EN

Ομιλίες

Ομιλία του Υποδιοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος κ. Θεόδωρου Μητράκου στo 11th Red Business Forum "Bridging the Gap", Μουσείο της Ακρόπολης, με θέμα: "Financing the economy: the way forward"

24/05/2016 - Ομιλίες

                                ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΥΠΟΔΙΟΙΚΗΤΗ ΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ 
                                                          κ. ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΜΗΤΡΑΚΟΥ 
                                                                            ΣΤO 
                                                         11th RED BUSINESS FORUM 
                                                               “BRIDGING THE GAP” 

                                                               ACROPOLIS MUSEUM 
                                                                MAY, 23 – 24, 2016 

                                                                KEYNOTE ADDRESS 
                                            “Financing the economy: the way forward”


Κυρίες και Κύριοι,

Θέλω κατ’ αρχάς να συγχαρώ τους διοργανωτές για αυτή την πολύ ενδιαφέρουσα εκδήλωση και να τους ευχαριστήσω για την ευκαιρία που μου δίνεται να καταθέσω ορισμένες σκέψεις. Είναι ιδιαίτερα θετικό ότι η θεματολογία της σημερινής ημερίδας κοιτάζει προς το μέλλον και δεν αναλώνεται σε δονκιχωτικές μάχες με τους ανεμόμυλους του παρελθόντος. Πολλά έχουν εξάλλου λεχθεί, από κάθε πλευρά, για τα αίτια της πολυετούς κρίσης που βιώνουμε, για ενδεχόμενα λάθη και αστοχίες του παρελθόντος στη διαχείριση της τρέχουσας κρίσης, και άλλα πολλά, που συχνά ωστόσο παραβλέπουν τις ιδιαίτερες συνθήκες που επικρατούσαν τη στιγμή που λαμβάνονταν οι διάφορες αποφάσεις.

Υιοθετώντας απολύτως το «προς τα εμπρός» πνεύμα της σημερινής ημερίδας, θα προσπαθήσω να περιορίσω στο ελάχιστο τις αναφορές μου στο παρελθόν και να εστιάσω στη δική μου παρέμβαση στο νέο πλαίσιο που διαμορφώνεται με την επιτυχή, όπως διαφαίνεται, κατάληξη της πρώτης αξιολόγησης και τις πιο θετικές προοπτικές που ανοίγονται μπροστά μας. Πού δηλαδή βρισκόμαστε, σήμερα και πού πρέπει να στοχεύσουμε όλοι μαζί για ένα βιώσιμο αύριο της οικονομίας;

Ι. Υπάρχουν πλέον βάσιμες ενδείξεις ότι η επιστροφή στην ανάπτυξη είναι προ των πυλών

Με μεγάλο κοινωνικό κόστος είναι αλήθεια, φαίνεται ότι έχουν αντιμετωπιστεί οι σημαντικότερες μακροοικονομικές ανισορροπίες, η πτωτική πορεία της ελληνικής οικονομίας έχει ανακοπεί και έχουν δημιουργηθεί πλέον οι προϋποθέσεις για την επιστροφή της σε βιώσιμη και διατηρήσιμη ανάπτυξη. Ορισμένες βασικές ενδείξεις και δεδομένα μπορούν να το επιβεβαιώσουν:

• Η ελληνική οικονομία έδειξε εξαιρετική ανθεκτικότητα στις πιέσεις και την έντονη αβεβαιότητα που δέχθηκε το προηγούμενο έτος, με σχεδόν μηδενική μείωση του ΑΕΠ (-0,2% σε ετήσια βάση) παρά τις εξαιρετικά δυσμενείς αρχικές προβλέψεις. Σύμφωνα με όλες τις έως σήμερα ενδείξεις φαίνεται ότι η οικονομία θα περάσει σε θετικούς ρυθμούς το δεύτερο εξάμηνο του 2016 (αναμενόμενη και παροδική η μείωση του ΑΕΠ κατά 1,3% το πρώτο τρίμηνο του 2016).

• Η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας έχει αποκατασταθεί σε σημαντικό βαθμό, γεγονός που αντανακλάται στη βελτίωση του εξωτερικού ισοζυγίου (-0,1% του ΑΕΠ το 2015) και τον προσανατολισμό της δραστηριότητας στην παραγωγή διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών.

• Η δημοσιονομική πειθαρχία έχει εμπεδωθεί, με πρωτογενές πλεόνασμα 0,7% του ΑΕΠ το 2015 (έναντι αρχικού στόχου -0,25%) και στόχο 0,5% για το 2016.

• Οι περιορισμοί στην κίνηση κεφαλαίων είχαν σημαντικά ηπιότερες επιπτώσεις στην οικονομική δραστηριότητα από ό,τι αρχικά προβλεπόταν καθώς η έως τώρα σταδιακή τους χαλάρωση και η επιτυχής διαχείριση με την αποκέντρωση της όλης διαδικασίας είχε ως αποτέλεσμα τη σταδιακή έγκριση σχεδόν του συνόλου πλέον των εισαγωγών σε σχέση με το προηγούμενο έτος (περίπου 3 δισεκ. ευρώ μηνιαίες εγκρίσεις εισαγωγών). Ευεργετική ήταν η επίδραση των περιορισμών στην καθιέρωση των ηλεκτρονικών συναλλαγών, εξέλιξη καθοριστική στον περιορισμό της φοροδιαφυγής.
 
• Το μεγαλύτερο μέρος των μεταρρυθμίσεων έχει υλοποιηθεί και έχει αναθερμανθεί η διαδικασία των ιδιωτικοποιήσεων, με σημαντικούς σταθμούς τις συμφωνίες για τον Οργανισμό Λιμένος Πειραιώς και για τα 14 περιφερειακά αεροδρόμια με ευνοϊκότερους όρους για το Ελληνικό Δημόσιο. Φαίνεται πλέον εφικτός ο στόχος για έσοδα 2 δισεκ. ευρώ από ιδιωτικοποιήσεις το 2016 και σωρευτικά για 6,2 δισεκ. ευρώ μέχρι το 2018.

• Η δημιουργία θέσεων εργασίας επιταχύνεται, χωρίς να παραγνωρίζουμε ότι το ποσοστό ανεργίας παραμένει σε δραματικά υψηλά επίπεδα (μείωση του ποσοστού ανεργίας στο 24,2% το Φεβρουάριο, θετικό ισοζύγιο 90 χιλιάδων θέσεων μισθωτής εργασίας τον Απρίλιο του 2016).

• Το σημαντικότερο ίσως όλων είναι η σταδιακή βελτίωση των διαφόρων δεικτών οικονομικού κλίματος και εμπιστοσύνης των επιχειρήσεων και των νοικοκυρών. Σε αυτό έχει συμβάλει το γεγονός ότι έχει πλέον καταστεί σαφές στο εσωτερικό και το εξωτερικό ότι η χώρα τηρεί τις δεσμεύσεις της και είναι αταλάντευτη ως προς τον ευρωπαϊκό της προσανατολισμό.

Τέλος, το ελληνικό τραπεζικό σύστημα έχει πλέον θωρακιστεί. Η επιτυχημένη κεφαλαιακή ενδυνάμωση των τραπεζών το τελευταίο τρίμηνο του 2015 συνέβαλε στο να ανακτηθεί σε σημαντικό βαθμό η εμπιστοσύνη καταθετών και επενδυτών. Ο Δείκτης Κεφαλαίου Κοινών Μετοχών (Common Equity Tier 1 – CET1) των εμπορικών τραπεζών σε ενοποιημένη βάση βελτιώθηκε σημαντικά, ανερχόμενος σε 16,4% το Δεκέμβριο του 2015 (από 13,8% το 2014) και ο Δείκτης Κεφαλαιακής Επάρκειας σε 16,5% (από 14,1% το 2014). Ως εκ τούτου, οι ελληνικές τράπεζες βρίσκονται πλέον σε σημαντικά καλύτερη θέση για να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα των μη εξυπηρετούμενων δανείων και να υποστηρίξουν την παροχή χρηματοδότησης σε βιώσιμα επιχειρηματικά σχέδια των επιχειρήσεων, ώστε να στηριχθεί ενεργά η ανάκαμψη της οικονομίας και να διευκολυνθεί η προσπάθεια ενίσχυσης των εισοδημάτων και καταπολέμησης της ανεργίας.

ΙΙ. Προϋπόθεση για την ανάπτυξη, η χρηματοδοτική στήριξη των επιχειρήσεων

Κυρίες και κύριοι, όπως όλοι πολύ καλά γνωρίζετε, για την εδραίωση και ενίσχυση των θετικών δεικτών και προοπτικών για την ελληνική οικονομία, είναι απαραίτητο να ικανοποιηθούν ορισμένες βασικές προϋποθέσεις, με σημαντικότερη εκείνη που συνδέεται με τη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών. Η ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας προϋποθέτει τη χρηματοδοτική της στήριξη από το εγχώριο τραπεζικό σύστημα και τις διεθνείς κεφαλαιαγορές. Καταλυτικοί παράγοντες για την ενδυνάμωση της απαιτούμενης χρηματοδότησης της οικονομίας μπορεί να είναι η, εκ μέρους των τραπεζών, αποτελεσματική διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων αλλά και η αξιοποίηση από τις επιχειρήσεις εναλλακτικών πηγών χρηματοδότησης.

ΙII. Το πρόβλημα των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων και η ανάγκη διαχείρισής του: ο τομέας του real estate

Η αποτελεσματικότερη διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων αποτελεί αναμφισβήτητα τη σημαντικότερη πρόκληση που καλείται σήμερα να αντιμετωπίσει το εγχώριο τραπεζικό σύστημα. Αυτό εξηγεί και τον κεντρικό ρόλο του εν λόγω ζητήματος στις κατά καιρούς διαπραγματεύσεις με τους εταίρους.

Μια απλή αναφορά καθιστά πρόδηλο το μέγεθος του προβλήματος. Το Δεκέμβριο του 2015, το ποσοστό των δανείων σε καθυστέρηση στην Ελλάδα ανήλθε σε περίπου 36% (από 4,5% το 2007), που είναι το δεύτερο υψηλότερο στην Ευρωπαϊκή Ένωση (μετά από εκείνο της Κύπρου, περίπου 39%) και περίπου εξαπλάσιο του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Αν συμπεριλάβουμε στην περίμετρο των προβληματικών δανείων και τα ανοίγματα αβέβαιης είσπραξης (εμφανίζουν καθυστέρηση μικρότερη των 90 ημερών ή είναι μεν ενήμερα αλλά υπάρχουν ενδείξεις ότι ο οφειλέτης ενδέχεται να μην είναι σε θέση να εκπληρώσει τις δανειακές του υποχρεώσεις – unlikely to pay), τότε το ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων ανέρχεται σε περίπου 44% ή 108 δισεκ. ευρώ.

Η εικόνα των κλάδων κατασκευών και διαχείρισης ακίνητης περιουσίας

Κυρίες και κύριοι, επιτρέψτε μου μια ξεχωριστή αναφορά για την εικόνα των κλάδων της αγοράς ακινήτων.

Οι κλάδοι των κατασκευών και της διαχείρισης ακίνητης περιουσίας αντιπροσωπεύουν περίπου το 16% της συνολικής τραπεζικής χρηματοδότησης προς τις επιχειρήσεις. Η ποιότητα του εν λόγω χαρτοφυλακίου εμφανίζεται χειρότερη σε σύγκριση με το μέσο όρο όλων των κλάδων. Σύμφωνα με στοιχεία τέλους 2015, από δάνεια ύψους περίπου 24 δισεκ. ευρώ που έχουν χορηγηθεί προς επιχειρήσεις των δύο προηγούμενων κλάδων, περισσότερα από τα μισά (54%) καταγράφονται ως μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα. Αυτά επιμερίζονται περίπου ισόποσα (1/3 δηλαδή) σε: (α) δάνεια που εξυπηρετούνται μεν κανονικά μέχρι στιγμής, ωστόσο εκτιμάται από τις τράπεζες ότι έχουν αυξημένες πιθανότητες να εμφανίσουν πρόβλημα άμεσα (δάνεια αβέβαιης είσπραξης), (β) δάνεια σε καθυστέρηση, και (γ) σε καταγγελμένα δάνεια.

Οι τράπεζες και οι επιχειρήσεις του κλάδου έχουν ήδη συνομολογήσει ρυθμίσεις για δάνεια ύψους περίπου 4 δισεκ. ευρώ, για τα οποία ένα σχετικά μεγάλο ποσοστό εμφανίζει εκ νέου πρόβλημα, ενώ οι τράπεζες έχουν σχηματίσει προβλέψεις ύψους περίπου 6 δισεκ. ευρώ.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό των δανείων προς τους κλάδους των κατασκευών και της διαχείρισης ακίνητης περιουσίας είναι ότι το 75% περίπου των περιπτώσεων αφορά δάνεια ύψους άνω του 1 εκατ. ευρώ, για περίπου 4 χιλιάδες επιχειρήσεις που ανήκουν στην κατηγορία αυτή. Οι επιχειρήσεις αυτές φαίνεται να εμφανίζουν καλύτερη συμπεριφορά ως προς την εξυπηρέτηση των δανειακών τους υποχρεώσεων συγκριτικά με εκείνες που έχουν έκθεση σε δανεισμό μικρότερου ύψους. Με άλλα λόγια, οι επιχειρήσεις μικρότερου μεγέθους είναι πιο ευάλωτες. Επιπρόσθετα, συγκριτικά λίγες είναι οι περιπτώσεις επιχειρήσεων που έχουν μεγάλα ανοίγματα σε δύο ή περισσότερες τράπεζες, γεγονός που διευκολύνει την συμφωνία μεταξύ τραπεζών και επιχειρήσεων σε βιώσιμες αναδιαρθρώσεις.

Οι προηγούμενες εξελίξεις στους κλάδους των ακινήτων είναι φυσικά συνδεδεμένες με τις πιέσεις στις εμπορικές αξίες και τα μισθώματα τόσο των οικιστικών όσο και των επαγγελματικών ακινήτων, οι οποίες συνεχίστηκαν το 2015 και το α΄ τρίμηνο του 2016, αν και με μικρότερη ένταση σε σχέση με τα προηγούμενα έτη. Ενδεικτικά, για το σύνολο του 2015, οι τιμές των διαμερισμάτων μειώθηκαν με μέσο ετήσιο ρυθμό 5,0%, έναντι μείωσης κατά 7,5% το 2014. Σωρευτικά, οι τιμές των διαμερισμάτων, σε ονομαστικούς όρους, μειώθηκαν κατά 41,3% από το 2008 (μέσο επίπεδο) έως το α΄ τρίμηνο του 2016 (-44,3% σε πραγματικούς όρους). Όσον αφορά τον κλάδο των επαγγελματικών ακινήτων, με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία που συλλέγονται στην Τράπεζα της Ελλάδος από τις Ανώνυμες Εταιρίες Επενδύσεων Ακίνητης Περιουσίας (ΑΕΕΑΠ) και τα πιστωτικά ιδρύματα, το 2015 οι αγοραίες αξίες των γραφειακών χώρων υψηλών προδιαγραφών παρέμειναν σχεδόν αμετάβλητες, ενώ οι αντίστοιχες τιμές καταστημάτων παρουσίασαν μείωση περίπου 3,5% για το σύνολο της χώρας. Σωρευτικά από το 2010 έως το τέλος του 2015 που υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία, οι ονομαστικές αξίες των γραφειακών χώρων και των καταστημάτων υψηλών προδιαγραφών για το σύνολο της χώρας υποχώρησαν περίπου κατά 30%.

IV. Έχει πλέον διαμορφωθεί το κατάλληλο θεσμικό πλαίσιο για την αποτελεσματική διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων

Επανερχόμενος στο πρόβλημα των «κόκκινων δανείων» είναι προφανές ότι η διαμόρφωση του ποσοστού των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων σε ένα τόσο υψηλό επίπεδο αποτελεί τροχοπέδη τόσο στη λειτουργία του εγχώριου τραπεζικού συστήματος όσο και στην επιχειρηματική δραστηριότητα γενικότερα:

• Μειώνει τα έσοδα των τραπεζών και επιτείνει την ανάγκη σχηματισμού προβλέψεων για τον πιστωτικό κίνδυνο, αυξάνοντας τα επιτόκια δανεισμού.

• Περιορίζει τη ρευστότητα των τραπεζών (μέσω των μειωμένων αποπληρωμών), στερώντας πολύτιμους πόρους για τη χρηματοδότηση νέων επενδυτικών σχεδίων.

• Δυσχεραίνει την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης καταθετών και επενδυτών στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα, αυξάνοντας το κόστος χρηματοδότησης.

Η διεθνής εμπειρία έχει δείξει ότι η άμεση αναγνώριση του προβλήματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων και η αποφασιστική λήψη μέτρων για την αντιμετώπισή του αποφέρει σημαντικά οφέλη μεσοπρόθεσμα. Δεν αφορά μόνο τη λογιστική βελτίωση των ισολογισμών των τραπεζών, αλλά αποτελεί σημαντική πηγή χρηματοδότησης της οικονομίας και εργαλείο ενός ευρύτερου στρατηγικού πλαισίου ανασυγκρότησης των κλάδων της. Μέσω της αναδιάρθρωσης των προβληματικών δανείων, θα μπορέσουν οι τράπεζες να ενισχύσουν τις βιώσιμες επιχειρήσεις είτε με χορήγηση νέων πιστώσεων είτε με την αποτελεσματική αναδιάρθρωση των υπαρχόντων δανείων τους, δίνοντάς τους έτσι την ευκαιρία μιας νέας αναπτυξιακής προοπτικής. Προς τούτο είναι απαραίτητη η μελέτη βιωσιμότητας, η δημιουργία ειδικών εργαλείων αναδιάρθρωσης της επιχειρηματικής μόχλευσης καθώς και η ανάπτυξη και αξιοποίηση μιας ενεργούς δευτερογενούς αγοράς δανείων.

Οι ενέργειες της Πολιτείας και της Τράπεζας της Ελλάδος τους τελευταίους μήνες κινούνται προς αυτή την κατεύθυνση με στόχο τη διασφάλιση μακροπρόθεσμων λύσεων για τις βιώσιμες επιχειρήσεις. Στην προσπάθεια αυτή, οφείλουμε να αναζητήσουμε τη χρυσή τομή ανάμεσα στην οικονομική αποτελεσματικότητα και την προστασία του παραγωγικού ιστού της χώρας και φυσικά των ευάλωτων κοινωνικών ομάδων.

Ειδικότερα, η Πολιτεία έχει προβεί σε σειρά ενεργειών για την άμβλυνση των εμποδίων στο θεσμικό πλαίσιο διαχείρισης των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Μεταξύ των ενεργειών αυτών, προχώρησε στη διαμόρφωση μιας εθνικής στρατηγικής για τη διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων στο πλαίσιο της οποίας προβλέπονται: επιτάχυνση των διαδικασιών στα Ειρηνοδικεία και Πρωτοδικεία, επιτάχυνση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης, νέος τρόπος κατάταξης των δανειστών έτσι ώστε όσοι έχουν εμπράγματη εξασφάλιση να έχουν ποσοστό 65% στη διανομή, απλοποίηση στις διαδικασίες εξυγίανσης και ειδικής εκκαθάρισης επιχειρήσεων, ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων νοικοκυριών, ρύθμιση ζητημάτων που σχετίζονται με τη φορολογική αντιμετώπιση συγκεκριμένων ρυθμίσεων και κυρίως διαγραφών δανείων, θέσπιση νομοθεσίας για τη δημιουργία μιας ενεργούς δευτερογενούς αγοράς δανείων.

Παράλληλα, η Τράπεζα της Ελλάδος, σε συνεργασία με τα αρμόδια υπουργεία, έχει αναλάβει σημαντικές πρωτοβουλίες για τη διαμόρφωση του κατάλληλου θεσμικού πλαισίου και την εφαρμογή της εθνικής στρατηγικής για τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια. Ειδικότερα, με την Πράξη Εκτελεστικής Επιτροπής 42/2014 υποχρέωσε τις τράπεζες:

• να καθιερώσουν οργανωτικά ανεξάρτητη μονάδα διαχείρισης των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων,
 
• να θεσπίσουν σαφή στρατηγική διαχείρισης αυτών των ανοιγμάτων,

• να κατηγοριοποιήσουν τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια στο χαρτοφυλάκιό τους με βάση σαφή κριτήρια και χαρακτηριστικά,

• να αναπτύξουν τύπους ρύθμισης για κάθε κατηγορία μη εξυπηρετούμενων δανείων και να προβούν στην καλύτερη αξιολόγηση της οικονομικής κατάστασης των δανειοληπτών,

• να μεριμνήσουν ώστε η υλοποίηση της διαχείρισης να υποστηρίζεται από τα κατάλληλα μηχανογραφικά συστήματα, διαδικασίες και συστήματα διοικητικής πληροφόρησης,

• να παρέχουν αυξημένη πληροφόρηση προς την Τράπεζα της Ελλάδος όσον αφορά τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα (συνολικά, αλλά και ανά κατηγορία και κλάδο), συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών σχετικά με τους τύπους ρυθμίσεων και διευθετήσεων και τις ενέργειες διαχείρισης των καταγγελμένων απαιτήσεων.

Επιπρόσθετα, η Τράπεζα της Ελλάδος εξέδωσε τον Κώδικα Δεοντολογίας για τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, η πορεία εφαρμογής του οποίου παρακολουθείται κάθε τρίμηνο. Μέσω του Κώδικα, τράπεζες και δανειολήπτες, σταθμίζοντας τα οφέλη και τις συνέπειες εναλλακτικών λύσεων, μπορούν να συμφωνήσουν στην καταλληλότερη, κατά περίπτωση, λύση. Επίσης, κατ’ εφαρμογή του ν. 4354/2015, η Τράπεζα της Ελλάδος θέσπισε ένα αυστηρό ρυθμιστικό πλαίσιο αδειοδότησης και εποπτείας των εταιριών διαχείρισης ή/και μεταβίβασης απαιτήσεων από δάνεια σε καθυστέρηση. Τέλος, προχώρησε στη σύσταση Γραφείου Συντονισμού για την παρακολούθηση της προόδου σχεδιασμού και υλοποίησης της εθνικής στρατηγικής για τη διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, ενώ συμμετέχει και στο συντονιστικό μηχανισμό για την αντιμετώπιση των οφειλετών με μεγάλα δημόσια και ιδιωτικά χρέη (από κοινού με τα αρμόδια υπουργεία και τη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων).
 
Θετική συνεισφορά στην κατεύθυνση της αντιμετώπισης του προβλήματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων εκτιμάται ότι θα έχει και η υποχρέωση των τραπεζών να επιτυγχάνουν συγκεκριμένους επιχειρησιακούς στόχους ως προς τη διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων τους (π.χ. ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων δανείων ανά τρίμηνο, ποσοστό μακροπρόθεσμων ρυθμίσεων). Τους στόχους αυτούς θα θέσει η Τράπεζα της Ελλάδος σε τριμηνιαία βάση (από τον Σεπτέμβριο του 2016) μετά από διαβούλευση με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, λαμβάνοντας υπόψη τις προτάσεις των ίδιων των εμπορικών και συνεταιριστικών τραπεζών.

Είναι αυτονόητο ότι ο προαναφερόμενος σχεδιασμός από μόνος του δεν εγγυάται την επιτυχία. Πρέπει και οι τράπεζες με αποφασιστικότητα να εφαρμόσουν τα συμφωνημένα προγράμματα αναδιάρθρωσής τους τα οποία απελευθερώνουν ρευστότητα και εποπτικά κεφάλαια και βοηθούν σημαντικά στην επιστροφή τους στις αγορές. Να αναλάβουν άμεσα πρωτοβουλίες για την μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και να εφαρμόσουν το επιχειρησιακό τους σχέδιο με συγκεκριμένες δράσεις και χρονοδιαγράμματα. Στο πλαίσιο αυτό, οι τράπεζες πρέπει:

• να δώσουν έμφαση σε ρυθμίσεις μακροπρόθεσμου χαρακτήρα, καθώς η τρέχουσα πρακτική βραχυπρόθεσμων ρυθμίσεων οδηγεί σε παράταση του προβλήματος και δεσμεύει πολύτιμους παραγωγικούς πόρους,

• να αντιμετωπίσουν με συντονισμένο τρόπο τις περιπτώσεις των κοινών πιστούχων, ιδίως δε εκείνων με μεγάλα υπόλοιπα μη εξυπηρετούμενων δανείων,

• να συνεισφέρουν τεχνογνωσία στην αναδιάρθρωση βιώσιμων επιχειρήσεων, με αλλαγές στη δομή, στον επιχειρηματικό σχεδιασμό και, όπου είναι αναγκαίο, στη διοίκηση των επιχειρήσεων,

• να ενισχύσουν τις διαδικασίες εσωτερικού ελέγχου τους, ώστε να διασφαλίζουν την ίση μεταχείριση και τη διαφάνεια στην αντιμετώπιση των δανειοληπτών.

Παράλληλα, οι τράπεζες οφείλουν να ενθαρρύνουν και να στηρίξουν έμπρακτα επενδύσεις σε νέες καινοτόμες δραστηριότητες και στρατηγικούς κλάδους της οικονομίας με εξαγωγικό προσανατολισμό, συμβάλλοντας στην αλλαγή του παραγωγικού προτύπου.

V. Η αξιοποίηση εναλλακτικών πηγών χρηματοδότησης

Είναι γεγονός ότι όσο θα ενισχύεται σταδιακά η εμπιστοσύνη των επενδυτών στις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, οι εγχώριες επιχειρήσεις θα αποκτούν μεγαλύτερες δυνατότητες πρόσβασης στην τραπεζική χρηματοδότηση, η οποία, εκ των πραγμάτων θα είναι σχετικά περιορισμένη τα επόμενα τρίμηνα, αφενός λόγω των δεσμεύσεών τους για μείωση του ενεργητικού τους στο πλαίσιο της εφαρμογής των σχεδίων αναδιάρθρωσής τους και αφετέρου λόγω της μεγάλης εξάρτησής τους ως προς τη χρηματοδότηση μέσω του Ευρωσυστήματος. Επομένως, προβάλλει επιτακτική η ανάγκη αναζήτησης εναλλακτικών πηγών χρηματοδότησης πέρα από τον τραπεζικό δανεισμό.

Στην κατεύθυνση αυτή θετικά θα συμβάλουν διάφορες παρεμβάσεις και πρωτοβουλίες που λαμβάνουν χώρα σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Επετρέψτε μου να αναφερθώ επιγραμματικά σε αυτές.

α) ‘Όσον αφορά τη νομισματική πολιτική, η ΕΚΤ με πιο πρόσφατο το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης (quantitative easing - QE) μέσω της αγοράς χρεογράφων (κρατικών ομολόγων, καλυμμένων ομολογιών και άλλων ομολόγων) από το Ευρωσύστημα, έχει βελτιώσει σημαντικά τις συνθήκες ρευστότητας στη ζώνη του ευρώ. Οι αγορές κρατικών ομολόγων και καλυμμένων ομολογιών από την ΕΚΤ στο πλαίσιο της εφαρμογής του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης, έφθασαν πλέον συνολικά περίπου στα €750 δισεκ. ευρώ με μηνιαίο πλέον ύψος στα 80 δισεκ. ευρώ. Μέσω των ενεργειών αυτών έχουν δημιουργηθεί συνθήκες ιδιαίτερα χαμηλών επιτοκίων, τα οποία διευκολύνουν την άντληση κεφαλαίων από τις κεφαλαιαγορές. Η αναμενόμενη συμμετοχή της Ελλάδος στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ μπορεί να δώσει άμεση ρευστότητα στην ελληνική οικονομία ύψους περίπου 2,4 δισεκ. Ευρώ (ή 3,7 δισεκ. μετά τα μέσα Ιουλίου).

β) Η εμπιστοσύνη προς τον τραπεζικό τομέα ενισχύεται μέσω της ολοκλήρωσης της πορείας προς την Τραπεζική Ένωση (Banking Union). Ήδη έχουν ολοκληρωθεί δύο σημαντικοί πυλώνες της, με τη λειτουργία του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού από το Νοέμβριο του 2014 και την ανάληψη από την ΕΚΤ της εποπτείας των σημαντικότερων τραπεζών της ζώνης του ευρώ, και με την πρόσφατη ενεργοποίηση (από την 1η Ιανουαρίου 2016) του Ενιαίου Μηχανισμού Εξυγίανσης, ο οποίος έχει στόχο να διασφαλίσει ότι, σε περίπτωση σοβαρών δυσκολιών, η εξυγίανση τραπεζών θα συνεπάγεται το ελάχιστο δυνατό κόστος για τους φορολογούμενους. Παράλληλα, συνεχίζονται με εντατικό ρυθμό οι διαβουλεύσεις για τη δημιουργία σε τρία στάδια έως το 2024 του Ενιαίου Ευρωπαϊκού Συστήματος Εγγύησης Καταθέσεων, μετά από σχετική πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής το περασμένο Νοέμβριο. Σε εξέλιξη βρίσκονται και οι διεργασίες για την Ένωση των Κεφαλαιαγορών (Capital Markets Union) σε επίπεδο ΕΕ, ώστε να περιοριστεί ο κατακερματισμός των χρηματοπιστωτικών αγορών και να διευκολυνθεί η πρόσβαση των επιχειρήσεων στις αγορές κεφαλαίων.

γ) Για πιο άμεσα αποτελέσματα, δεν πρέπει να παραγνωρίζεται η δυνατότητα αξιοποίησης των προγραμμάτων συγχρηματοδότησης δανείων και εγγυοδοσίας με πόρους των Διαρθρωτικών Ταμείων της ΕΕ και της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων. Αξίζει να αναφερθεί η επιτυχημένη ολοκλήρωση των προγραμμάτων ΕΣΠΑ της περιόδου 2007-13 όπου η Ελλάδα πέτυχε το υψηλότερο ποσοστό απορρόφησης μεταξύ των 28 κρατών-μελών της ΕΕ, ενώ για φέτος έχουν ήδη δημοσιευθεί προσκλήσεις δράσεων ύψους περίπου 4 δισεκ. ευρώ (από τα 26 δισεκ. ευρώ του ΕΣΠΑ για την περίοδο μέχρι το 2020). Παράλληλα, οι δαπάνες του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων εκτιμάται ότι θα προσεγγίσουν τα 7 δισεκ. ευρώ, με το τελικό ποσό να αυξάνεται σημαντικά μέσω της μόχλευσης από τον ιδιωτικό τομέα.

Τέλος, οι ελληνικές επιχειρήσεις αναμένεται να επωφεληθούν και από τις δυνατότητες που παρέχει το Ευρωπαϊκό Ταμείο Στρατηγικών Επενδύσεων (ΕFSI - γνωστό ως πακέτο Γιούνκερ, ύψους 35 δισεκ. ευρώ σε ευρωπαϊκό επίπεδο), καθώς η χώρα έχει ήδη παρουσιάσει κατάλογο με 42 έργα προς χρηματοδότηση συνολικού προϋπολογισμού 5,4 δισεκ. ευρώ, ενώ έχει ήδη εγκριθεί η χρηματοδότηση για το πρώτο έργο ελληνικής επιχείρησης ύψους 15 εκατ. ευρώ. Το ήμισυ περίπου των κεφαλαίων του προγράμματος αυτού θα χρηματοδοτήσει επενδύσεις στον κλάδο της ενέργειας και τα υπόλοιπα υποδομές μεταφορών, τεχνολογίες πληροφοριών και επικοινωνίας, έρευνα και καινοτομία, ίδρυση ή επαναλειτουργία βιομηχανικών μονάδων, καθώς και επενδύσεις στον τουρισμό.

Τομείς και κλάδοι με δυνατότητες αξιοποίησης των εναλλακτικών πηγών χρηματοδότησης

Σε σχέση με τις προοπτικές αξιοποίησης των εν λόγω συγχρηματοδοτούμενων προγραμμάτων, αξίζει να τονιστεί ότι η Ελλάδα έχει σημαντικές δυνατότητες ανάπτυξης στους επιλέξιμους από τα προγράμματα αυτά τομείς. Ενδεικτικά, όσον αφορά τον τουρισμό, οι επιδόσεις του οποίου ήταν καθοριστικής σημασίας στην καλύτερη της αναμενόμενης επίδοση της οικονομίας τα τελευταία έτη, οι προοπτικές είναι μεγάλες, καθώς ο κλάδος παραμένει στο επίκεντρο του διεθνούς επενδυτικού ενδιαφέροντος. Οι επενδύσεις σε τουριστικές μονάδες υψηλών προδιαγραφών, αλλά και σε νέα τουριστικά προϊόντα όπως εκείνα της τουριστικής κατοικίας και των μονάδων ειδικού τουρισμού (ιατρικός, αθλητικός, συνεδριακός τουρισμός κτλ), στις οποίες έχει περιορισμένο απόθεμα η χώρα μας αναμένεται να ενταθούν τα επόμενα έτη για να καλύψουν την μεγάλη διεθνή ζήτηση τέτοιων καταλυμάτων. Οι ενέργειες αυτές θα συμβάλουν στην αναβάθμιση του τουριστικού προϊόντος, στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας των ελληνικών τουριστικών υπηρεσιών έναντι των αντίστοιχων που προσφέρονται από άλλες χώρες και κατ’ επέκταση στην αύξηση της προστιθέμενης αξίας του κλάδου μέσω επιμήκυνσης της τουριστικής περιόδου, και αύξησης της δυναμικότητας για υποδοχή περισσότερων τουριστών υψηλών εισοδημάτων κατά τις περιόδους αιχμής.

Εκτός του τουρισμού, σημαντικές επενδύσεις για τις οποίες υπάρχει προσφορά κεφαλαίων συνδέονται και με τη δημιουργία ολοκληρωμένων δικτύων αποθήκευσης και μεταφοράς προϊόντων και πρώτων υλών. Η στρατηγική θέση της Ελλάδος την καθιστά γέφυρα εμπορίου. Αυτός ο ρόλος άρχισε να αναδεικνύεται την τελευταία εξαετία με τη ραγδαία ανάπτυξη της διακίνησης εμπορευμάτων από το λιμάνι του Πειραιά, στην οποία συνέβαλε η παρουσία ξένων στρατηγικών επενδυτών. Η ευρύτερη ανάδειξη της Ελλάδος ως διαμετακομιστικού κέντρου της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, μέσω της ενίσχυσης του τομέα της εφοδιαστικής αλυσίδας, των logistics και των δικτύων μεταφορών, μπορεί και πρέπει να αποτελέσει στρατηγικό στόχο για την οικονομική ανάπτυξη.

Στο πλαίσιο αυτό, είναι επιβεβλημένη η άμεση δρομολόγηση και ολοκλήρωση των έργων υποδομής που θα υποστηρίξουν τα δίκτυα μεταφορών αλλά και η αξιοποίηση και ανάπτυξη των υπόλοιπων σημαντικών λιμένων της χώρας. Παράλληλα, βαρύτητα θα πρέπει να δοθεί στην ανάπτυξη επιχειρηματικών και βιομηχανικών πάρκων και εξαγωγικών εμπορευματικών κέντρων, όπως του Θριασίου, το οποίο μπορεί να λειτουργήσει συμπληρωματικά και ενισχυτικά προς το λιμάνι του Πειραιά. Η ανάπτυξη συνεργειών θα οδηγήσει σε οικονομίες κλίμακας, θα διευκολύνει τη μεταφορά τεχνογνωσίας, θα προωθήσει την καινοτομία και θα ενισχύσει την εξωστρέφεια της οικονομίας. Ζητούμενο πάντως είναι, παρά την πρόοδο που έχει επιτευχθεί, η επίλυση ουσιαστικών και χρόνιων ζητημάτων που σχετίζονται με την απουσία χωροταξικού σχεδιασμού, τις χρήσεις γης, τις γραφειοκρατικές διαδικασίες εκδόσεων αδειών κ.τ.λ. Η πρόσφατη φορολογική επιβάρυνση της αγοράς ακινήτων και των χρηματοδοτικών εργαλείων γύρω από αυτήν αποτελεί ένα ακόμα αρνητικό σοκ για τον κλάδο.

Κυρίες και κύριοι, στην ανατροφοδοτούμενη διαδικασία ζήτησης και προσφοράς πιστώσεων, σημαντική συμβολή μπορεί να έχει και η αποτελεσματική και διαφανής αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας η οποία περνά πλέον μέσα από το νέο Υπερταμείο, την Ελληνική Εταιρεία Συμμετοχών και Περιουσίας, με προίκα το Ταμείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου (ΤΑΙΠΕΔ), το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ), την Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου (ΕΤΑΔ) στην οποία θα μεταβιβαστούν κατά κυριότητα και διαχείριση περίπου 70 χιλ. ακίνητα του Δημοσίου, αλλά και την Εταιρεία Δημοσίων Συμμετοχών (ΕΔΗΣ) με τις σημαντικότερες ΔΕΚΟ. Το νέο σχήμα, μπορεί να δώσει νέα αναπτυξιακή δυναμική στο πρόγραμμα των αποκρατικοποιήσεων, καθώς έχουν επαναπροσδιοριστεί οι στόχοι με βάση τις εμπειρίες των τελευταίων ετών αλλά και τα επικαιροποιημένα δεδομένα της ελληνικής οικονομίας και της αγοράς. Μέσω της Εταιρείας Συμμετοχών και Περιουσίας, με άξονα την διαφάνεια και το δημόσιο συμφέρον, μπορούν να αναζητηθούν νέα σχήματα συνεργασίας με τον ιδιωτικό τομέα, να διασφαλιστεί η επιτάχυνση και η αποτελεσματικότητα των διαδικασιών, μεγιστοποιώντας τα οφέλη για την οικονομία αλλά και τις τοπικές κοινωνίες. Μπορεί πραγματικά να αποτελέσει ένα νέο σύγχρονο αναπτυξιακό εργαλείο χρηματοδότησης των επενδύσεων.

VI. Σύνοψη – συμπεράσματα

Αγαπητοί φίλοι,

Συνοψίζοντας, θα ήθελα και πάλι να επισημάνω ότι η ελληνική οικονομία έδειξε εξαιρετική ανθεκτικότητα στις πιέσεις και την έντονη αβεβαιότητα των τελευταίων ετών διαψεύδοντας θετικά όλες τις προβλέψεις. Έχουν πλέον αντιμετωπιστεί οι βασικές μακροοικονομικές ανισορροπίες, η πτωτική πορεία της οικονομίας έχει ανακοπεί και έχουν δημιουργηθεί οι κατάλληλες προϋποθέσεις για την άμεση επιστροφή της σε μία δυναμική αναπτυξιακή τροχιά βασισμένη κυρίως στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης και τη σταδιακή άνοδο των επενδύσεων, στη σταθεροποίηση και ανάκαμψης της ιδιωτικής κατανάλωσης, στις επιδόσεις του τουριστικού κλάδου αλλά και στη θετική συμβολή του εξωτερικού τομέα της οικονομίας. Η κατάθεση και ψήφιση του νέου αναπτυξιακού νόμου εκτιμάται ότι θα συμβάλλει στην εμπέδωση ενός σταθερού πλαισίου για τις καινοτόμες και εξωστρεφείς επιχειρήσεις, καθώς και στην αξιοποίηση του εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού που διαθέτει η χώρα.

Η αποτελεσματική ενασχόληση όλων των εμπλεκόμενων μερών, με διάθεση συνεργασίας, διαφάνεια και κοινωνική ευαισθησία μπορεί να γεφυρώσει το κενό που εντοπίζει με τον τίτλο της η σημερινή εκδήλωση «bridging the gap» και να δώσει την ευκαιρία στην ελληνική οικονομία να επωφεληθεί από τα θετικά γεγονότα που θα ακολουθήσουν. Μεταξύ αυτών των θετικών εξελίξεων που αναμένονται, ενδεικτικά αναφέρω, την άμεση επαναφορά του waiver με τη δυνατότητα επανένταξης των ελληνικών τίτλων στις αποδεκτές από το Ευρωσύστημα εξασφαλίσεις, που θα έχει ως αποτέλεσμα να μειωθεί σημαντικά το κόστος δανεισμού των τραπεζών και κατ’ επέκταση των επιχειρήσεων, τη συμμετοχή των ελληνικών κρατικών ομολόγων στο πρόγραμμα της ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ, την αποπληρωμή μέρους των οφειλών του δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα, την περαιτέρω χαλάρωση των περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων και φυσικά τη θετική τουριστική περίοδο που για τέταρτη συνεχή χρονιά αναμένεται να καταρρίψει τα προηγούμενα δικά της αριθμητικά δεδομένα.

Η συζήτηση που ξεκινά για την αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους είναι ασφαλώς ένα ακόμα θετικό σοκ για την προσέλκυση επενδύσεων και την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας. Μία ρύθμιση για το χρέος που θα απομακρύνει οριστικά την αβεβαιότητα ως προς την μακροχρόνια και αντικειμενική βιωσιμότητά του, θα διευκολύνει τόσο την προσέλκυση επενδυτών με μακροχρόνιο ορίζοντα, όσο και την πρόσβαση του δημοσίου και των ελληνικών επιχειρήσεων στις αγορές για την άντληση κεφαλαίων. Επίσης, θα οδηγήσει στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των καταθετών, επιταχύνοντας έτσι το ρυθμό επιστροφής των καταθέσεων στο εγχώριο τραπεζικό σύστημα και βελτιώνοντας τη δυνατότητα των τραπεζών να χρηματοδοτούν την πραγματική οικονομία.

Κυρίες και κύριοι, η συγκυρία που διαμορφώνεται μετά την επιτυχή αξιολόγηση του προγράμματος και τα θετικά σοκ που αναμένεται να ακολουθήσουν, είναι μοναδική για το γύρισμα της οικονομίας σε αναπτυξιακή τροχιά και δεν πρέπει με κανένα τρόπο ως κοινωνία να την χάσουμε. Πρέπει από κοινού όλες οι πλευρές, γρήγορα και συντονισμένα να λειτουργήσουμε προς την ίδια κατεύθυνση της αξιοποίησης της θετικής συγκυρίας που διαμορφώνεται μπροστά μας, με άξονες την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης, τις επενδύσεις, τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας αλλά και τη στήριξη των πιο ευάλωτων ομάδων. Μπορεί οι συνθήκες στο εσωτερικό και εξωτερικό περιβάλλον να είναι καλύτερες από ό,τι ήταν έξι μήνες ή ένα χρόνο πριν, αλλά οι κίνδυνοι παραμένουν υπαρκτοί. Η προσφυγική κρίση και το επερχόμενο δημοψήφισμα στη Μεγάλη Βρετανία αποτελούν τις άμεσες προκλήσεις, ενώ μια ενδεχόμενη μεγαλύτερη του αναμενόμενου επιβράδυνση στις αναπτυσσόμενες οικονομίες θα μπορούσε να επιβαρύνει δυσανάλογα τις ευάλωτες χώρες, όπως η Ελλάδα.

Η αποτελεσματικότερη διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων χωρίς προκαταλήψεις και υπερβολές στη βάση του πλαισίου που έχει ήδη διαμορφωθεί, η αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας στα πλαίσια του νέου υπερταμείου, και τα διαθέσιμα ευρωπαϊκά προγράμματα και πρωτοβουλίες μπορούν να αποτελέσουν τις πηγές χρηματοδότησης που τόσο έχει ανάγκη η ελληνική οικονομία και οι επιχειρήσεις. Μόνο με τον τρόπο αυτό θα κατορθώσουμε να ξαναχτίσουμε τον παραγωγικό ιστό της οικονομίας και να διασφαλίσουμε την απασχόληση και την κοινωνική συνοχή.

Φίλες και φίλοι, πραγματικά πιστεύω ότι ως κοινωνία και οικονομία, παρά τα προβλήματα που εξακολουθούν να υπάρχουν με κυρίαρχο αυτό της φορολογίας, βρισκόμαστε μπροστά από μία θετική και αισιόδοξη καμπή, και αυτό ακριβώς θέλω να είναι το μήνυμα της δικής μου σημερινής παρέμβασης. Ας μην εγκαταλείψουμε τώρα την προσπάθεια αυτή.

Σας ευχαριστώ πολύ για την προσοχή σας.

 

 

 

 

 

​​ 
Αυτό το website χρησιμοποιεί cookies για την βελτιστοποίηση της εμπειρίας σας. Μάθετε περισσότερα
Αποδέχομαι