Άρθρο με δηλώσεις του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννη Στουρνάρα στην εφημερίδα «Handelsblatt» και στον δημοσιογράφο Gerd Höhler με τίτλο «Στον αντίποδα της Commerzbank – Η Αθήνα υπέρ των ξένων συμμετοχών»
08/08/2026 - Άρθρα & Συνεντεύξεις
Τα ελληνικά πιστωτικά ιδρύματα αποτελούν ελκυστικούς στόχους για εξαγορά. Η ιταλική Unicredit έχει ήδη προβεί στην απόκτηση συμμετοχής – και, αντίθετα με τη Γερμανία, στην Ελλάδα είναι ευπρόσδεκτη.
Ενώ στη Γερμανία η είσοδος της ιταλικής Unicredit στην Commerzbank προκάλεσε έντονες αντιδράσεις, οι ξένοι επενδυτές στον τραπεζικό τομέα της Ελλάδος γίνονται δεκτοί με ανοικτές αγκάλες. Ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας πιστεύει ότι περαιτέρω συμμετοχές διεθνών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων είναι σαφώς ευπρόσδεκτες στον δρόμο προς μια ευρωπαϊκή τραπεζική ένωση.
«Από τη σκοπιά της Τράπεζας της Ελλάδος, η συμμετοχή ξένων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων στο μετοχικό κεφάλαιο ελληνικών τραπεζών είναι απολύτως επιθυμητή», δήλωσε ο κ. Στουρνάρας στη Handelsblatt. Οι διασυνοριακές συνεργασίες είναι σημαντικό βήμα «για την υλοποίηση μιας τραπεζικής ένωσης στην Ευρώπη, τον περιορισμό του χρηματοπιστωτικού κατακερματισμού και την επίτευξη οικονομιών κλίμακας».
Το γεγονός ότι διεθνείς τράπεζες εκδηλώνουν ενδιαφέρον για την Ελλάδα δεν είναι τυχαίο. Μετά την πολυετή κρίση χρέους τα ελληνικά τραπεζικά ιδρύματα έχουν εξυγιάνει πλήρως τους ισολογισμούς τους. Τα αποτελέσματα εξαμήνου που μόλις δημοσίευσαν καταδεικνύουν αύξηση των εσόδων, διατήρηση της υψηλής κερδοφορίας, σημαντικά μειωμένο πιστωτικό κίνδυνο και βελτίωση της ποιότητας ενεργητικού.
Οι αναλυτές βλέπουν πλέον τον κλάδο ως ελκυστική επένδυση. Οι «ισχυρές επιδόσεις», οι υψηλές μερισματικές αποδόσεις και οι αποτιμήσεις που παραμένουν ευνοϊκές καθιστούν τις ελληνικές τράπεζες «πραγματική ευκαιρία για επενδυτές που αναζητούν αξία και ανάπτυξη», γράφουν αναλυτές της Deutsche Bank. Ταυτόχρονα, οι ελληνικές τράπεζες θεωρούνται ελκυστικός στόχος για απόκτηση συμμετοχών ή εξαγορά.
Στην Αθήνα η Unicredit είναι ευπρόσδεκτος επενδυτής
Το πόσο ευπρόσδεκτοι είναι στην Ελλάδα τέτοιου είδους επενδυτές φαίνεται από το παράδειγμα της Alpha Bank. Η μικρότερη από τις τέσσερις συστημικά σημαντικές τράπεζες έχει ήδη προχωρήσει από τα τέλη του 2023 σε στρατηγική συνεργασία με τη Unicredit. Τότε οι Ιταλοί είχαν εξαγοράσει από το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας το 8,97% του μετοχικού κεφαλαίου της τράπεζας. Αυτή τη στιγμή, η Unicredit κατέχει το 29,8%, εκ του οποίου το 70% περίπου είναι μετοχές σε ελεύθερη κυκλοφορία. Παρατηρητές της αγοράς αναμένουν ότι αργά ή γρήγορα η Unicredit θα υποβάλει πρόταση εξαγοράς στους μετόχους της Alpha Bank.
Αντίθετα από ό,τι στη Γερμανία, στην Αθήνα ο πρόεδρος της Unicredit Andrea Orcel χαίρει ευρείας αποδοχής. Ο διευθύνων σύμβουλος της Alpha Bank Βασίλης Ψάλτης και η ελληνική κυβέρνηση χαιρετίζουν θερμά τη συνεργασία. Ο Υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης χαρακτηρίζει την απόκτηση συμμετοχής ως «σαφή ψήφο εμπιστοσύνης στην ελληνική οικονομία». Η Ευρώπη χρειάζεται «ισχυρότερες, τεχνολογικά προηγμένες τράπεζες με διεθνή ανταγωνιστικότητα, οι οποίες θα είναι σε θέση να χρηματοδοτήσουν τον μετασχηματισμό της ευρωπαϊκής οικονομίας».
Ακόμη και ο κεντρικός τραπεζίτης κ. Στουρνάρας κάνει λόγο για «μια πολύ θετική εξέλιξη και για τις δύο τράπεζες». Ο κ. Orcel με τη σειρά του δήλωσε φέτος ότι η επένδυση «υπερέβη κατά πολύ τις προσδοκίες μας». Από την είσοδο των Ιταλών, η χρηματιστηριακή αξία της Alpha Bank έχει τριπλασιαστεί.
Όσον αφορά τα λειτουργικά έσοδα, οι τέσσερις συστημικές ελληνικές τράπεζες παρουσιάζουν ικανοποιητική εικόνα. Τα καθαρά κέρδη της Alpha Bank, της Eurobank, της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος και της Τράπεζας Πειραιώς για το πρώτο εξάμηνο του 2026 ανέρχονται συνολικά σε 2,4 δισεκ. ευρώ – αυξημένα κατά 2% σε ετήσια βάση. Τα συνολικά έσοδα ενισχύθηκαν κατά 5%, ενώ τα έσοδα από κύριες τραπεζικές εργασίες, δηλ. τα καθαρά έσοδα από τόκους και προμήθειες, αυξήθηκαν κατά 8%. Η άνοδος των εσόδων προήλθε κυρίως από τη διαχείριση χαρτοφυλακίου, τραπεζοασφαλιστικά προϊόντα και διαμεσολαβητικές εργασίες.
Με τον δείκτη αποδοτικότητας ιδίων κεφαλαίων τους να ανέρχεται κατά μέσο όρο σε σχεδόν 12%, οι ελληνικές τράπεζες υπερβαίνουν τον αντίστοιχο μέσο όρο της ευρωζώνης, που είναι 10%. Και η κεφαλαιακή τους επάρκεια έχει βελτιωθεί σημαντικά. Με βάση τους υπολογισμούς της Morningstar DBRS, ο δείκτης βασικών ιδίων κεφαλαίων της Κατηγορίας 1 φθάνει το 16,5%. Ταυτόχρονα, βελτιώνεται και η ποιότητα των εποπτικών ιδίων κεφαλαίων τους, καθώς τα τραπεζικά ιδρύματα σταδιακά αποσβένουν τις οριστικές και εκκαθαρισμένες αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις (DTCs), οι οποίες είχαν προκύψει το 2012 ως αντιστάθμισμα για τις ζημίες που υπέστησαν από την αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους.
Ιδιαίτερα εντυπωσιακή είναι η μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Ο λόγος των μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ) προς το σύνολο των δανείων, που το 2016 ήταν 55%, πλέον κυμαίνεται μόλις στο 3% και συγκλίνει προς τον μέσο όρο της ζώνης του ευρώ (2,2%).
Σενάρια εξαγορών στο χρηματιστήριο
Η δυναμική επιστροφή του κλάδου αντικατοπτρίζεται και στο χρηματιστήριο. Ο τραπεζικός δείκτης του Χρηματιστηρίου Αθηνών (FTSE/ATHEX Banks) ενισχύθηκε κατά 21,4% μόνο κατά τους τρεις τελευταίους μήνες. Παρά την έντονη άνοδο του τραπεζικού δείκτη, οι χρηματιστηριακές αποτιμήσεις των τεσσάρων μεγάλων ελληνικών τραπεζών εξακολουθούν να υπολείπονται των αντίστοιχων ευρωπαϊκών. Αλλά και αυτός ο παράγοντας τις καθιστά ιδανικές υποψήφιες για εξαγορά κατά την Deutsche Bank.
Καθώς η Alpha Bank είναι ήδη συνδεδεμένη με την Unicredit , οι αναλυτές θεωρούν ενδιαφέροντες στόχους κυρίως την Τράπεζα Πειραιώς και τη Eurobank. Η Τράπεζα Πειραιώς, λόγω της συγκριτικά χαμηλής χρηματιστηριακής της αξίας και της σαφούς επικέντρωσής της στην εγχώρια αγορά, θεωρείται εύκολο να ενσωματωθεί. Η Eurobank, από την άλλη μεριά, με θυγατρικές στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, προσφέρει πρόσθετες δυνατότητες επέκτασης σε αγορές όπως η Βουλγαρία και η Κύπρος.
Ως πιθανοί ενδιαφερόμενοι για απόκτηση συμμετοχών στην Ελλάδα αναφέρονται στους χρηματοπιστωτικούς κύκλους μεγάλες τράπεζες της Ιταλίας, της Γαλλίας και της Ισπανίας.
Για τον Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος κ. Στουρνάρα, η συζήτηση για πιθανές συνέργειες δεν περιορίζεται σε θέματα συμμετοχών και εξαγορών. Μια γνήσια ευρωπαϊκή τραπεζική ένωση μπορεί να λειτουργήσει μόνο αν δημιουργηθούν και οι κατάλληλες πολιτικές προϋποθέσεις, είπε στη Handelsblatt. Καίριο ρόλο θα διαδραματίσουν επίσης το κοινό ευρωπαϊκό σύστημα ασφάλισης καταθέσεων (EDIS) και η θέσπιση ενός ενιαίου μηχανισμού διαχείρισης κρίσεων.
Μόνο τότε θα είναι εφικτή η ελεύθερη κίνηση κεφαλαίων και ρευστότητας εντός της Ευρώπης, η οποία όχι μόνο θα διευκολύνει τις διασυνοριακές συγχωνεύσεις τραπεζών, αλλά επίσης θα εξασφαλίσει τη δημιουργία μιας πραγματικής ένωσης κεφαλαιαγορών και την αποτελεσματικότερη κατανομή των χρηματοδοτικών πόρων.