EN

Ομιλίες

Ομιλία του Διοικητή κ. Γ. Προβόπουλου με θέμα "Η Κατάσταση και οι Προοπτικές της Ελληνικής Οικονομίας και οι Προκλήσεις Οικονομικής Πολιτικής" στην 76η Ετήσια Τακτική Γενική Συνέλευση των Μετόχων της Τράπεζας της Ελλάδος

15/04/2009 - Ομιλίες

Έχουν ήδη συμπληρωθεί 20 μήνες από την πυροδότηση της χρηματοπιστωτικής αναταραχής και οι δυσμενείς επιδράσεις της έχουν πλέον επεκταθεί και στον πραγματικό τομέα της παγκόσμιας οικονομίας. Μετά τους υψηλούς ρυθμούς ανόδου που σημείωνε επί σειρά ετών, το παγκόσμιο ΑΕΠ θα μειωθεί εφέτος κατά 0,5% έως 1%, σύμφωνα με τις τελευταίες προβλέψεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ). Ακόμη μεγαλύτερη, κατά 13,2% σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, θα είναι η μείωση του όγκου του διεθνούς εμπορίου. Οι εξελίξεις αυτές έχουν δημιουργήσει ένα φαύλο κύκλο αρνητικών αλληλεπιδράσεων μεταξύ του χρηματοπιστωτικού και του πραγματικού τομέα. Η δυσλειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών συμπιέζει την οικονομική δραστηριότητα και, με τη σειρά της, η εξασθένηση της οικονομικής δραστηριότητας θέτει προσκόμματα και προκλήσεις στο χρηματοπιστωτικό τομέα, που δυσχεραίνουν τους όρους και τις συνθήκες δανεισμού των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων. Τους τελευταίους μήνες μάλιστα οι προοπτικές για την παραγωγή, την απασχόληση και το εξωτερικό εμπόριο έχουν επιδεινωθεί με ραγδαίο ρυθμό σε όλες τις οικονομίες διεθνώς. Επιβεβαιώνεται έτσι ότι η παρούσα είναι η μεγαλύτερη χρηματοπιστωτική και οικονομική κρίση από τη δεκαετία του 1930.

Είναι σχεδόν αυταπόδεικτο ότι η έξοδος από αυτήν τη δυσμενέστατη διεθνή συγκυρία δεν θα είναι ούτε εύκολη ούτε γρήγορη. Με γνώμονα τη σοβαρότητα της κατάστασης, οι κυβερνήσεις, οι κεντρικές τράπεζες και οι διεθνείς οικονομικοί οργανισμοί έχουν λάβει τολμηρά και συντονισμένα μέτρα, σε κλίμακα που δεν έχει ιστορικό προηγούμενο. Άμεσος στόχος αυτών των παρεμβάσεων είναι η διοχέτευση ρευστότητας στην οικονομία, η κεφαλαιακή ενίσχυση του τραπεζικού συστήματος και η απευθείας στήριξη της συνολικής ζήτησης, προκειμένου να διακοπεί ο φαύλος κύκλος που ήδη ανέφερα.

Τα μέτρα που έχουν ληφθεί διεθνώς για τη στήριξη της οικονομικής δραστηριότητας περιλαμβάνουν κατ’ αρχάς τη σχεδόν απεριόριστη παροχή ρευστότητας από τις κεντρικές τράπεζες, αλλά και δραστικές μειώσεις των βασικών επιτοκίων τους, τα οποία ήδη βρίσκονται σε ιστορικώς χαμηλά επίπεδα. Στη ζώνη του ευρώ, το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ προχώρησε σε έξι διαδοχικές μειώσεις του βασικού επιτοκίου, συνολικά κατά 300 μονάδες βάσης από τον Οκτώβριο του 2008. Η νομισματική πολιτική της ΕΚΤ και η παροχή ρευστότητας από το Ευρωσύστημα έχουν αποτελέσει βασικό παράγοντα αποτροπής του κινδύνου να διαμορφωθεί ο πληθωρισμός, για σχετικά μακρό διάστημα, σε επίπεδο κάτω από αυτό που είναι συμβατό με τη σταθερότητα των τιμών. Επίσης, οι δυσλειτουργίες των αγορών έχουν οδηγήσει αρκετές κεντρικές τράπεζες και στη χρήση "μη συμβατικών" μέτρων με τη μορφή παρεμβάσεων σε μη τραπεζικές πιστωτικές αγορές ή και απευθείας χρηματοδότησης επιχειρήσεων.

Τα μέτρα στήριξης της ζήτησης περιλαμβάνουν επίσης μέτρα επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής, που εφαρμόζονται στις περισσότερες οικονομίες – αλλά βεβαίως σε εκείνες που διαθέτουν περιθώρια χαλάρωσης, επειδή ξεκινούν από χαμηλά αρχικά επίπεδα δημόσιου ελλείμματος και χρέους. Αλλά ακόμα και σε αυτές τις οικονομίες, οι κυβερνήσεις τους έχουν αναγνωρίσει τους κινδύνους που ελλοχεύουν για τη διατηρησιμότητα της δημοσιονομικής τους θέσης. Και για το λόγο αυτό προετοιμάζουν από τώρα τη σταδιακή απεμπλοκή τους στο μέλλον, με αποκατάσταση της δημοσιονομικής ισορροπίας.

Μέχρι στιγμής τα μέτρα αυτά έχουν συμβάλει τόσο στην αποτροπή συνθηκών πιστωτικής ασφυξίας όσο και στην ανάκτηση της εμπιστοσύνης των καταθετών. Απαιτείται ωστόσο αρκετή προσπάθεια ακόμη, δεδομένου ότι οι μειώσεις των βασικών επιτοκίων δεν έχουν πλήρως μεταφραστεί σε χαμηλότερα επιτόκια δανεισμού για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις, καθώς οι τράπεζες έχουν για λόγους πρόνοιας υιοθετήσει αυστηρότερους πιστωτικούς κανόνες.

Οι διεθνείς οργανισμοί προβλέπουν βαθμιαία ανάκαμψη της παγκόσμιας οικονομίας το 2010, εφόσον όμως συντρέξουν ορισμένες προϋποθέσεις, όπως η αποτελεσματικότητα των μέτρων που λαμβάνονται για τη χρηματοοικονομική σταθερότητα, η επαρκής δημοσιονομική ώθηση και η διατήρηση των τιμών του πετρελαίου σε χαμηλά επίπεδα.

Ευοίωνο είναι επίσης το γεγονός ότι έχουν ενταθεί οι διαβουλεύσεις για τη μεταρρύθμιση του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος, προκειμένου να αποφευχθεί στο μέλλον η εμφάνιση χρηματοοικονομικών κρίσεων τέτοιας εμβέλειας και διάρκειας. Η εφαρμογή μάλιστα των προτάσεων του ΔΝΤ και του Συμβουλίου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας για τη δημιουργία μιας νέας χρηματοοικονομικής αρχιτεκτονικής προωθήθηκε πρόσφατα, με τις αποφάσεις που έλαβαν οι ηγέτες των 20 μεγαλύτερων οικονομιών. Προωθήθηκαν ιδιαίτερα:

 

  • Η ενίσχυση της διαφάνειας και η διεύρυνση του ρυθμιστικού και εποπτικού πλαισίου, ώστε να περιλαμβάνει το σύνολο του χρηματοπιστωτικού τομέα,
  • Η ενδυνάμωση της μακρο-προληπτικής εποπτείας, με στόχο την αποτροπή συστημικών κινδύνων,
  • Η άμβλυνση της υπερ-κυκλικότητας του πιστωτικού συστήματος και του κανονιστικού πλαισίου της εποπτείας,
  • Η διεύρυνση της συνεργασίας των αρμοδίων αρχών, όσον αφορά την εποπτεία, σε διεθνές και ευρωπαϊκό επίπεδο.

Κυρίες και Κύριοι,

Η παγκόσμια κρίση έχει επηρεάσει αρνητικά και την ελληνική οικονομία. Και εν μέρει λόγω αυτής, έχουν αποδυναμωθεί οι ευνοϊκοί παράγοντες που επί πολλά χρόνια στήριζαν την αναπτυξιακή διαδικασία στη χώρα μας. Στα χρόνια της ισχυρής ανάπτυξης, η εγχώρια ζήτηση αυξανόταν ταχύτερα από την εγχώρια προσφορά, ο πληθωρισμός διαμορφωνόταν σε επίπεδα μονίμως υψηλότερα από το μέσο όρο της ζώνης του ευρώ, το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών διευρυνόταν και το εξωτερικό χρέος του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα διογκωνόταν συνεχώς. Το μέγεθος και η επιμονή των ανισορροπιών αυτών υποδήλωναν καθαρά ότι οι διαρθρωτικές αλλαγές που συντελέστηκαν δεν ήταν επαρκείς. Ίσως ενέπνεαν εφησυχασμό οι σχετικά υψηλοί ρυθμοί οικονομικής ανάπτυξης και η συμμετοχή στη ζώνη του ευρώ, η οποία εξασφάλιζε συνθήκες σταθερότητας με χαμηλά επιτόκια.

Σήμερα, η παγκόσμια κρίση έχει αναδείξει εναργέστερα τις χρόνιες μακρο-ανισορροπίες και τις διαρθρωτικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας.

Ο ετήσιος ρυθμός ανάπτυξης επιβραδύνθηκε από 4% το 2007 σε 2,9% το 2008 (2,4% το τελευταίο τρίμηνο του έτους), κυρίως λόγω της μεγάλης πτώσης των επενδύσεων. Εκτιμάται ότι το 2009 η οικονομική δραστηριότητα θα είναι στάσιμη. Είναι μάλιστα πιθανό να σημειωθούν μέσα στο έτος και αρνητικοί ρυθμοί ετήσιας μεταβολής του ΑΕΠ, ενώ ενδέχεται η εξέλιξη της δραστηριότητας να είναι ακόμη δυσμενέστερη, αν οι διεθνείς οικονομικές συνθήκες χειροτερεύσουν ουσιωδώς. Τα μέχρι στιγμής στοιχεία είναι χαρακτηριστικά. Σε ετήσια βάση, τον Ιανουάριο εφέτος, σε σύγκριση με πέρυσι, ο όγκος των λιανικών πωλήσεων μειώθηκε κατά 5,8% και ο όγκος της ιδιωτικής οικοδομικής δραστηριότητας βάσει αδειών κατά 33,5%, ενώ το πρώτο δίμηνο η παραγωγή της μεταποίησης υποχώρησε κατά 10% και η αξία των εξαγωγών αγαθών (εκτός καυσίμων και πλοίων) κατά 20% περίπου. Τέλος, το πρώτο τρίμηνο οι νέες κυκλοφορίες αυτοκινήτων ιδιωτικής χρήσεως μειώθηκαν κατά 38,7%.

Η κρίση επηρεάζει, μεταξύ άλλων, την οικονομική δραστηριότητα με διττό τρόπο. Πρώτον, οι τράπεζες εφαρμόζουν αυστηρότερα κριτήρια όταν χορηγούν πιστώσεις, καθώς αναμένουν άνοδο του πιστωτικού κινδύνου και των επισφαλειών. Περιορίζεται έτσι η προσφορά δανείων. Δεύτερον, υποχωρούν σημαντικά οι προσδοκίες και η εμπιστοσύνη των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών. Παρατηρείται έτσι συγκράτηση της κατανάλωσης (ιδίως διαρκών καταναλωτικών αγαθών), πτώση των επενδύσεων σε κατοικίες και υποχώρηση της διάθεσης των επιχειρήσεων για ανάληψη κινδύνων, με αποτέλεσμα να μειώνονται οι επιχειρηματικές επενδύσεις. Περιορίζεται επομένως και η ζήτηση πιστώσεων από τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις.

Η υποχώρηση της παγκόσμιας οικονομικής δραστηριότητας και του διεθνούς εμπορίου θα πλήξουν καίρια τις ελληνικές εξαγωγές αγαθών. Επίσης θα υποχωρήσουν οι ταξιδιωτικές εισπράξεις, ενώ σημαντικά μειωμένες θα είναι και οι εισπράξεις από τη ναυτιλία, λόγω της υποχώρησης των ναύλων και της συρρίκνωσης του παγκόσμιου εμπορίου. Εκτιμάται ότι η πτώση των εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών, σε σταθερές τιμές, θα είναι της τάξεως του 12%.

Ορισμένοι πάντως παράγοντες ενδέχεται να μετριάσουν τις δυσμενείς επιπτώσεις της κρίσης. Μεταξύ άλλων, η πτώση των τιμών του πετρελαίου οδηγεί σε αισθητή αποκλιμάκωση του πληθωρισμού και ενίσχυση του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος. Επίσης, η προβλεπόμενη αύξηση των μέσων πραγματικών αποδοχών των μισθωτών – ακόμη και αφού ληφθούν επίσης υπόψη ο παρατηρούμενος περιορισμός του μέσου χρόνου εργασίας και η αναμενόμενη μείωση της απασχόλησης – μπορεί να στηρίξει αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης έως και 1%. Τέλος, η εφαρμογή του σχεδίου ενίσχυσης της ρευστότητας εκτιμάται ότι θα συμβάλει ώστε ο ρυθμός πιστωτικής επέκτασης προς τον ιδιωτικό τομέα να είναι υψηλότερος από το ρυθμό αύξησης του ονομαστικού ΑΕΠ. Η τελική διαμόρφωση βεβαίως του ρυθμού αυτού δεν εξαρτάται μόνο από την προσφορά, αλλά και από τη ζήτηση δανείων. Και η τελευταία, λόγω της χαμηλής ροπής προς διενέργεια δαπανών, θα τείνει να εξασθενήσει.

Η απασχόληση το 2008 αυξήθηκε κατά 1,1%, αλλά εφέτος εκτιμάται ότι θα καταγραφεί μικρή μείωση του αριθμού των απασχολουμένων. Σχετικά πιο σημαντική όμως θα είναι η μείωση του μέσου χρόνου εργασίας, τόσο επειδή σε ορισμένες επιχειρήσεις περικόπτονται οι υπερωρίες, όσο και επειδή μειώνεται το κανονικό ωράριο εργασίας. Προβλέπεται ότι η μείωση του συνολικού αριθμού απασχολουμένων θα είναι στα επίπεδα του 0,5-0,8%, ενώ η μείωση του αριθμού των απασχολούμενων μισθωτών θα είναι περίπου 1%. Για τους αυτοαπασχολούμενους η εξασθένηση της δραστηριότητας συνεπάγεται κατά κανόνα περιορισμό του χρόνου εργασίας, δηλαδή υποαπασχόληση και επομένως μείωση εισοδήματος, αλλά όχι ανεργία. Πάντως, σύμφωνα με προσωρινά στοιχεία της ΕΣΥΕ, εφέτος τον Ιανουάριο η συνολική απασχόληση μειώθηκε κατά 0,6% σε σύγκριση με πέρυσι, ενώ το ποσοστό ανεργίας αυξήθηκε στο 9,4%, από 8,9% το Δεκέμβριο και 8,0% τον Ιανουάριο του 2008. Στην παρούσα φάση, ευπαθέστερες κατηγορίες εργαζομένων είναι κυρίως οι ανειδίκευτοι, όσοι έχουν χαμηλό επίπεδο εκπαίδευσης, οι προσωρινά απασχολούμενοι και οι μετανάστες.

Η υποχώρηση, από τα μέσα του 2008, των διεθνών τιμών των καυσίμων και των τροφίμων οδήγησε το τελευταίο τρίμηνο του 2008 σε σημαντική πτώση του πληθωρισμού, η οποία συνεχίστηκε το πρώτο τρίμηνο του 2009. Ο ετήσιος ρυθμός πληθωρισμού (βάσει του Εναρμονισμένου Δείκτη Τιμών Καταναλωτή) υποχώρησε στο 1,5% το Μάρτιο και ενδέχεται να διαμορφωθεί γύρω στο 1% ή και χαμηλότερα περί τα μέσα του έτους. Στη συνέχεια όμως θα αυξηθεί και πάλι, αντανακλώντας κυρίως την αναμενόμενη διαμόρφωση των διεθνών τιμών του πετρελαίου στον κάθε μήνα του 2009 σε σύγκριση με τον αντίστοιχο μήνα του προηγούμενου έτους (αποτέλεσμα βάσης). Εκτιμάται ότι το 2009, σε μέσο επίπεδο έτους, ο ρυθμός πληθωρισμού είναι δυνατόν να υποχωρήσει στο 1,5% ή και λίγο χαμηλότερα, έναντι 4,2% το 2008. Ο πυρήνας του πληθωρισμού όμως θα παραμείνει σχετικά υψηλός, γύρω στο 2,9%, δηλαδή θα εμφανίσει μικρή μόνο υποχώρηση σε σχέση με το 2008 (3,4%). Θα διαμορφωθεί έτσι και πάλι σε επίπεδο σημαντικά υψηλότερο από ό,τι στη ζώνη του ευρώ, με αποτέλεσμα να συνεχιστεί η διάβρωση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας ως προς τις τιμές. Σημειωτέον ότι εφέτος διαμορφώνονται συνθήκες που θα έπρεπε λογικά να ευνοήσουν την ταχύτερη μείωση του πυρήνα του πληθωρισμού. Εφέτος, λόγου χάρη: (α) δεν θα υπάρχουν συνθήκες υπερβάλλουσας ζήτησης, και (β) ο ρυθμός ανόδου του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος θα επιβραδυνθεί αισθητά. Επειδή όμως αρκετοί κλάδοι της ελληνικής οικονομίας εξακολουθούν να χαρακτηρίζονται από συνθήκες ατελούς ανταγωνισμού, εκτιμάται ότι ο πυρήνας του πληθωρισμού θα υποχωρήσει λιγότερο από ό,τι θα ήταν κατ' αρχήν εφικτό.

Το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών παραμένει πολύ υψηλό. Το 2008 ανήλθε στο 14,4% του ΑΕΠ. Η εξέλιξη αυτή οφείλεται κυρίως στις αυξημένες καθαρές πληρωμές για εισαγωγές καυσίμων και για τόκους, μερίσματα και κέρδη. Επιβαρυντικά στις πληρωμές τόκων έχει συμβάλει η αύξηση του τμήματος του δημόσιου χρέους που διακρατείται από κατοίκους εξωτερικού. Το 2009 το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών θα επηρεαστεί από την επιδείνωση του διεθνούς και του εγχώριου οικονομικού περιβάλλοντος και αναμένεται ότι το έλλειμμά του θα περιοριστεί στο 12,5-13% του ΑΕΠ. Αυτό θα οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι, σε απόλυτα μεγέθη, οι εισαγωγές θα μειωθούν περισσότερο από τις εξαγωγές. Παρά την αναμενόμενη μείωση, το εξωτερικό έλλειμμα παραμένει δυστυχώς υψηλό. Και θα τείνει και πάλι να διευρυνθεί, όταν ξεκινήσει η ανάκαμψη της οικονομίας, λειτουργώντας ως τροχοπέδη της ανάπτυξης. Παραμένει, επομένως, επιτακτική η ανάγκη της εφαρμογής μέτρων πολιτικής που να έχουν μεσομακροπρόθεσμο ορίζοντα και να θεραπεύουν τις χρόνιες αιτίες του ελλειμματικού ισοζυγίου. Στην επιμονή του εξωτερικού ελλείμματος να διαμορφώνεται σε ανησυχητικά επίπεδα, έχουν συντελέσει η διαρκής υποχώρηση της ανταγωνιστικότητας κόστους και τιμών και η επί σειρά ετών σημαντική υστέρηση της εθνικής αποταμίευσης, έναντι των εγχώριων επενδύσεων. Απαιτείται, μεταξύ άλλων, να βελτιωθεί η διεθνής ανταγωνιστικότητα και παράλληλα να διορθωθούν οι μακροοικονομικές ανισορροπίες, κυρίως μέσω δημοσιονομικής εξυγίανσης.

Το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης (σε εθνικολογιστική βάση) ξεπέρασε το 2008, για δεύτερο συνεχές έτος, την τιμή αναφοράς της Συνθήκης του Μάαστριχτ, με αποτέλεσμα να ενεργοποιηθεί η Διαδικασία Υπερβολικού Ελλείμματος. Και ταυτόχρονα, το 2008 το ενοποιημένο χρέος της γενικής κυβέρνησης υπερέβη το 95% του ΑΕΠ. Αν το έλλειμμα εξακολουθήσει και το 2009 να κινείται σε υψηλά επίπεδα, το μήνυμα που θα εκπέμπεται στις διεθνείς αγορές είναι ότι, για μια ακόμη φορά, η δημοσιονομική προσαρμογή αναβάλλεται ή βραδυπορεί. Και ως εκ τούτου οι αγορές θα αντιδράσουν ανάλογα. Ήδη από το Σεπτέμβριο του 2008 παρατηρήθηκε μεγάλη διεύρυνση της διαφοράς αποδόσεων μεταξύ των ελληνικών και των γερμανικών κρατικών ομολόγων. Το πρώτο τρίμηνο του 2009, η διαφορά αυτή στην αρχή αυξήθηκε και στη συνέχεια παρουσίασε διακυμάνσεις, ενώ πρόσφατα υποχώρησε ελαφρά, παραμένοντας ωστόσο σε υψηλό επίπεδο. Η εξέλιξη αυτή αντανακλά τις ανησυχίες των αγορών για το πολύ υψηλό δημόσιο χρέος της χώρας (το δεύτερο σε μέγεθος στην ΕΕ ως ποσοστό του ΑΕΠ), για τη συνεχιζόμενη αδυναμία επίτευξης μιας διατηρήσιμης δημοσιονομικής θέσης, για το ογκούμενο εξωτερικό έλλειμμα, καθώς και για την καθυστέρηση των απολύτως αναγκαίων διαρθρωτικών προσαρμογών.

Ο ετήσιος ρυθμός πιστωτικής επέκτασης προς τις επιχειρήσεις, που από το Νοέμβριο του 2008 παρουσίαζε έντονη επιβράδυνση, το Φεβρουάριο του 2009 διαμορφώθηκε σε 15,3%. Η επιβράδυνση αυτή οφείλεται στην αυστηροποίηση των όρων και κριτηρίων χρηματοδότησης των επιχειρήσεων και στην τάση αποδυνάμωσης της ζήτησης.

Ο ετήσιος ρυθμός πιστωτικής επέκτασης προς τα νοικοκυριά παρουσίασε το 2008 έντονη πτωτική τάση, η οποία συνεχίστηκε και το πρώτο δίμηνο του 2009. Το Φεβρουάριο εφέτος διαμορφώθηκε σε 10,3%. Η επιβράδυνση. στην προκειμένη περίπτωση, οφείλεται μεταξύ άλλων και στην υποχώρηση της ζήτησης δανείων, λόγω περιορισμού των δαπανών για αγορά ή επισκευή κατοικίας και για τρέχουσα κατανάλωση, καθώς τα νοικοκυριά τείνουν να αναβάλλουν δαπάνες, αποθαρρυνόμενα από την αβεβαιότητα για τη μελλοντική πορεία των εισοδημάτων τους.

Η βραδύτερη αύξηση του υπολοίπου της χρηματοδότησης του ιδιωτικού τομέα αναμένεται ότι θα συνεχιστεί στους προσεχείς μήνες. Από μεν την πλευρά της προσφοράς, περιοριστικό παράγοντα θα αποτελέσει η υιοθέτηση αυστηρότερων όρων και κριτηρίων χρηματοδότησης για την αποτροπή της σώρευσης επισφαλειών και τη διαφύλαξη επαρκούς ρευστότητας. Από την πλευρά της ζήτησης, η αβεβαιότητα για την πορεία των εισοδημάτων και το γενικότερο αίσθημα ανασφάλειας θα συνεχίσουν να επηρεάζουν αρνητικά τη ροπή προς δανεισμό των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων. Εκτιμάται πάντως ότι το 2009 ο ρυθμός πιστωτικής επέκτασης προς τον ιδιωτικό τομέα θα διατηρηθεί σε επίπεδο υψηλότερο από το ρυθμό ανόδου του ονομαστικού ΑΕΠ.

Το 2008 τα επιτόκια των καταθέσεων των νοικοκυριών αυξήθηκαν σημαντικά στις καταθέσεις με συμφωνημένη διάρκεια έως ένα έτος, ενώ παρέμειναν σχεδόν αμετάβλητα στις καταθέσεις διάρκειας μίας ημέρας. Η διαφορετική αυτή εξέλιξη οφειλόταν στην τάση των τραπεζών να προσελκύσουν με υψηλά επιτόκια τις καταθέσεις μεγαλύτερης διάρκειας, προκειμένου να ενισχύσουν την καταθετική τους βάση. Αυτό συνέβαλε στη μετατόπιση κεφαλαίων από τις καταθέσεις υψηλότερης ρευστότητας προς τις καταθέσεις προθεσμίας.

Τα επιτόκια των τραπεζικών δανείων προς τον ιδιωτικό τομέα δεν εξελίχθηκαν ομοιόμορφα κατά το 2008. Το Δεκέμβριο τα επιτόκια των νέων δανείων προς νοικοκυριά ήταν υψηλότερα από ό,τι το Δεκέμβριο του 2007, ενώ των νέων δανείων προς επιχειρήσεις ήταν χαμηλότερα. Το μέσο επιτόκιο του συνόλου των νέων δανείων προς τον ιδιωτικό τομέα κατέγραψε οριακή άνοδο το 2008. Σε σχεδόν όλες τις κατηγορίες νέων δανείων τα επιτόκια υποχώρησαν το τελευταίο δίμηνο του 2008 και μειώθηκαν σημαντικά το πρώτο δίμηνο του τρέχοντος έτους.

Οι διαχρονικές αυτές εξελίξεις οφείλονται κυρίως στο ότι οι τράπεζες, καθώς αντιμετώπιζαν δυσχέρειες άντλησης ρευστών κεφαλαίων από τη διατραπεζική αγορά, επεδίωξαν να προσελκύσουν περισσότερες καταθέσεις προθεσμίας προσφέροντας υψηλότερα επιτόκια, που τις ανάγκαζαν να διατηρούν υψηλά και τα επιτόκια των δανείων. Οι όροι δανεισμού των τραπεζών επηρεάστηκαν δυσμενώς και από την αύξηση του περιθωρίου επιτοκίων των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου έναντι των αντίστοιχων γερμανικών. Οι μειώσεις των βασικών επιτοκίων της ΕΚΤ και της διατραπεζικής δεν επηρέασαν σημαντικά τα επιτόκια των νέων τραπεζικών δανείων, καθώς αντισταθμίστηκαν από τους προαναφερθέντες παράγοντες και από την αύξηση του ασφαλίστρου για τον πιστωτικό κίνδυνο λόγω αυξημένων επισφαλειών.

Το περιθώριο επιτοκίου, δηλαδή η διαφορά μεταξύ του μέσου σταθμικού επιτοκίου των νέων τραπεζικών δανείων και του αντίστοιχου επιτοκίου των νέων καταθέσεων, μειώθηκε πέρυσι κατά 70 μονάδες βάσης, λόγω της μεγαλύτερης αύξησης του επιτοκίου των καταθέσεων σε σύγκριση με το επιτόκιο των δανείων. Το αντίστοιχο περιθώριο στη ζώνη του ευρώ μειώθηκε το 2008 κατά 45 μονάδες βάσης. Το περιθώριο επιτοκίου στην Ελλάδα, παρά τη μεγαλύτερη μείωσή του σε σύγκριση με τη ζώνη του ευρώ, διατηρείται σε υψηλότερο επίπεδο από ό,τι σ’ αυτήν. Η διαφορά αυτή οφείλεται σε εγγενή χαρακτηριστικά του εγχώριου τραπεζικού συστήματος, αλλά και στη διαφορετική σύνθεση των καταθέσεων και των δανείων.

Κυρίες και Κύριοι,

Η δυσλειτουργία των αγορών έχει επιδράσει αρνητικά στους παράγοντες που προσδιορίζουν τη σταθερότητα και την ισχύ και του ελληνικού τραπεζικού συστήματος. Στο τέλος του 2008, οι δείκτες αποδοτικότητας και κεφαλαιακής επάρκειας των τραπεζών ήταν μειωμένοι σε σύγκριση με το 2007, παρέμειναν όμως σε επίπεδο υψηλότερο από εκείνο των τραπεζών στην ΕΕ ως σύνολο. Μικρή επιδείνωση παρατηρήθηκε επίσης στους δείκτες ρευστότητας και ποιότητας χαρτοφυλακίου, οι οποίοι όμως παραμένουν σε ικανοποιητικά επίπεδα, άνω των ελάχιστων απαιτουμένων. Αλλά και πέραν των στοιχείων αυτών, η εφαρμογή από τις τράπεζες πιο αυστηρών κριτηρίων στις πιστοδοτήσεις και οι συνεχείς έλεγχοι από την Τράπεζα της Ελλάδος έχουν συμβάλει ώστε τα θεμελιώδη μεγέθη του ελληνικού τραπεζικού συστήματος να παραμένουν κατά βάση υγιή και να εμπνέουν απόλυτη εμπιστοσύνη. Θα συνοψίσω εδώ τις ειδικότερες εξελίξεις κατά το 2008.

1.Τα μετά από φόρους κέρδη των τραπεζικών ομίλων υποχώρησαν σημαντικά (κατά 42,8%). Η μείωση των κερδών περιορίζεται σε 34,6%, αν δεν ληφθούν υπόψη τα μη επαναλαμβανόμενα κέρδη που είχαν καταγραφεί το 2007. Στην υποχώρηση των κερδών συνέβαλαν ο υπερδιπλασιασμός των προβλέψεων για τον πιστωτικό κίνδυνο, το αυξημένο κόστος άντλησης κεφαλαίων και τα μειωμένα κέρδη από χρηματοοικονομικές πράξεις και το επενδυτικό χαρτοφυλάκιο.

2.Ο δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας των ομίλων μειώθηκε σε 9,5% από 11,2% το 2007, ενώ ο δείκτης βασικών κεφαλαίων μειώθηκε, αντίστοιχα, σε 7,9% από 9,2%. Πάντως, η κεφαλαιακή επάρκεια παραμένει υψηλότερη από την ελάχιστη απαιτούμενη και αναμένεται ότι θα ενισχυθεί, κυρίως μέσω της έκδοσης προνομιούχων μετοχών, σε εφαρμογή του κυβερνητικού σχεδίου για την ενίσχυση της ρευστότητας της οικονομίας, αλλά και μέσω της ήδη προγραμματισμένης κεφαλαιακής ενίσχυσης των θυγατρικών των ξένων τραπεζών στην Ελλάδα από τις μητρικές τους.

3.Όσον αφορά την ποιότητα του εγχώριου χαρτοφυλακίου δανείων, ο λόγος των δανείων σε καθυστέρηση προς το σύνολο δανείων αυξήθηκε σε 5% στο τέλος του 2008 από 4,5% στο τέλος του 2007. Η εξέλιξη αυτή οφείλεται αποκλειστικά στα δάνεια προς τα νοικοκυριά, όπου σημειώθηκε αύξηση των καθυστερήσεων τόσο στα στεγαστικά όσο και στα καταναλωτικά δάνεια. Μικρή βελτίωση εμφάνισε ο αντίστοιχος λόγος των δανείων προς επιχειρήσεις. Αύξηση του λόγου των δανείων σε καθυστέρηση παρατηρήθηκε και στις χώρες της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, κυρίως στο δεύτερο εξάμηνο του 2008.

Η Τράπεζα της Ελλάδος, εν όψει των αυξημένων κινδύνων στην περίοδο που διανύουμε συνεχίζει να ζητεί από τις τράπεζες την εφαρμογή των κατάλληλων πολιτικών για τη διασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας. Στην κατεύθυνση αυτή, παροτρύνει τις τράπεζες να κάνουν χρήση των μέτρων του κυβερνητικού σχεδίου, προκειμένου να αποτραπεί η δημιουργία συνθηκών πιστωτικής στενότητας και να ενισχυθεί η κεφαλαιακή τους βάση. Επίσης, είχε εγκαίρως ζητήσει από τις τράπεζες να αυξήσουν τις προβλέψεις τους έναντι επισφαλών δανείων και να συγκρατήσουν τις παροχές προς τα υψηλόβαθμα στελέχη τους. Παράλληλα, έχει συστήσει στις τράπεζες που δραστηριοποιούνται στις χώρες της Νοτιοανατολικής Ευρώπης να αξιολογούν προσεκτικά τις κατά τόπους συνθήκες. Πρέπει ωστόσο να υπογραμμιστεί ότι καθώς η παγκόσμια κοινότητα έρχεται αρωγός προς τις χώρες αυτές, με τη συνεργασία και το συντονισμό από τους αρμόδιους διεθνείς φορείς (π.χ. Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης, κλπ), είναι βάσιμη η ελπίδα ότι οι χώρες αυτές θα ανακτήσουν μεσοπρόθεσμα την αναπτυξιακή δυναμική τους.

Κυρίες και Κύριοι,

Από τη συνολική εικόνα που περιέγραψα καθίσταται προφανής η επείγουσα ανάγκη εφαρμογής ενός ολοκληρωμένου και μακρόπνοου σχεδίου οικονομικής πολιτικής, το οποίο θα συμπεριλαμβάνει και μέτρα άμεσης εφαρμογής. Κεντρική επιδίωξη του σχεδίου οφείλει να είναι η θεραπεία των μακρο-ανισορροπιών και των χρόνιων διαρθρωτικών αδυναμιών, που συνεχώς τροφοδοτούν και διογκώνουν τα εσωτερικά και εξωτερικά μας ελλείμματα. Η συνολική εγχώρια αποταμίευση πρέπει να είναι επαρκής για τη χρηματοδότηση των επενδύσεων. Και πρέπει επίσης να προωθηθούν οι αναγκαίες θεσμικές και οργανωτικές μεταβολές, προκειμένου να βελτιωθούν ουσιωδώς η παραγωγικότητα και η ανταγωνιστικότητα.

Μεγάλο βάρος πέφτει βεβαίως στη δημοσιονομική πολιτική, η οποία καλείται να θεραπεύσει χρόνιες αγκυλώσεις και υστερήσεις. Η Ελλάδα δεν διαθέτει, δυστυχώς, περιθώρια για δημοσιονομική ώθηση, παρά το γεγονός ότι η οικονομία της βρίσκεται σε σοβαρή επιβράδυνση. Λόγω και των λανθασμένων επιλογών του παρελθόντος, η δημοσιονομική πειθαρχία είναι σήμερα απολύτως αναγκαία όχι μόνο για να τηρηθούν οι κανόνες του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης, αλλά, κυρίως, για να εμπνεύσουμε εμπιστοσύνη στις αγορές και να βελτιωθούν οι όροι εξωτερικού δανεισμού.

Υπό τις παρούσες δυσμενείς συνθήκες, μπορεί ωστόσο να στηριχθεί η οικονομική δραστηριότητα με την ανακατανομή των δημόσιων δαπανών και την ενίσχυση της αποτελεσματικότητάς τους προκειμένου, πρώτον, να στηριχθούν με στοχευμένες παρεμβάσεις οι ευάλωτες κοινωνικές ομάδες και, δεύτερον, να ενισχυθούν οι δημόσιες επενδύσεις, οι οποίες έχουν κατά κανόνα μεγαλύτερο αναπτυξιακό αποτέλεσμα. Η ενίσχυση των επενδύσεων είναι μάλιστα εφικτή χωρίς σημαντικές δημοσιονομικές επιπτώσεις, αν αξιοποιηθεί και η δυνατότητα προείσπραξης των κοινοτικών χρηματοδοτήσεων για έργα υποδομής.

Εάν οι δημόσιες δαπάνες γίνουν πιο αποτελεσματικές και εφαρμοστεί με συνέπεια και συνέχεια μια πολιτική που θα εξαλείφει προοδευτικά τα ελλείμματα και θα μειώνει το χρέος, τότε θα κερδηθεί η εμπιστοσύνη των αγορών. Η αποκατάσταση και παγίωση της εμπιστοσύνης έχει κεφαλαιώδη σημασία. Χάρις σε αυτήν, μία εκ πρώτης όψεως συσταλτική δημοσιονομική πολιτική θα έχει de facto επεκτατικό αποτέλεσμα. Είναι ανάγκη να κατανοηθεί η αλήθεια αυτή από όσους πιστεύουν ότι τα συνεχή δημοσιονομικά ελλείμματα μπορούν να είναι παράγοντας ανάπτυξης. Πουθενά και ποτέ δεν υπήρξε παράδειγμα χώρας, η οποία να πέτυχε διατηρήσιμη ανάπτυξη στη βάση χρόνιων δημοσιονομικών ελλειμμάτων. Αντίθετα, υπάρχουν πολλά παραδείγματα χωρών, στις οποίες τα ελλείμματα και τα χρέη υπονόμευσαν και τελικώς ανέτρεψαν την αναπτυξιακή διαδικασία. Επιπλέον, στις χώρες εκείνες που σήμερα εφαρμόζουν πολιτική ισχυρής δημοσιονομικής ώθησης – επειδή έχουν τα περιθώρια, που η Ελλάδα δεν διαθέτει – ο στόχος είναι καθαρά αντικυκλικός. Οι ίδιες χώρες ήδη μελετούν πώς θα μειώσουν τα ελλείμματα όταν θα αρχίσει η ανάκαμψη. Στις σημερινές συνθήκες της Ελλάδος, όμως, τυχόν περαιτέρω αύξηση του δημοσιονομικού ελλείμματος δεν θα είχε ούτε καν αντικυκλικό αποτέλεσμα.

Σημαντική θετική συμβολή στην ανάκαμψη της οικονομίας (και εν συνεχεία στην ανάπτυξη) θα έχει επίσης η ταχεία προώθηση μεταρρυθμίσεων που δεν έχουν δημοσιονομικό κόστος και συντελούν άμεσα στη βελτίωση της παραγωγικότητας. Τέτοιες είναι π.χ. οι μεταρρυθμίσεις που μειώνουν τη γραφειοκρατία, ενισχύουν και παγιώνουν τη διαφάνεια στις σχέσεις του κράτους με τους πολίτες, προάγουν την αποτελεσματικότητα του ρυθμιστικού πλαισίου των αγορών και ενδυναμώνουν τον ανταγωνισμό σε όλες τις αγορές.

Για την άμβλυνση των αρνητικών επιπτώσεων της κρίσης, την επίσπευση της ανάκαμψης και την παγίωση στο μέλλον υψηλών και σταθερών ρυθμών ανάπτυξης, απαιτείται η υιοθέτηση στρατηγικής που να βασίζεται στους ακόλουθους άξονες:

(1) Γρήγορη και γενναία διόρθωση του δημοσιονομικού ελλείμματος, ώστε να μηδενιστεί το 2012. Αυτό είναι εφικτό, εάν συλληφθεί μέρος της τεράστιας φοροδιαφυγής και, κυρίως, εάν επιτευχθεί ουσιαστική περιστολή της σπατάλης και βελτίωση της αποτελεσματικότητας των κρατικών δαπανών.

(2) Εφαρμογή πλέγματος μεταρρυθμίσεων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προκειμένου να τιθασευτεί το δημόσιο χρέος. Χρειάζονται σημαντικά πρωτογενή πλεονάσματα (της τάξης του 4,5-5% του ΑΕΠ), ώστε να επιτευχθεί ουσιαστική μείωση του λόγου του χρέους προς το ΑΕΠ στο επίπεδο αναφοράς της Συνθήκης του Μάαστριχτ (60%) μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα, π.χ. εντός 10 ετών. Αυτό είναι απαραίτητο και για να καλύπτονται στο μέλλον οι πρόσθετες δαπάνες, τις οποίες θα συνεπάγεται η προϊούσα γήρανση του πληθυσμού. Στην εξάλειψη των ελλειμμάτων μπορούν να συμβάλουν η καθιέρωση αριθμητικών ορίων για τις δαπάνες, η ενίσχυση της διαφάνειας και της ποιότητας των δημοσιονομικών στατιστικών, ο περιορισμός της φοροδιαφυγής και της συνακόλουθης εισφοροδιαφυγής. Τα μέτρα για την κοινωνική ασφάλιση που ελήφθησαν το 2008 και αφορούσαν κυρίως την ενοποίηση των πολυάριθμων ασφαλιστικών ταμείων, ήταν ένα ορθό βήμα στην κατεύθυνση της εκλογίκευσης του συστήματος. Βεβαίως, η γήρανση του πληθυσμού θα καταστήσει αναγκαία και άλλα τολμηρά βήματα με στόχο τη μεσοπρόθεσμη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών.

(3) Εκτεταμένες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις για την ενίσχυση της παραγωγικής βάσης μέσω των επενδύσεων, την αύξηση του ποσοστού απασχόλησης και τη διαρκή ποιοτική αναβάθμιση του ανθρώπινου δυναμικού και κυρίως την ενδυνάμωση του ανταγωνισμού σε όλες τις αγορές. Γενικά, οι μεταρρυθμίσεις οφείλουν σωρευτικά να συντελούν στη βελτίωση της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας. Πρέπει επίσης να συντελούν στον εκσυγχρονισμό του προτύπου παραγωγής και κατανάλωσης ενέργειας, δεδομένου ότι η ελληνική οικονομία είναι ενεργοβόρα και η πετρελαϊκή της εξάρτηση παραμένει μεγάλη. Η προώθηση των απαραίτητων αλλαγών, με το σωστό σχεδιασμό και τα κατάλληλα κίνητρα, μπορεί να οδηγήσει στην πραγματοποίηση αξιόλογων επενδύσεων και να συμβάλει ουσιαστικά στην ενίσχυση του ανταγωνισμού στον τομέα της ενέργειας, την ίδρυση νέων επιχειρήσεων, τη δημιουργία θέσεων εργασίας, τη μείωση της ενεργειακής εξάρτησης της χώρας και τον αντίστοιχο περιορισμό του εξωτερικού ελλείμματος. Η σημερινή συγκυρία δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι αποτελεί εμπόδιο για τέτοιες εξελίξεις. Αντιθέτως μάλιστα, οι επενδύσεις στην ενέργεια και οι αποκαλούμενες “πράσινες” επενδύσεις μπορούν να δώσουν ισχυρή ώθηση στην ανάκαμψη.

Η Έκθεση περιλαμβάνει συγκεκριμένες προτάσεις για πολλά από τα ζητήματα αυτά.

Κυρίες και Κύριοι,

Και στο παρελθόν η Ελλάδα βρέθηκε σε δύσκολες περιόδους. Με τολμηρές όμως παρεμβάσεις αλλά και τη στήριξη της κοινωνίας, η οποία απεδέχθη τις απαραίτητες προσαρμογές, η χώρα βρήκε το δρόμο της. Οι κρίσεις δεν αναδεικνύουν μόνο υποβόσκουσες αδυναμίες. Φέρνουν και ανακατατάξεις στην παραγωγική διαδικασία, μέσω των οποίων οι χώρες που προσαρμόζονται με επιτυχία βγαίνουν πολλαπλά ενισχυμένες και επανέρχονται σε βιώσιμη αναπτυξιακή τροχιά.

Πρέπει πρώτα απ’ όλα να απορρίψουμε το αδιέξοδο μοντέλο ανάπτυξης του παρελθόντος, αυτό της υπερκατανάλωσης, των αθρόων εισαγωγών, των αέναων ελλειμμάτων, εσωτερικών και εξωτερικών, και των χρεών. Να απορρίψουμε, επίσης, το μοντέλο της γιγάντωσης του δημόσιου τομέα, η υπερτροφία του οποίου και ο πολύ χαμηλός βαθμός αποτελεσματικότητας, προβάλλουν συνεχώς προσκόμματα στην παραγωγική διαδικασία. Να κινηθούμε προς κατευθύνσεις που θα στηρίξουν όχι μόνο την ταχύτερη έξοδο της οικονομίας από την κρίση, αλλά και τη δρομολόγησή της σε στέρεη τροχιά ανάπτυξης.

Ο σχεδιασμός οφείλει να θεμελιώνει τις ασφαλείς προϋποθέσεις, για μια ανάπτυξη δυναμική, μακρόπνοη, πιο εξωστρεφή, ισχυρή αλλά και βιώσιμη, με την έννοια ότι θα σέβεται και θα προστατεύει το περιβάλλον. Μια τέτοια πολιτική μπορεί να εξασφαλίσει πρόσθετους πόρους για την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής.

Ο στόχος είναι επιτεύξιμος. Οι προϋποθέσεις υπάρχουν. Το πνεύμα επιχειρηματικότητας και το ικανό ανθρώπινο δυναμικό της χώρας μπορούν και θα συμβάλουν στην κατεύθυνση αυτή. Αρκεί να κινηθούμε με γρήγορο βηματισμό, με σιγουριά και αποφασιστικότητα

​​ 
Αυτό το website χρησιμοποιεί cookies για την βελτιστοποίηση της εμπειρίας σας. Μάθετε περισσότερα
Αποδέχομαι