EN

Δελτία Τύπου

Η Έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος για τη Νομισματική Πολιτική 2004-2005

01/03/2005 - Δελτία Τύπου

Υποβλήθηκε σήμερα στη Βουλή των Ελλήνων και το Υπουργικό Συμβούλιο η Έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος για τη Νομισματική Πολιτική 2004-2005, όπως προβλέπεται στο Καταστατικό της Τράπεζας. Την Έκθεση επέδωσε στην Πρόεδρο της Βουλής κυρία ¶ννα Ψαρούδα-Μπενάκη ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος κ. Νικόλαος X. Γκαργκάνας.

Στην Έκθεση εξετάζονται διεξοδικά η διαμόρφωση του διεθνούς οικονομικού περιβάλλοντος, η πορεία του πληθωρισμού και της οικονομικής δραστηριότητας στη ζώνη του ευρώ και στην Ελλάδα κατά το 2004 και οι οικονομικές προοπτικές για το τρέχον έτος. Επίσης, αναλύονται οι εξελίξεις στις αγορές χρήματος, πιστώσεων και κεφαλαίων στην Ελλάδα και αξιολογείται η σταθερότητα του ελληνικού χρηματοπιστωτικού συστήματος. Τέλος, στην Έκθεση περιγράφεται ο τρόπος με τον οποίο ο συνδυασμός της δημοσιονομικής προσαρμογής και των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων καθώς και η συμπεριφορά των κοινωνικών εταίρων μπορούν να συμβάλουν στην επίτευξη σταθερότητας των τιμών και να ενισχύσουν το ρυθμό ανόδου της οικονομίας και την απασχόληση.

Σύμφωνα με την Έκθεση, οι διεθνείς οικονομικές εξελίξεις το 2004 χαρακτηρίστηκαν από τη σημαντική επιτάχυνση του ρυθμού ανόδου της οικονομικής δραστηριότητας παγκοσμίως. Η ανάπτυξη της παγκόσμιας οικονομίας, αν και υπόκειται σε σημαντικές αβεβαιότητες, προβλέπεται να συνεχιστεί το 2005, αλλά με σχετικά βραδύτερο ρυθμό. Στη ζώνη του ευρώ, ο ρυθμός ανόδου της οικονομικής δραστηριότητας σημείωσε περιορισμένη επιτάχυνση το 2004, ενώ για το τρέχον έτος αναμένεται ότι θα διαμορφωθεί ουσιαστικά στο ίδιο επίπεδο όπως πέρυσι, ή σε επίπεδο ελαφρά χαμηλότερο από ό,τι το 2004. Ο πληθωρισμός στη ζώνη του ευρώ, ο οποίος το μεγαλύτερο μέρος του 2004 παρέμεινε άνω του 2%, κυρίως λόγω της μεγάλης ανόδου της τιμής του πετρελαίου, στη διάρκεια του τρέχοντος έτους αναμένεται ότι θα υποχωρήσει και θα παραμείνει λίγο πιο κάτω από το 2%.

Όσον αφορά τη νομισματική πολιτική στη ζώνη του ευρώ, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έχει διατηρήσει αμετάβλητα σε ιστορικώς χαμηλά επίπεδα τα βασικά της επιτόκια από τον Ιούνιο του 2003, επειδή εκτιμά ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις για ενίσχυση των πληθωριστικών πιέσεων και ότι οι οικονομικές συνθήκες στη ζώνη του ευρώ συνολικά παραμένουν συνεπείς με τη σταθερότητα των τιμών μεσοπρόθεσμα. Ωστόσο, η ΕΚΤ έχει επανειλημμένα τονίσει την ανάγκη για επαγρύπνηση όσον αφορά εξελίξεις που θα συνεπάγονταν ενίσχυση των πληθωριστικών πιέσεων, κυρίως κινδύνους που συνδέονται με τυχόν περαιτέρω άνοδο της τιμής του πετρελαίου και ενδεχόμενες δευτερογενείς επιδράσεις στις τιμές καταναλωτή (μέσω αύξησης των ονομαστικών μισθών), καθώς και με το γεγονός ότι η ρευστότητα στη ζώνη του ευρώ παραμένει σε επίπεδο υψηλότερο από ό,τι χρειάζεται για τη χρηματοδότηση της αύξησης του ΑΕΠ χωρίς πληθωρισμό.

Στην ελληνική οικονομία, ο ρυθμός ανόδου του ΑΕΠ υποχώρησε σε 3,8% το 2004 από 4,5% το 2003. Για το τρέχον έτος η Έκθεση καταλήγει στην πρόβλεψη ότι ο ρυθμός ανόδου της οικονομικής δραστηριότητας θα επιβραδυνθεί περαιτέρω στο 3,3% περίπου, χωρίς να αποκλείεται το ενδεχόμενο μεγαλύτερης επιβράδυνσης λόγω των σημαντικών αβεβαιοτήτων οι οποίες περιγράφονται στην επόμενη παράγραφο. Θα παραμείνει όμως αισθητά υψηλότερος από το ρυθμό ανάπτυξης στη ζώνη του ευρώ και επομένως θα υπάρξει περαιτέρω πρόοδος προς την πραγματική σύγκλιση. Ο πληθωρισμός υποχώρησε το 2004, αλλά αυτό οφείλεται σχεδόν αποκλειστικά στη μεγάλη πτώση των τιμών των οπωροκηπευτικών. Αντίθετα, ο πυρήνας του πληθωρισμού αυξήθηκε περαιτέρω. Με βάση ορισμένες παραδοχές και προϋποθέσεις που παρουσιάζονται αναλυτικά στην Έκθεση, εκτιμάται ότι το τρέχον έτος ο πληθωρισμός θα σημειώσει μικρή επιτάχυνση σε σύγκριση με το 2004 (στο 3,3% από 3,0%, βάσει του Εναρμονισμένου Δείκτη Τιμών Καταναλωτή), ενώ ο πυρήνας του πληθωρισμού θα παραμείνει ουσιαστικά αμετάβλητος. Επομένως, ο πληθωρισμός θα εξακολουθήσει να είναι σημαντικά υψηλότερος από το μέσο όρο του πληθωρισμού στη ζώνη του ευρώ και θα υπάρξει περαιτέρω απώλεια διεθνούς ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας. Η απασχόληση επηρεάστηκε θετικά το 2004 από την άνοδο της οικονομικής δραστηριότητας και τη διεξαγωγή των Ολυμπιακών Αγώνων, αλλά αναμένεται ότι θα αυξηθεί πολύ λίγο το 2005, συμβάλλοντας έτσι στη διατήρηση του ποσοστού ανεργίας σε υψηλό επίπεδο. Το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών μειώθηκε σημαντικά το 2004 (σε 3,9% του ΑΕΠ, από 5,6% του ΑΕΠ το 2003) και αναμένεται να μειωθεί περαιτέρω το 2005, παραμένοντας όμως σχετικά υψηλό, κυρίως λόγω διαρθρωτικών προβλημάτων της ελληνικής οικονομίας και της συνεχιζόμενης υποχώρησης της ανταγωνιστικότητας ως προς τις τιμές.

Οι προβλέψεις αυτές εμπεριέχουν σημαντικά στοιχεία αβεβαιότητας, όπως είναι η διαμόρφωση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων, η εξέλιξη της τιμής του πετρελαίου, καθώς και το ενδεχόμενο να επηρεαστούν αρνητικά οι ιδιωτικές επενδυτικές αποφάσεις από την υποχώρηση ορισμένων δεικτών εμπιστοσύνης τους τελευταίους μήνες. Αυτά τα στοιχεία αβεβαιότητας είναι δυνατόν να επηρεάσουν δυσμενώς την πορεία της ελληνικής οικονομίας. Για το λόγο αυτό, η ύπαρξή τους επιβάλλει επαγρύπνηση και δημιουργεί ορισμένες προκλήσεις για την οικονομική πολιτική και τη συμπεριφορά των κοινωνικών εταίρων (οι οποίες αναφέρονται στο τελευταίο κεφάλαιο της Έκθεσης).

Ο ετήσιος ρυθμός αύξησης της συνολικής χρηματοδότησης της οικονομίας από τα Νομισματικά Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα (ΝΧΙ - δηλ. τράπεζες και αμοιβαία κεφάλαια διαθεσίμων) σημείωσε αξιόλογη επιτάχυνση και διαμορφώθηκε σε 8,6% το τέταρτο τρίμηνο του 2004, από 3,2% το τέταρτο τρίμηνο του 2003. Η εξέλιξη αυτή αντανακλά το γεγονός ότι το υπόλοιπο της χρηματοδότησης της γενικής κυβέρνησης από τα εγχώρια ΝΧΙ εξακολούθησε μεν να μειώνεται, αλλά με πολύ μικρότερο ρυθμό από ό,τι το προηγούμενο έτος (δ΄ τρίμηνο 2004: -5,6%, δ΄ τρίμηνο 2003: -15,9%). Αντίθετα, ο ρυθμός της πιστωτικής επέκτασης προς τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά σημείωσε μικρή υποχώρηση, παραμένοντας ωστόσο σε σχετικώς υψηλά επίπεδα (δ΄ τρίμηνο 2004: 16,1%, δ΄ τρίμηνο 2003: 17,1%). Αναλυτικότερα, η πιστωτική επέκταση προς τις επιχειρήσεις σημείωσε επιβράδυνση (δ΄ τρίμηνο 2004: 8,6%, δ΄ τρίμηνο 2003: 11,0%), ενώ η πιστωτική επέκταση προς τα νοικοκυριά ουσιαστικά διατηρήθηκε στο ίδιο υψηλό επίπεδο (δ΄ τρίμηνο 2004: 28,0%, δ΄ τρίμηνο 2003: 28,2%). Έτσι η συνολική δανειακή επιβάρυνση των νοικοκυριών ποσοστό του ΑΕΠ ανήλθε σε 31,4% το Δεκέμβριο του 2004 (Δεκέμβριος 2003: 26,3%), έναντι 50,3% στη ζώνη του ευρώ κατά μέσον όρο. Ειδικότερα όσον αφορά τα στεγαστικά δάνεια, σημειώθηκε επιβράδυνση στο ρυθμό ανόδου τους (δ΄ τρίμηνο 2004: 23,8%, δ΄ τρίμηνο 2003: 27,1%). Αντίθετα, σημαντική επιτάχυνση παρατηρήθηκε στο ρυθμό ανόδου των καταναλωτικών δανείων (δ΄ τρίμηνο 2004: 37,9%, δ΄ τρίμηνο 2003: 24,8%) μετά την κατάργηση των τελευταίων περιορισμών στην καταναλωτική πίστη τον Ιούνιο του 2003.

Τα επιτόκια των τραπεζικών καταθέσεων στην Ελλάδα παρουσίασαν μικρές μεταβολές κατά το 2004. Μεγαλύτερες μεταβολές παρουσίασαν τα επιτόκια των νέων τραπεζικών δανείων, τα οποία γενικά υποχώρησαν κατά το 2004. Ειδικότερα, σχετικά μεγάλη μείωση εμφάνισαν τα επιτόκια των καταναλωτικών δανείων (μέχρι και 1,02 εκατοστιαία μονάδα), ενώ μικρότερη μείωση παρατηρήθηκε στα επιτόκια των στεγαστικών δανείων και των δανείων προς τις επιχειρήσεις.

Σε ειδικό κεφάλαιο της Έκθεσης αξιολογείται η σταθερότητα του ελληνικού τραπεζικού συστήματος και διαπιστώνεται ότι αυτό είναι υγιές στο σύνολό του και ότι η σταθερότητά του έχει διασφαλιστεί. Λόγω όμως της ταχείας πιστωτικής επέκτασης προς τα νοικοκυριά υπό την πίεση του ανταγωνισμού, η οποία ενδέχεται να αυξήσει τον πιστωτικό κίνδυνο στο μέλλον, ιδίως σε περίπτωση επιβράδυνσης της οικονομικής δραστηριότητας, η Τράπεζα της Ελλάδος έχει αυξήσει τις απαιτούμενες ελάχιστες προβλέψεις για τα καταναλωτικά δάνεια που εμφανίζουν σημαντική καθυστέρηση και έχει επισημάνει ότι επιβάλλεται οι τράπεζες να λαμβάνουν υπόψη τους τον ανωτέρω παράγοντα κατά τη χορήγηση δανείων, ώστε να περιορίσουν τον πιστωτικό κίνδυνο. Συγχρόνως, τα νοικοκυριά πρέπει να σταθμίζουν προσεκτικά τις εισοδηματικές προοπτικές τους πριν δανειστούν, ώστε να μην αναλαμβάνουν υπερβολικά βάρη. Εξάλλου, ο συνολικός δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας των ελληνικών εμπορικών τραπεζών (13,3% το Σεπτέμβριο του 2004, έναντι 11,9% για το σύνολο των τραπεζών της ζώνης του ευρώ το 2003) παρέχει ικανοποιητικό περιθώριο ασφαλείας υπό τις παρούσες συνθήκες. Η εφαρμογή των Διεθνών Λογιστικών Προτύπων, από τις αρχές του 2005, θα επηρεάσει σημαντικά μόνο ένα πολύ μικρό αριθμό τραπεζών. Οι τράπεζες αυτές, ως εκ τούτου, θα χρειαστεί να αυξήσουν την κεφαλαιακή τους βάση για να αποκαταστήσουν την κεφαλαιακή τους επάρκεια. Όμως, ο συνολικός δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας του τραπεζικού συστήματος δεν θα επηρεαστεί σημαντικά. Η εισαγωγή του νέου πλαισίου εποπτείας ("Βασιλεία ΙΙ") από το τέλος του 2006 θα επηρεάσει επίσης το δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας, αλλά το μέγεθος και η κατεύθυνση των επιδράσεων σε μεμονωμένες τράπεζες δεν μπορούν να εκτιμηθούν ακόμη. Εν όψει των αβεβαιοτήτων αυτών, η Τράπεζα της Ελλάδος έχει συστήσει στις τράπεζες να ενισχύσουν τα ίδια κεφάλαιά τους.

Στο τελευταίο κεφάλαιο της Έκθεσης τονίζεται ότι η ελληνική οικονομία αντιμετωπίζει σοβαρές προκλήσεις. Συγκεκριμένα, το δημόσιο έλλειμμα και το χρέος της κεντρικής κυβέρνησης διαμορφώθηκαν σε πολύ υψηλά επίπεδα ως ποσοστά του ΑΕΠ το 2004 και προφανώς δεν είναι δυνατόν να διατηρηθούν στα επίπεδα αυτά. Ακόμη, στο μέλλον θα υπάρξει μεγάλη αύξηση των δαπανών για συντάξεις και υγειονομική περίθαλψη λόγω των προβλεπόμενων δημογραφικών εξελίξεων. Επιπλέον, η άνοδος της ιδιωτικής κατανάλωσης, αν και είναι πιθανό ότι θα παραμείνει σημαντικός προωθητικός παράγοντας της ανάπτυξης για μερικά ακόμη έτη, θα επιβραδυνθεί αναπόφευκτα μεσοπρόθεσμα, όταν το χρέος των νοικοκυριών θα φθάσει βαθμιαία σε ένα υψηλότερο επίπεδο και θα τείνει να σταθεροποιηθεί ως ποσοστό του ΑΕΠ. Επίσης, λόγω της σωρευτικής απώλειας ανταγωνιστικότητας τα τελευταία έτη, η αύξηση των εξαγωγών (κατά κύριο λόγο υπηρεσιών) οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο ευνοϊκό εξωτερικό περιβάλλον, το οποίο αναμένεται μεν να παραμείνει ευνοϊκό και εφέτος, χαρακτηρίζεται όμως και από σημαντικά στοιχεία αβεβαιότητας μεσοπρόθεσμα.

Για τους λόγους αυτούς, είναι απαραίτητο να εφαρμοστούν μέτρα μακροοικονομικής και διαρθρωτικής πολιτικής που αντιμετωπίζουν τις δημοσιονομικές ανισορροπίες και προωθούν τις επενδύσεις και την οικονομική ανάπτυξη που βασίζεται στις εξαγωγές, ενώ είναι αναγκαία και η συμβολή των κοινωνικών εταίρων. Συγκεκριμένα:

-- Πρώτον, απαιτείται αποφασιστική και συνεχής προσπάθεια δημοσιονομικής προσαρμογής. Επειδή οι μεγάλες δημοσιονομικές ανισορροπίες είναι ένα από τα πιο σοβαρά και επείγοντα προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα η ελληνική οικονομία, θα απαιτηθεί μεγάλη μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος στη διετία 2005-2006 και η προσπάθεια δημοσιονομικής προσαρμογής θα πρέπει να συνεχιστεί επί σειρά ετών για να ελεγχθούν μονιμότερα οι δημοσιονομικές ανισορροπίες και να επιτευχθεί μακροπρόθεσμα δημοσιονομικό πλεόνασμα και σταθερή σημαντική μείωση του δημόσιου χρέους. Η δημοσιονομική εξυγίανση είναι υψίστης σημασίας για τη διαμόρφωση ενός σταθερού μακροοικονομικού περιβάλλοντος, το οποίο αποτελεί βασική προϋπόθεση για την επίτευξη υψηλών ρυθμών ανάπτυξης, αλλά και για τον πρόσθετο λόγο ότι οι δημόσιες δαπάνες θα αυξηθούν τα προσεχή χρόνια εξαιτίας της γήρανσης του πληθυσμού. Εάν οι δημοσιονομικές ανισορροπίες δεν αντιμετωπιστούν αποφασιστικά, θα υπάρξουν δυσμενείς συνέπειες για τη βιωσιμότητα του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης και υγείας, καθώς και για την οικονομία ως σύνολο. Η δημοσιονομική προσαρμογή επιβάλλεται επίσης και για να εκπληρώσει η Ελλάδα τις υποχρεώσεις της που απορρέουν από το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης και από την υπαγωγή της στη Διαδικασία Υπερβολικού Ελλείμματος κατά το άρθρο 104 της Συνθήκης του Μάαστριχτ, σύμφωνα με όσα προβλέπει η Απόφαση του Συμβουλίου Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών (ECOFIN) της 17ης Φεβρουαρίου 2005. Η πλήρης συμμόρφωση της Ελλάδος προς τους κανόνες της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης είναι γενικότερα απαραίτητη για τη διαφύλαξη της αξιοπιστίας της χώρας.

-- Δεύτερον, απαιτείται συμβολή των κοινωνικών εταίρων ώστε οι μισθολογικές αυξήσεις να συμβαδίζουν με την άνοδο της παραγωγικότητας. Όσον αφορά το τρέχον έτος, προβλέπεται επιβράδυνση του ρυθμού αύξησης του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος, αλλά ο ρυθμός αυτός εξακολουθεί να είναι υψηλότερος από τον προβλεπόμενο αντίστοιχο ρυθμό για τη ζώνη του ευρώ και, επιπλέον, να μην είναι συμβατός με την επιδίωξη για σταθερότητα των τιμών (δηλαδή για πληθωρισμό κάτω αλλά πλησίον του 2%). Όσον αφορά το μέλλον, όπως έχει επισημανθεί σε προηγούμενες Εκθέσεις της Τράπεζας της Ελλάδος, ο ρυθμός ανόδου των ονομαστικών αποδοχών θα πρέπει να συγκλίνει σταδιακά προς το άθροισμα του ρυθμού ανόδου της παραγωγικότητας στην Ελλάδα και του μέσου πληθωρισμού στη ζώνη του ευρώ (και όχι στην Ελλάδα), έως ότου ουσιαστικά εξαλειφθεί η διαφορά πληθωρισμού μεταξύ της Ελλάδος και της ζώνης του ευρώ. Μέχρι να εξαλειφθεί αυτή η διαφορά, η προτεινόμενη πολιτική θα συμβάλει στην απαιτούμενη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της χώρας έναντι των εμπορικών εταίρων μας στη ζώνη του ευρώ.

-- Τρίτον, απαιτούνται διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις σε ευρύ φάσμα τομέων της οικονομίας για να διορθωθούν οι δυσκαμψίες στις αγορές προϊόντων και εργασίας. Η συνεπής εφαρμογή ενός καλά σχεδιασμένου προγράμματος διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, το οποίο θα περιλαμβάνει και τη μεταρρύθμιση του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, θα συμβάλει στη δημοσιονομική σταθερότητα, θα ενθαρρύνει τις επενδύσεις και την ανάπτυξη νέων παραγωγικών δραστηριοτήτων και με τον τρόπο αυτό θα ενισχύσει το ρυθμό ανόδου της οικονομίας και την απασχόληση και θα συμβάλει στη μείωση της απαράδεκτα υψηλής ανεργίας. Ειδικότερα όσον αφορά τις αγορές αγαθών και υπηρεσιών, η ενίσχυση των συνθηκών ανταγωνισμού ευνοεί την αύξηση της παραγωγικότητας και την αξιοποίησή της ώστε να προκύψουν χαμηλότερες τιμές για τους καταναλωτές και χαμηλότερο κόστος για άλλους παραγωγούς. Επίσης, η εδραίωση ενός περιβάλλοντος πιο φιλικού για την επιχειρηματικότητα - με την απλοποίηση του φορολογικού συστήματος, τη δημιουργία σταθερού φορολογικού πλαισίου, τη μείωση της γραφειοκρατίας και γενικότερα την πιο αποδοτική λειτουργία του δημόσιου τομέα - είναι ζωτικής σημασίας για την ενθάρρυνση των επενδύσεων και της οικονομικής δραστηριότητας. Όσον αφορά την αγορά εργασίας, οι μεταρρυθμίσεις πρέπει να εκκινούν από τις παραδοχές ότι δεν επιδιώκεται να καταργηθεί το πλέγμα κοινωνικής προστασίας και κοινωνικής ασφάλειας ούτε να ευνοηθεί μια κοινωνική ομάδα εις βάρος μιας άλλης, αλλά επίσης ότι είναι επείγουσα ανάγκη να αρθούν τα αντικίνητρα και να βρεθούν πιο αποτελεσματικές ρυθμίσεις που τελικά θα ωφελήσουν όλες τις πλευρές, χωρίς να θίγονται βασικά δικαιώματα.

Βεβαίως, οι διαρθρωτικές προσαρμογές έχουν συχνά και οδυνηρές παρενέργειες, οι οποίες όμως είναι δυνατόν και πρέπει να αμβλυνθούν με κατάλληλα μέτρα υποστήριξης. Για το λόγο αυτό, στην Έκθεση επισημαίνεται ότι είναι αναγκαίος ένας ευρύς δημόσιος διάλογος, ώστε να εξασφαλιστεί η στήριξη των μεταρρυθμίσεων (περιλαμβανομένης της μεταρρύθμισης του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης) από την κοινωνία. Η κοινωνική συναίνεση πρέπει και είναι δυνατόν να επιτευχθεί, δεδομένου ότι η οικονομία ως σύνολο μπορεί να αποκομίσει πολύ σημαντικά οφέλη. Αντίθετα, εάν η οικονομική πολιτική και οι κοινωνικοί εταίροι δεν κινηθούν στο πνεύμα των ανωτέρω κατευθύνσεων, οι αρνητικές συνέπειες για τις μεσοπρόθεσμες προοπτικές ανάπτυξης και για το βιοτικό επίπεδο θα είναι σοβαρές.

* * *

Για την πληρέστερη ενημέρωση της Βουλής, του Υπουργικού Συμβουλίου και της κοινής γνώμης, η Έκθεση περιλαμβάνει ειδικές παρουσιάσεις για τη Διαδικασία Υπερβολικού Ελλείμματος στην οποία έχει υπαχθεί η Ελλάδα, για τις νέες μορφές χρηματοδότησης της οικονομίας, για τις συνθήκες ανταγωνισμού στις αγορές προϊόντων, καθώς και για τις επιδράσεις της εξέλιξης της τιμής του πετρελαίου στον πληθωρισμό.

Tο πλήρες κείμενο της Έκθεσης είναι διαθέσιμο εδώ.

​​ 
Αυτό το website χρησιμοποιεί cookies για την βελτιστοποίηση της εμπειρίας σας. Μάθετε περισσότερα
Αποδέχομαι