονομίας θα αυξηθεί εφέτος με ρυθμό ελαφρά χαμηλότερο από ό,τι το 2002, στον επιχειρηματικό τομέα προβλέπεται σαφής επιτάχυνση.

Εάν ληφθούν υπόψη οι ανωτέρω επιδράσεις, με απλή προβολή των σημερινών δεδομένων και τάσεων κατ' αρχήν προκύπτει ότι ο μέσος ετήσιος ρυθμός ανόδου του ΔΤΚ θα είναι εφέτος υψηλότερος από ό,τι το 2002 (όταν ανήλθε σε 3,6%). ΄Όμως, ο πυρήνας του πληθωρισμού, δηλαδή ο μέσος ετήσιος ρυθμός μεταβολής του ΔΤΚ χωρίς καύσιμα και νωπά οπωροκηπευτικά εκτιμάται ότι το 2003 δεν θα διαφέρει σημαντικά από εκείνον του 2002 (δηλαδή από το 3,6%).

Δημοσιονομικές εξελίξεις

Το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης, σε εθνικολογιστική βάση, μειώθηκε το 2002 σε 1,2% του ΑΕΠ, από 1,4% του ΑΕΠ το 2001.

Το ενοποιημένο χρέος της γενικής κυβέρνησης, σύμφωνα με τα προσφάτως αναθεωρημένα στοιχεία, αυξήθηκε το 2000 και το 2001 και διαμορφώθηκε σε 106,2% και 107,0% του ΑΕΠ αντίστοιχα. Το 2002 όμως, το χρέος επανήλθε σε πτωτική τροχιά και μειώθηκε κατά 2,1 εκατοστιαίες μονάδες, από 107,0% σε 104,9% του ΑΕΠ. Η μείωση αυτή είναι μεν αξιόλογη, αλλά μικρότερη από αυτή που αντιστοιχεί στο πρωτογενές πλεόνασμα (4,3% του ΑΕΠ) και στη μειωτική επίδραση που ασκεί στο χρέος η αύξηση του ΑΕΠ σε συνδυασμό με τη μείωση των επιτοκίων (συνολικά 2,6% του ΑΕΠ). Λόγω της σχετικά βραδείας αποκλιμάκωσης του λόγου του χρέους της γενικής κυβέρνησης προς το ΑΕΠ, ο λόγος αυτός (104,9%) παραμένει πολύ υψηλότερος από το μέσο όρο στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (62,5%) και της ζώνης του ευρώ (69,1%).

Ο προϋπολογισμός του 2003 στοχεύει σε περαιτέρω μείωση του ελλείμματος της γενικής κυβέρνησης από 1,2% του ΑΕΠ το 2002 σε 0,9% το 2003. Ωστόσο, από την εξέταση του κυκλικά προσαρμοσμένου πρωτογενούς πλεονάσματος προκύπτει ότι, εάν ο προϋπολογισμός εκτελεστεί χωρίς αποκλίσεις, η κατεύθυνση της δημοσιονομικής πολιτικής το 2003 θα είναι ουδέτερη.

Νομισματικές και χρηματοπιστωτικές εξελίξεις και νομισματική πολιτική στη ζώνη του ευρώ

Το 2002 ήταν το δεύτερο έτος εφαρμογής στην Ελλάδα της ενιαίας νομισματικής πολιτικής του Ευρωσυστήματος, η οποία έχει πρωταρχικό σκοπό τη διατήρηση της σταθερότητας των τιμών μεσοπρόθεσμα στη ζώνη του ευρώ. Το Διοικητικό Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας διατήρησε μέχρι τις αρχές Δεκεμβρίου του 2002 τα βασικά επιτόκια αμετάβλητα στα επίπεδα που είχαν καθοριστεί στις 8 Νοεμβρίου 2001.

Στη συνεδρίαση της 5ης Δεκεμβρίου 2002, η ΕΚΤ έκρινε ότι είχαν ενισχυθεί οι προοπτικές για μείωση και σταθεροποίηση του πληθωρισμού κάτω από 2% στη διάρκεια του 2003, κυρίως λόγω του υποτονικού ρυθμού οικονομικής ανόδου και της ανατίμησης της συναλλαγματικής ισοτιμίας του ευρώ, και αποφάσισε να μειώσει τα βασικά επιτόκια κατά 50 μονάδες βάσης. Στις 6 Μαρτίου του τρέχοντος έτους τα επιτόκια μειώθηκαν περαιτέρω κατά 25 μονάδες βάσης. Έτσι, το ελάχιστο επιτόκιο προσφοράς για πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης καθορίστηκε στο 2,50%.

Η σταθερότητα των βασικών επιτοκίων της ΕΚΤ κατά το μεγαλύτερο τμήμα του 2002 οδήγησε σε σχετική σταθερότητα των βραχυπρόθεσμων επιτοκίων της αγοράς χρήματος στη ζώνη του ευρώ. Μετά από την απόφαση της ΕΚΤ στις 5 Δεκεμβρίου 2002 για μείωση των βασικών επιτοκίων κατά 50 μονάδες βάσης, τα επιτόκια της αγοράς χρήματος ακολούθησαν πτωτική πορεία, η οποία συνεχίστηκε και κατά τους πρώτους μήνες του 2003. Την εξέλιξη των επιτοκίων της αγοράς χρήματος ακολούθησαν τα τραπεζικά επιτόκια.

Ο ετήσιος ρυθμός ανόδου της ποσότητας χρήματος (Μ3) στη ζώνη του ευρώ ― αν και παρουσίασε μικρή επιβράδυνση και διαμορφώθηκε σε 7% το τέταρτο τρίμηνο του 2002, έναντι 7,4% το αντίστοιχο τρίμηνο του 2001― παρέμεινε σε όλη τη διάρκεια του προηγούμενου έτους υψηλότερος από την τιμή αναφοράς που είχε καθοριστεί από το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ (4,5%). Ωστόσο, η επιβράδυνση της πιστωτικής επέκτασης προς τον ιδιωτικό τομέα σε 4,8% το τέταρτο τρίμηνο του 2002 από 6,9% το αντίστοιχο τρίμηνο του 2001, σε συνδυασμό με το χαμηλό ρυθμό οικονομικής ανόδου, επιβεβαίωσαν την εκτίμηση της ΕΚΤ ότι οι νομισματικές εξελίξεις δεν σηματοδοτούν κινδύνους για τη σταθερότητα των τιμών.

Αγορές χρήματος, πιστώσεων και κεφαλαίων στην Ελλάδα

Kατά το 2002 συνεχίστηκε η σημαντική επιβράδυνση του ετήσιου ρυθμού αύξησης του μεγέθους που αποτελεί την ελληνική συμβολή στο νομισματικό μέγεθος Μ3 της ζώνης του ευρώ. Ο ρυθμός αυτός περιορίστηκε σταδιακά σε 2,1% το τέταρτο τρίμηνο του 2002 από 4,4% το αντίστοιχο τρίμηνο του 2001.

Στην υποχώρηση του ρυθμού ανόδου του Μ3 στην Ελλάδα συνέβαλε η επιβράδυνση της πιστωτικής επέκτασης προς τις επιχειρήσεις, καθώς και προς τα νοικοκυριά. Συνέβαλε επίσης και η μετατόπιση αποταμιευτικών πόρων από τα repos (των οποίων οι αποδόσεις φορολογήθηκαν εκ νέου τον Ιανουάριο του 2002) προς καταθέσεις μεγαλύτερης διάρκειας (που δεν περιλαμβάνονται στο Μ3), αλλά και προς τίτλους του Δημοσίου.

Τα περισσότερα τραπεζικά επιτόκια κινήθηκαν πτωτικά το 2002. Στην εξέλιξη αυτή συνέβαλαν αφενός η μείωση των βασικών επιτοκίων της ΕΚΤ και αφετέρου οι συνθήκες ανταγωνισμού μεταξύ των πιστωτικών ιδρυμάτων. Ο μέσος όρος των επιτοκίων καταθέσεων και repos μειώθηκε το 2002 κατά 0,3 της εκατοστιαίας μονάδας. Πτωτική ήταν επίσης η πορεία των επιτοκίων χορηγήσεων κατά το 2002.

Σχετικά με τη διαμόρφωση των τραπεζικών επιτοκίων, είναι χρήσιμο να τονιστεί ότι, μετά την ολοκλήρωση της απελευθέρωσης των διεθνών συναλλαγών και της τραπεζικής αγοράς, ιδιαίτερα μετά την ένταξη της χώρας στη ζώνη του ευρώ, η νομισματική πολιτική ασκείται σε συνθήκες ανοικτής οικονομίας με ελεύθερο ανταγωνισμό. Στο πλαίσιο αυτό, δεν είναι δυνατή η παρέμβαση της Τράπεζας της Ελλάδος για τον καθορισμό ανώτατων ή κατώτατων ορίων στα τραπεζικά επιτόκια. Τα τραπεζικά επιτόκια διαμορφώνονται με βάση τα διατραπεζικά επιτόκια, τα οποία επηρεάζονται από την ασκούμενη νομισματική πολιτική. Τα επιτόκια αυτά είναι δυνατόν να διαφοροποιούνται (κατά τράπεζα και κατηγορία δανείων) ανάλογα με τα λειτουργικά έξοδα της κάθε τράπεζας, τους κινδύνους που αναλαμβάνονται σε κάθε συγκεκριμένη κατηγορία δανείων και τις συνθήκες ανταγωνισμού στους επιμέρους τομείς της τραπεζικής αγοράς.

Πιστωτικές εξελίξεις

Η συνολική χρηματοδότηση της οικονομίας από τα Νομισματικά Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα (ΝΧΙ – δηλ. τράπεζες και αμοιβαία κεφάλαια διαθεσίμων) αυξήθηκε κατά 8,5% το 2002, έναντι 9,3% το 2001. Η εξέλιξη αυτή αντανακλά την επιβράδυνση της πιστωτικής επέκτασης προς τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά (16,9% το 2002 από 24,8% το 2001). Αντίθετα, η χρηματοδότηση της γενικής κυβέρνησης μειώθηκε, αλλά με χαμηλότερο ρυθμό από ό,τι το 2001. Οι τραπεζικές πιστώσεις προς τις επιχειρήσεις αυξήθηκαν κατά 9,6% το 2002, έναντι ανόδου κατά 18,5% το 2001. Η εξέλιξη αυτή δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι δημιουργεί προβλήματα στη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων, δεδομένου ότι ο ρυθμός ανόδου των δανείων προς αυτές ήταν το 2002 υψηλότερος από το ρυθμό αύξησης του ονομαστικού ΑΕΠ (7,1%) και σχεδόν τριπλάσιος από το ρυθμό ανόδου της αντίστοιχης κατηγορίας δανείων στη ζώνη του ευρώ (3,5%).

Η πιστωτική επέκταση προς τα νοικοκυριά (δηλαδή κυρίως τα καταναλωτικά και στεγαστικά δάνεια) υποχώρησε σε 32,2% το 2002 από 40,4% το 2001. Ο ετήσιος ρυθμός αύξησης των καταναλωτικών δανείων επιβραδύνθηκε σε 24,2% το 2002 από 42,5% το 2001, καθώς υπάρχουν ενδείξεις βαθμιαίου κορεσμού όσον αφορά την καταναλωτική πίστη. Σε υψηλότερο επίπεδο συγκριτικά με τα καταναλωτικά δάνεια διαμορφώθηκε ο ρυθμός αύξησης των στεγαστικών δανείων (2002: 35,6%, 2001: 38,9%). Οι υποχρεώσεις των νοικοκυριών προς το τραπεζικό σύστημα στο τέλος του 2002 αντιστοιχούσαν σε 22,3% του ΑΕΠ, έναντι 47% στη ζώνη του ευρώ, και επομένως δεν μπορεί γενικά να θεωρηθεί ότι τα νοικοκυριά στην Ελλάδα έχουν υψηλό βαθμό χρέωσης. Ο χαμηλός βαθμός χρέωσης επιβεβαιώνεται και από σχετική δειγματοληπτική έρευνα, τη διεξαγωγή της οποίας ανέθεσε η Τράπεζα της Ελλάδος σε ιδιωτική εταιρία. Τα αποτελέσματα της έρευνας δείχνουν ότι ο δανεισμός είναι σε σημαντικό βαθμό συγκεντρωμένος στα νοικοκυριά με υψηλότερα εισοδήματα και περιουσία και ότι η εξυπηρέτηση των δανείων φαίνεται να είναι γενικά μέσα στα όρια των εισοδηματικών δυνατοτήτων των νοικοκυριών.

Αγορές κεφαλαίων

Οι εξελίξεις στις αγορές κεφαλαίων το 2002, ιδίως στη χρηματιστηριακή αγορά, ακολούθησαν γενικά τις εξελίξεις στις αγορές της ζώνης του ευρώ και των ΗΠΑ. Στις αγορές τίτλων του Δημοσίου επικράτησαν ευνοϊκές συνθήκες, καθώς οι επενδυτές εστράφησαν προς τοποθετήσεις οι οποίες ενέχουν μικρότερο επενδυτικό κίνδυνο, ενώ αρνητικές ήταν οι επιδόσεις της χρηματιστηριακής αγοράς και της αγοράς των αμοιβαίων κεφαλαίων.

Οι τιμές των μετοχών στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών (ΧΑΑ) ακολούθησαν το 2002 πτωτική πορεία για τρίτο συνεχές έτος. Μεταξύ τέλους 2001 και τέλους 2002 ο γενικός δείκτης τιμών μετοχών του ΧΑΑ μειώθηκε κατά 32,5% (έναντι μείωσης κατά 34,5% το αμέσως προηγούμενο δωδεκάμηνο), ενώ η πτωτική τάση των τιμών των μετοχών συνεχίστηκε και το πρώτο τρίμηνο του τρέχοντος έτους (στη διάρκεια του οποίου οι τιμές υποχώρησαν κατά 16,1%). Μεγάλη πτώση με υψηλές διακυμάνσεις παρουσίασαν το 2002 και οι τιμές των μετοχών στις χρηματιστηριακές αγορές τόσο της ζώνης του ευρώ (όπου ο δείκτης Dow Jones Euro Stoxx υποχώρησε κατά 34,5% στη διάρκεια του έτους, έναντι μείωσης κατά 19,7% στη διάρκεια του 2002) όσο και των ΗΠΑ (όπου ο δείκτης Standard and Poor's υποχώρησε κατά 23,4% στη διάρκεια του 2002, έναντι μείωσης κατά 13,0% στη διάρκεια του 2001). Οι εξελίξεις αυτές αντανακλούσαν τη συνεχιζόμενη ανησυχία για την πορεία της παγκόσμιας οικονομίας, τα προβλήματα αξιοπιστίας των λογιστικών στοιχείων μεγάλων εταιριών των ΗΠΑ, την υποχώρηση των εταιρικών κερδών και, τους τελευταίους μήνες του έτους, την κρίση στο Ιράκ.

Η σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος

Η θετική διεθνής οικονομική συγκυρία μέχρι και το 2000, καθώς και η πορεία σύγκλισης της ελληνικής οικονομίας προς την ευρωπαϊκή κατά την τριετία 1998-2000 συνέβαλαν στην εντυπωσιακή αύξηση της κερδοφορίας των τραπεζών και στην ενίσχυση της κεφαλαιακής τους βάσης, με αποτέλεσμα ο συντελεστής κεφαλαιακής επάρκειας των τραπεζών σχεδόν να διπλασιαστεί μεταξύ του 1996 και του 2000, οπότε υπερέβη το 15%. Συγχρόνως οι τράπεζες προχώρησαν στην εξυγίανση των χαρτοφυλακίων δανείων τους με αύξηση των προβλέψεων για επισφαλείς απαιτήσεις και εξορθολογισμό της πιστοδοτικής τους πολιτικής, ο οποίος συνετέλεσε στη σημαντική μείωση του ποσοστού των καθυστερήσεων στο σύνολο των χορηγήσεών τους.

Η συνεχιζόμενη επιβράδυνση το 2002 της οικονομικής δραστηριότητας διεθνώς και η περαιτέρω σημαντική πτώση των κυριότερων χρηματιστηριακών αγορών επηρέασαν δυσμενώς την αποδοτικότητα των πιστωτικών ιδρυμάτων στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπου μερικές από τις μεγαλύτερες τράπεζες εμφάνισαν σημαντικές ζημίες. Στην Ελλάδα, τα προ φόρων κέρδη των τραπεζών μειώθηκαν σημαντικά έναντι του 2001, κυρίως λόγω της πτωτικής πορείας των ελληνικών χρηματιστηριακών μεγεθών. Η σημαντική πτώση των εσόδων από τίτλους μεταβλητής απόδοσης και από χρηματοοικονομικές πράξεις δεν αντισταθμίστηκε πλήρως από τα αυξημένα καθαρά έσοδα από τόκους, τα οποία προέκυψαν από τη συνεχιζόμενη ταχεία πιστωτική επέκταση.

Με βάση τα προ φόρων καθαρά κέρδη, η αποδοτικότητα των ιδίων κεφαλαίων των ελληνικών τραπεζών μειώθηκε το 2002 σε 9,3% από 16,5% το 2001, η αποδοτικότητα του συνολικού ενεργητικού μειώθηκε αντίστοιχα σε 0,7% από 1,4%, ενώ η συμμετοχή των καθαρών εσόδων από τόκους στο σύνολο των μικτών αποτελεσμάτων εκμετάλλευσης αυξήθηκε από 63% το 2001 σε 73% το 2002. Η έμφαση των περισσότερων ελληνικών τραπεζών στις λιανικές τραπεζικές εργασίες συνετέλεσε στο μετριασμό των επιπτώσεων που είχε στην κερδοφορία τους η δυσμενής εξέλιξη των χρηματιστηριακών μεγεθών και προσέδωσε μεγαλύτερη σταθερότητα στα έσοδά τους, όπως άλλωστε γενικά συνέβη και στις ευρωπαϊκές τράπεζες που δραστηριοποιούνται σε αντίστοιχες τραπεζικές εργασίες.

Η μειωμένη κερδοφορία, σε συνδυασμό με την ταχεία πιστωτική επέκταση και την περιορισμένη άντληση νέου μετοχικού κεφαλαίου μέσω του ΧΑΑ, συνέβαλαν στη μείωση του συντελεστή κεφαλαιακής επάρκειας για το σύνολο των ελληνικών τραπεζών (σε μη ενοποιημένη βάση), ο οποίος διαμορφώθηκε σε 12,5% στο τέλος του 2002 από 13,6% στο τέλος του 2001. Όμως, παρά τη μείωση αυτή, ο συνολικός συντελεστής κεφαλαιακής επάρκειας παραμένει σημαντικά υψηλότερος του ελάχιστου επιτρεπόμενου ορίου (8%). Ο συντελεστής υπερβαίνει το 8% ακόμη και αν υπολογιστεί μόνο με βάση τα στοιχεία που αποτελούν τα βασικά ίδια κεφάλαια (ΤIER Ι) και δείχνουν την ποιότητα της σύνθεσης των ιδίων κεφαλαίων.

Η ταχεία πιστωτική επέκταση κυρίως προς τα νοικοκυριά συμβάλλει στη βελτίωση της ποιοτικής σύνθεσης των κερδών των τραπεζών. Ενδέχεται όμως να οδηγήσει σε αύξηση του πιστωτικού κινδύνου. Τούτο συνηγορεί υπέρ της περαιτέρω ενίσχυσης των προβλέψεων που σχηματίζουν οι τράπεζες για επισφαλείς απαιτήσεις, ώστε να αυξηθεί και η σχέση προβλέψεων προς απαιτήσεις σε καθυστέρηση (45,3% στο τέλος του 2002), ώστε να προσεγγίσει τον αντίστοιχο υψηλότερο μέσο όρο στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η Τράπεζα της Ελλάδος έκρινε σκόπιμο να αυξήσει πρόσφατα τους συντελεστές των ελάχιστων απαιτουμένων για εποπτικούς σκοπούς προβλέψεων για ορισμένες κατηγορίες απαιτήσεων των τραπεζών που εμπεριέχουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης ζημιών. Για τον καθορισμό των συντελεστών, μεταξύ άλλων ελήφθησαν υπόψη η αβεβαιότητα που χαρακτηρίζει το ευρύτερο οικονομικό περιβάλλον και η μείωση του περιθωρίου ασφαλείας που παρείχαν τα αφανή αποθεματικά των τραπεζών. Εξάλλου, η Τράπεζα της Ελλάδος ενθαρρύνει την προσπάθεια ορισμένων τραπεζών να αναπτύξουν περαιτέρω εσωτερικά συστήματα μέτρησης και διαχείρισης του πιστωτικού κινδύνου, με βάση τα οποία θα καταστεί δυνατός ο ακριβέστερος υπολογισμός των κεφαλαιακών απαιτήσεων για την κάλυψη του πιστωτικού κινδύνου και ο προσδιορισμός των αναγκαίων προβλέψεων για επισφαλείς απαιτήσεις.

Επίσης, η Τράπεζα της Ελλάδος πρόσφατα κωδικοποίησε και συμπλήρωσε τις ισχύουσες διατάξεις που αφορούν τη διαφάνεια των τραπεζικών συναλλαγών. Ειδικότερα για ορισμένα προσφερόμενα από τις τράπεζες προϊόντα, οι συναλλασσόμενοι αναλαμβάνουν κίνδυνο αγοράς και, για το λόγο αυτό, η επαρκής πληροφόρησή τους για τα χαρακτηριστικά των προϊόντων και τους συνδεδεμένους με αυτά κινδύνους αποκτά ιδιαίτερη σημασία.

 

Η ελληνική οικονομία στην ΟΝΕ: Προοπτικές και αναγκαίες προσαρμογές

Η ελληνική οικονομία διανύει ήδη το τρίτο έτος πλήρους συμμετοχής της στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση. Η υιοθέτηση του ενιαίου νομίσματος από την 1η Ιανουαρίου 2001 έχει μεταβάλει ριζικά και μη αναστρέψιμα τις νομισματικές συνθήκες, αλλά και το οικονομικό περιβάλλον εντός του οποίου λειτουργεί η ελληνική οικονομία. Η συμμετοχή της Ελλάδος στην ΟΝΕ συνεπάγεται αναμφισβήτητα οικονομικά οφέλη, βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα. Παρέχει νέες οικονομικές ευκαιρίες που, αν αξιοποιηθούν, θα συμβάλουν στη διατήρηση μακροχρόνια υψηλού ρυθμού ανάπτυξης και στη σταθερότητα των τιμών. Δημιουργεί όμως και νέες σημαντικές προκλήσεις για την οικονομική πολιτική.

Οικονομικά οφέλη

Ορισμένα οικονομικά οφέλη είχαν ήδη γίνει εμφανή με την ένταξη της Ελλάδος στην ΟΝΕ, αλλά και πριν από αυτήν. Η ισχυρή πολιτική δέσμευση για την ένταξη της χώρας στη ζώνη του ευρώ σε μια συγκεκριμένη ημερομηνία και η ευρεία στήριξη της προσπάθειας αυτής συνέβαλαν στη σταθεροποίηση της ελληνικής οικονομίας και στην ονομαστική της σύγκλιση προς τις επιδόσεις των εταίρων της Ελλάδος στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Πέραν όμως του ότι η Ελλάδα κατόρθωσε να επιτύχει εντυπωσιακή βελτίωση των οικονομικών επιδόσεών της πριν από την ένταξη στην ΟΝΕ, η υιοθέτηση του ευρώ ασφαλώς καθιστά γενικότερα ευνοϊκές τις προοπτικές για χαμηλό πληθωρισμό, ενώ παράλληλα έχει επιφέρει μείωση των επιτοκίων δημιουργώντας ευνοϊκές προϋποθέσεις για την ενίσχυση της οικονομικής ανάπτυξης.

Πρέπει να επισημανθεί ότι, για μια οικονομία όπως η ελληνική, που αντιμετώπιζε στο παρελθόν σοβαρά προβλήματα μακροοικονομικών ανισορροπιών και οικονομικής αστάθειας, είναι σημαντικό πλεονέκτημα ότι αποκτά, με την ένταξή της στη ζώνη του ευρώ, οικονομική σταθερότητα και αξιοπιστία σε μόνιμη βάση.

Με δεδομένη τη μείωση της αβεβαιότητας και του κόστους των συναλλαγών, η υιοθέτηση του ενιαίου νομίσματος αναμένεται να δώσει ώθηση στην κίνηση κεφαλαίων και τις εμπορικές συναλλαγές. Εξάλλου, η συμμετοχή σε μια μεγάλη, ενοποιημένη αγορά χρήματος και κεφαλαίων δίνει τη δυνατότητα στις ελληνικές επιχειρήσεις να αντλούν κεφάλαια από την αγορά αυτή με ευνοϊκούς όρους, ενώ παράλληλα επιτρέπει στους αποταμιευτές να διαφοροποιούν τα χαρτοφυλάκιά τους και να τοποθετούν τα διαθέσιμα κεφάλαιά τους σύμφωνα με τις προτιμήσεις τους.

Πάντως, τα σημαντικά οικονομικά οφέλη που μπορούν να αναμένονται από τη συμμετοχή της χώρας στην ΟΝΕ δεν θα προκύψουν αυτομάτως, αλλά θα εξαρτηθούν από την προώθηση των διαρθρωτικών αλλαγών, το δυναμισμό της ελληνικής οικονομίας και γενικότερα από την ικανότητα προσαρμογής της στις νέες ανταγωνιστικές συνθήκες στο πλαίσιο της ΟΝΕ.

Η ανωτέρω συνοπτική παράθεση των οικονομικών πλεονεκτημάτων της συμμετοχής στην ΟΝΕ οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η Ελλάδα αποκομίζει σημαντικά οφέλη από την οικονομική σταθερότητα, την αποκατάσταση αξιοπιστίας και την εξάλειψη του κόστους κάλυψης έναντι συναλλαγματικών κινδύνων και της αβεβαιότητας όσον αφορά τη συναλλαγματική ισοτιμία του νομίσματος. Εξάλλου, το κόστος της παραίτησης από την άσκηση ανεξάρτητης νομισματικής και συναλλαγματικής πολιτικής φαίνεται να είναι σχετικά μικρό, ιδιαίτερα αν ληφθεί υπόψη η εμπειρία του παρελθόντος.

Προκλήσεις και περαιτέρω μεταρρυθμίσεις

Από την προηγηθείσα εξέταση των εξελίξεων προκύπτει ότι, παρά τη σημαντική βελτίωση των οικονομικών επιδόσεων που επιτεύχθηκε τα τελευταία χρόνια, ορισμένα προβλήματα έχουν λάβει χρόνιο χαρακτήρα, υποδηλώνοντας την ύπαρξη διαρθρωτικών αδυναμιών.

Πρώτον, το ποσοστό ανεργίας, αν και μειώθηκε για τρίτο κατά σειρά έτος το 2002, παραμένει υψηλό, το δεύτερο σε ύψος στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Δεύτερον, το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών παραμένει ως ποσοστό του ΑΕΠ, άνω του 6% για τρίτο κατά σειρά έτος.

Τρίτον, ο πληθωρισμός, αν και πολύ χαμηλότερος από ό,τι στο παρελθόν, παραμένει πάνω από το μέσο πληθωρισμό στη ζώνη του ευρώ. Επιπλέον, η διαφορά πληθωρισμού μεταξύ Ελλάδος και ζώνης του ευρώ διευρύνθηκε. Βέβαια, είναι κατ’ αρχήν αναμενόμενο μια οικονομία που παρουσιάζει υψηλό ρυθμό ανάπτυξης και βρίσκεται σε διαδικασία πραγματικής σύγκλισης να έχει υψηλότερο πληθωρισμό από ό,τι οι πιο προηγμένες οικονομίες προς τις οποίες συγκλίνει. Ωστόσο, εάν η απόκλιση αυτή, κατά το μέρος που οφείλεται στην ταχύτερη αύξηση των τιμών διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών, προσλάβει μονιμότερο χαρακτήρα, η σωρευτική επίπτωσή της στην ανταγωνιστικότητα θα έχει αρνητικές επιδράσεις στο ρυθμό ανόδου της οικονομίας και την απασχόληση.

Τέταρτον, παρά το γεγονός ότι η δημοσιονομική κατάσταση έχει βελτιωθεί σημαντικά, εφόσον το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης έχει περιοριστεί σε 1,2% του ΑΕΠ το 2002, το δημόσιο χρέος εξακολουθεί να βρίσκεται σε ιδιαίτερα υψηλό επίπεδο, από τα υψηλότερα στις χώρες της ζώνης του ευρώ και πολύ άνω της τιμής αναφοράς (60%) που ορίζει η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η σταδιακή ενσωμάτωση της ελληνικής οικονομίας στην ευρύτερη οικονομία της ζώνης του ευρώ θέτει νέες προκλήσεις για την οικονομική πολιτική. Κύριος στόχος της οικονομικής πολιτικής πρέπει να είναι η διατήρηση σημαντικά υψηλότερων ρυθμών ανόδου του ΑΕΠ από ό,τι στις άλλες χώρες-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η σύγκλιση του βιοτικού επιπέδου της Ελλάδος προς τον ευρωπαϊκό μέσο όρο σε ένα εύλογο χρονικό διάστημα. Ένας ακόμη σημαντικός στόχος είναι η περαιτέρω μείωση του ποσοστού ανεργίας σε επίπεδο που να είναι κοινωνικά αποδεκτό. Οι δύο αυτοί στόχοι πρέπει να επιτευχθούν παράλληλα με τη σταθερότητα των τιμών, όχι μόνο επειδή αυτή είναι επιθυμητή καθεαυτή, αλλά και διότι αποτελεί προϋπόθεση για τη διατήρηση υψηλών ρυθμών ανάπτυξης μακροχρόνια.

Η επίτευξη πραγματικής σύγκλισης σε ένα περιβάλλον σταθερότητας των τιμών απαιτεί, μεταξύ άλλων, τον περιορισμό του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών και τη διατήρησή του σε ανεκτά επίπεδα. Επομένως, πρέπει να διαμορφωθούν έγκαιρα οι συνθήκες και να γίνουν οι προσαρμογές που θα επιτρέψουν στην Ελλάδα να αντιμετωπίσει τις εξωτερικές ανισορροπίες και να στηρίξει τις προοπτικές για δυναμική μελλοντική ανάπτυξη όχι μόνο στην εγχώρια ζήτηση, αλλά και στις εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών. Η αναμενόμενη μείωση της εισροής πόρων από την Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ένας ακόμη λόγος για τον οποίο θα πρέπει να αξιοποιούνται άλλοι, τόσο εξωτερικοί όσο και εγχώριοι, παράγοντες ανάπτυξης, ώστε να αντισταθμίζεται η μείωση αυτή.

Βασική προϋπόθεση για την ενίσχυση του εξαγωγικού προσανατολισμού της ελληνικής οικονομίας είναι η δημιουργία ευνοϊκού περιβάλλοντος για την ανάληψη νέων επιχειρηματικών επενδύσεων και την προσέλκυση άμεσων επενδύσεων από το εξωτερικό. Θα απαιτηθούν επομένως πρόσθετες σημαντικές προσπάθειες για να βελτιωθεί η αποτελεσματικότητα του δημόσιου τομέα και να περιοριστούν οι διοικητικές παρεμβάσεις που παρακωλύουν τις επενδύσεις και την ανάπτυξη της επιχειρηματικής δραστηριότητας σε πολλούς τομείς της οικονομίας. Παράλληλα, πρέπει να διευρυνθεί ο αριθμός των επιχειρήσεων που ακολουθούν στρατηγική τεχνολογικού και οργανωτικού εκσυγχρονισμού, μειώνουν το κόστος παραγωγής και βελτιώνουν την ποιότητα αλλά και την ποικιλία των προϊόντων τους ώστε να ανταποκρίνονται στις σημερινές προδιαγραφές και απαιτήσεις των ξένων αγορών.

Μακροοικονομική πολιτική

Η άσκηση συνετής και ισόρροπης μακροοικονομικής πολιτικής είναι πιο απαραίτητη τώρα που η Ελλάδα μετέχει στη ζώνη του ευρώ από ό,τι στο παρελθόν. Η ενιαία νομισματική πολιτική χαράσσεται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα με βάση τις οικονομικές συνθήκες που επικρατούν στη ζώνη του ευρώ ως σύνολο και όχι στις μεμονωμένες χώρες και επομένως δεν υπάρχει η δυνατότητα οι νομισματικές συνθήκες να διαφοροποιηθούν για να προσαρμοστούν στις ειδικές ανάγκες της χώρας. Επομένως, η άσκηση σταθεροποιητικής μακροοικονομικής πολιτικής πρέπει να στηριχθεί κυρίως στη δημοσιονομική πολιτική (και μακροχρόνια στην πολιτική για την ενίσχυση της ευκαμψίας των αγορών). Η αποτελεσματικότητα της μακροοικονομικής πολιτικής θα εξαρτηθεί επίσης, σε σημαντικό βαθμό, και από τη συμπεριφορά των κοινωνικών εταίρων.

Δημοσιονομική πολιτική

Με δεδομένες τις επικρατούσες χαλαρές νομισματικές συνθήκες και τη φάση επέκτασης της εγχώριας ζήτησης στην οποία βρίσκεται η ελληνική οικονομία, είναι αναγκαία η ενίσχυση της περιοριστικής κατεύθυνσης της δημοσιονομικής πολιτικής. Μια πολιτική ταχύτερης δημοσιονομικής προσαρμογής θα συνέβαλε στον έλεγχο των πληθωριστικών πιέσεων και θα οδηγούσε σε ταχύτερη μείωση του δημόσιου χρέους. Ταυτόχρονα, η αύξηση της δημόσιας αποταμίευσης που θα προέκυπτε θα συντελούσε στη μείωση του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών.

Η συμβολή των κοινωνικών εταίρων

Κατ' αρχάς, οι κοινωνικοί εταίροι θα πρέπει να επιδιώκουν οι μισθολογικές διαπραγματεύσεις να καταλήγουν σε αποτέλεσμα συμβατό με τη σταθερότητα των τιμών και ― σε κάθε περίπτωση ― να συμβάλλουν στην εξάλειψη της προς τα άνω απόκλισης του ελληνικού πληθωρισμού από το μέσο όρο του πληθωρισμού στη ζώνη του ευρώ. Έτσι θα αποκατασταθεί και θα διατηρηθεί η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής παραγωγής και θα αποτραπούν δυσμενείς συνέπειες για την απασχόληση και τα εισοδήματα των ίδιων των εργαζομένων. Επίσης, η τιμολογιακή πολιτική των επιχειρήσεων πρέπει να είναι συμβατή τόσο με τη σταθερότητα των τιμών όσο και με τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα των ίδιων των επιχειρήσεων.

Διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις

Όπως ήδη αναφέρθηκε, για να είναι επιτυχής η συμμετοχή της Ελλάδος στην ΟΝΕ και να επιτευχθεί η πραγματική σύγκλιση με τις άλλες οικονομίες της ζώνης του ευρώ, πρέπει να προωθηθούν περαιτέρω διαρθρωτικές προσαρμογές και θεσμικές μεταρρυθμίσεις που θα αποβλέπουν (α) στη σταθερή και ταχεία βελτίωση της παραγωγικότητας, που είναι το κύριο μέσο για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και τη στήριξη υψηλού ρυθμού οικονομικής ανόδου και ικανοποιητικού επιπέδου απασχόλησης, (β) στην ενίσχυση της ευελιξίας και της αποτελεσματικότητας των αγορών, ώστε να διασφαλιστεί η ικανότητα προσαρμογής της ελληνικής οικονομίας στις νέες συνθήκες που δημιουργούνται με τη σταδιακή ενσωμάτωσή της στην ΟΝΕ και (γ) στη δημιουργία ενός περιβάλλοντος φιλικού στις επιχειρηματικές επενδύσεις.

Από τα τέλη του 2000 μέχρι σήμερα έχει ληφθεί σειρά μέτρων διαρθρωτικής πολιτικής, με στόχο τη δημοσιονομική εξυγίανση και τον εκσυγχρονισμό του δημόσιου τομέα, καθώς και την αποτελεσματικότερη λειτουργία των αγορών προϊόντων, εργασίας και κεφαλαίων.

Αλλά για να ενισχυθεί η αποτελεσματικότητα αυτών των μέτρων είναι αναγκαίες συμπληρωματικές διαρθρωτικές προσαρμογές και μεταρρυθμίσεις.

Όσον αφορά τη δημοσιονομική εξυγίανση και τον εκσυγχρονισμό του δημόσιου τομέα, απαιτείται να προχωρήσει η φορολογική μεταρρύθμιση, ώστε να καλύψει το σύνολο του φορολογικού συστήματος και να ικανοποιήσει ταυτόχρονα τρία κριτήρια: ότι το σύστημα θα είναι απλό και θα ενισχύει τα οικονομικά κίνητρα, ότι η φορολογική βάση θα είναι ευρεία και ότι η φορολογική διοίκηση θα είναι αποτελεσματική. Απαιτείται επίσης να συνεχισθούν και να διευρυνθούν οι ιδιωτικοποιήσεις, οι οποίες συμβάλλουν στη δημοσιονομική εξυγίανση. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα έσοδα από ιδιωτικοποιήσεις το 2002 ανήλθαν περίπου σε 2% του ΑΕΠ, ενώ το 2001 ήταν λιγότερο από 1%. Επίσης οι ιδιωτικοποιήσεις συντελούν στην αποτελεσματικότερη λειτουργία της οικονομίας. Ακόμη θα πρέπει να προχωρήσει αποφασιστικά ο εκσυγχρονισμός της δημόσιας διοίκησης, όχι μόνο για να ενθαρρυνθούν οι επενδύσεις, αλλά και για να βελτιωθεί η εξυπηρέτηση των πολιτών. Το σημαντικότερο όμως είναι να ολοκληρωθεί η ασφαλιστική μεταρρύθμιση, κυρίως με τη δημιουργία δεύτερου και τρίτου “πυλώνα” ασφάλισης με κεφαλαιοποιητικά χαρακτηριστικά, σε συνδυασμό με τις αναγκαίες παραμετρικές μεταβολές. Πρέπει βέβαια να αναγνωριστεί ότι υπό τις παρούσες συνθήκες περαιτέρω μεταρρυθμίσεις στον τομέα αυτό φαίνεται ότι προσκρούουν σε κοινωνικές αντιδράσεις. Αν όμως το ζήτημα δεν αντιμετωπιστεί έγκαιρα και αποφασιστικά, θα καταστεί σχεδόν αναπόφευκτη, σε ένα μακροχρόνιο ορίζοντα, η σημαντική αύξηση της φορολογικής επιβάρυνσης, προκειμένου να καλυφθούν οι μελλοντικές δαπάνες για συντάξεις.

Όσον αφορά την λειτουργία των αγορών προϊόντων, αναφέρω ενδεικτικά ότι πρέπει να λειτουργήσει αποτελεσματικά ο ανταγωνισμός στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας. Αυτό συνεπάγεται την εξάλειψη ορισμένων θεσμικών εμποδίων που παραμένουν, καθώς και την αντιμετώπιση του ζητήματος της τιμολόγησης και το άνοιγμα της αγοράς του φυσικού αερίου. Γενικότερα, η απελευθέρωση των αγορών, προκειμένου να εξασφαλίζει ίσους όρους δράσης των επιχειρήσεων αλλά και να είναι αποδοτική από τη σκοπιά της κοινωνικής ευημερίας, προϋποθέτει στήριξη και ενίσχυση της ανεξαρτησίας και της αποτελεσματικής λειτουργίας των Ρυθμιστικών Αρχών που έχουν ιδρυθεί, καθώς και της Επιτροπής Ανταγωνισμού.

Τέλος, όσον αφορά την αγορά εργασίας είναι σκόπιμο: Πρώτον, να αναβαθμιστεί το σύστημα επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης, να δοθεί ακόμη μεγαλύτερη έμφαση στη διά βίου εκπαίδευση και να αναμορφωθεί το σύστημα γενικής εκπαίδευσης. Είναι αυτονόητη, στο πλαίσιο αυτό, η σημασία της καταπολέμησης του “ψηφιακού αναλφαβητισμού”. Έχουν ήδη γίνει σημαντικά βήματα προς αυτή την κατεύθυνση. Δεύτερον, να βελτιωθεί αποφασιστικά η λειτουργία των μηχανισμών του ΟΑΕΔ για την αντιστοίχιση προσφοράς και ζήτησης εργασίας. Τρίτον, να διευκολυνθεί η ενσωμάτωση των αλλοδαπών στο εργατικό δυναμικό και στην κοινωνία και να ολοκληρωθεί η διαδικασία νομιμοποίησής τους. Η ίση μεταχείριση των εργαζομένων και η ισότητα των όρων ανταγωνισμού μεταξύ των επιχειρήσεων προϋποθέτουν, εκτός των άλλων, αποτελεσματική εποπτεία της εφαρμογής της εργατικής νομοθεσίας, ιδίως όσον αφορά την προστασία της υγείας και την ασφάλεια στην εργασία. Γενικότερα, πρέπει να διευκολύνεται περισσότερο η προσαρμογή του χρόνου εργασίας, αλλά και της ίδιας της απασχόλησης, στις μεταβολές της παραγωγής. Επίσης, πρέπει να μειωθεί το κόστος δημιουργίας απασχόλησης και να αυξηθούν τα κίνητρα για καταβολή φόρων και ασφαλιστικών εισφορών από τις μικρές επιχειρήσεις, έτσι ώστε η εργατική, η ασφαλιστική και η φορολογική νομοθεσία να καταστούν περισσότερο φιλικές προς την απασχόληση, ιδίως την επίσημη μισθωτή απασχόληση σε μεσαίες και μεγάλες επιχειρήσεις.

Συνοψίζοντας, η ελληνική οικονομία, η οποία πραγματοποίησε εντυπωσιακή πρόοδο τα τελευταία χρόνια, εξακολούθησε να παρουσιάζει ικανοποιητική εικόνα το 2002, παρά τις δυσμενείς συνθήκες που επικράτησαν στην παγκόσμια οικονομία.

Οι συνθήκες οικονομικής σταθερότητας και αξιοπιστίας τις οποίες διασφαλίζει η συμμετοχή της χώρας στη ζώνη του ευρώ επηρεάζουν ευνοϊκά τις προοπτικές για διατήρηση ικανοποιητικού ρυθμού οικονομικής ανάπτυξης και συγκράτηση του πυρήνα του πληθωρισμού στο περυσινό επίπεδο και κατά το τρέχον έτος, παρά την αυξημένη αβεβαιότητα διεθνώς και τις επιπτώσεις του πολέμου στο Ιράκ.

Ωστόσο, αν και έχει σημειωθεί πρόοδος, ορισμένα προβλήματα παραμένουν. Επομένως, η χώρα έχει ακόμη να αντιμετωπίσει σοβαρές προκλήσεις οικονομικής πολιτικής. Η πρώτη πρόκληση είναι η διατήρηση ταχύτερων ρυθμών ανάπτυξης ώστε να επιτευχθεί η σύγκλιση του βιοτικού επιπέδου της Ελλάδος προς τον ευρωπαϊκό μέσο όρο σε ένα εύλογο χρονικό διάστημα. Μια ακόμη πρόκληση είναι η μείωση του ποσοστού ανεργίας σε κοινωνικά ανεκτό επίπεδο. Οι δύο αυτοί στόχοι πρέπει να επιτευχθούν παράλληλα με τη μείωση του πληθωρισμού σε επίπεδα που θεωρούνται συμβατά με τη σταθερότητα των τιμών.

Οι προοπτικές για την επίτευξη πραγματικής σύγκλισης, υψηλού επιπέδου απασχόλησης και σταθερότητας των τιμών επηρεάζονται ευνοϊκά από τα σημαντικά οφέλη που αποφέρει και τις νέες ευκαιρίες που δημιουργεί η συμμετοχή της Ελλάδος στην ΟΝΕ.

Εντούτοις, για να μεγιστοποιηθούν τα οικονομικά οφέλη και να επιτευχθούν οι στόχοι για πραγματική σύγκλιση και άνοδο της απασχόλησης, έχει κρίσιμη σημασία να ολοκληρωθούν οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις που θα αποβλέπουν στη βελτίωση της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας, στην εξασφάλιση της ευελιξίας και αποτελεσματικής λειτουργίας των αγορών και στην ενίσχυση των επιχειρηματικών επενδύσεων.

Παράλληλα, είναι αναγκαία η συνέχιση της προσπάθειας για την εξάλειψη των δημοσιονομικών ελλειμμάτων με στόχο τη μείωση του δημόσιου χρέους και την επίτευξη σταθερότητας των τιμών. Η πλήρης δημοσιονομική εξυγίανση και η διασφάλιση σταθερότητας είναι κρίσιμης σημασίας για την οικονομική πρόοδο της χώρας.

Οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις δεν είναι εύκολα επιτεύξιμες, μεταξύ άλλων και γιατί συνεπάγονται οικονομικό και κοινωνικό κόστος και γιατί προϋποθέτουν αλλαγές σε καθιερωμένες αντιλήψεις και οικονομικές συμπεριφορές. Πρέπει όμως να καταβληθεί κάθε προσπάθεια από την Πολιτεία και τους κοινωνικούς εταίρους για να εξασφαλιστεί η μέγιστη δυνατή συναίνεση και συνεργασία για την προώθηση των μεταρρυθμίσεων, επειδή αυτές είναι αναγκαίες, προκειμένου να βελτιωθούν περαιτέρω οι επιδόσεις της οικονομίας και να επιτευχθούν η πραγματική σύγκλιση και υψηλό επίπεδο απασχόλησης.