Αρχική Σελίδα Αρχική Σελίδα
  Rss Feeds

Αντικυκλικό Κεφαλαιακό Απόθεμα Ασφαλείας

Βάσει του ν. 4261/2014 (άρθρο 127), η Τράπεζα της Ελλάδος είναι επιφορτισμένη με τον καθορισμό του ποσοστού αντικυκλικού κεφαλαιακού αποθέματος ασφαλείας για την Ελλάδα, σε τριμηνιαία βάση, με πρώτη εφαρμογή από το πρώτο τρίμηνο του 2016. Οι αποφάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος για τον εκάστοτε καθορισμό του ποσοστού αντικυκλικού κεφαλαιακού αποθέματος ασφαλείας λαμβάνονται κατόπιν σύμφωνης γνώμης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.

Το αντικυκλικό κεφαλαιακό απόθεμα ασφαλείας αποβλέπει στην αντιμετώπιση της υπερκυκλικότητας (procyclicality) της πιστωτικής επέκτασης και μόχλευσης, δηλαδή στη διαμόρφωση κατάλληλου επιπέδου πιστωτικής επέκτασης και μόχλευσης, τόσο στην ανοδική όσο και στην καθοδική φάση του οικονομικού κύκλου. Το ποσοστό του αντικυκλικού κεφαλαιακού αποθέματος ασφαλείας καθορίζεται σε ύψος από 0% έως 2,5% (και άνω του 2,5% σε εξαιρετικές περιπτώσεις) και εκφράζεται ως ποσοστό του συνολικού ποσού ανοιγμάτων σε κίνδυνο των ιδρυμάτων (πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων) που είναι εκτεθειμένα σε πιστωτικό κίνδυνο στην Ελλάδα.

Στην ανοδική φάση του οικονομικού κύκλου, ο καθορισμός του ποσοστού αντικυκλικού κεφαλαιακού αποθέματος ασφαλείας σε ύψος άνω του 0% οδηγεί στη δημιουργία ενός αποθέματος κεφαλαίων πέραν των ελάχιστων απαιτούμενων στο πλαίσιο της μικροπροληπτικής εποπτείας, επιτυγχάνοντας την πρόληψη και τον περιορισμό της υπερβολικής πιστωτικής επέκτασης και μόχλευσης. Αντίθετα, στην καθοδική φάση του οικονομικού κύκλου, η μείωση του ποσοστού αντικυκλικού κεφαλαιακού αποθέματος ασφαλείας δύναται να ενθαρρύνει την παροχή πιστώσεων στην πραγματική οικονομία, αμβλύνοντας τις επιπτώσεις της ύφεσης.

Με την Πράξη Εκτελεστικής Επιτροπής 55/18.12.2015, η Τράπεζα της Ελλάδος δημοσιοποίησε τη μεθοδολογία της για τον καθορισμό του ποσοστού αντικυκλικού κεφαλαιακού αποθέματος ασφαλείας σε τριμηνιαία βάση, η οποία στηρίζεται στη Σύσταση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου ΕΣΣΚ/2014/1. Σύμφωνα με την εν λόγω μεθοδολογία, το εκάστοτε ποσοστό αντικυκλικού κεφαλαιακού αποθέματος ασφαλείας καθορίζεται κυρίως με βάση το δείκτη “τυποποιημένη διαφορά των πιστώσεων προς το ΑΕΠ”, ο οποίος εκφράζει την απόκλιση του λόγου των πιστώσεων προς το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) από τη μακροπρόθεσμη τάση του. Πέραν αυτού, η Τράπεζα της Ελλάδος εξετάζει και ορισμένους πρόσθετους δείκτες για την παρακολούθηση της δημιουργίας και σώρευσης του κυκλικού συστημικού κινδύνου. Συγκεκριμένα, εξετάζονται δείκτες για την παρακολούθηση των πιστωτικών εξελίξεων, της δυνητικής υπερεκτίμησης των τιμών των ακινήτων, της δανειακής επιβάρυνσης του ιδιωτικού τομέα, της ευρωστίας των πιστωτικών ιδρυμάτων, της τιμολόγησης του κινδύνου και των εξωτερικών ανισορροπιών.

Κατά το διάστημα από την 1η Ιανουαρίου 2016 έως σήμερα, το ποσοστό του αντικυκλικού κεφαλαιακού αποθέματος ασφαλείας για την Ελλάδα έχει καθοριστεί στο 0%, δηλαδή στο χαμηλότερο δυνατό επίπεδο, και ως εκ τούτου δεν επηρεάζει τις κεφαλαιακές απαιτήσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων και των επιχειρήσεων επενδύσεων.

Για τις αποφάσεις που έχουν ληφθεί από την Τράπεζα της Ελλάδος και αφορούν το αντικυκλικό κεφαλαιακό απόθεμα ασφαλείας πατήστε εδώ.

Για τα ποσοστά αντικυκλικού κεφαλαιακού αποθέματος ασφαλείας που έχουν καθοριστεί στα υπόλοιπα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς και σε τρίτες χώρες, επισκεφθείτε τους σχετικούς συνδέσμους.


 
Σχετικοί Σύνδεσμοι