EN

Δελτία Τύπου

Η Έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος για τη νομισματική πολιτική 2003-2004

29/03/2004 - Δελτία Τύπου

Υποβλήθηκε σήμερα στη Βουλή των Ελλήνων και το Υπουργικό Συμβούλιο η Έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος για τη Νομισματική Πολιτική 2003-2004, όπως προβλέπεται στο Καταστατικό της Τράπεζας. Την Έκθεση παρέδωσε στην Πρόεδρο της Βουλής κυρία 'Aννα Ψαρούδα-Μπενάκη ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος κ. Νικόλαος X. Γκαργκάνας.

Στην Έκθεση εξετάζονται οι νομισματικές εξελίξεις και η πορεία της οικονομίας στη ζώνη του ευρώ και την Ελλάδα κατά το 2003, το τρίτο έτος μετά την υιοθέτηση του ευρώ και της ενιαίας νομισματικής πολιτικής από τη χώρα μας. Παρουσιάζονται επίσης εκτιμήσεις για τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας το 2004, επισημαίνονται ορισμένα στοιχεία αβεβαιότητας όσον αφορά την εξέλιξη του πληθωρισμού και αναδεικνύονται οι σημαντικές προκλήσεις που εξακολουθούν να υπάρχουν για την οικονομική πολιτική και τους κοινωνικούς εταίρους.

Σύμφωνα με την Έκθεση, η ανάκαμψη της παγκόσμιας οικονομίας ενισχύθηκε σημαντικά στη διάρκεια του δεύτερου εξαμήνου του 2003. Επίσης βελτιώθηκαν οι προσδοκίες για περαιτέρω επιτάχυνση της ανάπτυξης της παγκόσμιας οικονομίας στη διάρκεια του 2004. Στη ζώνη του ευρώ, το Διοικητικό Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) προχώρησε σε περαιτέρω χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής κατά το πρώτο εξάμηνο του 2003, μειώνοντας τα βασικά επιτόκια δύο φορές, το Μάρτιο και τον Ιούνιο, κατά 75 μονάδες βάσης συνολικά. Από τον Ιούνιο έως σήμερα, τα βασικά επιτόκια της ΕΚΤ παραμένουν σταθερά σε ιστορικώς χαμηλά επίπεδα, καθώς η οικονομική ανάκαμψη στη ζώνη του ευρώ είναι σταδιακή και ο πληθωρισμός διατηρείται πλησίον του 2%. Η οικονομική δραστηριότητα στη ζώνη του ευρώ άρχισε να ανακάμπτει από το τρίτο τρίμηνο του 2003 και προβλέπεται περιορισμένη επιτάχυνση του ρυθμού οικονομικής ανόδου κατά τη διάρκεια του τρέχοντος έτους. Ο πληθωρισμός εκτιμάται ότι θα υποχωρήσει και θα παραμείνει σε επίπεδο λίγο πιο κάτω από το 2%, το οποίο αντιστοιχεί σε σταθερότητα των τιμών σύμφωνα με τον ορισμό της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

Στην ελληνική οικονομία, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Τράπεζας της Ελλάδος, το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 4,0% το 2003, έναντι 3,8% το 2002. (Σχετικά με τις πρόσφατες προσωρινές τριμηνιαίες εκτιμήσεις της ΕΣΥΕ για αύξηση του ΑΕΠ κατά 4,7% το 2003, επισημαίνεται στην Έκθεση ότι αυτές δεν στηρίζονται σε πλήρη στοιχεία και είναι πιθανό να αναθεωρηθούν. Ήδη, ο Υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών ανακοίνωσε στη Βουλή στις 22.3.2004 ότι, σύμφωνα με τις υπηρεσίες του Υπουργείου, η αύξηση του ΑΕΠ το 2003 εκτιμάται σε 4,2%.) Στην αύξηση του ΑΕΠ συνετέλεσε κυρίως η ισχυρή άνοδος της εγχώριας ζήτησης και η ανάκαμψη της εξωτερικής ζήτησης για αγαθά, ενώ παράλληλα η απασχόληση αυξήθηκε ταχύτερα από ό,τι το 2002.

Ο ετήσιος ρυθμός αύξησης της συνολικής χρηματοδότησης της οικονομίας από τα Νομισματικά Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα (δηλ. τράπεζες και αμοιβαία κεφάλαια διαθεσίμων) επιβραδύνθηκε σημαντικά στη διάρκεια του 2003 (σε 3,2% το τέταρτο τρίμηνο του έτους, από 7,1% το τέταρτο τρίμηνο του 2002). Η επιβράδυνση αυτή οφείλεται κυρίως στη μεγάλη μείωση της χρηματοδότησης της γενικής κυβέρνησης από τα ΝΧΙ (τέταρτο τρίμηνο 2003: -15,9%, τέταρτο τρίμηνο 2002: -5,2%), καθώς οι αυξημένες δανειακές ανάγκες του Δημοσίου καλύφθηκαν με εισροές κεφαλαίων από το εξωτερικό και με την αύξηση της διακράτησης κρατικών τίτλων από τον εγχώριο μη τραπεζικό τομέα (ιδιώτες και επιχειρήσεις). Ο ετήσιος ρυθμός ανόδου των δανείων προς τα νοικοκυριά υποχώρησε σε 28,2% το τέταρτο τρίμηνο του 2003 (τέταρτο τρίμηνο 2002: 33,1%), ενώ ο ετήσιος ρυθμός αύξησης των δανείων προς τις επιχειρήσεις διαμορφώθηκε στο 11,0% το τέταρτο τρίμηνο 2003 (τέταρτο τρίμηνο 2002: 11,4%). Παρά τους υψηλούς ρυθμούς αύξησης της χρηματοδότησης των νοικοκυριών κατά τα τελευταία έτη, το υπόλοιπο του συνόλου των δανείων προς τα νοικοκυριά ως ποσοστό του ΑΕΠ παραμένει σχετικά χαμηλό στην Ελλάδα και το 2003 διαμορφώθηκε σε 26,2%, έναντι 48,9% στη ζώνη του ευρώ.

Τα επιτόκια των τραπεζικών καταθέσεων και χορηγήσεων στην Ελλάδα παρουσίασαν γενικά πτωτική πορεία το 2003, ακολουθώντας την εξέλιξη των επιτοκίων στην αγορά χρήματος στη ζώνη του ευρώ. Τα επιτόκια καταθέσεων και χορηγήσεων, παρά τη μείωσή τους, παραμένουν γενικά σε υψηλότερο επίπεδο από ό,τι κατά μέσον όρο τα αντίστοιχα επιτόκια στη ζώνη του ευρώ. Όσον αφορά τα επιτόκια χορηγήσεων, οι μεγαλύτερες αποκλίσεις παρατηρούνται στα καταναλωτικά δάνεια και οι μικρότερες στα επιχειρηματικά δάνεια μεγάλου ύψους.

Με βάση ένα σύνολο δεδομένων και υποθέσεων (που αναφέρονται αναλυτικά στην Έκθεση), προβλέπεται ότι ο ρυθμός ανόδου της ελληνικής οικονομίας θα διατηρηθεί υψηλός το 2004 και θα διαμορφωθεί στο 4,1%, εξακολουθώντας να υπερβαίνει σημαντικά το ρυθμό ανάπτυξης της ζώνης του ευρώ ως συνόλου. Η εγχώρια ζήτηση παραμένει η κύρια συνιστώσα της τελικής ζήτησης που θα συμβάλει στην αύξηση του ΑΕΠ κατά το τρέχον έτος, αλλά η συμβολή αυτή θα περιοριστεί σε σύγκριση με πέρυσι, δεδομένου ότι έχουν ήδη σχεδόν ολοκληρωθεί τα επενδυτικά προγράμματα που συνδέονταν με την προετοιμασία για τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Αντίθετα, η συμβολή του εξωτερικού τομέα στην αύξηση του ΑΕΠ, η οποία ήταν αρνητική το 2003, αναμένεται να είναι θετική το 2004. Ειδικότερα, οι τουριστικές εισπράξεις θα είναι υψηλές λόγω της διεξαγωγής των Ολυμπιακών Αγώνων, οι εισπράξεις από ναυτιλιακές υπηρεσίες θα αυξηθούν περαιτέρω λόγω της προβλεπόμενης θετικής εξέλιξης του παγκόσμιου εμπορίου και η άνοδος των εξαγωγών αγαθών θα είναι ταχύτερη λόγω της ενίσχυσης της οικονομικής δραστηριότητας παγκοσμίως.

Ο μέσος ετήσιος ρυθμός του πληθωρισμού στην Ελλάδα υποχώρησε στο 3,4% το 2003 (από 3,9% το 2002) βάσει του Εναρμονισμένου Δείκτη Τιμών Καταναλωτή (ΕνΔΤΚ). Τον Ιανουάριο και το Φεβρουάριο του τρέχοντος έτους ο πληθωρισμός βάσει του ΕνΔΤΚ υποχώρησε περαιτέρω στο 3,1% και στο 2,6% αντίστοιχα. Η απόκλιση του πληθωρισμού στην Ελλάδα από το μέσο ετήσιο πληθωρισμό στη ζώνη του ευρώ μειώθηκε σε 1,1 εκατοστιαία μονάδα το πρώτο δίμηνο του 2004, από 1,4 εκατοστιαία μονάδα κατά μέσον όρο στην τριετία 2001-2003. Εξάλλου, με βάση το Δείκτη Τιμών Καταναλωτή (ΔΤΚ) ο μέσος ετήσιος ρυθμός του πληθωρισμού διαμορφώθηκε στο 3,5% το 2003.

Ο πυρήνας του πληθωρισμού, όπως μετρείται με τον ετήσιο ρυθμό μεταβολής του ΕνΔΤΚ χωρίς τις τιμές της ενέργειας και των μη επεξεργασμένων ειδών διατροφής, επίσης υποχώρησε το 2003, αλλά παρέμεινε σχετικά υψηλός (3,1%), γεγονός που οφείλεται αφενός στην ύπαρξη συνθηκών υπερβάλλουσας ζήτησης σε βασικούς τομείς της οικονομίας και αφετέρου στις μη ικανοποιητικές συνθήκες ανταγωνισμού σε ορισμένες αγορές (οι οποίες δεν λειτουργούν αποτελεσματικά).

Το 2004 εκτιμάται ότι θα εκδηλωθούν ανοδικές πιέσεις στον πληθωρισμό. Συγκεκριμένα, προβλέπεται ότι θα επιταχυνθεί ο ρυθμός ανόδου του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος και εκτιμάται ότι η διεξαγωγή των Ολυμπιακών Αγώνων θα ενισχύσει τα φαινόμενα υπερβάλλουσας ζήτησης. Ωστόσο, οι πιέσεις αυτές θα αντισταθμιστούν ― κατά το μεγαλύτερο μέρος ― από την αντιπληθωριστική επίδραση της ανατίμησης του ευρώ, η οποία θα εξουδετερώσει την προβλεπόμενη αύξηση της μέσης ετήσιας τιμής του αργού πετρελαίου σε δολάρια ΗΠΑ. Επομένως, προβλέπεται ότι ο μέσος ετήσιος πληθωρισμός με βάση τον ΔΤΚ θα παραμείνει ουσιαστικά στο επίπεδο του 2003 ή θα παρουσιάσει οριακή μόνο επιτάχυνση. Υπάρχουν όμως εφέτος εντονότερα από ό,τι συνήθως στοιχεία αβεβαιότητας, όπως είναι η εξέλιξη της διεθνούς τιμής του πετρελαίου, το ακριβές μέγεθος της επίδρασης στον πληθωρισμό από την υπερβάλλουσα ζήτηση στην οικονομία, ιδίως κατά την περίοδο διεξαγωγής των Ολυμπιακών Αγώνων, καθώς και οι μισθολογικές αυξήσεις και ο ρυθμός ανόδου του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος. Τα στοιχεία αυτά είναι δυνατόν να επηρεάσουν δυσμενώς την πορεία του πληθωρισμού σε σχέση με τη βασική πρόβλεψη.

Επίσης, παρά τα επιτεύγματα της περιόδου της προσπάθειας για την ένταξη στη ζώνη του ευρώ, τα οποία έχουν συμβάλει στην ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας με υψηλούς ρυθμούς, εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικές προκλήσεις για την οικονομική πολιτική. Το ποσοστό ανεργίας μειώνεται με αργούς ρυθμούς και είναι το τρίτο υψηλότερο στην ΕΕ (σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία της Eurostat). Ο πληθωρισμός διατηρείται σταθερά πάνω από το μέσο όρο της ζώνης του ευρώ. Σύμφωνα με τα προσωρινά στοιχεία που υποβλήθηκαν την 1η Μαρτίου στην Eurostat από το Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών και δημοσιεύθηκαν από την Eurostat στις 16 Μαρτίου, το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης διευρύνθηκε το 2003, ενώ ο λόγος του δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ μειώθηκε μόνο οριακά και παραμένει άνω του 100% του ΑΕΠ. Επιπλέον, στις 20 Μαρτίου, δηλαδή μετά την εκτύπωση της Έκθεσης, η Κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι προχωρεί άμεσα, σε συνεργασία με τις υπηρεσίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε πλήρη δημοσιονομική απογραφή. Σύμφωνα με τις νεότερες αυτές εκτιμήσεις, το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης ως ποσοστό του ΑΕΠ "άγγιξε ή ξεπέρασε" το 2,7% του ΑΕΠ το 2003 (όπως δήλωσε ο Υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών στις 22 Μαρτίου), δηλαδή διαμορφώθηκε σε επίπεδο σημαντικά υψηλότερο από αυτό που ανακοίνωσε η Eurostat στις 16 Μαρτίου. Το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών έχει διευρυνθεί και επί τέσσερα έτη είναι γύρω στο 6% του ΑΕΠ, αν και το 2003 μειώθηκε στο 5,7% του ΑΕΠ. Προκλήσεις παραμένουν επίσης στον τραπεζικό τομέα, όπου αυξάνεται η σημασία της προληπτικής εποπτείας, ιδιαίτερα αν ληφθεί υπόψη η μεγάλη πιστωτική επέκταση που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια προς τον ιδιωτικό τομέα.

Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, και με δεδομένη τη διατήρηση χαλαρών νομισματικών συνθηκών μετά την ένταξη της χώρας στη ζώνη του ευρώ, είναι αναγκαίο: Πρώτον, οι κοινωνικοί εταίροι να συμβάλουν, μέσω της διαμόρφωσης των μισθολογικών αυξήσεων και της τιμολογιακής πολιτικής, στην επίτευξη της σταθερότητας των τιμών και στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας. Δεύτερον, η δημοσιονομική πολιτική, να συμβάλει και αυτή στη μείωση του πληθωρισμού, καθώς και στη διασφάλιση της σταθερότητας των δημόσιων οικονομικών μεσοπρόθεσμα. Τρίτον, οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις να προχωρήσουν ταχύτερα, με τελικό στόχο τη διατήρηση υψηλών ρυθμών ανάπτυξης στο μέλλον.

Ειδικότερα, οι κοινωνικοί εταίροι πρέπει κατά τις συλλογικές διαπραγματεύσεις να επιδιώξουν τη σύναψη συμφωνιών που θα συμβάλουν στον περιορισμό των πληθωριστικών πιέσεων. Μέχρι μάλιστα να εξαλειφθεί η προς τα άνω απόκλιση του πληθωρισμού στην Ελλάδα από το μέσο πληθωρισμό στη ζώνη του ευρώ, είναι σκόπιμο η αύξηση των πραγματικών αποδοχών να υπολείπεται της αύξησης της παραγωγικότητας. Αυτό σημαίνει ότι οι κοινωνικοί εταίροι πρέπει να συμβάλουν ώστε ο ρυθμός ανόδου των ονομαστικών αποδοχών να συγκλίνει σταδιακά προς το άθροισμα του ρυθμού ανόδου της παραγωγικότητας στην Ελλάδα και του μέσου πληθωρισμού στη ζώνη του ευρώ. Στην περίπτωση αυτή, ο πληθωρισμός στην Ελλάδα θα συγκλίνει και αυτός σταδιακά προς το μέσο πληθωρισμό στη ζώνη του ευρώ και ο ρυθμός ανόδου των πραγματικών αποδοχών τελικά θα συγκλίνει προς το ρυθμό ανόδου της παραγωγικότητας, εφόσον όλοι οι άλλοι παράγοντες παραμένουν σταθεροί. Οι επιχειρήσεις πρέπει, από την πλευρά τους, να συμβάλουν στη μείωση του πληθωρισμού με την άσκηση κατάλληλης τιμολογιακής πολιτικής.

Όσον αφορά τη δημοσιονομική πολιτική, η πρόοδος κατά την τριετία 2001-2003 ήταν σημαντικά βραδύτερη από τους στόχους που είχαν αρχικά τεθεί στο Πρόγραμμα Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Το 2003, σύμφωνα με τα στοιχεία που υποβλήθηκαν από το Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών στην Eurostat την 1η Μαρτίου και δημοσιεύθηκαν στις 16 Μαρτίου (Δελτίο τύπου της Eurostat No. 38/16.3.2004), το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης, σε εθνικολογιστική βάση, έφθασε το 1,7% του ΑΕΠ, ενώ στο Επικαιροποιημένο Πρόγραμμα Σταθερότητας και Ανάπτυξης του Δεκεμβρίου του 2003 είχε γίνει η εκτίμηση ότι θα φθάσει το 1,4% και στο Πρόγραμμα του Δεκεμβρίου του 2002 είχε τεθεί στόχος να διαμορφωθεί στο 0,9%. Επίσης ο λόγος του χρέους της γενικής κυβέρνησης προς το ΑΕΠ διαμορφώθηκε στο 102,4% (έναντι 101,7% που είχε εκτιμηθεί το Δεκέμβριο του 2003). Στην ανακοίνωση της Eurostat επισημαίνεται μάλιστα ότι, επειδή συνεχίζονται οι συζητήσεις με την ΕΣΥΕ, τα στοιχεία αυτά πρέπει να θεωρούνται προσωρινά και είναι ενδεχόμενο να αναθεωρηθούν. Ήδη, όπως αναφέρθηκε, η Κυβέρνηση ανακοίνωσε στις 22 Μαρτίου ότι, σύμφωνα με τις πρώτες ενδείξεις, το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης ως ποσοστά του ΑΕΠ άγγιξε ή ξεπέρασε το 2,7% του ΑΕΠ το 2003. Η Τράπεζα της Ελλάδος εκτιμά ότι, επειδή πρέπει να περιοριστούν οι πληθωριστικές πιέσεις, αλλά και επειδή το επίπεδο των δημοσιονομικών υποχρεώσεων που θα προκύψουν στο μέλλον θα είναι υψηλό, κυρίως εξαιτίας της γήρανσης του πληθυσμού, είναι επείγουσα η ανάγκη για εντονότερες προσπάθειες δημοσιονομικής προσαρμογής, εάν μάλιστα ληφθούν υπόψη η χαλάρωση της δημοσιονομικής πολιτικής τα τελευταία τρία χρόνια και ιδιαίτερα οι σημαντικές αποκλίσεις που παρατηρήθηκαν το 2003 σε σχέση με τους στόχους που είχαν τεθεί. Ειδικότερα, για να είναι ταχύτερη η μείωση του δημόσιου χρέους, είναι απολύτως αναγκαία η επίτευξη υψηλότερων πρωτογενών πλεονασμάτων. Η εμπειρία από άλλες χώρες δείχνει ότι η δημοσιονομική εξυγίανση μπορεί να επιτευχθεί και να διαφυλαχθεί αν βασιστεί σε μείωση των πρωτογενών δαπανών και όχι σε ευκαιριακή αύξηση των εσόδων ή σε εξοικονόμηση δαπανών για τόκους.

Τέλος οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις πρέπει να συμβάλουν ώστε να μειωθεί το υψηλό ποσοστό ανεργίας, να βελτιωθεί η παραγωγικότητα και να ενισχυθεί η αποτελεσματική λειτουργία της οικονομίας. Αυτό σημαίνει ότι απαιτούνται εντονότερες προσπάθειες για την αναβάθμιση του ανθρώπινου κεφαλαίου, καθώς και στήριξη, από τον επιχειρηματικό τομέα, της έρευνας και των καινοτομιών. Παράλληλα, πρέπει να ενισχυθεί ο ανταγωνισμός και να συνεχιστούν οι προσπάθειες με στόχο την απλοποίηση της φορολογίας και τη μείωση της γραφειοκρατίας και, γενικότερα, τη δημιουργία ενός περιβάλλοντος "φιλικού" για την επιχειρηματικότητα. Πρέπει επίσης να ληφθούν και άλλα μέτρα που ενθαρρύνουν την προσφορά εργασίας, δίνουν τη δυνατότητα στους ανέργους να αποκτήσουν χρήσιμες δεξιότητες και βελτιώνουν τα εκπαιδευτικά εφόδια των νέων. Οι μεταρρυθμίσεις στο θεσμικό πλαίσιο της αγοράς εργασίας πρέπει να κατατείνουν σε μια πιο ισόρροπη σχέση μεταξύ ευελιξίας και ασφάλειας, μέσω μέτρων για τον εκσυγχρονισμό της οργάνωσης της εργασίας και για την αναθεώρηση των πιο περιοριστικών ρυθμίσεων. Πρέπει τέλος να βελτιωθεί το σύστημα προσδιορισμού των αποδοχών, στην κατεύθυνση της αποκέντρωσης, έτσι ώστε να ενθαρρύνει τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και να διευκολύνει την πιο ευέλικτη προσαρμογή των επιχειρήσεων στις μεταβαλλόμενες οικονομικές συνθήκες.

Τέλος, ένα ιδιαίτερα σημαντικό ζήτημα που θίγεται στην Έκθεση είναι η ταχεία αύξηση του δανεισμού προς τον ιδιωτικό τομέα, ιδιαίτερα προς τα νοικοκυριά, τα οποία αύξησαν το δανεισμό τους από 9,3% του ΑΕΠ στο τέλος του 1998 σε 26,2% του ΑΕΠ στο τέλος του 2003. Όπως επισημαίνεται, η εξέλιξη αυτή αντανακλά το γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια η πρόσβαση στο δανεισμό έχει καταστεί ευκολότερη και οι επιβαρύνσεις είναι σημαντικά χαμηλότερες, ενώ παράλληλα υπάρχουν προσδοκίες για σταδιακή σύγκλιση των πραγματικών εισοδημάτων προς το υψηλότερο επίπεδο των εισοδημάτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Εάν όμως η αισιοδοξία σχετικά με τη σύγκλιση των πραγματικών εισοδημάτων προς τα υψηλότερα επίπεδα των πλουσιότερων χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποδειχθεί υπερβολική, τότε η αύξηση του τραπεζικού δανεισμού μπορεί να ενέχει κινδύνους.

Γι' αυτό τα νοικοκυριά θα πρέπει να αξιολογούν προσεκτικά τις δυνατότητές τους να εξυπηρετήσουν απρόσκοπτα το σύνολο των δανειακών υποχρεώσεων που αναλαμβάνουν. Στην παρούσα συγκυρία τα επιτόκια των δανείων έχουν διαμορφωθεί σε ιδιαιτέρως χαμηλά επίπεδα, λόγω των συνθηκών υποτονικής ανάπτυξης και χαμηλού πληθωρισμού που επικρατούν στη ζώνη του ευρώ ως σύνολο. Στο βαθμό που ― όπως αναμένεται ― ο ρυθμός ανάκαμψης θα επιταχυνθεί τα προσεχή έτη, θα αυξηθούν και τα επιτόκια, οπότε θα αυξηθούν ανάλογα και οι δαπάνες των νοικοκυριών για την εξυπηρέτηση εκείνων των δανείων που τους χορηγούνται με κυμαινόμενο επιτόκιο ή με σταθερό επιτόκιο του οποίου η συμβατική περίοδος ισχύος λήγει σχετικά σύντομα. Όσον αφορά τις τράπεζες, η συνεχιζόμενη ταχεία αύξηση των δανείων προς τα νοικοκυριά ενισχύει την πιθανότητα να αυξηθεί ο πιστωτικός κίνδυνος, ιδιαίτερα εάν αυτή συνοδεύεται από χαλάρωση των κριτηρίων της πιστοδοτικής πολιτικής των τραπεζών υπό την πίεση του ανταγωνισμού. Επομένως, η ενδυνάμωση των συστημάτων διοίκησης και διαχείρισης κινδύνων αποτελεί μόνιμη ανάγκη για τις τράπεζες. Η Τράπεζα της Ελλάδος, επειδή έχει πλήρη επίγνωση ότι οι εξελίξεις αυτές δημιουργούν προκλήσεις και για την ίδια, έχει εντείνει περαιτέρω την προληπτική εποπτεία των τραπεζών, ώστε να διασφαλιστεί η σταθερότητα του πιστωτικού συστήματος.

(Για την πληρέστερη ενημέρωση της Βουλής και του Υπουργικού Συμβουλίου, η Έκθεση περιλαμβάνει επίσης ένα παράρτημα, στο οποίο αναλύεται η σημασία των μισθολογικών αυξήσεων για τις επιδόσεις της οικονομίας, καθώς και παρουσιάσεις για ειδικά θέματα, όπως η μεθοδολογία κατάρτισης της νέας σειράς επιτοκίων τραπεζικών καταθέσεων και δανείων.)

​​ 
Αυτό το website χρησιμοποιεί cookies για την βελτιστοποίηση της εμπειρίας σας. Μάθετε περισσότερα
Αποδέχομαι