EN

Πώς ασκείται η νομισματική πολιτική του Ευρωσυστήματος;

Ποιος είναι ο ρόλος της Τράπεζας της Ελλάδος στη χάραξη της νομισματικής πολιτικής της ζώνης του ευρώ; 

Η Τράπεζα της Ελλάδος αποτελεί μέλος του Ευρωσυστήματος, μαζί με 18 ακόμη εθνικές κεντρικές τράπεζες και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Συμμετέχει ισότιμα με τις υπόλοιπες εθνικές κεντρικές τράπεζες  στη χάραξη της ενιαίας νομισματικής πολιτικής στη ζώνη του ευρώ, με πρωταρχικό σκοπό τη σταθερότητα των τιμών, που ορίζεται ως η επίτευξη πληθωρισμού κάτω, αλλά κοντά στο 2% σε μεσοπρόθεσμη βάση κατά μέσο όρο στη ζώνη του ευρώ. Το Ευρωσύστημα επιδιώκει με αυτό τον τρόπο να διατηρήσει την αγοραστική δύναμη του ευρώ και να συμβάλει ουσιαστικά στη διατηρήσιμη οικονομική ανάπτυξη και στην ενίσχυση της απασχόλησης. Παράλληλα, ως εποπτική αρχή, μεριμνά για την εύρυθμη λειτουργία του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Ποια είναι τα καθήκοντα του Διοικητή μίας εθνικής κεντρικής τράπεζας του Ευρωσυστήματος;  

Ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος μαζί με τους υπόλοιπους Διοικητές των εθνικών κεντρικών τραπεζών του Ευρωσυστήματος συμμετέχουν στο Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ με μία ψήφο, εκ περιτροπής, σε προσωπική και ανεξάρτητη βάση. Δεν αντιπροσωπεύουν δηλαδή τη χώρα τους, αλλά ψηφίζουν τελείως ανεξάρτητα με γνώμονα το συμφέρον της ζώνης του ευρώ συνολικά. Το Διοικητικό Συμβούλιο είναι το κύριο όργανο που λαμβάνει αποφάσεις που αφορούν τη χάραξη της κατεύθυνσης της νομισματικής πολιτικής στη ζώνη του ευρώ και το πλαίσιο εφαρμογής της.

Πώς επηρεάζουν την οικονομία οι αποφάσεις νομισματικής πολιτικής;

Με τις αποφάσεις νομισματικής πολιτικής η κεντρική τράπεζα επιδιώκει να επηρεάσει το κόστος και τη διαθεσιμότητα του χρήματος σε μία οικονομία. Υπό κανονικές συνθήκες οι αποφάσεις αφορούν τα βασικά επιτόκια της κεντρικής τράπεζας, και κυρίως το επιτόκιο χρηματοδότησης των εμπορικών τραπεζών από αυτήν. Κάθε μεταβολή σε αυτά τα επιτόκια  επηρεάζει αντίστοιχα τα επιτόκια στην αγορά χρήματος και τα τραπεζικά επιτόκια καταθέσεων και χορηγήσεων προς τους ιδιώτες και τις επιχειρήσεις και, τελικά, τις επενδυτικές και καταναλωτικές αποφάσεις των οικονομικών φορέων. Με αυτή τη διαδικασία, που ονομάζεται μηχανισμός μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής, οι αποφάσεις νομισματικής πολιτικής επιδρούν στην εξέλιξη της οικονομικής δραστηριότητας και στη διαμόρφωση των τιμών.

Στην πρώτη περίοδο της νομισματικής ένωσης (1999-2007), κατά την οποία οι συνθήκες που επικρατούσαν ήταν ομαλές, η μετάδοση της νομισματικής πολιτικής ήταν πολύ αποτελεσματική. Κατά τη δεύτερη περίοδο (2008 έως σήμερα), το Ευρωσύστημα ήρθε αντιμέτωπο με πρωτόγνωρες προκλήσεις, εξαιτίας σημαντικών αναταραχών που σημειώθηκαν τόσο στο εξωτερικό όσο και στο εσωτερικό περιβάλλον, και κατά συνέπεια το έργο του Διοικητικού Συμβουλίου ήταν πολύ πιο δύσκολο προκειμένου να συγκρατήσει τις επιπτώσεις τους στην οικονομία της ζώνης του ευρώ.

Πώς ασκήθηκε η νομισματική πολιτική στη ζώνη του ευρώ μέχρι σήμερα;

Το διάστημα από τη δημιουργία της νομισματικής ένωσης μέχρι σήμερα μπορεί να χωριστεί σε δύο περιόδους.

Την πρώτη περίοδο, από το 1999 έως το 2007, το μακροοικονομικό περιβάλλον της ζώνης του ευρώ χαρακτηριζόταν από σταθερότητα στις οικονομικές εξελίξεις, με μικρές διακυμάνσεις του πληθωρισμού, κυρίως προς τα άνω. Το Διοικητικό Συμβούλιο, αξιολογώντας τις εξελίξεις τόσο των μακροοικονομικών όσο και των νομισματικών μεγεθών, όταν υπήρχε κίνδυνος να αυξηθεί ο πληθωρισμός πάνω από τον στόχο μεσοπρόθεσμα, αποφάσιζε αύξηση των βασικών επιτοκίων της ΕΚΤ (ασκούσε δηλ. περιοριστική νομισματική πολιτική). Αντιθέτως, το Διοικητικό Συμβούλιο προχωρούσε σε μείωση των βασικών επιτοκίων της ΕΚΤ (δηλ. εφάρμοζε διευκολυντική νομισματική πολιτική) όταν εκτιμούσε ότι υπήρχαν κίνδυνοι μείωσης του πληθωρισμού κάτω από το στόχο.

Ως αποτέλεσμα, οι προσδοκίες της αγοράς για το μελλοντικό πληθωρισμό παρέμεναν συγκρατημένες, οι πληθωριστικές πιέσεις περιορίζονταν και, παρόλο που σημειώνονταν σημαντικές προς τα άνω διαταραχές στις τιμές, ιδιαίτερα στις τιμές της ενέργειας, κατά την πρώτη περίοδο ο μέσος πληθωρισμός διαμορφώθηκε σχεδόν στο 2,1%. Συνεπώς, κατά την εν λόγω περίοδο η συμβατική νομισματική πολιτική που ασκούσε η ΕΚΤ μέσω της πολιτικής επιτοκίων συνετέλεσε αποφασιστικά στη διατήρηση του πληθωρισμού κοντά στο στόχο της.

H δεύτερη περίοδος, από το 2008 έως σήμερα, χαρακτηρίστηκε από ραγδαίες μεταβολές στο μακροοικονομικό περιβάλλον στη ζώνη του ευρώ. Αρχικά, σημειώθηκαν αναταραχές και δυσλειτουργίες στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές, με αποτέλεσμα οι τράπεζες, και στη ζώνη του ευρώ, να αντιμετωπίζουν έλλειψη ρευστότητας και υψηλή αβεβαιότητα. Ακολούθως, οι σοβαρές δημοσιονομικές ανισορροπίες που εμφανίστηκαν σε ορισμένες χώρες της ζώνης του ευρώ προκάλεσαν ανησυχίες στις αγορές για τη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους αυτών των χωρών, με αποτέλεσμα να σημειωθεί υψηλή διακύμανση στις αποδόσεις των κρατικών τους χρεογράφων. Πιο πρόσφατα, παρατηρήθηκε παρατεταμένη πτώση των τιμών που οδήγησε σε ιδιαίτερα χαμηλά, ακόμη και αρνητικά, επίπεδα του καταγραφόμενου και αναμενόμενου πληθωρισμού για μεγάλο χρονικό διάστημα, με δυσμενείς επιπτώσεις για την οικονομία της ζώνης του ευρώ.

Δεδομένου ότι  στόχος για τον πληθωρισμό χαρακτηρίζεται από συμμετρία, με την έννοια ότι οι αποκλίσεις του πληθωρισμού και προς τα άνω και προς τα κάτω σε σχέση με  το στόχο της ΕΚΤ είναι ανεπιθύμητες, τα χαμηλά επίπεδα του πληθωρισμού έπρεπε να αντιμετωπιστούν αποφασιστικά. Έτσι, το Διοικητικό Συμβούλιο προέβη σε δραστικές μειώσεις των βασικών επιτοκίων της ΕΚΤ. Μηδένισε το επιτόκιο κύριας αναχρηματοδότησης και καθόρισε αρνητικό επιτόκιο για τα κεφάλαια που καταθέτουν οι εμπορικές τράπεζες στην κεντρική τράπεζα. Ωστόσο, η σκοπιμότητα περαιτέρω μείωσης των επιτοκίων − τα οποία έχουν πλησιάσει στο κατώτερο όριό τους (effective lower bound) − ήταν περιορισμένη, καθώς ο μηχανισμός μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής δεν λειτουργούσε ικανοποιητικά.

Προκειμένου να επιτευχθεί η σταθερότητα των τιμών και να αποκατασταθεί η εύρυθμη λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών, το Διοικητικό Συμβούλιο έλαβε επιπρόσθετα, μη συμβατικά μέτρα νομισματικής πολιτικής, τα οποία σχεδιάστηκαν για να λειτουργούν συμπληρωματικά προς τα συμβατικά μέτρα. Η δέσμη αυτών των μέτρων πέτυχε να ενισχύσει τη συμβατική πολιτική των επιτοκίων, παρέχοντας επαρκή νομισματική χαλάρωση. Ως αποτέλεσμα, αντιστράφηκε η καθοδική τάση των τιμών και ο μέσος πληθωρισμός διαμορφώθηκε κοντά στο 1,4% κατά τη δεύτερη περίοδο.

Πιο συγκεκριμένα, με τη διενέργεια πράξεων πιο μακροπρόθεσμης αναχρηματοδότησης, και ιδιαίτερα των στοχευμένων πράξεων (targeted longer-term refinancing operations), παρέχεται άφθονη ρευστότητα προς τις τράπεζες με ιδιαίτερα ευνοϊκούς όρους, ομαλοποιούνται οι συνθήκες στις χρηματοπιστωτικές αγορές και ενθαρρύνεται ο δανεισμός προς τις επιχειρήσεις και τα φυσικά πρόσωπα. Επιπλέον, το διευρυμένο πρόγραμμα αγοράς τίτλων (asset purchase programme) επηρεάζει και τα μεσομακροπρόθεσμα επιτόκια. Η μείωση των επιτοκίων αυτών μετριάζει το κόστος πρόσβασης σε τραπεζικές πιστώσεις για τους καταναλωτές και τις επιχειρήσεις, με αποτέλεσμα να ενισχύονται οι δαπάνες του ιδιωτικού τομέα. Το γεγονός αυτό στηρίζει τις επενδύσεις και την κατανάλωση και συμβάλλει στην ενίσχυση της οικονομικής ανάπτυξης και στον περιορισμό των προς τα κάτω αποκλίσεων του πληθωρισμού από το στόχο. Σημαντική είναι και η συμβολή της παροχής διαβεβαιώσεων (forward guidance) ότι η νομισματική πολιτική θα εξακολουθήσει να είναι διευκολυντική και ότι τα βασικά επιτόκια θα διατηρηθούν επί πολλούς μήνες στα τωρινά, ή και χαμηλότερα, επίπεδα, καθώς έτσι μειώνεται η αβεβαιότητα για το μελλοντικό επίπεδο των επιτοκίων και προσαρμόζονται οι προσδοκίες της αγοράς για τον αναμενόμενο πληθωρισμό.

Συνεπώς, η νομισματική πολιτική του Ευρωσυστήματος έχει συμβάλει επιτυχημένα στην ενίσχυση της οικονομικής δραστηριότητας και στη διατήρηση της σταθερότητας των τιμών στο διάστημα από τη δημιουργία της νομισματικής ένωσης μέχρι σήμερα.

Το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ θα συνεχίσει να αντιμετωπίζει αποτελεσματικά προκλήσεις που ενδέχεται να εμφανιστούν στο μέλλον. Τα εργαλεία νομισματικής πολιτικής παραμένουν διαθέσιμα και υπάρχει επαρκές περιθώριο να τροποποιηθούν ή να ενισχυθούν αν υπάρξει ανάγκη.

Τι σημαίνει η αναθεώρηση της στρατηγικής της νομισματικής πολιτικής του Ευρωσυστήματος;

Οι πρόσφατες εμπειρίες και οι νέες προκλήσεις που παρουσιάζονται δημιουργούν ερωτήματα για την ανάγκη προσαρμογής της στρατηγικής του Ευρωσυστήματος για τη νομισματική πολιτική, ώστε να ενσωματώνει τα διδάγματα και τις ραγδαίες μεταβολές των τελευταίων ετών. Στο πλαίσιο της στρατηγικής της νομισματικής πολιτικής περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, ο ποσοτικός ορισμός της σταθερότητας των τιμών και ο τρόπος ανάλυσης των κινδύνων για τη σταθερότητα των τιμών. Η τελευταία αναθεώρηση της στρατηγικής της νομισματικής πολιτικής του Ευρωσυστήματος είχε πραγματοποιηθεί το 2003. Στο τέλος του 2019, το Διοικητικό Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας αποφάσισε να ξεκινήσει μια συζήτηση για το θέμα αυτό, η οποία θα μπορούσε να συμπεριλάβει, πέραν των ζητημάτων νομισματικής πολιτικής, και θέματα όπως η ενσωμάτωση των κινδύνων που απορρέουν από την κλιματική αλλαγή, οι επιπτώσεις της νομισματικής πολιτικής στην κατανομή του εισοδήματος και του πλούτου κ.λπ. H συζήτηση αυτή θα διαρκέσει μέχρι περίπου το τέλος του 2020. Και άλλες μεγάλες κεντρικές τράπεζες, όπως η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ και η Τράπεζα του Καναδά, έχουν ξεκινήσει την αναθεώρηση της στρατηγικής τους.

Για περισσότερες λεπτομέρειες, μπορείτε να ανατρέξετε στη συνέντευξη Τύπου (ΑΓΓΛ) της Προέδρου της ΕΚΤ, κυρίας Christine Lagarde, στις 12 Δεκεμβρίου 2019.

 

Δείτε ακόμη: H ΕΚΤ και το Ευρωσύστημα με απλά λόγια σε τρία λεπτά (βίντεο)

Η ανωτέρω παρουσίαση γίνεται για εκπαιδευτικούς σκοπούς.

Αυτό το website χρησιμοποιεί cookies για την βελτιστοποίηση της εμπειρίας σας. Μάθετε περισσότερα
Αποδέχομαι