EN

Ομιλίες

Ομιλία του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος κ. Νικολάου Χ. Γκαργκάνα στην εκδήλωση των πέντε Διμερών Επιμελητηρίων Θεσσαλονίκης

13/12/2002 - Ομιλίες

Ομιλία του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος

Νικολάου Χ. Γκαργκάνα

στην εκδήλωση

των πέντε Διμερών Επιμελητηρίων Θεσσαλονίκης

«H πρώτη διετία στη ζώνη του ευρώ:

Οφέλη και προκλήσεις για την ελληνική οικονομία»

Θεσσαλονίκη, 13 Δεκεμβρίου 2002

Θα ήθελα να ευχαριστήσω τους διοργανωτές που με προσκάλεσαν σε αυτή την ενδιαφέρουσα εκδήλωση. Είναι μεγάλη τιμή και χαρά για μένα που μου δίνεται η ευκαιρία να σας μιλήσω απόψε. Η ελληνική οικονομία έχει ήδη σχεδόν διανύσει το δεύτερο έτος από την υιοθέτηση του ευρώ και την εφαρμογή στη χώρα μας της ενιαίας νομισματικής πολιτικής του Ευρωσυστήματος και είναι ίσως τώρα η κατάλληλη στιγμή να εξετάσουμε την πορεία και τις προοπτικές της στις νέες συνθήκες κάτω από τις οποίες λειτουργεί, τα οικονομικά πλεονεκτήματα της συμμετοχής της Ελλάδος στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση (ΟΝΕ), καθώς και τις προκλήσεις που μας επιφυλάσσει το μέλλον.

Η ένταξη της Ελλάδος στη ζώνη του ευρώ από την αρχή του 2001 έγινε δυνατή χάρη στη σημαντική πρόοδο που είχε συντελεστεί, κατά την περίοδο που προηγήθηκε, όσον αφορά τη μακροοικονομική σταθεροποίηση και τη σύγκλιση – ονομαστική και πραγματική -- της ελληνικής οικονομίας προς τις οικονομίες των λοιπών κρατών-μελών της ζώνης του ευρώ. Επιπλέον, από την 1η Ιανουαρίου 2002, η Ελλάδα, ταυτόχρονα με τις άλλες χώρες που έχουν υιοθετήσει το ενιαίο νόμισμα, εισήγαγε τα τραπεζογραμμάτια και τα κέρματα ευρώ. Το όλο εγχείρημα ολοκληρώθηκε ταχύτατα και ομαλά και στέφθηκε από επιτυχία, η οποία είναι ακόμη πιο σημαντική, αν ληφθεί υπόψη ότι η Ελλάδα είχε στη διάθεσή της δύο έτη λιγότερα από ό,τι οι άλλες χώρες της ζώνης του ευρώ για να προετοιμάσει την εισαγωγή του ευρώ σε φυσική μορφή.

Η εισαγωγή των τραπεζογραμματίων και των κερμάτων ευρώ αποτέλεσε την τελική πράξη της μετάβασης στο ενιαίο νόμισμα. Πολλές όμως από τις ευεργετικές συνέπειες αυτής της εθνικής επιλογής είχαν ήδη γίνει φανερές με την ένταξη της χώρας μας στη ζώνη του ευρώ αλλά και πριν από αυτήν – κατά την περίοδο της εντατικής προσπάθειας για την ονομαστική σύγκλιση και την ικανοποίηση των κριτηρίων της Συνθήκης του Μάαστριχτ.

Πρέπει λοιπόν, πρώτα, να επισημάνω ότι, για μια οικονομία όπως η ελληνική, που αντιμετώπιζε στο παρελθόν σοβαρά προβλήματα μακροοικονομικών ανισορροπιών και οικονομικής αστάθειας (μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματα, διψήφιους ρυθμούς πληθωρισμού και υψηλά επιτόκια, καθώς και σοβαρές διακυμάνσεις στη συναλλαγματική ισοτιμία του νομίσματος), το μεγαλύτερο πλεονέκτημα από τη συμμετοχή της στην ΟΝΕ είναι ότι αποκτά οικονομική σταθερότητα και αξιοπιστία σε μόνιμη βάση.

Όσον αφορά τα δημοσιονομικά ελλείμματα, οι κυβερνήσεις υποχρεώθηκαν, για να ικανοποιήσουν τα δημοσιονομικά κριτήρια της Συνθήκης του Μάαστριχτ, να ασκήσουν περιοριστική δημοσιονομική πολιτική επί σειρά ετών και να μειώσουν τα δημοσιονομικά ελλείμματα μεταξύ 1990 και 1999 συνολικά κατά 14 εκατοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ, πολύ ταχύτερα από ό,τι θα συνέβαινε ίσως αν δεν υπήρχε η υποχρέωση αυτή. Η μείωση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων είχε σημαντικές θετικές επιπτώσεις στην οικονομία, τις οποίες δεν χρειάζεται να αναλύσω.

Η Ελλάδα, για να ικανοποιήσει τα κριτήρια σύγκλισης της Συνθήκης του Μααστριχτ, υποχρεώθηκε, παράλληλα με την επίτευξη δημοσιονομικής προσαρμογής, να ασκήσει αντιπληθωριστική πολιτική, ώστε να επιτύχει ταχεία αποκλιμάκωση του πληθωρισμού, σε επίπεδο που έτεινε να ευθυγραμμισθεί με τα αντίστοιχα χαμηλά επίπεδα της ζώνης του ευρώ. Ο ετήσιος ρυθμός αύξησης των τιμών καταναλωτή, ο οποίος κατά μέσο όρο υπερέβαινε το 17% στην εικοσαετία 1975-1994, μειώθηκε έως τα μέσα του 1999 στο 2% περίπου. Στην αποκλιμάκωση αυτή του πληθωρισμού συνέβαλε σημαντικά η νομισματική και η συναλλαγματική πολιτική που άσκησε η Τράπεζα της Ελλάδος. Κατά την τελευταία τριετία (2000-2002) ο πληθωρισμός επιταχύνθηκε και διατηρήθηκε σε επίπεδα άνω του 3% [3,4% κατά μέσον όρο – συγκεκριμένα 3,2% το 2000, 3,4% το 2001 και 3,6% εφέτος], τα οποία πάντως ήταν τα χαμηλότερα των 30 τελευταίων ετών, εξαιρουμένου του 1999. Ταυτόχρονα, η προς τα άνω απόκλιση του πληθωρισμού της Ελλάδος από τον μέσο πληθωρισμό της ζώνης του ευρώ διευρύνθηκε. Έως ένα βαθμό, αυτό ήταν αναμενόμενο σε μια οικονομία η οποία αναπτύσσεται με υψηλότερους ρυθμούς από ό,τι οι εμπορικοί της εταίροι, οφειλόταν όμως και σε άλλους παράγοντες, έκτακτους και μονιμότερους.

Πράγματι, η επιτάχυνση του πληθωρισμού μετά το φθινόπωρο του 1999 και η διατήρησή του σε σχετικά υψηλό επίπεδο μέχρι το φθινόπωρο του 2001 μπορεί κυρίως να αποδοθεί στις άμεσες και έμμεσες επιπτώσεις της ανόδου των τιμών του πετρελαίου, καθώς και της υποτίμησης της δραχμής. Η υποτίμηση της δραχμής στη διάρκεια του 2000 αντανακλούσε την εξασθένηση του ευρώ έναντι των μη ευρωπαϊκών νομισμάτων (κυρίως έναντι του δολαρίου ΗΠΑ) καθώς και την αναγκαία σύγκλιση της τρέχουσας ισοτιμίας της δραχμής προς την κεντρική της ισοτιμία στο πλαίσιο του Μηχανισμού Συναλλαγματικών Ισοτιμιών ΙΙ. Ο πληθωρισμός, αφού υποχώρησε σε επίπεδο κάτω του 3% το τελευταίο τρίμηνο του 2001, επιταχύνθηκε εκ νέου εφέτος. Στο θέμα αυτό θα επανέλθω αργότερα.

Εκτός από τη μείωση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων, την αποκλιμάκωση του πληθωρισμού και την αποκατάσταση αξιοπιστίας, η συμμετοχή της Ελλάδος στη ζώνη του ευρώ συνεπάγεται σημαντικά πρόσθετα οικονομικά πλεονεκτήματα, βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα. Παρέχει μεγάλες οικονομικές δυνατότητες που, αν αξιοποιηθούν, μπορούν να συμβάλουν στην οικονομική πρόοδο της χώρας σε μακροχρόνια βάση. Αρκετά από τα οικονομικά πλεονεκτήματα της συμμετοχής μας στην ΟΝΕ είναι άμεσα ορατά:

-- Με την υιοθέτηση του ευρώ, έχει εκλείψει όχι μόνο το κόστος μετατροπής των νομισμάτων των χωρών της ζώνης του ευρώ, αλλά επίσης και ο συναλλαγματικός κίνδυνος και η αβεβαιότητα όσον αφορά στη συναλλαγματική ισοτιμία αυτών των νομισμάτων. Το όφελος αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για χώρες όπως η Ελλάδα, όπου ο υψηλός πληθωρισμός οδηγούσε συχνά σε υποτίμηση του νομίσματός τους.

-- Οι αγορές θεωρούν τη ζώνη του ευρώ ως περιοχή σταθερότητας και ασφάλειας, κάτι που έχει συντελέσει στην ελαχιστοποίηση των επιπτώσεων που υφίστανται, εξαιτίας διεθνών νομισματικών κρίσεων, οι χώρες που έχουν υιοθετήσει το ευρώ.

-- Συμμετέχουμε πλήρως σε μια μεγάλη, ενοποιημένη αγορά χρήματος και κεφαλαίων και έτσι το ύψος των επενδύσεων στη χώρα μας δεν εξαρτάται από το επίπεδο της εγχώριας αποταμίευσης. Οι ελληνικές επιχειρήσεις, τουλάχιστον οι μεγαλύτερες, έχουν τη δυνατότητα να αντλούν κεφάλαια από την ενιαία χρηματοπιστωτική αγορά της ζώνης του ευρώ, με ευνοϊκούς όρους και χαμηλά επιτόκια. Νομίζω ότι μπορεί εύκολα να εκτιμήσει κάποιος τη σημασία που έχει η πλήρης συμμετοχή σε μια τόσο μεγάλη, ενοποιημένη αγορά χρήματος και κεφαλαίων για το ύψος των επενδύσεων, την ανάπτυξη της οικονομίας και τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας στην Ελλάδα. Όπως όλοι γνωρίζουμε, από τις αρχές του 2001 τα επιτόκια των εμπορικών τραπεζών της χώρας μας τείνουν να ευθυγραμμιστούν με τα αντίστοιχα χαμηλότερα επιτόκια στη ζώνη του ευρώ. Είναι χαρακτηριστικό ότι μεταξύ Δεκεμβρίου 1999 και Οκτωβρίου 2002 τα βραχυπρόθεσμα τραπεζικά επιτόκια των επιχειρηματικών δανείων μειώθηκαν περίπου κατά 7½ εκατοστιαίες μονάδες και τα μακροπρόθεσμα επιτόκια κατά 6,0 εκατοστιαίες μονάδες.

-- Η συμμετοχή στην ΟΝΕ καθιστά τις προοπτικές για χαμηλότερο πληθωρισμό πιο αξιόπιστες, και έτσι συμβάλλει τόσο στη διαμόρφωση χαμηλότερων επιτοκίων όσο και σε μετριοπάθεια όσον αφορά τις μισθολογικές διεκδικήσεις, οι οποίες θα βασίζονται πλέον σε χαμηλότερες πληθωριστικές προσδοκίες. Στην οικονομική σταθερότητα συντελεί και η επιβολή δημοσιονομικής πειθαρχίας από το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης, που δεν επιτρέπει ελλείμματα μεγαλύτερα του 3% του ΑΕΠ και απαιτεί μακροχρόνια ισοσκελισμένο προϋπολογισμό και τη δημιουργία πλεονασμάτων στις χώρες που μετέχουν στην ΟΝΕ.

Η μακροοικονομική σταθεροποίηση συνοδεύθηκε από υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, με αποτέλεσμα να σημειωθεί πρόοδος και στο πεδίο της πραγματικής σύγκλισης. Από το 1996 ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ υπερβαίνει τον αντίστοιχο της ζώνης του ευρώ και στην εξαετία 1996-2001 ήταν κατά μέσο όρο 3,5% (2,4% στη ζώνη του ευρώ). Η διαφορά ρυθμών ανάπτυξης μεταξύ της Ελλάδος και της ζώνης του ευρώ διευρύνθηκε σημαντικά το 2001 και εφέτος, δεδομένου ότι η οικονομική δραστηριότητα στην Ελλάδα έχει ευνοηθεί από την ενίσχυση του περιβάλλοντος μακροοικονομικής σταθερότητας και την πτώση των επιτοκίων, οι οποίες συνδέονταν με την ένταξη στη ζώνη του ευρώ, καθώς και από ορισμένες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις. Έτσι, ο ρυθμός ανόδου του ΑΕΠ, παρά τη δυσμενή επίδραση του διεθνούς οικονομικού περιβάλλοντος, παραμένει ουσιαστικά ίσος με το μέσο ετήσιο ρυθμό της προηγούμενης εξαετίας.

Όπως ανέφερα προηγουμένως, ο πληθωρισμός στην Ελλάδα, μετά τη συνεχή αποκλιμάκωσή του κατά την περίοδο 1991-1999, παραμένει το 2002 υψηλότερος του 3% για τρίτο κατά σειρά έτος και η προς τα άνω απόκλισή του από τον πληθωρισμό στη ζώνη του ευρώ διευρύνεται για δεύτερο κατά σειρά έτος.

Στην εξέλιξη αυτή έχουν συμβάλει η άνοδος των τιμών των καυσίμων στη διάρκεια του 2002, οι υψηλές τιμές των νωπών οπωροκηπευτικών λόγω της κακοκαιρίας το Δεκέμβριο του 2001 και τον Ιανουάριο του 2002, καθώς και οι στρογγυλοποιήσεις τιμών ή οι ανατιμήσεις που έγιναν με αφορμή ή πρόσχημα την κυκλοφορία του ευρώ. Έχει επίσης συμβάλει και η αύξηση των περιθωρίων κέρδους σε ορισμένους κλάδους οικονομικής δραστηριότητας που έχουν ιδιαίτερη σημασία για τη διαμόρφωση των τιμών καταναλωτή. Συνολικά, η δυσμενής επίδραση των παραγόντων αυτών υπεραντισταθμίζει ελαφρά την ευνοϊκή επίδραση κυρίως από την εξέλιξη των τιμών των εισαγόμενων προϊόντων και την ανατίμηση του ευρώ, καθώς και – δευτερευόντως – από τη μείωση των τιμών των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών, λόγω της έντασης του ανταγωνισμού. Ο ρυθμός ανόδου του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος στο σύνολο της οικονομίας εκτιμάται ότι είναι εφέτος υψηλότερος από ό,τι το 2001 [(3,5% έναντι 2,8%)], αλλά στον επιχειρηματικό τομέα εκτιμάται ότι δεν εμφανίζει επιτάχυνση [(2,7% εφέτος, έναντι 3,2% το 2001)]. Σε κάθε περίπτωση όμως, ο ρυθμός ανόδου του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος παραμένει, πρώτον, υψηλός σε σχέση με το επίπεδο που είναι συμβατό με τη διασφάλιση της σταθερότητας των τιμών και, δεύτερον, υψηλότερος από τον αντίστοιχο ρυθμό στη ζώνη του ευρώ. Για τους λόγους αυτούς εξακολουθεί να συντελεί καθοριστικά στη διατήρηση του ελληνικού πληθωρισμού σε υψηλό επίπεδο, στην προς τα άνω απόκλισή του από το μέσο όρο της ζώνης του ευρώ και, επομένως, στη χειροτέρευση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας.

Ποιες είναι οι οικονομικές προοπτικές για το επόμενο έτος;

Η ανάκαμψη της παγκόσμιας οικονομίας, που είχε αρχίσει τους τελευταίους μήνες του 2001 και συνεχίστηκε τους πρώτους μήνες του 2002, επιβραδύνθηκε κάπως στο διάστημα που ακολούθησε, ενώ οι διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές χαρακτηρίστηκαν από αυξημένη αστάθεια και από περαιτέρω μείωση των τιμών των μετοχών. Υπό τις συνθήκες αυτές, αυξήθηκε η αβεβαιότητα σχετικά με την ταχύτητα και το μέγεθος της ανάκαμψης. Ως εκ τούτου, μολονότι αναμένεται ότι η διεθνής οικονομική ανάκαμψη θα συνεχιστεί το 2003, οι προβλέψεις για το ρυθμό της οικονομικής ανόδου σε παγκόσμιο επίπεδο το 2003 είναι λιγότερο αισιόδοξες από ό,τι πριν από μερικούς μήνες. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο προβλέπει ότι ο μέσος ετήσιος ρυθμός ανόδου του παγκόσμιου ΑΕΠ θα διαμορφωθεί στο 3,7% το 2003, έναντι 2,8% το 2002. Ο ρυθμός αυτός αποτελεί αναθεώρηση προς τα κάτω προηγούμενων προβλέψεων. Στη ζώνη του ευρώ ο ρυθμός ανόδου του ΑΕΠ προβλέπεται ότι θα διαμορφωθεί στο 1,8-2% (έναντι 0,8% το 2002).

Στην Ελλάδα, οι προβλεπόμενες ευνοϊκότερες διεθνείς εξελίξεις του 2003 ενδέχεται να έχουν θετική επίδραση στις εξαγωγές αγαθών και τις εισπράξεις από τουρισμό, αλλά ο εξωτερικός τομέας της οικονομίας δεν θα επηρεάσει σημαντικά την εξέλιξη του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος. Όμως, άλλοι παράγοντες, είναι πιθανό να συμβάλουν σε κάποια επιτάχυνση του ρυθμού αύξησης του ΑΕΠ το 2003. Σ’ αυτούς συγκαταλέγονται η αύξηση των επενδύσεων που συνδέονται με την εισροή των πόρων του Γ’ Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης και με την προετοιμασία για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004, η θετική επίδραση της μείωσης της φορολογικής επιβάρυνσης των προσωπικών εισοδημάτων, καθώς και οι άνετες συνθήκες τραπεζικής χρηματοδότησης των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων.

Οι πιο πρόσφατες προβλέψεις των διεθνών οργανισμών (Νοέμβριος 2002) επιβεβαιώνουν την εκτίμηση αυτή. Τόσο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή όσο και ο ΟΟΣΑ προβλέπουν ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ στην Ελλάδα 3,9% το 2003, έναντι 3,5-3,6% το 2002.

Όσον αφορά τον πληθωρισμό, στη ζώνη του ευρώ αναμένεται να υποχωρήσει το 2003 κάτω του 2% καθώς θα εξασθενεί η αυξητική επίδραση ορισμένων παροδικών παραγόντων, αλλά και λόγω της ανατίμησης του ευρώ και του σχετικά χαμηλού ρυθμού ανόδου του ΑΕΠ, ενώ το 2002 ο πληθωρισμός έχει διατηρηθεί σε επίπεδα πλησίον ή άνω του 2%.

Ο ετήσιος ρυθμός πληθωρισμού αναμένεται να υποχωρήσει και στην Ελλάδα στη διάρκεια του επόμενου έτους. Η εξέλιξη των εγχώριων τιμών θα επηρεαστεί ευνοϊκά από την έλλειψη – κυρίως μετά το πρώτο τρίμηνο του 2003 – της επίδρασης που είχε στις τιμές η κυκλοφορία του ευρώ, μέσω στρογγυλοποιήσεων των τιμών, καθώς και από την επιδιωκόμενη συγκράτηση των αυξήσεων των τιμολογίων των ΔΕΚΟ μέσω ελέγχου των λειτουργικών δαπανών. Επίσης, ο ρυθμός ανόδου του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος στο σύνολο της οικονομίας προβλέπεται ότι θα συγκρατηθεί το 2003 σε επίπεδο χαμηλότερο εκείνου του 2002. Σύμφωνα με αυτές τις προβλέψεις, ο μέσος ετήσιος πληθωρισμός στην Ελλάδα προβλέπεται ότι θα διαμορφωθεί γύρω στο 3% το 2003 (δηλαδή σε επίπεδο χαμηλότερο του ρυθμού που εκτιμάται ότι θα σημειωθεί το 2002). Όμως, θα συνεχιστεί η προς τα άνω απόκλισή του από τον πληθωρισμό στη ζώνη του ευρώ, ο οποίος αναμένεται να διαμορφωθεί σε 1,8%. Η απόκλιση αυτή, κατά ένα μέρος, (δηλαδή κατά το μέρος που δεν οφείλεται στην ταχύτερη αύξηση των τιμών ορισμένων μη διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών), συνεπάγεται υποχώρηση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας της οικονομίας.

Εάν αποκλίσεις αυτού του μεγέθους προσλάβουν μονιμότερο χαρακτήρα, η σωρευτική επίπτωση τους στην ανταγωνιστικότητα θα είναι σημαντική, με αρνητικές επιδράσεις στο ρυθμό ανάπτυξης της οικονομίας και την απασχόληση.

Από την συνοπτική εξέταση των εξελίξεων τα τελευταία χρόνια και των προοπτικών για το 2003, συνάγεται ότι η ελληνική οικονομία λειτουργεί πλέον σε νέο περιβάλλον, το οποίο έχει συμβάλει στη βελτίωση των μακροοικονομικών επιδόσεων. Ο πληθωρισμός είναι πολύ χαμηλότερος από ό,τι στο παρελθόν, αν και παραμένει υψηλότερος από το μέσο πληθωρισμό στη ζώνη του ευρώ, καθώς και από το επίπεδο που θεωρείται ότι είναι συνεπές με την έννοια της σταθερότητας των τιμών (2%). Επίσης, ο ρυθμός ανάπτυξης υπερβαίνει σημαντικά τον αντίστοιχο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και προβλέπεται ότι θα επιταχυνθεί το 2003. η δημοσιονομική κατάσταση είναι αισθητά βελτιωμένη σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια, αν και το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης δεν έχει ακόμη μηδενιστεί. Ωστόσο, ορισμένα προβλήματα έχουν λάβει χρόνιο χαρακτήρα, υποδηλώνοντας την ύπαρξη διαρθρωτικών αδυναμιών στην οικονομία. Η ανεργία, αν και παρουσιάζει σημεία κάποιας υποχώρησης, παραμένει ακόμη υψηλή. Λίγο πιο κάτω από το 10%. Το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών διατηρείται σε υψηλό επίπεδο ως ποσοστό του ΑΕΠ (6,3% περίπου εφέτος, 6,2% το 2001). Η υιοθέτηση του ευρώ βέβαια έχει μειώσει αισθητά τη σημασία του ελλείμματος των τρεχουσών συναλλαγών και της χρηματοδότησής του, ως περιοριστικού παράγοντα στην άσκηση της οικονομικής πολιτικής. Ωστόσο, η διεύρυνση του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών υποδηλώνει απώλεια ανταγωνιστικότητας των ελληνικών -προϊόντων τόσο στη διεθνή όσο και στην εγχώρια αγορά και βεβαίως επηρεάζει το ρυθμό ανάπτυξης της οικονομίας.

Επιπλέον, το δημόσιο χρέος εξακολουθεί να βρίσκεται σε ιδιαίτερα υψηλό επίπεδο σε σχέση με το ΑΕΠ, γεγονός που καθιστά επιτακτική την ανάγκη μείωσής του, ιδιαίτερα αν ληφθούν υπόψη οι δυσμενείς μακροπρόθεσμες δημογραφικές προοπτικές της χώρας και οι αρνητικές επιπτώσεις της γήρανσης του πληθυσμού στο ασφαλιστικό σύστημα.

Αν και τα προηγούμενα έξι χρόνια σημειώθηκε μεγάλη αύξηση των επενδύσεων, δημόσιων και ιδιωτικών, η Ελλάδα δεν έχει ακόμη αξιοποιήσει επαρκώς το ανθρώπινο δυναμικό της, ούτε έχει βελτιώσει τις εξαγωγικές της επιδόσεις σε βαθμό που να διασφαλίζει υψηλό και διατηρήσιμο βαθμό ανάπτυξης μακροπρόθεσμα.

Οι προοπτικές επιτυχούς αντιμετώπισης των προβλημάτων αυτών επηρεάζονται ευνοϊκά από την υιοθέτηση του ευρώ και τα οικονομικά πλεονεκτήματα που αυτή συνεπάγεται. Πρέπει όμως να τονίσω ότι τα μακροχρόνια οικονομικά οφέλη από τη συμμετοχή στην ΟΝΕ δεν θα προκύψουν αυτομάτως. Θα εξαρτηθούν από το κατά πόσο η χώρα θα μπορέσει να αξιοποιήσει τα πλεονεκτήματα και τις δυνατότητες που προσφέρει η συμμετοχή της στην ΟΝΕ.

Αυτό σημαίνει ότι θα απαιτηθούν σημαντικές νέες προσπάθειες, όχι μόνο από το δημόσιο αλλά και από τον ιδιωτικό τομέα. Αν οι επιχειρήσεις δεν μπορέσουν να προσαρμοστούν στις νέες ανταγωνιστικές συνθήκες θα αντιμετωπίσουν πρόβλημα επιβίωσης. Η πίεση όμως του ανταγωνισμού μπορεί να έχει μακροχρόνια ευεργετικές επιδράσεις. Οι επιχειρήσεις που έχουν τη δυνατότητα να προσαρμοστούν, θα εξασφαλίσουν πιο αποτελεσματική λειτουργία και βελτίωση της παραγωγικότητας που θα τους επιτρέψει, όχι μόνο να αντεπεξέλθουν στον ανταγωνισμό, αλλά και να αξιοποιήσουν τα πλεονεκτήματα που προσφέρει η συμμετοχή της χώρας στην ΟΝΕ και να επιτύχουν ταχύτερους ρυθμούς ανάπτυξης.

Βασική όμως προϋπόθεση για την επιτυχία των προσπαθειών αυτών είναι η δημιουργία ενός περισσότερο φιλικού επιχειρηματικού περιβάλλοντος για την ανάληψη νέων επιχειρηματικών επενδύσεων (ελληνικών και ξένων).

Η ευθύνη ανήκει κυρίως στο κράτος, το οποίο οφείλει, πρώτα, να εκσυγχρονισθεί το ίδιο, να περιορίσει τον παρεμβατικό του ρόλο, που σε ορισμένες περιπτώσεις παρακωλύει την αποτελεσματική λειτουργία των αγορών. Ιδιαίτερη σημασία έχει η δημιουργία μιας σύγχρονης και αποτελεσματικής δημόσιας διοίκησης, ικανής να επεξεργάζεται τα κατάλληλα μέτρα πολιτικής και να προβαίνει στην επιτυχή εφαρμογή τους.

Η συμμετοχή στη ζώνη του ευρώ συνοδεύεται από νέες προκλήσεις για την οικονομική πολιτική τα επόμενα χρόνια.

Η εφαρμογή της ενιαίας νομισματικής πολιτικής στην Ελλάδα ενισχύει αποφασιστικά τη νομισματική σταθερότητα. Αυτή όμως η πολιτική χαράσσεται αποκλειστικά με βάση τις οικονομικές συνθήκες στη ζώνη του ευρώ ως σύνολο και όχι σε μεμονωμένες χώρες και δεν υπάρχει πλέον η δυνατότητα να ασκείται νομισματική πολιτική προσαρμοσμένη στις ειδικές συνθήκες και ανάγκες της χώρας ή να μεταβάλλεται η ονομαστική συναλλαγματική ισοτιμία του νομίσματος σε εθνικό επίπεδο. Για το λόγο αυτό έχει αυξηθεί η σημασία που έχουν η συμπεριφορά των κοινωνικών εταίρων κατά τις μισθολογικές διαπραγματεύσεις και η τιμολογιακή πολιτική των επιχειρήσεων, η δημοσιονομική πολιτική, καθώς και η πολιτική διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, για την επίτευξη και τη διασφάλιση της σταθερότητας των τιμών και, βεβαίως, τη διαφύλαξη και βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας.

Σε κάθε περίπτωση, προτεραιότητα έχει η σύγκλιση του ελληνικού πληθωρισμού προς το μέσο πληθωρισμό της ζώνης του ευρώ, ιδιαίτερα όσον αφορά τις τιμές των διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών. Είναι, επομένως, καίρια η ευθύνη των κοινωνικών εταίρων, οι οποίοι πρέπει να επιδιώκουν τη σύναψη μισθολογικών συμφωνιών που θα συμβάλουν στην επίτευξη του στόχου αυτού, ώστε να βελτιωθούν οι επιδόσεις της οικονομίας στον τομέα της ανταγωνιστικότητας και, εμμέσως, της απασχόλησης. Προς την ίδια κατεύθυνση πρέπει να συμβάλει και η τιμολογιακή πολιτική των επιχειρήσεων. Εξάλλου, η πολιτική μισθών του Δημοσίου πρέπει να σηματοδοτεί την επιθυμητή γενική κατεύθυνση των μισθολογικών εξελίξεων.

Οσον αφορά τη δημοσιονομική πολιτική, η εξέλιξη του αποτελέσματος της δημοσιονομικής διαχείρισης σε επίπεδο γενικής κυβέρνησης ως ποσοστού του ΑΕΠ ήταν γενικά θετική τα τελευταία έτη, αλλά η πρόοδος ήταν σχετικά βραδεία. Από τις πρόσφατες αναθεωρήσεις των βασικών δημοσιονομικών μεγεθών προκύπτει ότι η μείωση του ελλείμματος από το 1999 μέχρι το τρέχον έτος ήταν ίση με 0,8% του ΑΕΠ, αντί 2,3% που είχε αρχικά εκτιμηθεί. Επίσης μικρότερο από ό,τι είχε εκτιμηθεί, αλλά πάντως σημαντικό, είναι το πρωτογενές πλεόνασμα που επιτεύχθηκε. Τέλος, η μείωση του δημόσιου χρέους ως ποσοστού του ΑΕΠ, η οποία είχε ανακοπεί το 2000 και το 2001, συνεχίστηκε εφέτος, αλλά το χρέος παραμένει υψηλό (105,3% του ΑΕΠ το 2002). Η Τράπεζα της Ελλάδος θεωρεί ότι είναι απαραίτητη η ενίσχυση της προσπάθειας για δημοσιονομική εξυγίανση και η επίτευξη υψηλότερων πρωτογενών πλεονασμάτων ως ποσοστών του ΑΕΠ. Με τον τρόπο αυτό θα ενισχυθεί το κλίμα εμπιστοσύνης και θα αντιμετωπιστούν αποτελεσματικότερα οι πληθωριστικές πιέσεις, θα μειωθεί ταχύτερα το χρέος της γενικής κυβέρνησης, θα διευρυνθούν τα περιθώρια βραχυχρόνιων δημοσιονομικών χειρισμών για την αντιμετώπιση εξωτερικών διαταραχών και την άσκηση αντικυκλικής δημοσιονομικής πολιτικής και, τέλος, θα διευκολυνθεί η χρηματοδότηση της δημόσιας δαπάνης για την κοινωνική ασφάλιση. Η επίτευξη υψηλότερων πρωτογενών πλεονασμάτων πρέπει να επιδιωχθεί κυρίως με τη συγκράτηση της ανόδου των πρωτογενών δημόσιων δαπανών, καθώς και με την ολοκλήρωση της φορολογικής μεταρρύθμισης (με διεύρυνση της φορολογικής βάσης και πληρέστερη σύλληψη της φοροδιαφυγής) και την υλοποίηση των κυβερνητικών εξαγγελιών για αλλαγή του συστήματος ελέγχου των δαπανών. Απαιτούνται επίσης επιτάχυνση της διαδικασίας των αποκρατικοποιήσεων, βελτίωση της αποτελεσματικότητας και περαιτέρω εκσυγχρονισμός των δημόσιων επιχειρήσεων και, βεβαίως, ολοκλήρωση της μεταρρύθμισης του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης.

Η συμμετοχή στην ΟΝΕ δρα ως καταλύτης για περαιτέρω πρόοδο στο μέτωπο των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Οι συνεχείς διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις θα συμβάλουν στην αύξηση της συνολικής παραγωγικότητας των συντελεστών, η οποία αποτέλεσε βασικό μοχλό ανάπτυξης τα τελευταία χρόνια. Από την άποψη αυτή, είναι σημαντική πρόοδος όσο αφορά την απελευθέρωση των αγορών, την ενίσχυση του ανταγωνισμού και τις θεσμικές αλλαγές που έχουν σκοπό να εξασφαλίσουν την ομαλή λειτουργία των αγορών προϊόντων και των χρηματοπιστωτικών αγορών. Αναφέρονται χαρακτηριστικά το άνοιγμα των αγορών ηλεκτρισμού και τηλεπικοινωνιών, η απελευθέρωση των θαλάσσιων ενδομεταφορών (που άρχισε τον προηγούμενο μήνα), η συνεχιζόμενη υλοποίηση του εκτενούς προγράμματος ιδιωτικοποιήσεων, η μεταρρύθμιση του συστήματος συντάξεων, η σταδιακή εφαρμογή της φορολογικής μεταρρύθμισης, ορισμένες μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας, οι νομοθετικές ρυθμίσεις για την ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας, την απλοποίηση των διαδικασιών ίδρυσης εταιριών, την εταιρική διακυβέρνηση, κ.λπ. Μένουν όμως ακόμη να γίνουν πολλά, π.χ. για να καταστεί αποτελεσματικός ο ανταγωνισμός στην αγορά ενέργειας, να διευκολυνθεί περαιτέρω η είσοδος στην αγορά εργασίας και να βελτιωθεί η επαγγελματική κατάρτιση, να συνδυαστεί η διαδικασία των ιδιωτικοποιήσεων με γενικότερα μέτρα για την εξασφάλιση ανταγωνιστικών επιδόσεων και να στηριχθεί η λειτουργία των Ρυθμιστικών Αρχών και της Επιτροπής Ανταγωνισμού. Επίσης πρέπει να μειωθούν (μέχρι εξαλείψεως) οι γραφειοκρατικές διαδικασίες στη δημόσια διοίκηση έτσι ώστε να μη δρουν ανασταλτικά στην ανάληψη νέων επιχειρηματικών πρωτοβουλιών – στις οποίες συγκαταλέγονται και οι ξένες άμεσες επενδύσεις.

Εν κατακλείδι, παρά την επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομίας, η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να σημειώνει συνολικά ικανοποιητικές επιδόσεις, αντιμετωπίζει όμως ορισμένες σοβαρές προκλήσεις, οι οποίες συνδέονται με τα διαρθρωτικά προβλήματα που παραμένουν, με την ανάγκη να λειτουργήσει η οικονομία σε συνθήκες αυξημένου ανταγωνισμού, καθώς και με την επιδίωξη της πραγματικής σύγκλισης. Εξάλλου, τα μακροπρόθεσμα οικονομικά οφέλη από τη συμμετοχή της χώρας στην ΟΝΕ δεν θα προκύψουν αυτομάτως. Θα εξαρτηθούν από το κατά πόσον η χώρα θα μπορέσει να αξιοποιήσει τα πλεονεκτήματα και τις δυνατότητες που συνεπάγεται η ένταξη στη ζώνη του ευρώ, από το κατά πόσον θα ολοκληρώσει τις αναγκαίες διαρθρωτικές και θεσμικές μεταρρυθμίσεις και προσαρμογές της οικονομικής πολιτικής, ιδιαίτερα της δημοσιονομικής, και από το κατά πόσον οι κοινωνικοί εταίροι θα συνεργήσουν στην αντιμετώπιση των προκλήσεων αυτών.

Στο νέο, περισσότερο ανταγωνιστικό, περιβάλλον, η ταχύτερη εφαρμογή των αναγκαίων διαρθρωτικών και θεσμικών μεταρρυθμίσεων αποτελεί προϋπόθεση για να καταστεί η ελληνική οικονομία περισσότερο εύκαμπτη και δυναμική, ώστε να προχωρήσει η πραγματική σύγκλιση προς τους Ευρωπαίους εταίρους μας και να διασφαλιστεί η κοινωνική ευημερία μέσα στη διευρυμένη Ευρωπαϊκή Ένωση του μέλλοντος. Για το λόγο αυτό, είναι επιθυμητή και χρήσιμη η επίτευξη της μέγιστης δυνατής κοινωνικής συναίνεσης για την προώθηση των μεταρρυθμίσεων.

​​ 
Αυτό το website χρησιμοποιεί cookies για την βελτιστοποίηση της εμπειρίας σας. Μάθετε περισσότερα
Αποδέχομαι