EN

Θέματα μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων

Πλαίσιο υποχρεώσεων για τη διαχείριση από τα πιστωτικά ιδρύματα των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων τους

Τα «μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα» (non performing exposures) και οι νέοι κανόνες διαχείρισης των «ανοιγμάτων υπό ρύθμιση» (forborne exposures), ορίζονται με τον Εκτελεστικό Κανονισμό (ΕΕ) της Επιτροπής για τη θέσπιση εκτελεστικών τεχνικών προτύπων όσον αφορά την υποβολή εποπτικών αναφορών από τα ιδρύματα.

Ο νέος ορισμός των «ανοιγμάτων» (exposures) είναι ευρύτερος των «δανείων», καθώς περιλαμβάνει όλα τα χρεωστικά μέσα (δάνεια και προκαταβολές και χρεωστικούς τίτλους), όπως και ανοίγματα εκτός ισολογισμού.

Ο νέος ορισμός των «μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων» περιλαμβάνει, εκτός των ανοιγμάτων με καθυστέρηση μεγαλύτερη των 90 ημερών, και ανοίγματα «αβέβαιης είσπραξης», τα οποία χαρακτηρίζονται ως «μη εξυπηρετούμενα» με ποιοτικά κριτήρια, παρόλο που είτε είναι ενήμερα είτε παρουσιάζουν καθυστέρηση μικρότερη των 90 ημερών.

Το Μάιο του 2014 η Τράπεζα της Ελλάδος με την ΠΕΕ 42/30.5.2014 καθόρισε ένα ειδικό πλαίσιο υποχρεώσεων για τη διαχείριση από τα πιστωτικά ιδρύματα των ανοιγμάτων τους σε καθυστέρηση και των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων τους.

Το πλαίσιο της ΠΕΕ 42/30.5.2014 προέβλεπε τις εξής βασικές υποχρεώσεις:

  • την καθιέρωση οργανωτικά ανεξάρτητης λειτουργίας διαχείρισης των ανοιγμάτων σε καθυστέρηση και μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων,
  • τη θέσπιση χωριστής καταγεγραμμένης στρατηγικής διαχείρισης των ως άνω ανοιγμάτων, η υλοποίηση της οποίας θα υποστηρίζεται από τα κατάλληλα μηχανογραφικά συστήματα και διαδικασίες
  • την καθιέρωση περιοδικής υποβολής αναφορών προς τη διοίκηση του πιστωτικού ιδρύματος και την TτΕ.
  • Το Φεβρουάριο του 2015 η ΤτΕ με την ΠΕΕ 47/9.2.2015 τροποποίησε - βελτίωσε τους πίνακες υποβολής στοιχείων βάσει της ΠΕΕ 42/30.5.2014.Βασικές προσθήκες ήταν οι ακόλουθες:

    • Αναλυτική κατηγοριοποίηση των χαρτοφυλακίων σύμφωνα με τη γενική αρχή της «αμοιβαίας αποκλειστικότητας» μεταξύ των επιμέρους υποκατηγοριών.
    • Αναλυτική πληροφόρηση ανά κατηγορία χαρτοφυλακίου και με βάση τις ημέρες καθυστέρησης.
    • Καθιέρωση ειδικής υποκατηγορίας «καταγγελμένων» [denounced] ανοιγμάτων στα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα, λόγω της ανάγκης ειδικής παρακολούθησής τους, και ανάλυση των διαδικασιών διαχείρισής τους.
    • Ανάλυση των εξασφαλίσεων ανά είδος εξασφάλισης.
    • Κλαδική ανάλυση των επιχειρηματικών δανείων.
    • Ελάχιστη τυποποίηση και κατάταξη των ρυθμίσεων και λύσεων οριστικής διευθέτησης ευρείας εφαρμογής σε 22 ενδεικτικούς τύπους.

    Τον Αύγουστο του 2016 και στη συνέχεια το Μάρτιο και Απρίλιο του 2018 η Τράπεζα της Ελλάδος με την ΠΕΕ 102/30.8.2016 και τις ΠΕΕ 134/05.03.2018 και ΠΕΕ 136/02.04.2018  τροποποίησε – βελτίωσε περαιτέρω τους πίνακες υποβολής, ώστε να συμπεριληφθούν νέα δεδομένα που θα επιτρέπουν την παρακολούθηση:

    • των επιχειρησιακών στόχων και των Βασικών Δεικτών Αξιολόγησης (KPIs), σχετικά με τις ενέργειες των τραπεζών για τη διευθέτηση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων τους (ΜΕΑ),
    • των ενεργειών διαχείρισης των δανείων σε καθυστέρηση σύμφωνα με τον Κώδικα Δεοντολογίας,
    • των διαδικασιών πλειστηριασμού στις οποίες συμμετέχουν οι υπόχρεοι υποβολής,
    • των εξασφαλίσεων που λαμβάνονται με απόκτηση, και
    • τη συμμετοχή των υπόχρεων υποβολης στον Εξωδικαστικό μηχανισμό ρύθμισης οφειλών.

     

    Οι πίνακες υποβολής του νέου υποδείγματος COR25 θα υποβάλλονται ανά τρίμηνο από τα υπόχρεα ιδρύματα με έδρα στην Ελλάδα σε ατομική βάση, για τις υποβολές που αφορούν στοιχεία από την 31.12.2016 και εφεξής, σύμφωνα με τις σχετικές Οδηγίες Συμπλήρωσης.  Ο πρώτος πίνακας θα υποβάλλεται επίσης ανά τρίμηνο σε ενοποιημένη βάση.                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                             Τον Ιούλιο του 2020 η ΠΕΕ 42/30.5.14 αντικαταστάθηκε από την ΠΕΕ 175/2/29.7.2020 με την οποία υιοθετούνται οι κατευθυντήριες γραμμές της ΕΒΑ, EBA/GL/2018/06 “Guidelines on management of non-performing and forborne exposures”. Στόχος της νέας Οδηγίας είναι ο καθορισμός ενός ειδικού πλαισίου υποχρεώσεων, αρχών και πρακτικών για τη διαχείριση των ΜΕΑ, των υπό ρύθμιση ανοιγμάτων και των εξασφαλίσεων που έχουν περιέλθει στην κυριότητα των πιστωτικών ιδρυμάτων προκειμένου να διασφαλιστεί η χρηστή διαχείριση των κινδύνων και κατ’ επέκταση η αποτελεσματική και με βιώσιμο τρόπο μείωσή τους.

    Σύμφωνα με τη νέα Οδηγία:

    - η διαμόρφωση ειδικής στρατηγικής μείωσης των ΜΕΑ (ΣΜΕΑ) και η εφαρμογή κατάλληλης δομής εταιρικής διακυβέρνησης και επιχειρησιακής οργάνωσης γίνεται πλέον υποχρεωτική για τα πιστωτικά ιδρύματα με ποσοστό ΜΕΑ προ προβλέψεων ίσο ή μεγαλύτερο του 5%. Παράλληλα, η ΤτΕ, με βάση επιμέρους δείκτες όπως δείκτης «texas», αυξημένα ΜΕΑ σε επιμέρους χαρτοφυλάκια κλπ, δύναται να προσδιορίζει και άλλα πιστωτικά ιδρύματα τα οποία θα πρέπει να εφαρμόζουν τις εν λόγω απαιτήσεις, ακόμη και αν εμφανίζουν ποσοστό ΜΕΑ κάτω από 5%.
    - υποχρέωση υποβολής ΣΜΕΑ στην ΤτΕ έχουν μόνον τα πιστωτικά ιδρύματα τα οποία βρίσκονται υπό την άμεση εποπτεία της. Τα σημαντικά πιστωτικά ιδρύματα υποβάλουν τις στρατηγικές στον SSM όπως και γίνεται έως σήμερα.
    - Τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται να αναθεωρούν τακτικά τη ΣΜΕΑ, να παρακολουθούν την αποτελεσματικότητάς της και να την ενσωματώνουν στο πλαίσιο διαχείρισης κινδύνων.

    Επιπρόσθετα, η νέα Οδηγία:

    - περιγράφει με σαφήνεια τις παραμέτρους διαμόρφωσης ΣΜΕΑ
    - αναλύει βασικά ζητήματα εταιρικής διακυβέρνησης και λειτουργικού πλαισίου, που αφορούν στον συντονισμό και τη λήψη αποφάσεων, στον σχεδιασμό του επιχειρησιακού μοντέλου για τα ΜΕΑ, στη διαμόρφωση του πλαισίου εσωτερικού ελέγχου και στην παρακολούθησή τους.
    - εξειδικεύει θέματα για τις ρυθμίσεις των δανείων, τη βιωσιμότητα και την αποτελεσματικότητά τους.
    - αποσαφηνίζει ζητήματα κατηγοριοποίησης των ΜΕΑ ώστε να διασφαλίζεται εναρμονισμένη εφαρμογή και συνέπεια στο χαρακτηρισμό τους και καθορίζει τα βασικά στοιχεία εταιρικής διακυβέρνησης και λειτουργιών σε σχέση με τις προβλέψεις και τις διαγραφές.
    - πραγματεύεται ζητήματα σχετικά με τις αποτιμήσεις των ακινήτων και κινητών περιουσιακών στοιχείων για τα οποία λαμβάνονται εμπράγματες εξασφαλίσεις.

    Τέλος, με την ΠΕΕ 175/2/29.7.2020 , καταργήθηκε η ΠΕΕ 42/30.5.2014 αλλά τα Παραρτήματα της ΠΕΕ 42/30.05.2014 και οι σχετικές εποπτικές αναφορές διατηρούνται ως έχουν και αποτελούν μαζί με τα τέσσερα Παραρτήματα των σχετικών Κατευθυντηρίων Γραμμών της ΕΑΤ (EBA/GL/2018/06) και τον νέο πίνακα υποβολής λειτουργικών στόχων και βασικών δεικτών απόδοσης (targets and KPIs) το σύνολο των Παραρτημάτων της νέας πράξης.

    Αναθεώρηση του Κώδικα Δεοντολογίας

    Η «Αναθεώρηση του Κώδικα Δεοντολογίας του Ν. 4224/2013» θεσπίστηκε με απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος (195/1/29.07.2016, ΦΕΚ Β’ 2376), αφού προηγήθηκε διαβούλευση με δημόσιους φορείς, εποπτευόμενα ιδρύματα και οργανώσεις καταναλωτών.

    Ο αναθεωρημένος Κώδικας Δεοντολογίας καθιερώνει γενικές αρχές συμπεριφοράς τόσο για τα υπόχρεα ιδρύματα όσο και για τους δανειολήπτες, με στόχο την εξεύρεση λύσεων ρύθμισης ή οριστικού διακανονισμού οφειλών σε καθυστέρηση, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες κάθε δανειολήπτη.

    Στον αναθεωρημένο Κώδικα Δεοντολογίας, μεταξύ άλλων, εξειδικεύεται περαιτέρω το πεδίο εφαρμογής του, διακρίνονται εμφανώς οι διαδικασίες που αφορούν τα φυσικά πρόσωπα, τις πολύ μικρές επιχειρήσεις και τις λοιπές επιχειρήσεις, λαμβάνεται ειδική μέριμνα για κοινωνικά ευπαθείς ομάδες και περιλαμβάνονται ειδικές διατάξεις για περιπτώσεις δανείων με πολλαπλούς πιστωτές.

    Οι διατάξεις του αναθεωρημένου Κώδικα Δεοντολογίας εφαρμόζονται από κάθε εποπτευόμενο ίδρυμα το οποίο παρέχει πιστώσεις οποιασδήποτε μορφής στην Ελλάδα δυνάμει των σημείων 1 και 22 της παρ. 1 του άρθρου 3, της παρ. 2 του άρθρου 9 και των άρθρων 34, 36, 38, 41 και 43 του Ν. 4261/2014, συμπεριλαμβανομένων των υποκαταστημάτων αλλοδαπών πιστωτικών ιδρυμάτων, των χρηματοδοτικών ιδρυμάτων κατά την έννοια του σημείου 22 της παρ. 1 του άρθρου 3 του Ν. 4261/2014 και των εταιριών του άρθρου 1 του Ν. 4354/2015, όπως ισχύει.

    Από τη θέση σε ισχύ της Αναθεώρησης του Κώδικα Δεοντολογίας, καταργείται η Απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων 116/1/25.8.2014 (ΦΕΚ Β΄ 2289), όπως ισχύει, υπό την επιφύλαξη του άρθρου 99 του Ν. 4389/2016. Στο πλαίσιο αυτό, ως μέγιστη προθεσμία ανταπόκρισης του «συνεργάσιμου» δανειολήπτη παραμένει αυτή των 15 εργάσιμων ημερών που περιλαμβάνεται στον οικείο ορισμό μέχρι τυχόν αντικατάστασής του με νέα απόφαση του Κυβερνητικού Συμβουλίου Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους (ΚΥΣΔΙΧ).

Αυτό το website χρησιμοποιεί cookies για την βελτιστοποίηση της εμπειρίας σας. Μάθετε περισσότερα
Αποδέχομαι