Άρθρα & Συνεντεύξεις

  • Κοινοποίηση:

Συνέντευξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννη Στουρνάρα στο Liberal.gr και στο δημοσιογράφο Νίκο Ταμπακόπουλο

16/05/2026 - Άρθρα & Συνεντεύξεις

Θα ήθελα να σας συγχαρώ με την ευκαιρία της νέας σας θητείας ως Διοικητού της Τράπεζας της Ελλάδας. Ποια ήταν η Ελλάδα του 2014 όταν είχατε αναλάβει για πρώτη φορά τα καθήκοντά σας και ποια η Ελλάδα του 2026; Ποιες είναι οι εμπειρίες από το χθες, ποιες οι επιτυχίες του σήμερα και ποιες οι προσδοκίες για το αύριο;

Σας ευχαριστώ πολύ. Η σύγκριση ανάμεσα στην Ελλάδα του 2014 και την Ελλάδα του 2026 δείχνει πόσο μεγάλη απόσταση έχει διανύσει η χώρα, αλλά και πόσο δύσκολη ήταν αυτή η διαδρομή. Το 2014 η Ελλάδα είχε ήδη περάσει από μια εξαιρετικά επώδυνη περίοδο προσαρμογής, με μεγάλες θυσίες για την κοινωνία, αλλά και με τα πρώτα σαφή σημάδια σταθεροποίησης να γίνονται πλέον ορατά. Η οικονομία είχε επιστρέψει σε μικρούς αλλά θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, η δημοσιονομική προσαρμογή είχε οδηγήσει στην επίτευξη πρωτογενών πλεονασμάτων, ενώ το μεγάλο εξωτερικό έλλειμμα της προηγούμενης περιόδου είχε σε μεγάλο βαθμό εξαλειφθεί.

Αυτή η σταθεροποίηση δεν ήταν αυτονόητη. Ήταν αποτέλεσμα μιας δύσκολης εθνικής προσπάθειας δημοσιονομικής προσαρμογής, χρηματοπιστωτικής προσαρμογής, μεταρρυθμίσεων και αποκατάστασης της αξιοπιστίας της χώρας. Την περίοδο αυτή είχα την τιμή να συμμετάσχω στην μεγάλη αυτή προσπάθεια, και να συμβάλλω στο μέτρο των δυνατοτήτων μου  ως Υπουργός Οικονομικών την περίοδο 2012-14, και ως Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος από το 2014 έως σήμερα. Και θεωρώ, βεβαίως, τη μέγιστη δυνατή τιμή για μένα την εμπιστοσύνη που μου δείχνει η Κυβέρνηση προτείνοντας την ανανέωση της θητείας μου στην Τράπεζα της Ελλάδος, κάτι που μου δίνει και τη δυνατότητα να είμαι παρών στους εορτασμούς για τα 100 χρόνια από την ίδρυσή της το 2028. Η χώρα βρισκόταν ακόμη σε εύθραυστη κατάσταση, έχοντας χάσει περίπου το ¼ του ΑΕΠ της, με πολύ υψηλή ανεργία, με σοβαρές πιέσεις στο τραπεζικό σύστημα – παρά τις συνεχείς ανακεφαλαιοποιήσεις – ,περιορισμένη πρόσβαση στις αγορές και σοβαρές πληγές στην οικονομία και την κοινωνία. Είχαμε, όμως, αποφύγει τα χειρότερα, και είχε αρχίσει να διαμορφώνεται η βάση πάνω στην οποία μπορούσε να χτιστεί η επόμενη φάση ανάκαμψης.

 

Η εμπειρία εκείνης της περιόδου ήταν καθοριστική. Μας δίδαξε ότι η δημοσιονομική αξιοπιστία, η χρηματοπιστωτική σταθερότητα και η προσήλωση στις μεταρρυθμίσεις δεν είναι αφηρημένες έννοιες· είναι προϋποθέσεις για την προστασία του εισοδήματος, της απασχόλησης και της θέσης της χώρας στην Ευρώπη. Μας δίδαξε επίσης ότι ο λαϊκισμός και οι εύκολες λύσεις έχουν πολύ μεγάλο κόστος, ενώ η παραμονή στον ευρωπαϊκό πυρήνα, η θεσμική σοβαρότητα και η συνέπεια στην οικονομική πολιτική μπορούν να αποκαταστήσουν την εμπιστοσύνη.

Η Ελλάδα του 2026 είναι μια πολύ διαφορετική χώρα. Έχει ανακτήσει την επενδυτική βαθμίδα, έχει πρόσβαση στις διεθνείς αγορές με πολύ καλύτερους όρους, καταγράφει ρυθμούς ανάπτυξης υψηλότερους από τον μέσο όρο της ευρωζώνης, έχει μειώσει σημαντικά την ανεργία και έχει πετύχει μεγάλη δημοσιονομική προσαρμογή. Το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ βρίσκεται σε σταθερά καθοδική πορεία, ενώ το τραπεζικό σύστημα είναι σήμερα πολύ πιο ισχυρό, με δραστική μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, επαρκή κεφαλαιακή βάση και βελτιωμένη δυνατότητα χρηματοδότησης της οικονομίας.

Καθοριστικό ρόλο σε αυτή τη διαδρομή είχε η πολιτική σταθερότητα, την οποία θεωρώ ίσως το σημαντικότερο άυλο κεφάλαιο της χώρας. Η σταθερότητα αυτή επέτρεψε τη συνέπεια στην οικονομική πολιτική, την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των αγορών και των επενδυτών, και τη σταδιακή επιστροφή της χώρας σε κανονικές συνθήκες χρηματοδότησης. Σε μια περίοδο διεθνούς αβεβαιότητας, η αξιοπιστία των θεσμών και η προβλεψιμότητα της οικονομικής πολιτικής δεν είναι δευτερεύοντα στοιχεία· αποτελούν προϋποθέσεις για επενδύσεις, ανάπτυξη και βελτίωση του βιοτικού επιπέδου.

Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι η ανάπτυξη αποκτά σταδιακά πιο ποιοτικά χαρακτηριστικά. Οι επενδύσεις έχουν ανακάμψει σημαντικά, η οικονομία γίνεται πιο εξωστρεφής, η ψηφιοποίηση του κράτους έχει προχωρήσει και οι ευρωπαϊκοί πόροι στηρίζουν τον παραγωγικό μετασχηματισμό της χώρας. Επομένως, παρατηρείται ήδη η μετάβαση σε ένα πιο ανθεκτικό και παραγωγικό αναπτυξιακό υπόδειγμα.

Αυτό δεν σημαίνει ότι έχουν λυθεί όλα τα προβλήματα. Η Ελλάδα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις. Η επιτυχία των τελευταίων ετών δεν πρέπει να οδηγήσει σε εφησυχασμό. Αντίθετα, πρέπει να αποτελέσει τη βάση για μια δεύτερη φάση μεταρρυθμίσεων.

Οι προσδοκίες για το αύριο είναι θετικές, υπό μία βασική προϋπόθεση: να συνεχίσουμε με συνέπεια την ίδια κατεύθυνση. Δηλαδή, να διατηρήσουμε τη δημοσιονομική υπευθυνότητα, την πολιτική και θεσμική σταθερότητα, να ενισχύσουμε την παραγωγικότητα, να επιταχύνουμε τις επενδύσεις, να βελτιώσουμε περαιτέρω το επιχειρηματικό περιβάλλον και να αξιοποιήσουμε πλήρως τη συμμετοχή της χώρας στον ευρωπαϊκό πυρήνα. Ο στόχος για τα επόμενα χρόνια δεν είναι απλώς να καλύψουμε τις απώλειες της κρίσης, αλλά να πετύχουμε πραγματική σύγκλιση με την Ευρώπη, με διατηρήσιμη ανάπτυξη, περισσότερες και καλύτερες θέσεις εργασίας και υψηλότερα εισοδήματα για τους πολίτες.

 

Ακούμε συχνά στη χώρα μας ότι υπάρχουν δυο οικονομίες. Η οικονομία των αριθμών που ευημερεί και την οικονομία των πολιτών που υποφέρουν. Θέλετε να μας δώσετε την ολοκληρωμένη εικόνα που έχετε εσείς;

Δεν συμμερίζομαι την άποψη ότι υπάρχουν δύο αποκομμένες οικονομίες: μία των αριθμών και μία των πολιτών. Οι αριθμοί δεν είναι κάτι ξένο προς την κοινωνία. Αποτυπώνουν την απασχόληση, το εισόδημα, τη δυνατότητα του κράτους να στηρίζει τους πολίτες και, τελικά, τις προοπτικές των επόμενων γενεών. Αυτό που πράγματι υπάρχει είναι μια χρονική υστέρηση ανάμεσα στη μακροοικονομική βελτίωση και στην πλήρη αίσθησή της από όλους τους πολίτες. Οι μακροοικονομικοί δείκτες έχουν σημασία, γιατί χωρίς ανάπτυξη, δημοσιονομική σταθερότητα, χαμηλότερη ανεργία και σταθερό τραπεζικό σύστημα δεν μπορεί να υπάρξει διατηρήσιμη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου.

Η πρόοδος της ελληνικής οικονομίας είναι πραγματική, μετρήσιμη και έχει ήδη κοινωνικό αποτύπωμα. Η ανεργία έχει μειωθεί εντυπωσιακά, οι επενδύσεις αυξάνονται, οι μισθοί ανακάμπτουν και το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών έχει ενισχυθεί. Αυτές δεν είναι αφηρημένες μεταβλητές· είναι πραγματικές εξελίξεις που αφορούν την καθημερινότητα των πολιτών. Η δημιουργία θέσεων εργασίας, η αύξηση των εισοδημάτων και η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στην οικονομία αποτελούν τον πιο άμεσο τρόπο με τον οποίο η μακροοικονομική σταθερότητα μεταφράζεται σε κοινωνικό όφελος.

Κατανοώ, βεβαίως, ότι ένα σημαντικό μέρος της κοινωνίας εξακολουθεί να αισθάνεται πίεση. Η δυσαρέσκεια αυτή συνδέεται κυρίως με το ισχυρό πληθωριστικό σοκ των τελευταίων ετών, το οποίο αύξησε το κόστος ζωής, ιδίως στην ενέργεια, στα τρόφιμα και στη στέγαση. Όμως πρέπει να είμαστε ακριβείς: η πίεση αυτή δεν αναιρεί την πρόοδο της οικονομίας. Αντίθετα, δείχνει γιατί η σταθερή ανάπτυξη, η αύξηση των εισοδημάτων και η στοχευμένη στήριξη είναι απαραίτητες. Τα μέτρα που έχουν ληφθεί – ιδίως προς τα πιο ευάλωτα νοικοκυριά – έχουν αποδεδειγμένα μετριάσει τις επιπτώσεις της ακρίβειας, χωρίς να εκτροχιάσουν τη δημοσιονομική πορεία της χώρας.

Ιδιαίτερα σημαντικά είναι και τα δημοσιονομικά αποτελέσματα. Η Ελλάδα έχει πετύχει την ταχύτερη μείωση του δημόσιου χρέους που έχει καταγραφεί ιστορικά σε αναπτυγμένη οικονομία. Αυτό μπορεί να μην γίνεται άμεσα αντιληπτό στην καθημερινότητα, αλλά έχει τεράστια σημασία για το μέλλον. Κάθε μονάδα μείωσης του χρέους ελαφρύνει το βάρος που μεταφέρεται στις επόμενες γενιές, μειώνει την ευπάθεια της χώρας σε μελλοντικές κρίσεις και δημιουργεί καλύτερες δημοσιονομικές συνθήκες για την αντιμετώπιση μελλοντικών προκλήσεων.

Αυτό είναι ίσως το πιο δύσκολο σημείο στη δημόσια συζήτηση: πολλές πολιτικές που ωφελούν πραγματικά την κοινωνία δεν παράγουν άμεσα ορατό αποτέλεσμα. Οι μεταρρυθμίσεις έχουν συχνά βραχυχρόνιο κόστος, αλλά μεγάλο μακροπρόθεσμο όφελος. Η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, για παράδειγμα, μπορεί να προκαλεί αντιδράσεις, αλλά ενισχύει τη φορολογική δικαιοσύνη, διευρύνει τη φορολογική βάση και επιτρέπει σταδιακά τη μείωση της επιβάρυνσης για τους συνεπείς φορολογούμενους. Η ανεξαρτησία της φορολογικής διοίκησης και η ψηφιοποίηση του κράτους συνέβαλαν αποφασιστικά στη βελτίωση της φορολογικής συμμόρφωσης και στην αύξηση των δημοσίων εσόδων χωρίς αύξηση φορολογικών συντελεστών.

Το ίδιο ισχύει και για τις μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας και στο ασφαλιστικό σύστημα. Οι αλλαγές στην αγορά εργασίας συνέβαλαν στη δημιουργία θέσεων απασχόλησης και στην ταχεία αποκλιμάκωση της ανεργίας. Οι μεταρρυθμίσεις στο συνταξιοδοτικό σύστημα, παρά το κοινωνικό και πολιτικό κόστος τους, περιόρισαν έναν από τους μεγαλύτερους δημοσιονομικούς κινδύνους που αντιμετώπιζε η χώρα. Είναι χαρακτηριστικό ότι πολλές ευρωπαϊκές χώρες εξακολουθούν σήμερα να δυσκολεύονται να εφαρμόσουν αντίστοιχες μεταρρυθμίσεις, ενώ για την Ελλάδα το ασφαλιστικό έχει πάψει να αποτελεί την ίδια πηγή δημοσιονομικής ευπάθειας που αποτελούσε στο παρελθόν.

Η ολοκληρωμένη εικόνα, επομένως, είναι ότι δεν υπάρχουν δύο αποκομμένες οικονομίες. Υπάρχει μία οικονομία που έχει βελτιωθεί ουσιαστικά και διαρθρωτικά σε μακροοικονομικό επίπεδο, αλλά εξακολουθεί να αντιμετωπίζει την πρόκληση της ταχύτερης και ευρύτερης διάχυσης των ωφελειών της ανάπτυξης.

Επομένως, δεν πρέπει ούτε να υποτιμήσουμε τους αριθμούς και να αμφισβητήσουμε τη σημασία των μεταρρυθμίσεων, ούτε να αγνοήσουμε την καθημερινότητα. Αντιθέτως, θα πρέπει να συνεχιστεί η πολιτική που διασφαλίζει τη σταθερότητα και την ανάπτυξη, αλλά με ακόμη μεγαλύτερη έμφαση στην παραγωγικότητα, στις επενδύσεις, στον ανταγωνισμό στις αγορές, στη μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης της εργασίας και στη στοχευμένη στήριξη των πιο ευάλωτων. Μόνο έτσι η μακροοικονομική επιτυχία θα μετατραπεί σε βιώσιμη και ευρύτερα αισθητή βελτίωση του βιοτικού επιπέδου.

Με απλά λόγια, οι αριθμοί και οι πολίτες δεν βρίσκονται σε αντίθεση. Οι καλοί αριθμοί είναι η προϋπόθεση για να υπάρξει διατηρήσιμη βελτίωση στη ζωή των πολιτών.

 

Ας μιλήσουμε για τους κινδύνους. Τα σύννεφα του στασιμοπληθωρισμού και του παγκόσμιου χρέους, κάνουν την εμφάνιση τους σε όλες τις εκθέσεις των επενδυτικών οίκων. Ποια είναι η υφή των δυο αυτών προβλημάτων; Πόσο πιθανόν είναι να κληθούμε να τα αντιμετωπίσουμε άμεσα;

Οι κίνδυνοι του στασιμοπληθωρισμού και του υψηλού παγκόσμιου χρέους είναι υπαρκτοί και πρέπει να αξιολογούνται με προσοχή. Πρόκειται για δύο διαφορετικές αλλά αλληλένδετες προκλήσεις: από τη μία πλευρά, η γεωπολιτική κρίση στη Μέση Ανατολή μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση των τιμών ενέργειας, πρώτων υλών και μεταφορών· από την άλλη, το υψηλό δημόσιο χρέος περιορίζει τα δημοσιονομικά περιθώρια των κυβερνήσεων να αντιδράσουν σε νέες διαταραχές.

Ο στασιμοπληθωρισμός είναι ένας ιδιαίτερα δύσκολος συνδυασμός για την οικονομική πολιτική, διότι συνεπάγεται ταυτόχρονα υψηλότερο πληθωρισμό και χαμηλότερη ανάπτυξη. Μια παρατεταμένη ενεργειακή διαταραχή αυξάνει το κόστος παραγωγής και τις τιμές καταναλωτή, ενώ η αβεβαιότητα επιβαρύνει την εμπιστοσύνη, τις επενδύσεις και την κατανάλωση. Για την οικονομική πολιτική, αυτό δημιουργεί μια δύσκολη εξίσωση, καθώς απαιτείται ταυτόχρονα συγκράτηση των πληθωριστικών πιέσεων, προστασία της ανάπτυξης και διατήρηση της δημοσιονομικής αξιοπιστίας.

Σε σχέση με την ενεργειακή κρίση του 2022, η ζώνη του ευρώ ξεκινά σήμερα από καλύτερη θέση ως προς τον πληθωρισμό, καθώς ο πληθωρισμός είχε ήδη πλησιάσει τον στόχο της ΕΚΤ του 2% πριν από τη νέα άνοδο των τιμών ενέργειας. Αυτό είναι σημαντικό, διότι οι πληθωριστικές προσδοκίες παραμένουν σε γενικές γραμμές σταθεροποιημένες. Ωστόσο, η νέο διαταραχή εκδηλώνεται σε ένα πιο εύθραυστο περιβάλλον, με χαμηλότερη αναπτυξιακή δυναμική, αυστηρότερες χρηματοπιστωτικές συνθήκες και περιορισμένα δημοσιονομικά περιθώρια σε αρκετές οικονομίες.

Το δεύτερο μεγάλο ζήτημα είναι το παγκόσμιο δημόσιο χρέος, το οποίο εκτιμάται ότι θα φθάσει το 100% του παγκόσμιου ΑΕΠ το 2029. Το υψηλό δημόσιο χρέος αυξάνει την ευπάθεια του διεθνούς οικονομικού συστήματος. Όταν οι δαπάνες για άμυνα, κοινωνική προστασία, πράσινη ανάπτυξη και στρατηγική αυτονομία αυξάνονται, ενώ το κόστος χρηματοδότησης παραμένει υψηλότερο από ό,τι στην προηγούμενη δεκαετία, οι κυβερνήσεις έχουν μικρότερο περιθώριο για γενικευμένες δημοσιονομικές παρεμβάσεις.

Γι’ αυτό, στην περίπτωση της νέας ενεργειακής κρίσης, η δημοσιονομική πολιτική θα πρέπει να είναι στοχευμένη, προσωρινή και συμβατή με τη βιωσιμότητα του χρέους. Η εμπειρία των τελευταίων ετών έδειξε ότι τα οριζόντια μέτρα έχουν υψηλό κόστος και συχνά περιορισμένη αποτελεσματικότητα. Αντίθετα, η στήριξη πρέπει να κατευθύνεται στοχευμένα στα ευάλωτα νοικοκυριά και στις επιχειρήσεις που πλήττονται περισσότερο από το ενεργειακό κόστος, χωρίς να υπονομεύεται η δημοσιονομική σταθερότητα.

 

Συνεπώς, πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι οι καθοδικοί κίνδυνοι για την οικονομία έχουν αυξηθεί. Η πιθανότητα να αντιμετωπίσουμε πιέσεις στασιμοπληθωριστικού χαρακτήρα θα εξαρτηθεί κυρίως από τη διάρκεια και την ένταση της γεωπολιτικής κρίσης, την εξέλιξη των τιμών ενέργειας και το αν θα υπάρξουν δευτερογενείς επιδράσεις σε μισθούς, τιμές και προσδοκίες. Η σωστή απάντηση είναι εγρήγορση: προσεκτική νομισματική πολιτική, συνετή δημοσιονομική διαχείριση, ισχυροί θεσμοί και μεταρρυθμίσεις που ενισχύουν την παραγωγικότητα, την ενεργειακή ανθεκτικότητα και την εμπιστοσύνη στην οικονομία.

 

Παραγωγικότητα, ανταγωνιστικότητα και επενδυτικό κενό. Τρεις παράγοντες που παραμένουν όμηροι της παθογένειας δεκαετιών. Περιγράψτε μας το πλαίσιο που θα επιτρέψει στη χώρα να κάνει άλματα και όχι βήματα, ώστε να πλησιάσει τις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ και από ουραγός να γίνει πρωταγωνιστής;

Η αφετηρία της συζήτησης πρέπει να είναι ότι η ελληνική οικονομία τα τελευταία χρόνια δεν βρίσκεται πλέον σε φάση απλής σταθεροποίησης, αλλά σε φάση ουσιαστικού μετασχηματισμού, με ιδιαίτερα έντονη την ανάκαμψη των επενδύσεων και τη σταδιακή μετάβαση σε ένα πιο παραγωγικό και εξωστρεφές αναπτυξιακό υπόδειγμα. Η αναπτυξιακή επίδοση της χώρας υπήρξε πραγματικά αξιοσημείωτη: η απασχόληση αυξήθηκε σημαντικά, η ανεργία μειώθηκε από περίπου 28% στο υψηλότερο σημείο της κρίσης σε περίπου 7,5%-8% σήμερα, ενώ η Ελλάδα υπερβαίνει σταθερά τον μέσο ρυθμό ανάπτυξης της ευρωζώνης από το 2021 και μετά.

Παράλληλα, η δημοσιονομική εικόνα της χώρας βελτιώθηκε θεαματικά, με τη μετάβαση από χρόνια ελλείμματα σε υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα και με σημαντική αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους, από 183% του ΑΕΠ το 2019 σε περίπου 146% το 2025, με προοπτική περαιτέρω μείωσης τα επόμενα χρόνια. Αυτή η πρόοδος δεν είναι συγκυριακή ούτε αποτέλεσμα τύχης· είναι το αποτέλεσμα συνεπούς οικονομικής πολιτικής, μεταρρυθμίσεων και αποκατάστασης της αξιοπιστίας της χώρας.

Το πιο σημαντικό στοιχείο είναι ότι η ανάπτυξη αποκτά πλέον πιο ποιοτικά χαρακτηριστικά. Για πρώτη φορά μετά από σχεδόν δύο δεκαετίες, η συμβολή των επενδύσεων στην ανάπτυξη το 2025 υπερβαίνει εκείνη της ιδιωτικής κατανάλωσης, γεγονός που σηματοδοτεί σταδιακή μετάβαση της οικονομίας σε ένα πιο επενδυτικά και παραγωγικά προσανατολισμένο μοντέλο. Ως αποτέλεσμα της ασκούμενης οικονομικής πολιτικής, ο λόγος επενδύσεων προς ΑΕΠ έχει διαμορφωθεί στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 16 ετών. Ωστόσο, παρά τη σημαντική πρόοδο που έχει επιτευχθεί, οι συνολικές επενδύσεις εξακολουθούν να υπολείπονται του μέσου όρου της ΕΕ.

 

Ακόμη πιο σημαντικό είναι ότι βελτιώνεται και η σύνθεση των επενδύσεων. Οι παραγωγικές επενδύσεις εκτός κατασκευών ανήλθαν στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 30 ετών ως ποσοστό του ΑΕΠ, γεγονός που σημαίνει ότι κατευθύνονται περισσότερα κεφάλαια σε δραστηριότητες που αυξάνουν την παραγωγικότητα, ενισχύουν την εξωστρέφεια και βελτιώνουν το τεχνολογικό αποτύπωμα της οικονομίας.

Παράλληλα, οι ξένες άμεσες επενδύσεις κινούνται σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, αντανακλώντας τη σαφή βελτίωση του επενδυτικού κλίματος και την αποκατάσταση της αξιοπιστίας της χώρας στις διεθνείς αγορές. Η Ελλάδα γίνεται σταδιακά πιο ελκυστικός επενδυτικός προορισμός, όχι μόνο λόγω της μακροοικονομικής σταθερότητας, αλλά και λόγω της προόδου που έχει επιτευχθεί σε κρίσιμους τομείς, όπως η ψηφιοποίηση του κράτους, η φορολογική πολιτική, η αδειοδοτική διαδικασία και η λειτουργία του επιχειρηματικού περιβάλλοντος.

Καθοριστική είναι επίσης η συμβολή των ευρωπαϊκών πόρων – του RRF και του ΕΣΠΑ – οι οποίοι λειτουργούν ως βασικός μοχλός κινητοποίησης δημόσιων και ιδιωτικών επενδύσεων σε τομείς υψηλής προστιθέμενης αξίας, όπως η πράσινη μετάβαση, οι ψηφιακές υποδομές, η βιομηχανία, η καινοτομία και η ενεργειακή αναβάθμιση. Το κρίσιμο ζητούμενο είναι οι νέες τεχνολογίες, οι ψηφιακές δυνατότητες και οι οργανωτικές καινοτομίες να μη μένουν συγκεντρωμένες σε λίγες μεγάλες ή πρωτοπόρες επιχειρήσεις, αλλά να διαχέονται ευρύτερα, ιδιαίτερα στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις που απασχολούν το μεγαλύτερο μέρος του εργατικού δυναμικού της χώρας.

Θετικές είναι οι εξελίξεις και στο πεδίο της ανταγωνιστικότητας και της παραγωγικότητας. Παρά τις πιέσεις που δημιούργησε η ανατίμηση του ευρώ στην ανταγωνιστικότητα τιμών, η ανταγωνιστικότητα κόστους εργασίας βελτιώθηκε, καθώς το μοναδιαίο κόστος εργασίας αυξήθηκε με πιο ήπιο ρυθμό σε σχέση με την ευρωζώνη, ενώ η παραγωγικότητα της εργασίας ενισχύθηκε. Η μεγάλη σωρευτική βελτίωση της ανταγωνιστικότητας που επιτεύχθηκε κατά την περίοδο της κρίσης διατηρείται σχεδόν ακέραιη, επιτρέποντας στην Ελλάδα να διατηρεί σταθερό το μερίδιό της στις βασικές αγορές της. Από το 2021 και μετά η παραγωγικότητα της εργασίας ανακάμπτει σταθερά, ενώ το 2024 και το 2025 η Ελλάδα κατέγραψε καλύτερες επιδόσεις παραγωγικότητας από τον μέσο όρο της ευρωζώνης και της ΕΕ. Ωστόσο, η συνολική παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας παραμένει περίπου στο 64% του μέσου όρου του ΟΟΣΑ, γεγονός που αναδεικνύει ότι εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικά διαρθρωτικά κενά.

Καταγράφεται επίσης σταδιακή πρόοδος στη διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα. Η Ελλάδα βελτιώνει τις επιδόσεις της σε τομείς όπως το φορολογικό πλαίσιο, η ίδρυση επιχειρήσεων, η ψηφιοποίηση υπηρεσιών και η απονομή δικαιοσύνης. Ωστόσο, παραμένουν σημαντικές αδυναμίες. Οι χρονοβόρες δικαστικές διαδικασίες, οι σύνθετες αδειοδοτικές απαιτήσεις, η περιορισμένη πρόσβαση μικρότερων επιχειρήσεων στη χρηματοδότηση και οι χαμηλές επενδύσεις σε έρευνα και ανάπτυξη εξακολουθούν να επιβαρύνουν το επιχειρηματικό περιβάλλον και να περιορίζουν τη διάχυση της παραγωγικότητας. Η πρόκληση πλέον δεν είναι μόνο η διατήρηση της ανάπτυξης, αλλά η επιτάχυνση των μεταρρυθμίσεων που θα επιτρέψουν στην οικονομία να περάσει σε μια νέα φάση βιώσιμης σύγκλισης υψηλού εισοδήματος.

Το πλαίσιο αυτό έχει τρεις βασικούς πυλώνες.

1) Πρώτον, συνέχιση και βάθυνση των μεταρρυθμίσεων: καλύτερη δημόσια διοίκηση, λιγότερη γραφειοκρατία, ταχύτερη δικαιοσύνη, σταθερό φορολογικό και ρυθμιστικό περιβάλλον, αποτελεσματικότερη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων και ενίσχυση του ανταγωνισμού στις αγορές. Ιδιαίτερη σημασία αποκτά η νέα στρατηγική συνεργασία Ελλάδας – ΟΟΣΑ για την περίοδο 2028-34, η οποία στοχεύει ακριβώς στη χαρτογράφηση και σωστή προτεραιοποίηση των κρίσιμων μεταρρυθμίσεων που απαιτούνται για τη μετάβαση σε ανάπτυξη βασισμένη στην παραγωγικότητα, στην καινοτομία και στη διάχυση της τεχνολογίας.

2) Δεύτερον, πλήρης αξιοποίηση των διαθέσιμων χρηματοδοτικών εργαλείων. Το RRF, το ΕΣΠΑ 2021-27, το επόμενο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο 2028-34 και τα νέα ευρωπαϊκά και εθνικά προγράμματα μπορούν να λειτουργήσουν ως μοχλός μετασχηματισμού. Δεν αρκεί μόνο η απορρόφηση πόρων· χρειάζεται κατεύθυνσή τους σε επενδύσεις που αλλάζουν την παραγωγική βάση της οικονομίας: βιομηχανία, ενέργεια, δίκτυα, ψηφιακές υποδομές, έρευνα, δεξιότητες και εξωστρέφεια.

3) Τρίτον, ενίσχυση του ανθρώπινου κεφαλαίου και της καινοτομίας. Η παραγωγικότητα δεν αυξάνεται μόνο με κεφάλαια, αλλά και με καλύτερες δεξιότητες, τεχνική εκπαίδευση, διά βίου μάθηση, αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης, επιστροφή ταλέντου από το εξωτερικό και ισχυρότερη σύνδεση πανεπιστημίων, ερευνητικών κέντρων και επιχειρήσεων. Οι δημογραφικές πιέσεις καθιστούν αυτή την πρόκληση ακόμη πιο επείγουσα, καθώς η βιώσιμη ανάπτυξη στο μέλλον θα εξαρτάται ολοένα και περισσότερο από την αύξηση της παραγωγικότητας ανά εργαζόμενο.

Συνεπώς, η Ελλάδα έχει ήδη περάσει από τη φάση της σταθεροποίησης στη φάση του μετασχηματισμού. Δεν υπάρχει όμως περιθώριο εφησυχασμού – αντίθετα, η μεταρρυθμιστική προσπάθεια θα πρέπει να επιταχυνθεί.

 

Ακούμε συχνά ότι η μικρή και μικρομεσαία επιχειρηματικότητα που θεωρείται η «καρδιά» της ελληνικής οικονομίας παραμένει εκτός τραπεζικής χρηματοδότησης και ότι αδυνατεί να χρηματοδοτηθεί όχι μόνο για να μεγαλώσει, αλλά και να επιβιώσει. Ποιο είναι εδώ το πραγματικό πρόβλημα και πως μπορεί να ξεπεραστεί;

 

H πιστωτική επέκταση προς τις επιχειρήσεις τα τελευταία έτη – ιδίως την τελευταία διετία 2024-25 – έχει ανακάμψει σημαντικά καταγράφοντας μία από τις καλύτερες επιδόσεις στη ζώνη του ευρώ, γεγονός που επιβεβαιώνει τη σταθερή βελτίωση των συνθηκών χρηματοδότησης των επιχειρήσεων από το εγχώριο τραπεζικό σύστημα. Ειδικότερα, ο ετήσιος ρυθμός αύξησης της χρηματοδότησης προς τις μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις ανήλθε σε 13,8% το 2024, 11,3% το 2025 και 10,4% το Μάρτιο του 2026, υπερβαίνοντας κατά πολύ τον αντίστοιχο ρυθμό αύξησης των τραπεζικών δανείων στη ζώνη του ευρώ (1,7 % το 2024, 3,0% το 2025 και 3,2% το Μάρτιο του 2026).

Όσον αφορά τα νέα δάνεια προς ΜΜΕ, έχουν βελτιωθεί σημαντικά συγκριτικά με προηγούμενα έτη. Σε απόλυτα μεγέθη, το ύψος των συμφωνιών για νέα δάνεια με καθορισμένη διάρκεια προς ΜΜΕ ανήλθε σε €6,6 δισεκ. το 2025. Αυξάνεται συνεχώς από το 2021 και μετά, και είναι κατά πολύ υψηλότερο σε σχέση με τα προ πανδημίας επίπεδα, αντανακλώντας τις ευνοϊκές επιδράσεις που απορρέουν από την βελτίωση της ποιότητας των στοιχείων ενεργητικού των τραπεζών καθώς και τη βελτίωση των χρηματοδοτικών εργαλείων που προσφέρονται σε συνεργασία με αναπτυξιακούς φορείς. Επίσης, οι ΜΜΕ λαμβάνουν το μεγαλύτερο μέρος των πιστώσεων χωρίς καθορισμένη διάρκεια (αλληλόχρεοι λογαριασμοί, ανακυκλούμενα δάνεια, κλπ.) με τις οποίες καλύπτουν τρέχουσες ανάγκες τους. Το μερίδιο των ΜΜΕ στις πιστώσεις αυτές, κυμαίνεται διαχρονικά γύρω στο 60%.

Παρόμοια συμπεράσματα προκύπτουν και από την έρευνα για την πρόσβαση σε χρηματοδότηση των ΜΜΕ στην Ελλάδα (SAFE) που δείχνει, με βάση τις απαντήσεις των ίδιων των επιχειρήσεων, ότι το πρόβλημα της πρόσβασης σε χρηματοδότηση έχει γίνει λιγότερο πιεστικό τα τελευταία έτη, και ότι έχουν σημειωθεί βελτιώσεις κυρίως από την πλευρά της προσφοράς δανείων.

Οι μεγάλες επιχειρήσεις βέβαια συνεχίζουν να υπερτερούν ως προς το ύψος των δανειακών πόρων που αντλούν από το τραπεζικό σύστημα. Αυτό είναι αναμενόμενο αν αναλογιστούμε ότι η αύξηση των επενδύσεων, που είναι ένας παράγοντας κρίσιμης σημασίας για την οικονομία, προέρχεται κυρίως από τις μεγαλύτερου μεγέθους επιχειρήσεις. Το πρόβλημα των Μη Εξυπηρετούμενων Δανείων (ΜΕΔ) επίσης είναι αναλογικά εντονότερο στα δάνεια των πολύ μικρών και μικρών επιχειρήσεων. Τα σχετικά ποσοστά την τριετία 2015-17 προσέγγιζαν το 65-70%, περίπου διπλάσια σε σχέση με τις μεγάλες επιχειρήσεις. Αλλά και σήμερα με βάση τα στοιχεία του 2025, το ποσοστό των ΜΕΔ στις ΜΜΕ ήταν 4,7% και στους ελεύθερους επαγγελματίες και τις πολύ μικρές επιχειρήσεις στο 10%, έναντι μόλις 0,9% στις μεγάλες επιχειρήσεις. Και είναι γενικότερα αλήθεια ότι ο νέος δανεισμός περιορίζεται ιδιαίτερα για τις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις καθώς οι επιχειρήσεις αυτές παρουσιάζουν συχνά δυσμενέστερη χρηματοοικονομική κατάσταση και συνεπώς ενέχουν μεγαλύτερο πιστωτικό κίνδυνο για τα πιστωτικά ιδρύματα.

 

Πολλά από τα εμπόδια που αναφέρουν ότι αντιμετωπίζουν οι ΜΜΕ (όπως ανεπαρκείς εξασφαλίσεις, το υψηλό κόστος δανεισμού ή περιορισμένο ύψος διαθέσιμων δανείων) αμβλύνονται σημαντικά μέσω των χρηματοδοτικών προγραμμάτων φορέων όπως η Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα και το Ευρωπαϊκό Επενδυτικό Ταμείο, τα οποία προσφέρονται κυρίως μέσω του τραπεζικού συστήματος και τα οποία αφορούν συγχρηματοδοτούμενα δάνεια, εγγυήσεις δανείων ή και μικροπιστώσεις, με ιδιαίτερα ευνοϊκούς όρους για τις επιχειρήσεις.

Το 2025 οι εκταμιεύσεις επιχειρηματικών δανείων που συνδέονται με χρηματοδοτικά προγράμματα προς ΜΜΕ και ελεύθερους επαγγελματίες αναλογούσαν στο 40% της αξίας των νέων επιχειρηματικών δανείων προς ΜΜΕ, όσο περίπου και το 2024 και έναντι 25% το 2023. Το ποσοστό αυτό είναι υπερδιπλάσιο του αντίστοιχου για το σύνολο των επιχειρήσεων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα των πολιτικών στήριξης της ρευστότητας των ΜΜΕ συνιστά το γεγονός ότι μόνο στο πλαίσιο του ΤΕΠΙΧ ΙΙΙ, άνω του 90% των χορηγηθέντων δανείων κατευθύνθηκε προς επιχειρήσεις με κύκλο εργασιών χαμηλότερο από €10 εκατ. και λιγότερους από 50 εργαζομένους.

Τα επενδυτικά σχέδια των ΜΜΕ ενισχύθηκαν και από τα χαμηλότοκα δάνεια στο πλαίσιο του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (ΤΑΑ), καθώς άνω του ήμισυ του αριθμού των δανείων που συμβασιοποιήθηκαν αφορά ΜΜΕ. Μέρος των δανειακών πόρων του ΤΑΑ διατίθενται επίσης (i) στο πλαίσιο του InvestEU, για εγγυήσεις στην χρηματοδότηση μεταξύ άλλων και μετοχικών κεφαλαίων ΜΜΕ, καθώς και (ii) για τη συμμετοχή της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας Επενδύσεων (ΕΑΤΕ) σε κεφαλαιουχικές χρηματοδοτήσεις (equity financing) μικρομεσαίων και νεοφυών επιχειρήσεων. Τέλος, τα τελευταία έτη αναπτύσσεται ο θεσμός των μικροπιστώσεων με την αδειοδότηση από την ΤτΕ πέντε ιδρυμάτων μικροχρηματοδοτήσεων που εκτιμάται ότι επίσης θα συμβάλει στην κάλυψη του χρηματοδοτικού κενού που αντιμετωπίζουν ευάλωτες κοινωνικές ομάδες, νέοι επιχειρηματίες, αυτοαπασχολούμενοι και πολύ μικρές επιχειρήσεις που αντιμετωπίζουν εμπόδια στην πρόσβαση σε παραδοσιακή τραπεζική δανειοδότηση.

 

Οι επιπτώσεις της κρίσης στη Μέση Ανατολή αναζωπυρώνουν τον πληθωρισμό και οδηγούν τις τιμές ενέργειας σε υψηλά επίπεδα. Πώς πρέπει να κινηθεί η ΕΚΤ; Τι απαντάτε στο δίλημμα να αυξηθούν ή όχι τα επιτόκια;

Για τη νομισματική πολιτική, το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι μόνο η άνοδος των τιμών ενέργειας, αλλά το κατά πόσον αυτή θα εξελιχθεί σε πιο επίμονη πληθωριστική διαδικασία. Με άλλα λόγια, η αντίδραση της νομισματικής πολιτικής δεν μπορεί να είναι μηχανιστική· θα εξαρτηθεί από τη διάρκεια του σοκ, τις πιθανές δευτερογενείς επιδράσεις σε τιμές και μισθούς και τη σταθερότητα των πληθωριστικών προσδοκιών.

Για το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ, η συγκυρία αυτή διαμορφώνει μια εξαιρετικά λεπτή ισορροπία. Από τη μία πλευρά, είναι αναγκαία η διασφάλιση της επιστροφής του πληθωρισμού στον μεσοπρόθεσμο στόχο του 2%, ενώ από την άλλη πρέπει να αποφευχθεί μια υπερβολικά περιοριστική νομισματική κατεύθυνση που θα μπορούσε να επιβαρύνει περαιτέρω την οικονομική δραστηριότητα και τις επενδύσεις.

Η ζώνη του ευρώ εισήλθε σε αυτή την περίοδο αναταράξεων με πληθωρισμό κοντά στον στόχο μας και σχετικά ανθεκτική οικονομία. Με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, δεν διαπιστώνονται προς το παρόν ισχυρές ενδείξεις γενικευμένης μετακύλισης των αυξημένων τιμών ενέργειας σε μισθούς, τιμές άλλων αγαθών και υπηρεσιών ή στις μακροπρόθεσμες πληθωριστικές προσδοκίες, οι οποίες παραμένουν σε επίπεδα κοντά στο 2%.

Ωστόσο, οι ζημιές στις ενεργειακές υποδομές του Περσικού Κόλπου ενδέχεται να παρατείνουν τις πληθωριστικές πιέσεις σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα. Παράλληλα, οι μεγαλύτεροι χρόνοι παράδοσης και η άνοδος του κόστους των εισροών υποδηλώνουν ότι οι εφοδιαστικές αλυσίδες δέχονται αυξανόμενες πιέσεις. Οι δείκτες οικονομικού κλίματος καταγράφουν επιβράδυνση της ανάπτυξης, ενώ οι καταναλωτές και οι επιχειρήσεις δραστηριοποιούνται πλέον σε περιβάλλον ιδιαίτερα αυξημένης αβεβαιότητας.

Η αβεβαιότητα αυτή αντανακλάται ήδη στις χρηματοπιστωτικές συνθήκες. Τα πιστωτικά κριτήρια για τις επιχειρήσεις έχουν καταστεί αυστηρότερα, καθώς οι τράπεζες εμφανίζονται περισσότερο επιφυλακτικές απέναντι στους αυξανόμενους κινδύνους.

Η διάρκεια και η ένταση του ενεργειακού σοκ, αλλά και οι μηχανισμοί μέσω των οποίων αυτό μεταδίδεται την πραγματική οικονομία, θα καθορίσουν και την αντίδραση μας. Μια σημαντική αλλά παροδική υπέρβαση του πληθωριστικού στόχου θα σημάνει μια μετρημένη προσαρμογή της νομισματικής πολιτικής προς πιο περιοριστική κατεύθυνση το προσεχές διάστημα, προκειμένου να περιοριστεί η ένταση των δευτερογενών επιδράσεων, χωρίς να πληγεί δυσανάλογα η οικονομική δραστηριότητα.

Στο Διοικητικό Συμβούλιο θα συνεχίσουμε να αξιολογούμε στενά όλα τα διαθέσιμα δεδομένα και παραμένουμε έτοιμοι να διαμορφώσουμε τα επιτόκια πολιτικής σε επίπεδα συνεπή με τη διατήρηση της σταθερότητας των τιμών μεσοπρόθεσμα.

 

Τέλος, πόσο θωρακισμένη είναι η ελληνική οικονομία απέναντι σε μία νέα ενεργειακή κρίση διαρκείας; Ποια τα εργαλεία που μπορεί να χρησιμοποιηθούν για να αντιμετωπιστούν οι επιπτώσεις;

 

Η ελληνική οικονομία είναι σήμερα σαφώς σε πλεονεκτικότερη θέση απέναντι στη νέα ενεργειακή κρίση σε σχέση με το παρελθόν. Απόλυτα θωρακισμένη, όμως, καμία οικονομία δεν μπορεί να υπάρξει, όσο δυνατή και αν είναι, απέναντι σε μεγάλους στασιμοπληθωριστικούς κλυδωνισμούς σαν και αυτούς που έχουμε ζήσει τα τελευταία χρόνια. Η ελληνική οικονομία εισήλθε σε αυτή την περίοδο αβεβαιότητας από πολύ ισχυρότερη μακροοικονομική και δημοσιονομική θέση. Παράλληλα, η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας, η απρόσκοπτη πρόσβαση στις διεθνείς αγορές, η εξυγίανση του τραπεζικού συστήματος, η μείωση του δημόσιου χρέους και τα υψηλά ταμειακά διαθέσιμα έχουν περιορίσει σημαντικά την ευπάθεια της οικονομίας απέναντι σε εξωτερικούς κραδασμούς.

Η χώρα διαθέτει σήμερα μεγαλύτερη ικανότητα απορρόφησης κρίσεων σε σχέση με το 2022 ή ακόμη περισσότερο με την προηγούμενη δεκαετία. Η διαφοροποίηση των ενεργειακών πηγών και η προσαρμογή προς μεγαλύτερη ενεργειακή αυτάρκεια και ευελιξία ενισχύουν επιπλέον την ανθεκτικότητα της οικονομίας απέναντι σε διαταραχές στην αγορά ενέργειας. Αυτό δεν σημαίνει βεβαίως ότι οι κίνδυνοι έχουν εξαλειφθεί. Η υψηλή εξάρτηση από εισαγόμενη ενέργεια, οι πληθωριστικές πιέσεις και οι πιθανές επιπτώσεις στην κατανάλωση, την παραγωγή και τον τουρισμό εξακολουθούν να αποτελούν πηγές ευπάθειας, ιδιαίτερα σε περίπτωση παρατεταμένης κρίσης.

Ωστόσο, σε αντίθεση με το παρελθόν, η ελληνική οικονομία διαθέτει πλέον ουσιαστικά περιθώρια ελιγμών. Η σημαντική δημοσιονομική προσαρμογή των τελευταίων ετών, τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα και η ταχεία αποκλιμάκωση του χρέους δημιουργούν τον αναγκαίο δημοσιονομικό χώρο για παρεμβάσεις όταν απαιτούνται. Παράλληλα, τα χαρακτηριστικά του ελληνικού χρέους, όπως η μεγάλη μέση διάρκειά του και το υψηλό ποσοστό σταθερού επιτοκίου, περιορίζουν την έκθεση της χώρας σε μεταβολές των χρηματοπιστωτικών συνθηκών.

Σε αυτό το πλαίσιο, τα όποια δημοσιονομικά μέτρα χρειαστούν θα πρέπει να είναι αυστηρά στοχευμένα, προσωρινά και συμβατά με τη δημοσιονομική βιωσιμότητα. Η εμπειρία έχει δείξει ότι οι οριζόντιες παρεμβάσεις έχουν υψηλό κόστος και περιορισμένη αποτελεσματικότητα, ενώ μπορεί να ενισχύσουν τις πληθωριστικές πιέσεις. Αντίθετα, προτεραιότητα πρέπει να δίνεται στη στήριξη των πιο ευάλωτων νοικοκυριών και των επιχειρήσεων που είναι περισσότερο εκτεθειμένες στο ενεργειακό κόστος.

Πέρα όμως από τις άμεσες δημοσιονομικές παρεμβάσεις, η ουσιαστική θωράκιση απέναντι σε μια νέα ενεργειακή κρίση περνά μέσα από την επιτάχυνση της ενεργειακής μετάβασης, η οποία αποτελεί πλέον κεντρικό πυλώνα της οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα και η διασφάλιση προσιτού ενεργειακού κόστους απαιτούν σημαντική επιτάχυνση των επενδύσεων στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, αλλά και εκσυγχρονισμό των δικτύων ηλεκτρικής ενέργειας ώστε να μπορούν να ενσωματώσουν νέα παραγωγική δυναμικότητα. Παράλληλα, η ενίσχυση των διασυνοριακών ενεργειακών διασυνδέσεων και η βελτίωση της λειτουργίας των αγορών ενέργειας μπορούν να ενισχύσουν τον ανταγωνισμό, να μειώσουν το κόστος και να αυξήσουν την ανθεκτικότητα απέναντι σε διαταραχές εφοδιασμού.

Ταυτόχρονα, η αξιοποίηση των ευρωπαϊκών πόρων λειτουργεί ως κρίσιμος σταθεροποιητικός μηχανισμός, στηρίζοντας τις επενδύσεις στην πράσινη μετάβαση και περιορίζοντας τις επιπτώσεις της εξωτερικής αστάθειας στην οικονομική δραστηριότητα.

Ωστόσο, επειδή η ενεργειακή διαταραχή είναι κοινή και συμμετρική για την Ευρώπη, καμία χώρα δεν μπορεί να την αντιμετωπίσει αποτελεσματικά μόνη της ειδικά αν έχει μεγάλη διάρκεια. Απαιτείται ευρωπαϊκή απάντηση. Η ενίσχυση της ενεργειακής ένωσης, οι κοινές επενδύσεις σε υποδομές και διασυνδέσεις, η εμβάθυνση της χρηματοπιστωτικής και δημοσιονομικής ενοποίησης, αλλά και η ανάπτυξη κοινών ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών εργαλείων αποτελούν κρίσιμες προϋποθέσεις για την ενίσχυση της ευρωπαϊκής ανθεκτικότητας. Η εμπειρία του NextGenerationEU έδειξε ότι η συντονισμένη ευρωπαϊκή δράση μπορεί να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά κοινές διαταραχές, διατηρώντας παράλληλα τη δημοσιονομική σταθερότητα και ενισχύοντας την αναπτυξιακή δυναμική.


​​ 
Αυτό το website χρησιμοποιεί cookies για την βελτιστοποίηση της εμπειρίας σας. Μάθετε περισσότερα
Αποδέχομαι