EN

Ομιλίες

Από τη Δραχμή στο Ευρώ

03/07/2000 - Ομιλίες

Από τη Δραχμή στο Ευρώ

Ομιλία του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος

κ. Λουκά Παπαδήμου

στο συνέδριο που πραγματοποιήθηκε υπό την αιγίδα της

Association for the Monetary Union of Europe

Αθήνα, 3-4 Ιουλίου 2000

Ι

Η ένταξη της Ελλάδος στην ΟΝΕ τον Ιανουάριο του 2001, που αποφασίσθηκε πριν από δύο εβδομάδες, αποτελεί βαρυσήμαντο γεγονός με πολλαπλές συνέπειες για την ελληνική οικονομία και τον ρόλο της χώρας μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η ουσιαστική μεταβολή που θα σημειωθεί τον ερχόμενο Ιανουάριο είναι η αντικατάσταση της δραχμής από το ευρώ, η οποία θα επηρεάσει καθοριστικά το νομισματικό τομέα και το τραπεζικό σύστημα και, γενικότερα, τη λειτουργία και τις επιδόσεις της οικονομίας μας. Βεβαίως, το ευρώ δεν αποτελεί το μόνο συστατικό στοιχείο της ΟΝΕ, η οποία συμπεριλαμβάνει την ενιαία αγορά αγαθών, κεφαλαίων και εργασίας, τους θεσμούς και κανόνες λειτουργίας της, καθώς και το πλαίσιο που διέπει το συντονισμό της οικονομικής πολιτικής των χωρών στη ζώνη του ευρώ. Η ενιαία όμως αγορά έχει σχεδόν ολοκληρωθεί, ενώ το συντονιστικό πλαίσιο της οικονομικής πολιτικής είναι σχετικά χαλαρό και υπό διαμόρφωση. Στο ορατό μέλλον, η χάραξη και εφαρμογή της οικονομικής πολιτικής θα παραμείνει ευθύνη των εθνικών κυβερνήσεων. Επομένως, το κύριο χαρακτηριστικό της νέας ταυτότητας της ευρωπαϊκής και της ελληνικής οικονομίας θα είναι το ενιαίο νόμισμα.

Με δεδομένη την υιοθέτηση του ευρώ από τη χώρα μας σε έξι μόλις μήνες, είναι όχι μόνο σκόπιμο αλλά και αναγκαίο να επανεξετάσουμε με ιδιαίτερη προσοχή τη διαδικασία και τις συνέπειες της μετάβασης από τη δραχμή στο ευρώ, για την ελληνική οικονομία, το εγχώριο τραπεζικό σύστημα και την εθνική οικονομική πολιτική. Για το λόγο αυτό, η ομιλία μου θα επικεντρωθεί σε συναφή θέματα που αφορούν εν μέρει το παρελθόν και εν μέρει το μέλλον: Πρώτον, τη μακρόχρονη διαδικασία προσαρμογής της οικονομίας προκειμένου να διαμορφωθούν οι αναγκαίες προϋποθέσεις για την υιοθέτηση του ευρώ, με έμφαση στη συμβολή της εθνικής νομισματικής πολιτικής. Δεύτερον, τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας μέσα στη ζώνη του ευρώ και την αναμενόμενη επίδραση της ενιαίας ευρωπαϊκής νομισματικής πολιτικής στη χώρα μας.

ΙΙ

Η δημιουργία ενός κοινού νομίσματος για τις χώρες-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπήρξε το όραμα των ιδρυτών της από τα τέλη της δεκαετίας του 1960. Το όραμα αυτό μετουσιώθηκε σε συγκεκριμένο στόχο και πολιτική δέσμευση με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ το 1992. Η εισαγωγή ενιαίου νομίσματος στην Ένωση κρίθηκε αναγκαία και σκόπιμη όχι μόνον επειδή το ευρώ είναι το απαραίτητο συμπλήρωμα της ενιαίας αγοράς και ουσιώδες στοιχείο της αποτελεσματικής λειτουργία της, αλλά και επειδή η υιοθέτηση του ενιαίου νομίσματος σε συνδυασμό με την εφαρμογή κοινής αντιπληθωριστικής νομισματικής πολιτικής θα συμβάλει στη διαμόρφωση συνθηκών σταθερότητας σε όλες τις χώρες της Ένωσης. Επιπλέον, πολλοί αναμένουν ότι η νομισματική ένωση θα αποτελέσει τον πυρήνα της ευρύτερης ευρωπαϊκής ενοποίησης και θα ενεργήσει ως καταλύτης για την ταχύτερη πραγματοποίησή της.

Ο ελληνικός λαός, στη μεγάλη πλειοψηφία του, υποστήριξε από την αρχή τη δημιουργία της νομισματικής ένωσης και τη συμμετοχή της χώρας μας σ’αυτή, διότι έκρινε ότι με αυτό τον τρόπο θα διασφαλιστεί η νομισματική σταθερότητα στην Ελλάδα και θα ενισχυθεί ο ρόλος της χώρας μας στο ευρύτερο πλαίσιο της ευρωπαϊκής συνεργασίας, με σημαντικά οφέλη για την οικονομία και την ασφάλειά της. Υπογράφοντας τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, χωρίς ρήτρα διαφυγής ως προς το ευρώ, το ελληνικό κράτος δεσμεύτηκε να υιοθετήσει το ενιαίο νόμισμα όπως προβλέπει η Συνθήκη.

Στις αρχές της δεκαετίας του ΄90, η προοπτική ένταξης της Ελλάδος στην ευρωπαϊκή νομισματική ένωση ήταν απόμακρη και εξαιρετικά αβέβαιη. Να σημειώσω εδώ ότι ουσιαστική προϋπόθεση για να συμμετάσχει μια χώρα στην ευρωπαϊκή νομισματική ένωση είναι να διαμορφώσει πρώτα συνθήκες διατηρήσιμης νομισματικής σταθερότητας, οι οποίες να προσεγγίζουν τις συνθήκες σταθερότητας που προβλέπεται να επικρατούν στην ένωση. Αυτή ακριβώς τη γενική προϋπόθεση εξειδικεύουν και ποσοτικοποιούν τα περίφημα κριτήρια οικονομικής σύγκλισης σχετικά με τον πληθωρισμό, τη συναλλαγματική ισοτιμία, τα μακροπρόθεσμα επιτόκια και τη δημοσιονομική κατάσταση της χώρας.

Η πορεία της χώρας προς τη νομισματική ένωση δεν ήταν καθόλου εύκολη. Σημαδεύτηκε από νομισματικές κρίσεις, δύσκολες πολιτικές αποφάσεις και ποικίλες αβεβαιότητες ως προς την τελική έκβαση, με πιό πρόσφατο παράδειγμα, την ικανοποίηση του κριτηρίου που αφορά τον πληθωρισμό. Θα ήθελα να αναφερθώ εν συντομία σε ορισμένα κρίσιμα γεγονότα και περιόδους κατά την πορεία αυτή, τα οποία αναδεικνύουν τη συμβολή της νομισματικής πολιτικής στη διαμόρφωση των αναγκαίων συνθηκών για τη μετάβαση από τη δραχμή στο ευρώ.

Πρέπει κατ’αρχήν να επισημάνω ότι η μετάβαση στο ενιαίο νόμισμα προϋπέθετε τη βαθμιαία ενίσχυση της αξίας της δραχμής κατά τα προηγούμενα χρόνια. Συγκεκριμένα, απαιτούσε την ενίσχυση της αγοραστικής της δύναμης, με τη δραστική μείωση του πληθωρισμού και την επίτευξη νομισματικής σταθερότητας και, ταυτόχρονα, τη βελτίωση της εξωτερικής της αξίας, με τη σταθεροποίηση της ισοτιμίας της έναντι των νομισμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ύστερα του ευρώ. Προκειμένου να έχει διάρκεια η νομισματική σταθερότητα, ήταν επίσης αναγκαίο η αντιπληθωριστική νομισματική πολιτική να συνδυάζεται με δημοσιονομική πειθαρχία και την προοπτική πλήρους αποκατάστασης δημοσιονομικής ισορροπίας.

Ένα σημαντικό γεγονός που επηρέασε καθοριστικά την πορεία της χώρας προς την ΟΝΕ και μετέβαλε ευνοϊκά τις προσδοκίες επίτευξης νομισματικής σταθερότητας ήταν η αντιμετώπιση της νομισματικής κρίσης του 1994 και η συνακόλουθη αλλαγή της κατεύθυνσης της οικονομικής πολιτικής. Η νομισματική αναταραχή του Μαΐου 1994 εκδηλώθηκε εν όψει της πλήρους απελευθέρωσης της κίνησης κεφαλαίων, η οποία ήταν βασική προϋπόθεση για την ενσωμάτωση της χώρας στην ενιαία ευρωπαϊκή αγορά και τη μελλοντική πλήρη ένταξή της στην ΟΝΕ. Η αποφασιστικότητα και αποτελεσματικότητα με την οποία στηρίχθηκε η ισοτιμία της δραχμής την εποχή εκείνη ενίσχυσαν την εμπιστοσύνη των αγορών και του κοινού στην ασκούμενη πολιτική και την προοπτική της οικονομικής σταθερότητας. Η αποκλιμάκωση του πληθωρισμού και η σταθεροποίηση της ισοτιμίας αναδείχθηκαν κεντρικοί στόχοι, οι οποίοι επιτεύχθηκαν με την άσκηση αυστηρής νομισματικής πολιτικής και την επιτάχυνση της δημοσιονομικής προσαρμογής.

Η απελευθέρωση της κίνησης κεφαλαίων το 1994 και η θετική εμπειρία από την επιτυχή αντιμετώπιση της νομισματικής αναταραχής οδήγησαν σε μεταβολή της στρατηγικής και του πλαισίου άσκησης της νομισματικής πολιτικής στα επόμενα έτη. Από το 1995, η νομισματική πολιτική υιοθέτησε ως κύριο ενδιάμεσο στόχο τη συναλλαγματική ισοτιμία της δραχμής έναντι του ECU και μετέπειτα του ευρώ. Στην τριετία 1995-1997, οι στόχοι για τη συναλλαγματική ισοτιμία της δραχμής έναντι του ECU επιτεύχθηκαν απολύτως, παρά τις πιέσεις που εκδηλώθηκαν κατά καιρούς στην αγορά συναλλάγματος, και ο πληθωρισμός υποχώρησε σημαντικά. Η ελληνική εμπειρία καταδεικνύει σαφώς ότι η σταθερότητα της συναλλαγματικής ισοτιμίας μπορεί να αποδειχθεί αποτελεσματικό μέσο αποκλιμάκωσης του πληθωρισμού.

Η διατηρησιμότητα της πολιτικής αυτής ετέθη σε αμφισβήτηση από τις αγορές το φθινόπωρο του 1997 και στις αρχές του 1998, όταν εκδηλώθηκαν έντονες πιέσεις στην αγορά συναλλάγματος. Οι πιέσεις αυτές συνεδέοντο εν μέρει με τις κρίσεις στη Νοτιοανατολική Ασία και σε άλλες αναδυόμενες αγορές, οι οποίες άσκησαν επιδράσεις διεθνώς, λόγω της παγκοσμιοποίησης της αγοράς κεφαλαίων. Σε μεγαλύτερο όμως βαθμό, οι πιέσεις αυτές αντανακλούσαν τις επιπτώσεις εγχώριων οικονομικών εξελίξεων. Συγκεκριμένα, η ανεπαρκής προσαρμογή της παραγωγικότητας και του ρυθμού ανόδου του κόστους εργασίας στους περιορισμούς που συνεπάγεται η σταθερότητα της συναλλαγματικής ισοτιμίας οδήγησε σε απώλεια ανταγωνιστικότητας και διεύρυνση του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών. Οι εξελίξεις αυτές συνετέλεσαν στη διαμόρφωση προσδοκιών για την ανάγκη έγκαιρης προσαρμογής της ισοτιμίας εν όψει της ένταξης της χώρας στη ζώνη του ευρώ το 2001 και της απαιτούμενης σταθερότητας της ισοτιμίας για δύο έτη πριν από την περίοδο αξιολόγησης, που είχε ορισθεί για τις αρχές του 2000. Οι πιέσεις στη δραχμή εκτονώθηκαν τελικά με την ένταξή της στο Μηχανισμό Συναλλαγματικών Ισοτιμιών (ΜΣΙ) του Ευρωπαϊκού Νομισματικού Συστήματος το Μάρτιο του 1998 και την ταυτόχρονη υποτίμησή της κατά 12,3%.

Η εμπειρία αυτή υπογραμμίζει τη σημασία της ικανότητας προσαρμογής των αγορών και της παραγωγικότητας στους περιορισμούς που θέτει η συναλλαγματική ισοτιμία, για τη διατήρηση εξωτερικής ισορροπίας και νομισματικής σταθερότητας. Συνεπώς, καταδεικνύει τη σημασία που έχει η εφαρμογή κατάλληλου μείγματος διαρθρωτικής, οικονομικής και νομισματικής πολιτικής, το οποίο χαρακτηρίζεται από αμοιβαία συμβατότητα ως προς την επίτευξη των τελικών στόχων και το οποίο συμβάλει στη βελτίωση της προσαρμοστικότητας των αγορών και της παραγωγικής βάσης σε νομισματικούς περιορισμούς και εξωγενείς διαταράξεις. Το συμπέρασμα αυτό δεν αφορά μόνο το παρελθόν αλλά και το μέλλον της ελληνικής οικονομίας. Η υιοθέτηση του ενιαίου νομίσματος από την Ελλάδα ισοδυναμεί με τον καθορισμό αμετάκλητα σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών μεταξύ της δραχμής και του ευρώ ή των νομισμάτων που αντικατέστησε το ευρώ. Εάν η ελληνική οικονομία δεν προσαρμοστεί επιτυχώς στην πίεση του ανταγωνισμού που συνεπάγεται το νέο αυτό περιβάλλον και εάν η εθνική οικονομική πολιτική δεν συντελέσει σ’αυτή την προσαρμογή και δεν λάβει υπόψη τις συνέπειες της εφαρμογής της κοινής νομισματικής πολιτικής στη χώρα μας, θα δημιουργηθούν πιέσεις. Μέσα στη ζώνη του ευρώ, οι πιέσεις αυτές δεν θα εκδηλωθούν στην αγορά συναλλάγματος και δεν θα διακυβεύουν την εξωτερική ισορροπία, αλλά θα επηρεάσουν κυρίως την εγχώρια παραγωγή και την απασχόληση και, σε μικρότερο βαθμό, την εξέλιξη των τιμών. Επομένως, η συνοχή μεταξύ της εθνικής οικονομικής πολιτικής και της ενιαίας νομισματικής πολιτικής αποτελεί σημαντική προϋπόθεση για την πραγματική σύγκλιση της ελληνικής οικονομίας στο μέλλον.

Η ένταξη της δραχμής στο ΜΣΙ το Μάρτιο του 1998 ήταν ένα πολύ σημαντικό γεγονός στην πορεία της χώρας προς το ευρώ και προσδιόρισε την αρχή της τελικής φάσης της διαδικασίας σύγκλισης. Με τη συμμετοχή της δραχμής στο ΜΣΙ ικανοποιήθηκε μία ακόμη προϋπόθεση για την πλήρη ένταξη στην ΟΝΕ, εκτονώθηκαν οι πιέσεις στη δραχμή, καθορίστηκε ένα νέο πλαίσιο άσκησης της νομισματικής πολιτικής, και, γενικότερα, ενισχύθηκε η αξιοπιστία της μακροοικονομικής πολιτικής. Η συμμετοχή της δραχμής στο ΜΣΙ ήταν ομαλή και συνετέλεσε στην αποκλιμάκωση του πληθωρισμού επειδή συνδυάστηκε, αφενός, με την άσκηση αυστηρής νομισματικής πολιτικής και, αφετέρου, με την επιτάχυνση της δημοσιονομικής προσαρμογής και τη συγκρατημένη άνοδο της αμοιβής εργασίας, που ήταν συνεπείς με τη διατηρησιμότητα της κεντρικής ισοτιμίας.

Η εφαρμογή έντονα αντιπληθωριστικής νομισματικής πολιτικής από το Μάρτιο του 1998 έως και το Δεκέμβριο του 1999 ήταν απόλυτα αναγκαία προκειμένου αρχικά να αντισταθμιστούν οι πληθωριστικές επιπτώσεις της υποτίμησης και να επανέλθει ο πληθωρισμός το ταχύτερο δυνατόν σε πτωτική τροχιά και, μετέπειτα, προκειμένου να συνεχιστεί η αποκλιμάκωση του πληθωρισμού, η οποία αποδείχθηκε δυσχερής εν μέρει λόγω του ανεπαρκούς ανταγωνισμού σε ορισμένους τομείς της οικονομίας και εν μέρει λόγω των επιπτώσεων της μεγάλης ανόδου της τιμής του πετρελαίου στη διεθνή αγορά. Συνεπώς, η Τράπεζα της Ελλάδος διατήρησε τα επιτόκια σε υψηλά επίπεδα και έλαβε πρόσθετα μέτρα για τη συγκράτηση της πιστωτικής επέκτασης, προκειμένου να περιοριστούν οι ενδογενείς πληθωριστικές πιέσεις. Η πολιτική αυτή, σε συνδυασμό με την αυξανόμενη εμπιστοσύνη των αγορών στην προοπτική ένταξης της χώρας στη ζώνη του ευρώ, είχε ως αποτέλεσμα να διατηρηθεί σχεδόν σταθερή η ισοτιμία της δραχμής, αλλά σε επίπεδο σημαντικά υψηλότερο, κατά 6,5%-8,5%, από την κεντρική της ισοτιμία για δύο περίπου χρόνια, μέχρι την ανατίμηση της κεντρικής ισοτιμίας κατά 3,5% τον Ιανουάριο του 2000. Η νομισματική πολιτική που ασκήθηκε συνετέλεσε στην ικανοποίηση του κριτηρίου σύγκλισης που αφορά τη συναλλαγματική ισοτιμία και στην υποχώρηση του πληθωρισμού στο 2% το καλοκαίρι του 1999, δηλαδή σε επίπεδο συμβατό με τη σταθερότητα των τιμών και την εκπλήρωση του σχετικού κριτηρίου. Είναι αξιοσημείωτο ότι, παρά την άνοδο του πληθωρισμού από τον Οκτώβριο και μετά, λόγω της εξωγενούς επίδρασης της τιμής του πετρελαίου, ο πυρήνας του πληθωρισμού, που καταγράφει ακριβέστερα τις εγχώριες πληθωριστικές πιέσεις, έχει διατηρηθεί σταθερά κάτω από το 2% έως σήμερα (γύρω στο 1,7%) και προβλέπεται να παραμείνει σ’αυτό το επίπεδο έως το τέλος του έτους. Συνεπώς, έχει επιτευχθεί υψηλός βαθμός σταθερότητας των τιμών, που επιτρέπει και διευκολύνει τη μετάβαση στο ευρώ.

ΙΙΙ

Η αντικατάσταση της δραχμής από το ευρώ και η εφαρμογή της ενιαίας νομισματικής πολιτικής στη χώρα μας θα διασφαλίσουν τη διατήρηση συνθηκών νομισματικής σταθερότητας μακροπρόθεσμα. Ο χαμηλός πληθωρισμός που επιτεύχθηκε με τόση προσπάθεια τα τελευταία χρόνια θα μπορούσε να αποδειχθεί προσωρινό επίτευγμα εάν στο μέλλον μετεβάλλετο η κατεύθυνση της εθνικής νομισματικής πολιτικής και, γενικότερα, της μακροοικονομικής πολιτικής. Με τη μετάβαση στο ενιαίο νόμισμα, εξασφαλίζεται υψηλός βαθμός σταθερότητας σε μονιμότερη βάση, επειδή ο πληθωρισμός προσδιορίζεται κυρίως από νομισματικούς παράγοντες και επειδή, όπως είναι γνωστό, πρωταρχικός σκοπός της κοινής νομισματικής πολιτικής είναι η σταθερότητα των τιμών. Επιπλέον, το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης θέτει περιορισμούς στους κρατικούς προϋπολογισμούς των χωρών-μελών της Ένωσης, οι οποίοι αποσκοπούν στη διατήρηση δημοσιονομικής πειθαρχίας και τη στήριξη της αντιπληθωριστικής νομισματικής πολιτικής. Πρέπει βέβαια να προσθέσω ότι όπως δείχνει η πείρα των χωρών που είναι ήδη μέσα στη ζώνη του ευρώ, η εφαρμογή της ενιαίας νομισματικής πολιτικής δεν μπορεί από μόνη της να εξασφαλίσει βραχυπρόθεσμα χαμηλό πληθωρισμό στις χώρες-μέλη της ζώνης. Απαιτείται παράλληλα η άσκηση πρόσφορης εθνικής οικονομικής πολιτικής και συγκρατημένη πολιτική τιμών και αμοιβής εργασίας από τις επιχειρήσεις και τους κοινωνικούς εταίρους, η οποία να είναι συνεπής με την ενίσχυση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας και την αύξηση της παραγωγής και της απασχόλησης.

Γενικά, πάντως, η υιοθέτηση του ευρώ θα εξασφαλίσει υψηλό βαθμό νομισματικής σταθερότητας στη χώρα μας, που αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση για την οικονομική της ανάπτυξη. Επιπλέον θα συντελέσει στην επιτάχυνση του ρυθμού οικονομικής ανάπτυξης λόγω της ευνοϊκής επίδρασης και άλλων παραγόντων, όπως η εξάλειψη του συναλλαγματικού κινδύνου στις διασυνοριακές συναλλαγές, ο μηδενισμός του κόστους μετατροπής της δραχμής σε ευρώ και, κυρίως, το χαμηλότερο κόστος χρηματοδότησης της οικονομίας, ως συνέπεια της σύγκλισης των επιτοκίων και της ευχερέστερης πρόσβασης των επιχειρήσεων στην πανευρωπαϊκή χρηματοπιστωτική αγορά. Το κρίσιμο ερώτημα πάντως είναι κατά πόσο η προβλεπόμενη επιτάχυνση του ρυθμού ανόδου της οικονομικής δραστηριότητας θα είναι διαρκής και επαρκής, ώστε να πετύχουμε τη σύγκλιση του βιοτικού μας επιπέδου προς το μέσο όρο των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης μέσα στα επόμενα δέκα χρόνια.

Η απάντηση στο ερώτημα αυτό δεν είναι εύκολη. Ο στόχος της πραγματικής σύγκλισης είναι σχετικός και η επίτευξή του εξαρτάται και από τον ρυθμό ανόδου του μέσου όρου του πραγματικού εισοδήματος στη ζώνη του ευρώ, ο οποίος αναμένεται να επιταχυνθεί τα επόμενα έτη. Η πραγματική σύγκλιση θα πρέπει να επιτευχθεί στο νέο διεθνές οικονομικό περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από έντονο και αυξανόμενο ανταγωνισμό και ταχύτερο και μονιμότερο ρυθμό ανόδου της παραγωγικότητας. Οι εξελίξεις αυτές είναι αποτέλεσμα πολλών παραγόντων: της τεχνολογικής προόδου στην πληροφορική και τις τηλεπικοινωνίες, της απελευθέρωσης και παγκοσμιοποίησης των χρηματοπιστωτικών αγορών, της μεγαλύτερης ευελιξίας των αγορών αγαθών και εργασίας λόγω και της μείωσης των κανονιστικών περιορισμών που διέπουν τη λειτουργία των αγορών αυτών. Η άρση ορισμένων περιορισμών εν μέρει αντανακλά φορολογικές μεταρρυθμίσεις που αποσκοπούν στην ενίσχυση της προσφοράς αγαθών και υπηρεσιών. Στην Ευρώπη, η εισαγωγή του ενιαίου νομίσματος και η ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς εντείνουν περαιτέρω τον ανταγωνισμό.

Στο νέο αυτό περιβάλλον, η πραγματική οικονομική σύγκλιση μπορεί να επιτευχθεί κυρίως, αν όχι αποκλειστικά, με μέτρα διαρθρωτικής προσαρμογής που αποσκοπούν στην αύξηση της παραγωγικότητας και τη βελτίωση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας των ελληνικών προϊόντων. Η προσαρμογή αυτή είναι σκόπιμο να κινηθεί στους εξής άξονες: απελευθέρωση των αγορών, προώθηση της τεχνολογικής έρευνας και των καινοτομιών, εκσυγχρονισμός της δημόσιας διοίκησης, στήριξη της επιχειρηματικής δράσης, βελτίωση της εκπαίδευσης και της επαγγελματικής κατάρτισης, αλλά και αποτελεσματικότερη λειτουργία της αγοράς εργασίας και του χρηματοπιστωτικού τομέα.

Η σημασία της απελευθέρωσης και της αποτελεσματικότερης λειτουργίας των αγορών για την αύξηση της παραγωγικότητας και της διεθνούς ανταγωνιστικότητας δεν πρέπει να υποεκτιμάται. Ένα ενδιαφέρον συμπέρασμα που προκύπτει από πρόσφατες αναλύσεις των πραγματικά αξιόλογων επιδόσεων της αμερικανικής οικονομίας, είναι ότι ο υψηλότερος ρυθμός ανόδου της παραγωγικότητας και το χαμηλό ποσοστό ανεργίας που χαρακτηρίζει τη λεγόμενη «νέα οικονομία» δεν οφείλεται μόνο ή κυρίως στην τεχνολογική πρόοδο, αλλά αντανακλά σε μεγάλο βαθμό την αποτελεσματικότερη λειτουργία των αγορών καθώς και την προσαρμοστικότητα και καλύτερη οργάνωση της παραγωγικής διαδικασίας. Συνοπτικά και κάπως σχηματικά, η πραγματική σύγκλιση της ελληνικής οικονομίας, σε συνδυασμό με τη διατήρηση της νομισματικής σταθερότητας, μπορεί να πραγματοποιηθεί τα επόμενα χρόνια εάν η εθνική οικονομική πολιτική και ο ιδιωτικός τομέας επιτύχουν, μέσα από την αναδιάρθρωση της οικονομίας, την αύξηση της συνολικής προσφοράς – του όγκου, του εύρους και της ποιότητάς της – με υψηλό ρυθμό ο οποίος δεν υπολείπεται του ρυθμού ανόδου της συνολικής ζήτησης. Το εγχείρημα είναι σύνθετο και απαιτεί ποικίλες παρεμβάσεις σε πολλούς τομείς καθώς και συντονισμό ενεργειών. Μπορούμε όμως να είμαστε αισιόδοξοι και επειδή οι υπεύθυνοι γνωρίζουν τα μέτρα που απαιτούνται για την επίτευξη των στόχων, αλλά και επειδή η απελευθέρωση των αγορών και η ενίσχυση του ανταγωνισμού θα συνεργήσουν, υπό την προϋπόθεση της καλής εποπτείας και της υιοθέτησης σταθερών κανόνων, στην ταχύτερη άνοδο της παραγωγικότητας και της συνολικής προσφοράς.

Η εισαγωγή του ευρώ στη χώρα μας θα επηρεάσει καθοριστικά τη λειτουργία του χρηματοπιστωτικού τομέα, το μηχανισμό μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής και θα συντελέσει στην επιτάχυνση της αναπτυξιακής διαδικασίας. Τα τελευταία χρόνια, το ελληνικό τραπεζικό σύστημα έχει υποστεί ευρείας έκτασης μετασχηματισμό, λόγω της απελευθέρωσης των χρηματοπιστωτικών αγορών και της κίνησης κεφαλαίων, της τεχνολογικής προόδου, της ιδιωτικοποίησης κρατικών τραπεζών και της επικείμενης εισαγωγής του ευρώ. Ο βαθμός συγκέντρωσης έχει αυξηθεί, αλλά παράλληλα έχει ενταθεί και ο ανταγωνισμός. Οι τάσεις αυτές αναμένεται ότι θα ενισχυθούν με την εισαγωγή του ευρώ και την ολοκλήρωση της πανευρωπαϊκής αγοράς κεφαλαίων και χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών. Επιπλέον, οι ελληνικές τράπεζες θα λειτουργήσουν σε ένα νέο περιβάλλον χαμηλότερων επιτοκίων και αυξημένης ρευστότητας, λόγω της μετάβασης από την εθνική στην ενιαία νομισματική πολιτική. Οι ελληνικές τράπεζες έχουν επαρκή κεφαλαιακή βάση και ικανοποιητική τεχνολογία για να αντιμετωπίσουν τις νέες συνθήκες. Πιστεύω ότι μπορούν να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της οικονομίας, όχι μόνο με την ικανοποίηση της ζήτησης των καταναλωτών και των αποταμιευτών για τραπεζικά προϊόντα αλλά και με την προσφορά νέων και ανταγωνιστικών προϊόντων για τη χρηματοδότηση της παραγωγής και των επενδύσεων. Για να αξιοποιήσουν όμως τις ευκαιρίες και να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά τις ανταγωνιστικές πιέσεις από την επικείμενη μετάβαση στο ευρώ, ορισμένες τράπεζες θα πρέπει να συμπιέσουν περαιτέρω το λειτουργικό τους κόστος, να προωθήσουν ταχύτερα τη νέα τεχνολογία στην προσφορά τραπεζικών υπηρεσιών, να ενισχύσουν τον ευρωπαϊκό τους προσανατολισμό και να βελτιώσουν τα συστήματα παρακολούθησης και διαχείρισης κινδύνων. Η διεθνής πείρα καταδεικνύει ότι ο εντεινόμενος ανταγωνισμός στον τραπεζικό τομέα οδήγησε κατά καιρούς στο να υπερεκτιμηθούν οι ευκαιρίες και τα βραχυπρόθεσμα κέρδη και να υποεκτιμηθούν οι πιστωτικοί και οι άλλοι κίνδυνοι που συνδέονται, σε ορισμένες περιπτώσεις, με την ταχεία διεύρυνση των τραπεζικών εργασιών. Γι’ αυτό το λόγο απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή και σύνεση κατά τη διαχείριση της τραπεζικής διαμεσολάβησης στο νέο περιβάλλον που θα δημιουργηθεί με την εισαγωγή του ενιαίου νομίσματος.

Η μετάβαση από τη δραχμή στο ευρώ έχει ήδη αποφέρει πολλά οφέλη στην ελληνική οικονομία, διότι προϋπέθετε και οδήγησε στη σταθεροποίησή της: στο χαμηλό πληθωρισμό, τη μεγάλη βελτίωση των δημόσιων οικονομικών και την ενίσχυση της δραχμής. Η υιοθέτηση του ευρώ από τη χώρα μας θα αποφέρει και πρόσθετα οφέλη: θα διασφαλίσει την οικονομική σταθερότητα μακροπρόθεσμα, θα θωρακίσει την οικονομία από εξωγενείς νομισματικές αναταράξεις και θα προαγάγει την οικονομική ανάπτυξη. Πιστεύω δε ότι θα ενεργήσει καταλυτικά, ώστε να επιταχυνθεί η αναδιάρθρωση της οικονομίας και να επιτευχθεί η πραγματική σύγκλιση. Για όλους αυτούς τους λόγους, η αντικατάσταση της δραχμής από το ευρώ δημιουργεί αισθήματα ικανοποίησης για την πρόοδο που σημειώθηκε στο παρελθόν και ευνοϊκές προσδοκίες για την πορεία της ελληνικής οικονομίας στο μέλλον.

​​ 
Αυτό το website χρησιμοποιεί cookies για την βελτιστοποίηση της εμπειρίας σας. Μάθετε περισσότερα
Αποδέχομαι