Εξηκοστό τρίτο τεύχος του Οικονομικού Δελτίου της Τράπεζας της Ελλάδος
16/07/2026 - Δελτία Τύπου
Κυκλοφόρησε το 63ο τεύχος (Ιούλιος 2026) του Οικονομικού Δελτίου της Τράπεζας της Ελλάδος.
Οι μελέτες που δημοσιεύονται στο Οικονομικό Δελτίο απηχούν, όπως πάντοτε, τις απόψεις των συγγραφέων και όχι κατ’ ανάγκην της Τράπεζας της Ελλάδος.
Στο 63ο τεύχος δημοσιεύονται οι εξής πέντε μελέτες:
Μαρία Φλεβοτόμου, Χρύσα Λεβέντη και Μάνος Ματσαγγάνης: «Κίνητρα και αντικίνητρα εργασίας των δικαιούχων κοινωνικών παροχών στην Ελλάδα»
Κατά την τελευταία δεκαπενταετία, μια σειρά μεταρρυθμίσεων ενίσχυσε το δίχτυ κοινωνικής προστασίας στην Ελλάδα μέσω της θέσπισης νέων παροχών που χορηγούνται με εισοδηματικά κριτήρια. Παράλληλα, κατά την περίοδο της πανδημίας και της ενεργειακής κρίσης εφαρμόστηκαν πρόσθετα μέτρα στήριξης του εισοδήματος των νοικοκυριών. Οι παρεμβάσεις αυτές συνέβαλαν ουσιαστικά στη μείωση του κινδύνου φτώχειας και την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής. Ωστόσο, όσο πιο γενναιόδωρο και στοχευμένο γίνεται ένα σύστημα παροχών, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος να περιοριστούν τα οικονομικά κίνητρα για ένταξη στην απασχόληση ή αύξηση των ωρών εργασίας. Το ζήτημα αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία η ανεργία στην Ελλάδα έχει υποχωρήσει σημαντικά, ενώ ταυτόχρονα πολλές επιχειρήσεις αναφέρουν δυσκολίες στην κάλυψη διαθέσιμων θέσεων εργασίας.
Η μελέτη εξετάζει κατά πόσον η ενίσχυση του συστήματος κοινωνικής προστασίας στην Ελλάδα έχει δημιουργήσει αντικίνητρα εργασίας για τους δικαιούχους κοινωνικών παροχών. Η βασική ιδέα είναι απλή: όταν ένα άτομο που λαμβάνει επιδόματα αποφασίζει να εργαστεί ή να αυξήσει τις ώρες εργασίας του, μέρος ή και το σύνολο των πρόσθετων αποδοχών του αντισταθμίζεται από την απώλεια κοινωνικών παροχών, την καταβολή φόρων και την πληρωμή ασφαλιστικών εισφορών. Στην περίπτωση αυτή, το καθαρό οικονομικό όφελος από την εργασία ενδέχεται να είναι περιορισμένο.
Τα ευρήματα της ανάλυσης υποδηλώνουν ότι σε ορισμένες περιπτώσεις τα αντικίνητρα για εργασία είναι ισχυρά. Ειδικότερα, όταν η είσοδος στην απασχόληση συνεπάγεται ταυτόχρονα απώλεια του επιδόματος ανεργίας και μείωση ή ολική διακοπή άλλων κοινωνικών παροχών, το μεγαλύτερο μέρος του πρόσθετου εισοδήματος που προκύπτει από την εργασία ουσιαστικά εξανεμίζεται. Αντίστοιχες στρεβλώσεις εμφανίζονται και για άτομα που ήδη εργάζονται και εξετάζουν το ενδεχόμενο να αυξήσουν τις ώρες εργασίας τους ή να αποδεχθούν μια καλύτερα αμειβόμενη θέση. Σε αρκετές περιπτώσεις, μια σχετικά μικρή αύξηση του εισοδήματος μπορεί να οδηγήσει σε δυσανάλογη απώλεια κοινωνικών παροχών. Ως αποτέλεσμα, το καθαρό όφελος από την επιπλέον προσπάθεια ή την επαγγελματική ανέλιξη μειώνεται σημαντικά.
Οι συγγραφείς επισημαίνουν ότι τα σημαντικότερα αντικίνητρα δεν προκύπτουν τόσο από το ύψος των παροχών όσο από τον σχεδιασμό τους. Ορισμένες παροχές χορηγούνται στο ακέραιο έως ένα συγκεκριμένο εισοδηματικό όριο, έπειτα από το οποίο διακόπτονται εντελώς. Η απότομη απώλεια μιας παροχής μπορεί να επιφέρει σημαντική μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος ενός νοικοκυριού, δημιουργώντας έντονα αντικίνητρα για αύξηση των ωρών εργασίας ή των αποδοχών. Αντίθετα, όταν οι παροχές μειώνονται σταδιακά καθώς αυξάνεται το εισόδημα, οι στρεβλώσεις αυτές είναι συνήθως ηπιότερες.
Τα αποτελέσματα της μελέτης δεν πρέπει να ερμηνευθούν ως επιχείρημα υπέρ της συρρίκνωσης της κοινωνικής προστασίας. Αντιθέτως, αναδεικνύουν τη σημασία του κατάλληλου σχεδιασμού των παροχών. Ενδεικτικά, η πιο σταδιακή απόσυρση παροχών καθώς αυξάνεται το εισόδημα, ο καλύτερος συντονισμός των επιμέρους προγραμμάτων και η διεύρυνση της πρόσβασης σε επιλεγμένες υπηρεσίες κοινωνικού χαρακτήρα, όπως η βρεφονηπιακή φροντίδα, ανεξάρτητα από το επίπεδο εισοδήματος, θα μπορούσαν να περιορίσουν τα αντικίνητρα εργασίας. Συνολικά, η πρόκληση για τη δημόσια πολιτική είναι να διατηρηθούν τα σημαντικά κοινωνικά οφέλη που επιτεύχθηκαν κατά τα τελευταία έτη, περιορίζοντας παράλληλα τις στρεβλώσεις που αποθαρρύνουν την εργασία και την παραγωγική αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού.
Χιόνα Μπαλφούσια και Αναστάσιος Ρίζος: «Διαρθρωτικές και κυκλικές συνιστώσες του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών: Η περίπτωση της Ελλάδος»
Η μελέτη διερευνά κατά πόσον οι μεταβολές στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της Ελλάδος οφείλονται σε παροδικούς κυκλικούς παράγοντες ή σε μόνιμους διαρθρωτικούς προσδιοριστικούς παράγοντες. Με τη χρήση οικονομετρικών υποδειγμάτων τύπου panel για τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης διαχωρίζονται οι μακροχρόνιοι (διαρθρωτικοί) και οι βραχυχρόνιοι (κυκλικοί) προσδιοριστικοί παράγοντες του ισοζυγίου και τα αποτελέσματα εφαρμόζονται στην ελληνική οικονομία.
Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι η διεύρυνση του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών το 2024 οφείλεται κυρίως σε κυκλικούς παράγοντες, όπως η επιβράδυνση της εξωτερικής ζήτησης και η αύξηση των εισαγωγών. Αντιθέτως, η συμβολή των διαρθρωτικών παραγόντων παραμένει θετική, γεγονός που αντανακλά τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας, του επενδυτικού περιβάλλοντος και των θεμελιωδών μεγεθών της ελληνικής οικονομίας. Σημαντικές για την εξέλιξη αυτή ήταν οι επενδύσεις σε κρίσιμους τομείς, οι οποίες χρηματοδοτήθηκαν από τον Μηχανισμό Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας και είχαν θετική επίδραση τόσο στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών όσο και στις μεσοπρόθεσμες προοπτικές ανάπτυξης της οικονομίας.
Η ανάλυση υπογραμμίζει τη σημασία της συνέχισης των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, της ενίσχυσης της παραγωγικότητας και της ενδυνάμωσης της εξαγωγικής ικανότητας της οικονομίας, ώστε να βελτιωθεί το εξωτερικό ισοζύγιο μεσοπρόθεσμα και να μειωθεί η ευαισθησία του σε κυκλικές διακυμάνσεις.
Ευαγγελία Βαλαβανιώτη, Νικόλαος Βέττας, Γεώργιος Γατόπουλος, Αλέξανδρος Λουκά και Αρσένιος-Γεώργιος Πρελορέντζος: «Ο ρόλος της οικονομικής αβεβαιότητας στο κενό επενδύσεων και απασχόλησης της ελληνικής οικονομίας»
Η μελέτη εξετάζει τον ρόλο της οικονομικής αβεβαιότητας στις επενδυτικές και εργασιακές αποφάσεις των επιχειρήσεων στην Ελλάδα. Με βάση νέους δείκτες αβεβαιότητας που κατασκευάζονται από μικροδεδομένα των Ερευνών Οικονομικής Συγκυρίας του ΙΟΒΕ, εφαρμόζονται μακροοικονομετρικές και μικροοικονομετρικές προσεγγίσεις για την ανάλυση των επιδράσεων.
Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι η αύξηση της αβεβαιότητας επηρεάζει αρνητικά τις επενδύσεις και την απασχόληση, με επιδράσεις που διαρκούν πέραν του έτους. Ενδεικτικά, όσον αφορά το σύνολο της οικονομίας, εκτιμάται ότι έως το 40% της μείωσης της απασχόλησης την περίοδο 2010-2013, καθώς και το ένα τρίτο του καταγεγραμμένου επενδυτικού κενού έναντι της ΕΕ την περίοδο 2009-2015, μπορούν να αποδοθούν στην αβεβαιότητα.
Η ένταση των επιδράσεων της αβεβαιότητας στις επιχειρηματικές αποφάσεις διαφοροποιείται ανά κλάδο, τομέα δραστηριότητας, μέγεθος επιχείρησης και ανάλογα με τις μελλοντικές προσδοκίες των επιχειρήσεων. Συγκεκριμένα, αναφορικά με τις επενδύσεις, μόνο οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις φαίνεται να επηρεάζονται σημαντικά από την όξυνση της αβεβαιότητας. Αυτό αποτελεί ένδειξη ότι η αβεβαιότητα αποτελεί εμπόδιο στη μεγέθυνση και επέκταση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και στον υγιή ανταγωνισμό. Αναφορικά με την απασχόληση, φαίνεται ότι οι μεσαίες και μικρές επιχειρήσεις επηρεάζονται πιο έντονα από ό,τι οι μεγάλες, οι οποίες ενδεχομένως διατηρούν προσωρινώς υπεράριθμο προσωπικό (labour hoarding), λόγω υψηλότερης ανθεκτικότητας μετά από διαταραχές του οικονομικού κύκλου. Σε τομεακό επίπεδο, οι επενδύσεις στη βιομηχανία φαίνεται να πλήττονται περισσότερο από την όξυνση της αβεβαιότητας, ενώ η απασχόληση μειώνεται σημαντικά σε επιχειρήσεις του δείγματος που δραστηριοποιούνται στη βιομηχανία και το εμπόριο. Τέλος, παρατηρείται ασύμμετρη επίδραση της αβεβαιότητας στην απασχόληση, καθώς η ένταση της αρνητικής επίδρασης είναι μεγαλύτερη όταν οι προσδοκίες είναι απαισιόδοξες και μικρότερη όταν είναι αισιόδοξες.
Τα ευρήματα αναδεικνύουν τη σημασία της ποσοτικής μέτρησης της αβεβαιότητας στην οικονομία. Η συστηματική παρακολούθηση εναλλακτικών δεικτών αβεβαιότητας επιτρέπει την έγκαιρη αναγνώριση των προκλήσεων που εγείρονται για τις επιχειρήσεις αναφορικά με τα σχέδιά τους για τις επενδύσεις και την απασχόληση. Παράλληλα, προσφέρει πολύτιμη τεκμηρίωση για τον σχεδιασμό και την υλοποίηση μέτρων πολιτικής με στόχο την άμβλυνση των αρνητικών επιπτώσεων της αβεβαιότητας και την ενίσχυση της ανθεκτικότητας των επιχειρήσεων και της οικονομίας.
Ευάγγελος Χαραλαμπάκης: «Οι αντιλήψεις και οι προσδοκίες των καταναλωτών για τον πληθωρισμό στην Ελλάδα και στη ζώνη του ευρώ: Ευρήματα από την Έρευνα Προσδοκιών των Καταναλωτών»
Η μελέτη διερευνά τη διαμόρφωση των αντιλήψεων και προσδοκιών των καταναλωτών για τον πληθωρισμό στην Ελλάδα και στη ζώνη του ευρώ, με βάση στοιχεία της Έρευνας Προσδοκιών των Καταναλωτών (Consumer Expectations Survey) της ΕΚΤ. Πρόκειται για μια μηνιαία διαδικτυακή έρευνα, στην οποία συμμετέχουν περίπου 19.000 ενήλικοι καταναλωτές από 11 χώρες της ζώνης του ευρώ, ανάμεσα στις οποίες και η Ελλάδα. Οι πληροφορίες που συλλέγονται περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, μηνιαία δεδομένα σχετικά με τις αντιλήψεις των καταναλωτών για τον πληθωρισμό σήμερα σε σχέση με τους προηγούμενους δώδεκα μήνες, καθώς και τις προσδοκίες τους για τον πληθωρισμό τους επόμενους δώδεκα μήνες και σε ορίζοντα τριών και πέντε ετών.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι οι αντιλήψεις και οι προσδοκίες για τον πληθωρισμό είναι συστηματικά υψηλότερες στην Ελλάδα σε σχέση με τη ζώνη του ευρώ. Το εύρημα αυτό, ωστόσο, δεν περιορίζεται στην Ελλάδα, αλλά παρατηρείται και σε άλλες χώρες της ευρωζώνης, όπως για παράδειγμα στην Πορτογαλία. Οι πληθωριστικές προσδοκίες συνδέονται αρνητικά με τις προσδοκίες για την οικονομική ανάπτυξη και θετικά με τις προσδοκίες για την ανεργία, γεγονός που υποδηλώνει τη σημασία παραγόντων από την πλευρά της προσφοράς στη διαμόρφωσή τους. Επιπλέον, τα αποτελέσματα από το εμπειρικό υπόδειγμα δείχνουν ότι οι αντιλήψεις για τον πληθωρισμό σήμερα επηρεάζουν θετικά τις προσδοκίες, με την επίδραση να εξασθενεί όσο αυξάνεται ο χρονικός ορίζοντας των προσδοκιών.
Περαιτέρω ανάλυση φανερώνει σημαντική ετερογένεια στις προσδοκίες των καταναλωτών για τον πληθωρισμό, ανάλογα με τα κοινωνικοοικονομικά χαρακτηριστικά τους και τον χρονικό ορίζοντα των προσδοκιών. Καταναλωτές με χαμηλότερο επίπεδο χρηματοοικονομικού αλφαβητισμού και εκπαίδευσης έχουν υψηλότερες μεσοπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες προσδοκίες για τον πληθωρισμό. Τέλος, η περιορισμένη ρευστότητα, η δυσχερής χρηματοοικονομική κατάσταση και η δυσκολία πρόσβασης σε τραπεζική χρηματοδότηση επιδρούν αυξητικά στις πληθωριστικές προσδοκίες των καταναλωτών στην Ελλάδα, περισσότερο από ό,τι στη ζώνη του ευρώ.
Συνοψίζοντας, η μελέτη διερευνά πώς οι καταναλωτές στην Ελλάδα και στη ζώνη του ευρώ διαμορφώνουν τις προσδοκίες τους για τον πληθωρισμό. Η κατανόηση του μηχανισμού διαμόρφωσης των προσδοκιών των καταναλωτών για τον πληθωρισμό μπορεί να συμβάλει σημαντικά στον σχεδιασμό αποτελεσματικής νομισματικής πολιτικής και στη βελτίωση της επικοινωνίας των κεντρικών τραπεζών.
Μαριάνθη Αναστασάτου: «Οι Πολιτιστικές και Δημιουργικές Βιομηχανίες στην Ελλάδα»
Η μελέτη εξετάζει τη συμβολή των Πολιτιστικών και Δημιουργικών Βιομηχανιών στην ελληνική οικονομία. Παρόλο που ο ρόλος τους είναι κυρίως πολιτιστικός και κοινωνικός, οι κλάδοι αυτοί συνεισφέρουν στην οικονομία μέσω της δημιουργίας εισοδήματος, απασχόλησης, εξαγωγών και καινοτομίας.
Οι Πολιτιστικές και Δημιουργικές Βιομηχανίες συνήθως αντιπροσωπεύουν σχετικά μικρό μερίδιο της οικονομικής δραστηριότητας και της απασχόλησης. Στην Ελλάδα ο τομέας συνεισφέρει περίπου το 1,7% της προστιθέμενης αξίας και το 3% της απασχόλησης στην επιχειρηματική οικονομία, έναντι 1,9% και 3,8% στην ΕΕ αντίστοιχα. Ο κλάδος χαρακτηρίζεται από εργατικό δυναμικό υψηλού μορφωτικού επιπέδου, αλλά και από μικρότερες και λιγότερο παραγωγικές επιχειρήσεις σε σχέση με την ΕΕ. Οι εξαγωγές παραμένουν σχετικά περιορισμένες. Ωστόσο, καταγράφονται ενδείξεις αυξανόμενης διεθνοποίησης και ενίσχυσης των εξαγωγών σε επιμέρους τομείς, όπως η οπτικοακουστική παραγωγή και τα βιντεοπαιχνίδια.
Μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις που αντιμετωπίζει ο τομέας είναι η πρόσβαση στη χρηματοδότηση. Πολλές δημιουργικές επιχειρήσεις βασίζονται σε ιδέες και πνευματική ιδιοκτησία, αντί για φυσικά περιουσιακά στοιχεία, γεγονός που δυσχεραίνει την εξασφάλιση τραπεζικών δανείων. Επιπλέον, η ζήτηση για δημιουργικά προϊόντα μπορεί να είναι απρόβλεπτη, με αποτέλεσμα να αυξάνεται ο επενδυτικός κίνδυνος. Η δημόσια χρηματοδότηση παίζει σημαντικό ρόλο, καθώς οι πολιτιστικές δραστηριότητες δημιουργούν οφέλη για την κοινωνία που δεν αντικατοπτρίζονται πλήρως σε οικονομικούς όρους. Στην Ελλάδα, οι δημόσιες δαπάνες για τον πολιτισμό έχουν αυξηθεί τα τελευταία χρόνια, αν και εξακολουθούν να υστερούν σε σχέση με τον μέσο όρο της ΕΕ. Τα ευρωπαϊκά προγράμματα επίσης παρέχουν σημαντικές ευκαιρίες χρηματοδότησης. Ωστόσο, οι ιδιωτικές επενδύσεις, τα νέα εργαλεία χρηματοδότησης και οι συνεργασίες, ιδίως οι διεθνείς συμπαραγωγές, είναι επίσης απαραίτητες.
Όσον αφορά τις προοπτικές του κλάδου, οι ψηφιακές τεχνολογίες και η τεχνητή νοημοσύνη έχουν πυροδοτήσει μια διαδικασία μετασχηματισμού, δημιουργώντας τόσο ευκαιρίες όσο και προκλήσεις. Επιτρέπουν στους δημιουργούς να προσεγγίσουν μεγαλύτερο κοινό και να αναπτύξουν νέα επιχειρηματικά μοντέλα, αλλά απαιτούν επίσης νέες δεξιότητες. Για την ενίσχυση των Πολιτιστικών και Δημιουργικών Βιομηχανιών απαιτούνται συντονισμένες παρεμβάσεις σε διάφορους τομείς, όπως η πρόσβαση στη χρηματοδότηση και η εκπαιδευτική πολιτική για την ενίσχυση των δημιουργικών, ψηφιακών αλλά και επιχειρηματικών δεξιοτήτων. Με αυτό τον τρόπο θα μπορέσουν να αναπτυχθούν και να συμβάλουν περισσότερο στην ελληνική οικονομία.
Περισσότερες πληροφορίες:
Στο 63ο τεύχος περιλαμβάνεται εκτενής μη τεχνική σύνοψη των μελετών στην ελληνική γλώσσα. Περιλαμβάνονται επίσης περιλήψεις των «Δοκιμίων Εργασίας», τα οποία δημοσίευσε (στην αγγλική γλώσσα) το Τμήμα Ειδικών Μελετών της Διεύθυνσης Οικονομικής Ανάλυσης και Μελετών της Τράπεζας στο διάστημα Ιανουαρίου - Ιουνίου 2026.
Σχετικός σύνδεσμος:
Το τεύχος του Οικονομικού Δελτίου είναι διαθέσιμο στην αγγλική γλώσσα και σε ηλεκτρονική μορφή στον παρακάτω σύνδεσμο: Εξηκοστό τρίτο τεύχος του Οικονομικού Δελτίου της Τράπεζας της Ελλάδος.