EN

Ομιλίες

Ομιλία του Διοικητή της ΤτΕ κ. Γ. Στουρνάρα με θέμα:«Σύνδεση ΑΕΙ, Ερευνητικών Κέντρων και Επιχειρήσεων στην Ελλάδα: Παρόν και Μέλλον» στην Εσπερίδα της ΠΡΩ.ΠΑΙΔΕΙ.Α με θέμα:«ΑΕΙ, Έρευνα, Καινοτομία Επιχειρηματικότητα και Ανάπτυξη» στην Τράπεζα της Ελλάδος

23/05/2017 - Ομιλίες

                                   Ομιλία του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος
κ. Γιάννη Στουρνάρα 
με θέμα: «Σύνδεση ΑΕΙ, Ερευνητικών Κέντρων και Επιχειρήσεων στην
Ελλάδα: Παρόν και   Μέλλον»

στην Εσπερίδα της Πρωτοβουλίας για Παιδεία και Ανάπτυξη
(ΠΡΩ.ΠΑΙΔΕΙ.Α)
με θέμα: «ΑΕΙ, Έρευνα, Καινοτομία Επιχειρηματικότητα και Ανάπτυξη»

στην Τράπεζα της Ελλάδος



Αθήνα, 23 Μαΐου 2017

Η συμβολή της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην ανάπτυξη και την απασχόληση μπορεί να ενισχυθεί με την αποτελεσματική σύνδεση της έρευνας, της εκπαίδευσης και της καινοτομίας, δηλαδή των τριών πλευρών του «τριγώνου της γνώσης». Ο ελληνικός ερευνητικός ιστός, παρόλο που έχει κατακτήσει υψηλές θέσεις στην ευρωπαϊκή και παγκόσμια κατάταξη, παραμένει ουσιαστικά αναξιοποίητος, τόσο για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας όσο και για την αναστροφή του έντονου, κατά τα τελευταία χρόνια, μεταναστευτικού κύματος αξιόλογου ανθρώπινου κεφαλαίου (brain drain) (1). Είναι επομένως αναγκαία η αναδιάρθρωση και περαιτέρω εξέλιξή του.

Α) Δείκτες Έρευνας και Καινοτομίας

Οι προσπάθειες της Ελλάδας να κινητοποιήσει τους βασικούς οικονομικούς πρωταγωνιστές, μέσα από την ενίσχυση των υφιστάμενων και τη συγκρότηση νέων υποδομών έρευνας και καινοτομίας και τη χρηματοδοτική στήριξη της έρευνας στο δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, είχαν ως αποτέλεσμα τη μερική βελτίωση των επιδόσεων της χώρας. Οι συνολικές δαπάνες για έρευνα και ανάπτυξη (Ε&Α) στην Ελλάδα το 2015 αυξήθηκαν κατά 13,1%, σε σχέση με το 2014, με αποτέλεσμα το ποσοστό των δαπανών Ε&Α επί του ΑΕΠ (Δείκτης «Έντασης Ε&Α») να αγγίξει το 0,96%. Παρόλ’ αυτά, δεν μειώθηκε η απόσταση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ο οποίος αυξήθηκε στο 2,03% το 2015 (2). Αυτό κατατάσσει την Ελλάδα στη 16η θέση μεταξύ των χωρών της ΕΕ-28.

Όσον αφορά τη δομή του συστήματος έρευνας και καινοτομίας, το συνολικό προσωπικό σε Ε&Α στην Ελλάδα το 2015 ήταν περίπου 50.000 (1,4% της συνολικής απασχόλησης), με τη μεγάλη πλειονότητα αυτών να απασχολείται στον τομέα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (περίπου το 56%) (3). Ο ρόλος του κράτους είναι κυρίαρχος, τόσο σε όρους διεξαγωγής Ε&Α όσο και σε όρους χρηματοδότησης. Αντίθετα, η συμβολή του τομέα των επιχειρήσεων στις συνολικές εθνικές δαπάνες Ε&Α υστερεί σημαντικά σε σύγκριση με άλλες χώρες, καθώς ανερχόταν σε μόλις 0,32% του ΑΕΠ το 2015 σε σύγκριση με περίπου 1,3% στην ΕΕ.

Σημαντική ερευνητική δραστηριότητα έχουν οι φορείς τριτοβάθμιας και μεταδευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (δαπάνη ύψους 643,8 εκατ. ευρώ το 2015), που διεξάγεται κυρίως με δημόσια χρηματοδότηση (71%), κύρια πηγή της οποίας είναι ο τακτικός προϋπολογισμός και τα προγράμματα ΕΣΠΑ. Όσον αφορά τη χρηματοδότηση από το εξωτερικό, η κύρια πηγή είναι τα ανταγωνιστικά προγράμματα Ε&Α της ΕΕ (13%).

Ο εγχώριος τομέας Έρευνας, Τεχνολογικής Ανάπτυξης και Καινοτομίας (Ε.ΤΑ.Κ) έχει να επιδείξει ορισμένα ισχυρά σημεία όπως: καλές επιδόσεις στα συγχρηματοδοτούμενα Προγράμματα-Πλαίσια, σημαντική ελληνική εκπροσώπηση σε διεθνή ερευνητικά δίκτυα, ύπαρξη ισχυρής ελληνικής ερευνητικής κοινότητας στο εξωτερικό, έμψυχο δυναμικό υψηλής ποιότητας με νησίδες αριστείας σε δημόσιους ερευνητικούς φορείς αλλά και στον ιδιωτικό τομέα, καθώς και σημαντική ελληνική παρουσία στο χώρο των επιστημονικών δημοσιεύσεων (άνω του κοινοτικού μέσου όρου). Επίσης, το μερίδιο της ερευνητικής δραστηριότητας των ιδρυμάτων ανώτατης εκπαίδευσης που χρηματοδοτείται από τις επιχειρήσεις ήταν 7,6% για το 2015 (πολύ κοντά δηλαδή στον κοινοτικό μέσο όρο). (4)

Όμως, τα αποτελέσματα αυτά δεν είναι εμφανή στη συνολική οικονομία και δημιουργείται ένα παράδοξο μη «εμπορικής αξιοποίησης» της γνώσης και του υψηλού επιπέδου ερευνητικών αποτελεσμάτων. Συγκεκριμένα, η Ελλάδα συγκεντρώνει λιγότερο από 0,1% στο σύνολο των αιτήσεων για διπλώματα ευρεσιτεχνίας στην ΕΕ το 2016) (5).

Όσον αφορά την καινοτομία, σύμφωνα με την έρευνα του Εθνικού Κέντρου Τεκμηρίωσης για την περίοδο 2012-2014, αν και το ποσοστό των ελληνικών επιχειρήσεων που καινοτομούν (51%) είναι υψηλότερο από το μέσο όρο της ΕΕ (48,9%), αφορά κυρίως τις λεγόμενες μη τεχνολογικές καινοτομίες, δηλαδή την καινοτομία οργάνωσης και μάρκετινγκ, όπου η Ελλάδα καταλαμβάνει τη 10η θέση με ποσοστό 40,7%, υψηλότερο από το μέσο όρο της ΕΕ-28 (37,1%). Επιπλέον, οι εδραιωμένες επιχειρήσεις επενδύουν στην τεχνολογική καινοτομία καταφεύγοντας σε έτοιμες λύσεις από τη διεθνή αγορά, περιορίζοντας το χρόνο εισαγωγής τους στην παραγωγή αλλά και το χρηματοοικονομικό ρίσκο ανάπτυξής τους.

Σύμφωνα με τον Πίνακα Αποτελεσμάτων της Ευρωπαϊκής Καινοτομίας για το 2016 (European Innovation Scoreboard 2016), η Ελλάδα ανήκει στους λεγόμενους «moderate innovators»: το 2015 βρισκόταν στο 69,8% του μέσου ευρωπαϊκού επιπέδου και στο 52% περίπου της βαθμολογίας του ηγέτη της καινοτομίας (Σουηδία). Η Ελλάδα δηλαδή αργεί να μετασχηματιστεί σε «οικονομία της γνώσης». Το βασικό πρόβλημα εντοπίζεται στη χαμηλή αποτελεσματικότητα του συστήματος καινοτομίας, καθώς οι ερευνητικές εκροές δεν μετατρέπονται σε αναπτυξιακό αποτέλεσμα.

Β) Ο ρόλος των ΑΕΙ στην Έρευνα, Εκπαίδευση και Καινοτομία

Τα ΑΕΙ είναι ο βασικότερος παραγωγός έρευνας στην Ελλάδα, με μερίδιο από τα υψηλότερα μεταξύ των κρατών της ΕΕ-28. Το ίδιο κυρίαρχος είναι και ο ρόλος τους στην εκπαίδευση και απόκτηση δεξιοτήτων του ανθρώπινου δυναμικού, καθώς λόγω της σχετικής νομοθεσίας, τα ΑΕΙ και τα ΤΕΙ είναι οι κύριοι φορείς ανώτατης εκπαίδευσης στη χώρα. Όμως, δεν θα πρέπει να υποτιμηθεί η σημαντική εισροή γνώσης που προκύπτει από τους φοιτητές που ολοκληρώνουν μεταπτυχιακές σπουδές στην αλλοδαπή και επανέρχονται στη χώρα μας απασχολούμενοι στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα ή στελεχώνοντας τα ΑΕΙ.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του Εθνικού Κέντρου Τεκμηρίωσης, τα ερευνητικά αποτελέσματα που παράγονται στη χώρα θεωρούνται υψηλού επιπέδου. Με βάση τα δεδομένα που προκύπτουν αναφορικά με τις επιστημονικές δημοσιεύσεις των Ελλήνων ερευνητών, που αποτελούν ασφαλή ένδειξη της ερευνητικής δραστηριότητας της επιστημονικής κοινότητας, το εγχώριο ανθρώπινο δυναμικό επιτυγχάνει ενθαρρυντικές επιδόσεις, τόσο ως προς τον αριθμό των δημοσιεύσεων όσο και ως προς τον αντίκτυπο που έχουν διά των ετεροαναφορών τους, συγκριτικά με άλλα κράτη της ΕΕ αλλά και τις χώρες του ΟΟΣΑ (κοντά στο μέσο όρο) (6).

H Ελλάδα διαθέτει πολύ σημαντικό αριθμό διδακτόρων. Συγκεκριμένα, με βάση τον αριθμό των διδακτόρων που πληρούσαν τα μεθοδολογικά κριτήρια της έρευνας «International Survey on Careers of Doctorate Holders-CDH» (7), το 2013 η Ελλάδα βρισκόταν στην 11η θέση (μεταξύ των 24 χωρών που συμμετείχαν στην έρευνα). Επιπλέον, η συμβολή των ελληνικών πανεπιστημίων είναι σημαντική στην εκπόνηση διδακτορικών διατριβών, καθώς η μεγάλη πλειονότητα των διδακτόρων αυτών, ποσοστό 86%, απέκτησε το διδακτορικό τίτλο σπουδών από ελληνικά Πανεπιστήμια. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας, κύριος εργοδότης των διδακτόρων είναι τα πανεπιστήμια, ενώ ο τομέας των επιχειρήσεων βρίσκεται μόλις τρίτος. Το παραπάνω επιβεβαιώνει τη διαπίστωση για χαμηλή επιχειρηματική-παραγωγική διάρθρωση της χώρας σε δραστηριότητες τεχνολογίας και έντασης γνώσης.

Πρέπει να σημειωθεί ότι οι επιδόσεις των ελληνικών Πανεπιστημίων στην έρευνα πραγματοποιήθηκαν υπό συνθήκες πολύ περιορισμένης χρηματοδότησης και μεγάλων περικοπών. Στον τομέα των επενδύσεων σε υποδομές και επιστημονικό εξοπλισμό, τα Πανεπιστήμια διατρέχουν έναν πραγματικό κίνδυνο αυξανόμενης υποκεφαλαιοποίησης. Ένα διευρυνόμενο χάσμα παρατηρείται μεταξύ των ελαχίστων υπαρκτών αναγκών για επενδύσεις (ώστε να διατηρηθεί η επιδιωκόμενη ποιότητα) και της υφιστάμενης χρηματοδότησης, η οποία απειλεί την προοπτική της χώρας να συμβαδίσει με τις εξελίξεις στον τομέα της ευρωπαϊκής εκπαίδευσης και έρευνας.

Είναι διεθνής πρακτική τα πανεπιστήμια και τα ερευνητικά κέντρα να συνεισφέρουν με την έρευνά τους στην αντιμετώπιση προβλημάτων και προκλήσεων που αντιμετωπίζει η κοινωνία σε πολλούς τομείς, όπως π.χ. η υγεία ή το περιβάλλον, ώστε τα χρήματα των φορολογούμενων που διοχετεύονται στην έρευνα να επιστρέφουν στην κοινωνία. Η χρήσιμη, καινοτόμος νέα γνώση, που παράγεται σε αυτά, βρίσκει το δρόμο της εμπορικής εφαρμογής με τη δημιουργία νεοφυών εταιριών - εταιριών τεχνοβλαστών (start-ups, spin-offs), οι οποίες συνεργάζονται με τις αντίστοιχες εταιρίες του ιδιωτικού τομέα. Στις ΗΠΑ, για παράδειγμα, το 65% των νέων φαρμάκων και διαγνωστικών μεθόδων αναπτύσσεται σε μικρές εταιρίες βιοτεχνολογίας με ισχυρή ακαδημαϊκή παρουσία. Στην Ευρώπη το αντίστοιχο ποσοστό είναι 30%. Στη χώρα μας ελάχιστο. Η επιχειρηματική εκμετάλλευση της πνευματικής ιδιοκτησίας (πατέντες) αποφέρει διεθνώς σημαντικούς πόρους στα πανεπιστήμια, που χρηματοδοτούν μέσω αυτών υποτροφίες φοιτητών και τον εκσυγχρονισμό των εκπαιδευτικών και ερευνητικών τους υποδομών.

Ο τρόπος οργάνωσης και λειτουργίας του συστήματος της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, όπως και της χρηματοδότησής του, έχει άμεσο αντίκτυπο στη συνολική αποτελεσματικότητα του συστήματος. Είναι σημαντικό να υπάρχει διαφοροποίηση των πηγών χρηματοδότησης της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, δηλαδή να μη χρηματοδοτείται σχεδόν αποκλειστικά από δημόσιους πόρους, και να μεγιστοποιείται η προστιθέμενη αξία που προκύπτει από τους επενδυόμενους πόρους. Για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος, θα πρέπει, πρώτον, να εμπεδωθεί ευρέως στην κοινωνία κουλτούρα επιχειρηματικότητας και αναγνώριση της αριστείας και, δεύτερον, να αξιοποιηθούν οι πόροι των υφιστάμενων ταμείων παροχής εγγυήσεων και χρηματοδοτήσεων. Η αξιοποίηση των χρηματοδοτικών εργαλείων που προσφέρει το Ευρωπαϊκό Ταμείο Επενδύσεων (EIF), του ομίλου της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, καθώς και των πόρων του ΕΣΠΑ 2014-2020, αποτελεί διέξοδο στο πρόβλημα της χρηματοδότησης μικρομεσαίων επιχειρήσεων, που χρησιμοποιούν νέες τεχνολογίες. H δημιουργία των προϋποθέσεων για την από κοινού, με την πανεπιστημιακή και ερευνητική κοινότητα, διεκδίκηση ερευνητικών πόρων από την Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να απελευθερώσει περαιτέρω τις αναπτυξιακές προοπτικές της ελληνικής οικονομίας.

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει η τριτοβάθμια εκπαίδευση απαιτούν πιο ευέλικτα συστήματα διοίκησης και χρηματοδότησης, τα οποία θα εξισορροπούν μεταξύ μεγαλύτερης αυτονομίας των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και λογοδοσίας για όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη. Τα εκπαιδευτικά ιδρύματα που λειτουργούν αυτόνομα μπορούν να εξειδικεύονται πιο εύκολα και, επομένως, να σημειώνουν υψηλότερες εκπαιδευτικές και ερευνητικές επιδόσεις, και παράλληλα να προωθούν την αριστεία.

Γ) Διασύνδεση δρώντων τριγώνου γνώσεως

Η ισχνή σύνδεση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης με την αγορά εργασίας φαίνεται ότι συνιστά κρίσιμο παράγοντα για την περιορισμένη συμβολή της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην αναπτυξιακή πορεία της χώρας. Η απασχόληση των αποφοίτων της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης -- τόσο των κατόχων βασικού τίτλου σπουδών όσο και αυτών που έχουν ολοκληρώσει μεταπτυχιακές ή διδακτορικές σπουδές -- παρουσιάζει σημαντική μείωση, με την ανεργία να κυμαίνεται στο 11,7% το 2016 για τους κατόχους μεταπτυχιακού ή διδακτορικού (από 6,4% το 2007) (8).

Είναι προφανές ότι τα πλεονεκτήματα του ελληνικού συστήματος παραγωγής Ε&Α δεν έχουν αξιοποιηθεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε να ξεπεραστούν οι διαρθρωτικές αδυναμίες της οικονομίας και να ενσωματωθεί η ερευνητική δραστηριότητα στις παραγωγικές διαδικασίες, βελτιώνοντας τη συνολική εικόνα, σε σύγκριση με τις επιδόσεις των άλλων χωρών της ΕΕ. Ο συνδυασμός των δομικών προβλημάτων, εδραιωμένων αντιλήψεων, θεσμικών και γραφειοκρατικών αγκυλώσεων, καθώς και της ασυνέχειας στο επίπεδο πολιτικής, οδήγησαν τις επιχειρήσεις να επενδύουν είτε σε δραστηριότητες με υψηλές βραχυπρόθεσμες αποδόσεις είτε σε δραστηριότητες χαμηλού ρίσκου και μειωμένης έκθεσης στο διεθνή ανταγωνισμό. Η ζήτηση για νέα γνώση που προκύπτει μέσα από την έρευνα, παρέμεινε περιορισμένη, ακόμα και σε κλάδους με υψηλή καινοτομική δραστηριότητα. Μέχρι σήμερα οι προσπάθειες για την ενίσχυση της ερευνητικής και καινοτομικής δραστηριότητας στις επιχειρήσεις ήταν αποσπασματικές, είχαν κυρίως οριζόντιο χαρακτήρα και κατακερμάτιζαν τη χρηματοδότηση σε μικρές παρεμβάσεις.

Η Ε&Α, η καινοτομία, η τεχνολογική αλλαγή και η διάχυσή της θεωρούνται από τους πιο σημαντικούς παράγοντες της περιφερειακής οικονομικής ανάπτυξης. Η συμβολή της έρευνας και της τεχνολογίας στην ανάπτυξη μιας περιφέρειας, αλλά και στη γενικότερη ανάπτυξη μιας χώρας, έχει εξεταστεί και επισημανθεί αρκετές φορές. Μια τεχνολογική καινοτομία δεν χρησιμοποιείται πάντοτε μόνο από το φορέα που πραγματοποίησε τις δαπάνες σε Ε&Α, και ως εκ τούτου δημιουργούνται διαχύσεις.

Για την ενίσχυση των καινοτομικών επιδόσεων της χώρας απαιτούνται πρωτίστως μεταρρυθμίσεις και προσαρμογές, που θα δημιουργήσουν προϋποθέσεις για ισχυρότερη δυναμική εξωστρέφειας. Μέσα από μια σειρά μέτρων, θα πρέπει να επιδιωχθεί η ενίσχυση της δικτύωσης του παραγόμενου ακαδημαϊκού έργου με τις ανάγκες της παραγωγικής οικονομίας, η διατήρηση και προστασία (συντήρηση-συγκράτηση) του ανθρώπινου δυναμικού στα ΑΕΙ, η αποτροπή της διαρροής του επιστημονικού προσωπικού στο εξωτερικό, καθώς και η προώθηση της συνεργασίας μεταξύ της επιστημονικής κοινότητας και της παραγωγικής βάσης της χώρας, ώστε να ενισχυθεί η παραγωγική ανασυγκρότηση.

Η έξοδος από την κρίση μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να αποτελέσει το σημείο εισόδου σε μία διατηρήσιμη πορεία ανάπτυξης της οικονομίας, η οποία θα βασίζεται στην καινοτομία, στη νέα γνώση και την καλύτερη αξιοποίηση των διαθέσιμων πόρων. Σήμερα, δημιουργούνται σημαντικές ευκαιρίες για την ανάκαμψη και την ενίσχυση της έρευνας και καινοτομίας στην Ελλάδα. Η καινοτομία δεν αποτελεί αποκλειστικό προνόμιο των μεγάλων χωρών που διαθέτουν πολλούς πόρους για Ε&Α, έχουν μεγάλα ερευνητικά κέντρα, συγκεντρώνουν ισχυρό επιστημονικό προσωπικό και έχουν εταιρίες με μεγάλο προϋπολογισμό για Ε&Α. Η καινοτομία πλέον διαχέεται σε όλο τον κόσμο. Μικρές χώρες (π.χ. Σουηδία) με κατάλληλες πολιτικές έχουν αναδειχθεί ηγέτιδες της καινοτομίας, με εμφανή αντίκτυπο στην οικονομική ανάπτυξή τους.

Τα ισχυρά στοιχεία του ελληνικού τομέα έρευνας και καινοτομίας είναι: α) η σημαντική αύξηση που παρατηρείται στην εισαγωγή καινοτόμων προϊόντων, υπηρεσιών και διαδικασιών σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις και β) η πραγματοποίηση συνεργειών και δικτυώσεων μικρομεσαίων επιχειρήσεων, καθώς και διεθνώς ανταγωνιστικών νέων επιχειρήσεων, κυρίως στον τομέα των εφαρμογών των τεχνολογιών πληροφορικής και επικοινωνιών.

Στις κύριες αδυναμίες που πρέπει να αντιμετωπιστούν συγκαταλέγονται: α) το χαμηλό ποσοστό συμμετοχής του ιδιωτικού τομέα στην έρευνα, β) το χαμηλό τεχνολογικό περιεχόμενο της εγχώριας παραγωγής, η οποία εστιάζεται κυρίως σε καταναλωτικά προϊόντα στο χαμηλό άκρο της αλυσίδας προστιθέμενης αξίας, γ) ο χαμηλός βαθμός διασύνδεσης των ερευνητικών φορέων με τις επιχειρήσεις, και δ) η ελλιπής σύνδεση των προτεραιοτήτων και της στρατηγικής για έρευνα με τις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας και της οικονομίας, αφού τα ερευνητικά έργα βασίζονται κυρίως στα ενδιαφέροντα της ακαδημαϊκής/ερευνητικής κοινότητας. Με άλλα λόγια, η κινητοποίηση του ιδιωτικού τομέα για έρευνα και καινοτομία δεν έχει ακόμα επιτευχθεί.

Καταγράφεται επίσης αδυναμία στο συντονισμό του κατακερματισμένου και περιφερειακά άνισα κατανεμημένου δικτύου ερευνητικών υποδομών καθώς και η απουσία ενός σταθερού πλαισίου αποτίμησης των αποτελεσμάτων των έργων που χρηματοδοτήθηκαν και ενός σταθερού πλαισίου αξιοποίησης και προσέλκυσης ερευνητών.

Από την άλλη πλευρά, η παραγωγική διάρθρωση της χώρας παρέμεινε αναλλοίωτη και η εθνική παραγωγή εξακολουθεί να μη διαθέτει επαρκή χαρακτηριστικά έντασης γνώσης. Πιο συγκεκριμένα, οι ελληνικές εξαγωγές αφορούν κυρίως προϊόντα χαμηλής και μεσαίας τεχνολογικής έντασης, ενώ στα προϊόντα μεσαίας-υψηλής και υψηλής έντασης τεχνολογίας που εμφανίζουν τη μεγαλύτερη δυναμική στο διεθνές εμπόριο, αντιστοιχεί μόνο το 22,7% των συνολικών εθνικών εξαγωγών το 2015 (με τον κοινοτικό μέσο όρο στο 56,1%) (9).

Συνολικά, η χαμηλή επίδοση στις δαπάνες Ε&Α συνοδεύεται επίσης από χαμηλές επιδόσεις στην καινοτομία και στην ανταγωνιστικότητα, αναδεικνύοντας μια διαρθρωτική αδυναμία που απαιτεί συστηματική αντιμετώπιση από το σύνολο των εμπλεκομένων στο τρίγωνο της γνώσης. Η διεθνής εμπειρία αναδεικνύει ορισμένες καλές πρακτικές όπως: αυξημένο συντονισμό, ενθάρρυνση των κινήσεων από κάτω προς τα πάνω (bottom–up), ορθολογικά κίνητρα και προ πάντων μεγαλύτερη, και κυρίως ποιοτικότερη, επικοινωνία μεταξύ των εμπλεκομένων στο οικοσύστημα καινοτομίας. Θα πρέπει να δώσουμε περισσότερο χώρο στην ερευνητική και επιχειρηματική δραστηριότητα και να δημιουργήσουμε ένα αξιόπιστο, απλό και ευέλικτο θεσμικό υπόβαθρο για την ανάπτυξη τεχνοβλαστών και νεοφυών επιχειρήσεων (spin-offs και start-ups). Αυτές οι θεμελιακές αλλαγές δεν μπορούν παρά να πραγματοποιηθούν και με τη συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών.

Δ) Ψηφιακές Δεξιότητες

Η διείσδυση της ψηφιακής τεχνολογίας στις ευρωπαϊκές οικονομίες αποτελεί προτεραιότητα για την Ευρωπαϊκή Ένωση και θεωρείται βασικός καταλύτης για την οικονομική ανάπτυξη και ευημερία των κρατών-μελών της. Σύμφωνα με το Δείκτη Ψηφιακής Οικονομίας και Κοινωνίας (Digital Economy and Society Index- DESI) η Ελλάδα κατατάσσεται 26η ανάμεσα σε 28 χώρες και βρίσκεται στο κατώτατο άκρο της ομάδας των «ψηφιακά ουραγών» (10). Παράλληλα, σύμφωνα με το Δείκτη Ψηφιακών Οικονομικών Ευκαιριών (Digital Economic Opportunity Index, DEOI), ο οποίος παρουσιάζει την ψηφιακή ωριμότητα μιας οικονομίας, η Ελλάδα βαθμολογείται με 17,8 στις 100 μονάδες και κατέχει την τελευταία θέση. Παρουσιάζει, όμως, σχετικά υψηλότερες επιδόσεις στη διάσταση των ψηφιακών της δεξιοτήτων (digital skills), διαθέτοντας ένα σχετικά ικανοποιητικό αριθμό πτυχιούχων θετικών επιστημών, τεχνολογίας, μηχανικής και μαθηματικών (με ανοδική πορεία τα τελευταία 3 χρόνια). Ωστόσο, χρειάζεται να ενισχυθεί η προσπάθεια για την ανάπτυξη και την αναβάθμιση των ψηφιακών δεξιοτήτων και γνώσεων των εργαζομένων αλλά και των πολιτών της.

Η ικανότητα της Ελλάδας να προωθήσει τη διείσδυση των ψηφιακών τεχνολογιών στην οικονομία και την κοινωνία θα εξαρτηθεί από τη διαθεσιμότητα ατόμων με τις απαραίτητες ψηφιακές δεξιότητες, οι οποίες αποτελούν το «καύσιμο» για τον ψηφιακό μετασχηματισμό της χώρας. Ως εκ τούτου, το κράτος σε συνεργασία με τον ιδιωτικό τομέα και τον ακαδημαϊκό χώρο θα πρέπει να αναλάβει στοχευμένη δράση για την ψηφιακή αναβάθμιση της πρωτοβάθμιας, δευτεροβάθμιας και τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και να υποστηρίξει έμπρακτα τη δια βίου μάθηση, με στόχο τη βελτίωση του ψηφιακού αλφαβητισμού του συνόλου της ελληνικής κοινωνίας. Διότι αυτό που απαιτείται δεν είναι η στενή γνώση πληροφορικής, αλλά η παροχή κατάλληλων γνώσεων και δεξιοτήτων για κάθε επάγγελμα. Τα προγράμματα σπουδών θα πρέπει να επικαιροποιηθούν. Και αυτό δεν θα πρέπει να αφορά μόνο τα τμήματα πληροφορικής, αλλά θα πρέπει να διαμορφωθεί ένα συνολικό πρόγραμμα ψηφιακού αλφαβητισμού όλων των αποφοίτων των τμημάτων ΑΕΙ και ΤΕΙ. Μια ειδοποιός διαφορά του εργασιακού περιβάλλοντος του μέλλοντος είναι ότι θα χρησιμοποιεί πολύ περισσότερο επιτελικές δεξιότητες παρά απλά διαχειριστικές, οι οποίες σταδιακά θα γίνονται λιγότερο χρήσιμες. Η εκπαίδευση που θα εξοπλίζει τους νέους με αυτές τις πιο ουσιαστικές δεξιότητες είναι κεφαλαιώδους σημασίας.

Τα Πανεπιστήμια θα πρέπει να έχουν ρόλο τοπικού συνδέσμου με την εφαρμογή της διαλειτουργικότητας. Αυτό θα προσφέρει νέες δυνατότητες, καθώς το υλικό (διδακτορικές διατριβές ή εκπαιδευτικό υλικό) θα είναι πλέον υλικό χρηστικό για όλους, άμεσα και χωρίς ιδιαίτερες διαδικασίες. Η ελεύθερη πρόσβαση στη γνώση υλοποιείται κυρίως μέσα από πολιτικές ανοικτών δεδομένων, όπου η πρόσβαση γίνεται με τους ελάχιστους δυνατούς τεχνικούς, νομικούς και οργανωτικούς περιορισμούς. Η ανοικτή πρόσβαση είναι η ελεύθερη, άμεση, διαρκής και απαλλαγμένη από τέλη και τους περισσότερους περιορισμούς πνευματικών δικαιωμάτων διαδικτυακή πρόσβαση σε επιστημονικό περιεχόμενο (άρθρα, μονογραφίες, ερευνητικά δεδομένα).

Η Πολιτεία θα πρέπει να ενθαρρύνει την επαναχρησιμοποίηση των δημόσιων ανοικτών δεδομένων (οpen data) στον τομέα της εκπαίδευσης με σκοπό τη δημιουργία μίας «ανοικτής εξ ορισμού» κουλτούρας, σύμφωνα με την οποία η δημοσίευση ανοικτών δεδομένων θα γίνει μέρος της καθημερινότητας. Αυτό θα περιλαμβάνει όχι μόνο την τεχνολογία και ένα ενιαίο σημείο πρόσβασης στα δεδομένα του δημόσιου τομέα, αλλά και τη διακυβέρνηση και εμπλοκή με οργανισμούς μη δημόσιου χαρακτήρα και των πολιτών που επιθυμούν να καταναλώνουν και να χρησιμοποιούν τα δεδομένα. Το μεγαλύτερο όφελος από τη χρήση των ανοικτών δεδομένων στην εκπαίδευση προκύπτει από τη χρήση τους για τη βελτίωση της διδασκαλίας, εντοπίζοντας τις πιο αποτελεσματικές στρατηγικές και εργαλεία για τη διδασκαλία συγκεκριμένων δεξιοτήτων και γνώσεων. Μέσω του ανοίγματος των δημόσιων δεδομένων εξυπηρετούνται οι τρεις βασικοί στόχοι της ανοικτής διακυβέρνησης, δηλαδή η διαφάνεια, η λογοδοσία και η συμμετοχή.

Ε) Μετατρέποντας το brain drain σε brain gain

Οι περισσότερες έρευνες είναι ενδεικτικές του υψηλού μορφωτικού επιπέδου των Ελλήνων που μεταναστεύουν, και πτυχιούχοι μηχανικοί και πληροφορικής αποτελούν ένα ιδιαίτερα υψηλό ποσοστό. Το ποιοτικό αυτό χαρακτηριστικό του «brain drain», δημιουργεί εντονότερο πρόβλημα στην επίτευξη της «έξυπνης ανάπτυξης». Επίσης, υποβαθμίζεται η σημασία της χώρας ως προορισμού επενδυτών, επειδή η έλλειψη υψηλά καταρτισμένου ανθρώπινου δυναμικού μειώνει την πιθανότητα προσέλκυσης επενδύσεων από επιχειρήσεις εντάσεως γνώσης.

Οι κίνδυνοι του ελληνικού οικοσυστήματος έρευνας και καινοτομίας που οξύνονται από το brain drain είναι η γήρανση του πληθυσμού των ερευνητών και η δυσκολία αντικατάστασής τους. Υπό τις σημερινές συνθήκες το brain drain είναι δύσκολο να ανακοπεί χωρίς ειδικές δράσεις. Η δημιουργία των δομών κινητικότητας των ερευνητών (brain circulation) θα βοηθήσει πολλαπλά το ελληνικό οικοσύστημα Ε&Α. Σταδιακά, οι δομές αυτές θα μπορούσαν να συμβάλουν στη δημιουργία των συνθηκών για τον επαναπατρισμό των μεταναστών υψηλών προσόντων, επαγγελματιών δηλαδή που ειδικεύθηκαν με σπουδές ή εργασία, προκειμένου να αξιοποιήσουν την εμπειρία τους σε καλύτερες θέσεις εργασίας (μετατρέποντας το brain drain σε brain gain).

Η ενθάρρυνση και ενίσχυση της έρευνας, η διάχυση της τεχνολογίας και η τόνωση της επιχειρηματικότητας και των επενδύσεων αποτελούν το τρίπτυχο για την αποτελεσματικότερη αξιοποίηση του ανθρώπινου κεφαλαίου, η οποία θα εστιάζει στη δημιουργία αξίας μέσω της διασύνδεσης του, απομονωμένου σήμερα, δημόσιου ερευνητικού συστήματος με τον παραγωγικό τομέα, συμβάλλοντας ουσιαστικά στην αναπτυξιακή διαδικασία. Στο πλαίσιο της διαμόρφωσης ενός εθνικού σχεδίου παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας για την επανένταξη της ελληνικής οικονομίας σε νέα αναπτυξιακή τροχιά με οδηγό ένα νέο παραγωγικό πρότυπο, η Ελλάδα θα πρέπει να επενδύσει συνδυασμένα στις τρεις αυτές δυνάμεις. Η παραγωγή, η διάχυση και η αξιοποίηση της γνώσης συγκροτούν το απαραίτητο υπόβαθρο για να σταθεί η ελληνική επιχειρηματικότητα και η ελληνική οικονομία γενικότερα στις νέες συνθήκες μίας αναδυόμενης οικονομίας της γνώσης.

Βασικό ρόλο σε αυτή την εξέλιξη μπορούν να έχουν οι επιχειρήσεις, οι οποίες όμως λειτουργούν σε περιβάλλον που επηρεάζεται σε μεγάλο ακόμη βαθμό από το κράτος. Η ύπαρξη του κατάλληλου, ευέλικτου θεσμικού πλαισίου και η λήψη των απαραίτητων μέτρων για την υποστήριξη της υπάρχουσας επιχειρηματικής δραστηριότητας, όπως και για την προώθηση της νέας επιχειρηματικότητας, μπορούν να επιδράσουν ουσιαστικά στην πορεία του ιδιωτικού τομέα της οικονομίας μιας χώρας. Η δημόσια παρέμβαση μπορεί να ενθαρρύνει τόσο τη διάχυση της τεχνολογίας, δηλαδή τη στήριξη της εμπορικής αξιοποίησης της ερευνητικής δραστηριότητας που παράγεται στα πανεπιστήμια και τα ερευνητικά κέντρα, όσο και τη δημιουργία παραγωγικής διεξόδου στις φιλοδοξίες των χαρισματικών και ταλαντούχων νέων επιστημόνων.

Η επιστημονική έρευνα απαιτεί σοβαρή και διαρκή χρηματοδότηση, αξιοκρατία, εξωστρέφεια και στενή συνεργασία με την επιστημονική κοινότητα. Απαιτεί επίσης την κουλτούρα του επιχειρηματικού ρίσκου, της επένδυσης σε καινοτόμες δραστηριότητες, που θα αποφέρουν κέρδος σε βάθος χρόνου. Ο ιδιωτικός τομέας οφείλει να εμπιστευθεί το καινοτόμο ταλέντο των νέων Ελλήνων επιστημόνων.

Ενδεικτικές κατευθύνσεις είναι:

α) η χρηματοδοτική υποστήριξη (δημόσια και ιδιωτική) του εθνικού συστήματος έρευνας και καινοτομίας, με ενίσχυση της ιδιωτικής συμμετοχής και με την αξιοποίηση κατάλληλων εργαλείων προσανατολισμένων στις επενδύσεις υψηλότερου κινδύνου,

β) η προώθηση της λειτουργικής ενοποίησης του εθνικού ερευνητικού συστήματος και η αποτελεσματικότερη αλληλεπίδραση ανάμεσα στους φορείς που δημιουργούν γνώση και σε αυτούς που τη μετασχηματίζουν και την αξιοποιούν εμπορικά σε καινοτόμα και βιώσιμα προϊόντα/υπηρεσίες και διεργασίες,

γ) η παροχή κινήτρων για την ενίσχυση της βιομηχανικής έρευνας, λαμβάνοντας υπόψη τι ισχύει στις λοιπές χώρες-μέλη της ΕΕ,

δ) η αναβάθμιση και αναζωογόνηση του ερευνητικού και εκπαιδευτικού συστήματος και η αντιμετώπιση των συστημικών υστερήσεων που χαρακτηρίζουν την τριτοβάθμια εκπαίδευση,

ε) η υποστήριξη των πανεπιστημίων και των ερευνητικών κέντρων ως φορέων μεταφοράς τεχνογνωσίας και ανάπτυξης περιφερειακών συστημάτων καινοτομίας στο πλαίσιο μιας στρατηγικής έξυπνης εξειδίκευσης,

στ) η βελτίωση των εσωτερικών συνδέσεων, που διαχρονικά αποτελούν σήμα κατατεθέν της πολιτικής καινοτομίας, όπως δίκτυα τριπλής και τετραπλής έλικας, τρίγωνα γνώσης, συνεργασίες πανεπιστημίων-επιχειρήσεων,

ζ) η παροχή κινήτρων για συνεργασίες σε θέματα κατοχύρωσης δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας και

η) η προώθηση- αξιοποίηση της ψηφιακής επιχειρηματικότητας.

Κλείνοντας, θα ήθελα να επισημάνω ότι ο σύγχρονος κόσμος της αγοράς εργασίας στην Ευρώπη επιζητά συνεχώς περισσότερους πτυχιούχους με γνώσεις και δεξιότητες από την Ανώτατη Εκπαίδευση. Τα ελληνικά ΑΕΙ οφείλουν να ανταποκριθούν στις προκλήσεις αναπτύσσοντας δράσεις σύνδεσης με την αγορά εργασίας αλλά και συνεργασίες μεταξύ πανεπιστημιακών ιδρυμάτων, ερευνητικών κέντρων και επιχειρήσεων. Στόχος είναι να συνδεθεί η καινοτομία, το παραγόμενο δηλαδή υλικό της έρευνας, με τον κόσμο της αγοράς εργασίας, προσδίδοντας μια δυναμική και ποιοτικότερη διάσταση στην αναπτυξιακή διαδικασία της χώρας.

Η ανάδειξη των προτεραιοτήτων θα πρέπει να προκύπτει από τη συνεχή και δυναμική διαβούλευση όλων των παραγόντων που συγκροτούν το οικοσύστημα καινοτομίας (επιχειρήσεις, ΑΕΙ και ερευνητικά κέντρα, Υπουργεία, Περιφέρειες κ.λπ.), ενώ πρωταγωνιστικό ρόλο στην ανάδειξη των τεχνολογικών προτεραιοτήτων πρέπει να έχουν οι επιχειρήσεις και οι παραγωγικοί φορείς γενικότερα.

Ο αναπτυξιακός σχεδιασμός της χώρας θα πρέπει να κινηθεί στη λογική του οικονομικού μετασχηματισμού, υιοθετώντας πολιτικές διάχυσης της γνώσης και τεχνολογικής διαφοροποίησης, ώστε να δημιουργηθούν νέες παραγωγικές δυνατότητες σε πεδία με υψηλή δυναμική ανάπτυξης με στόχο την αντιμετώπιση των συσσωρευμένων κοινωνικών και οικονομικών προκλήσεων. Η συμπόρευση των δυνάμεων της γνώσης, της υγιούς επιχειρηματικότητας και της κοινωνίας των πολιτών αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την ανάκαμψη και την εδραίωση συνθηκών ευημερίας.


(1) Σύμφωνα με τη μελέτη με θέμα «Φυγή ανθρώπινου κεφαλαίου: Σύγχρονη τάση μετανάστευσης των Ελλήνων στα χρόνια της κρίσης» (Οικονομικό Δελτίο 43, Τράπεζα της Ελλάδος, Ιούλιος 2016) από το 2008 μέχρι το 2013, σχεδόν 223 χιλιάδες νέοι, μόνιμοι κάτοικοι Ελλάδος, ηλικίας 25-39 ετών εξήλθαν μόνιμα από τη χώρα με κατεύθυνση τις περισσότερο ανεπτυγμένες χώρες, αναζητώντας εργασία με καλύτερη αμοιβή και καλύτερες προοπτικές κοινωνικής και οικονομικής προόδου.

(2) ΕΚΤ (2016). Βασικοί Δείκτες Έρευνας και Ανάπτυξης για δαπάνες και προσωπικό 2015 στην Ελλάδα. Προκαταρκτικά Στοιχεία.

(3) Ο αντίστοιχος μ.ο. για τις χώρες της ΕΕ-28 ήταν 1,3% όπου τα ποσοστά αφορούν ισοδύναμα πλήρους απασχόλησης ως % της συνολικής απασχόλησης. ΕΚΤ (2016).

(4) Eurostat.

(5) www.epo.org/statistics-indicators2016.

(6) Greek Scientific Publications, 1998-2012. A Bibliometric Analysis of Greek Publications in International Scientific Journals-Scopus. EKT (2015).

(7) Σύμφωνα με τις μεθοδολογικές οδηγίες της έρευνας CDH, για το έτος αναφοράς 2013 ο πληθυσμός της έρευνας περιλαμβάνει τους κατόχους διδακτορικού τίτλου που διέμεναν στην Ελλάδα την 1.12.2013 (μόνιμα ή όχι), ηλικίας έως 70 ετών και με έτος απόκτησης του διδακτορικού τους τίτλου εντός της περιόδου 1990-2013, ανεξαρτήτως υπηκοότητας και ανεξαρτήτως της επαγγελματικής τους κατάστασης (εργαζόμενοι και μη εργαζόμενοι). Ο συνολικός πληθυσμός των διδακτόρων που πληρούσαν τα κριτήρια της έρευνας για το 2013 στην Ελλάδα ήταν 35.457.

(8) ΕΛΣΤΑΤ.

(9) European Innovation Scoreboard 2016.

(10) Η ομάδα των «ψηφιακά ουραγών» επιδεικνύει τη χαμηλότερη ψηφιακή βαθμολογία και περιλαμβάνει χώρες της Κεντρικής Ευρώπης και χώρες του Νότου.

​​ 
Αυτό το website χρησιμοποιεί cookies για την βελτιστοποίηση της εμπειρίας σας. Μάθετε περισσότερα
Αποδέχομαι