EN

Ομιλίες

Ομιλία του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος κ. Νικολάου Χ. Γκαργκάνα στην εκδήλωση για την επέτειο των 75 χρόνων από την έναρξη λειτουργίας της Τράπεζας

03/11/2003 - Ομιλίες

Ομιλία του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος κ. Νικολάου Χ. Γκαργκάνα στην εκδήλωση για την επέτειο των 75 χρόνων από την έναρξη λειτουργίας της Τράπεζας

Αθήνα, 3 Νοεμβρίου 2003

   

Εξοχότατε Κύριε Πρόεδρε της Δημοκρατίας,

Κύριε Πρωθυπουργέ,

Μακαριότατε,

Κυρίες και κύριοι,

 

Σας ευχαριστώ θερμά που τιμάτε με την παρουσία σας τη σημερινή εκδήλωση. Τη σημερινή εκδήλωση τιμά επίσης με τη συμμετοχή του ο κ. Jean-Claude Trichet, ο οποίος από 1ης Νοεμβρίου είναι Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Πρόκειται μάλιστα για την πρώτη επίσημη εμφάνισή του με τη νέα του ιδιότητα. Θα ήθελα λοιπόν να τον καλωσορίσω. Jean-Claude σε ευχαριστώ θερμά για την ανταπόκρισή σου στην πρόσκλησή μας και να σου εύχομαι κάθε επιτυχία στα νέα σου καθήκοντα.

Θα ήθελα επίσης να καλωσορίσω και να ευχαριστήσω ιδιαίτερα τους συναδέλφους μου από τις εθνικές κεντρικές τράπεζες που μετέχουν στο Ευρωπαϊκό Σύστημα Κεντρικών Τραπεζών καθώς και από άλλες κεντρικές τράπεζες που μας τιμούν με την παρουσία τους στη σημερινή εκδήλωση.

Γιορτάζουμε εφέτος μια σημαντική επέτειο, τα 75 χρόνια  της Τράπεζας της Ελλάδος. Στην περίοδο αυτή, έχουν αλλάξει ριζικά οι αντιλήψεις για το θεσμικό ρόλο αλλά και για το τι μπορεί και τι πρέπει να κάνει μία κεντρική τράπεζα. Ένα στοιχείο όμως παραμένει σταθερό:  η κεντρική τράπεζα πρέπει να ασκεί τις αρμοδιότητές της προς όφελος της εθνικής οικονομίας.

Για ποιο λόγο είναι σημαντικός ο ρόλος μιας κεντρικής τράπεζας; Γιατί η πολιτεία της έχει εμπιστευθεί τη διαφύλαξη της  αξίας του νομίσματος και τη διασφάλιση της ευρωστίας  και της σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Η διαφύλαξη της αξίας του νομίσματος δεν είναι εύκολο έργο. Από το βαθμό στον οποίο  η κεντρική τράπεζα θα μπορέσει να ανταποκριθεί σε αυτή την πρόκληση εξαρτάται η αποτελεσματική λειτουργία της οικονομίας και, σε σημαντική έκταση η συνοχή της κοινωνίας. Όπως είπε ο  John Maynard Keynes, «ο πιο σίγουρος τρόπος για να ανατρέψει κανείς την υπάρχουσα βάση μιας κοινωνίας είναι να υπονομεύσει το νόμισμά της».

Θα ήταν ευχής έργο αν η ιστορία των κεντρικών τραπεζών είχε να παρουσιάσει μόνο σταθερή πρόοδο και ομαλή ανάπτυξη του θεσμού από τη γένεσή του μέχρι σήμερα. Η πραγματικότητα όμως είναι διαφορετική,  γιατί τα τελευταία 75 χρόνια η παγκόσμια και η ελληνική οικονομική ιστορία σημαδεύθηκαν από αξιοσημείωτα επιτεύγματα, αλλά και από μελανά σημεία. Η ιστορία της Τράπεζας της Ελλάδος είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του ρόλου που διαδραματίζει η κεντρική τράπεζα  στις καλές και στις κακές στιγμές μιας οικονομίας.  Στη διάρκεια αυτής της ταραγμένης πολλές φορές περιόδου, η Τράπεζα της Ελλάδος επέδειξε ικανότητα προσαρμογής στις μεταβαλλόμενες συνθήκες και συχνά  πρωτοστάτησε στην αντιμετώπιση βασικών προβλημάτων της ελληνικής οικονομίας. Επιτρέψτε μου μια σύντομη ιστορική αναδρομή.

Το Μάρτιο του 1927, μετά από μια περίοδο νομισματικής αστάθειας, η ελληνική κυβέρνηση ζήτησε τη βοήθεια της Κοινωνίας των Εθνών, προκειμένου να εξυγιάνει την οικονομία, να αποκαταστήσει τη νομισματική σταθερότητα  και να βελτιώσει τη λειτουργία του ελληνικού τραπεζικού συστήματος.  Ακολούθησαν διαπραγματεύσεις με την Κοινωνία των Εθνών για την εκπόνηση ενός προγράμματος οικονομικής ανασυγκρότησης. Το Πρωτόκολλο της Γενεύης, που υπογράφηκε το Σεπτέμβριο του 1927, προέβλεπε την ίδρυση μιας νέας,  αμιγώς εκδοτικής τράπεζας. Η αποκλειστική αρμοδιότητα για την έκδοση τραπεζογραμματίων, το λεγόμενο «εκδοτικό προνόμιο», μέχρι τότε ανήκε στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία  παραιτήθηκε από το προνόμιο αυτό υπέρ της νέας τράπεζας. Η νέα αυτή τράπεζα, η Τράπεζα της Ελλάδος, ξεκίνησε τις εργασίες της το Μάιο του 1928. Οι κύριες αρμοδιότητές της, σύμφωνα με το Καταστατικό της, ήταν να ρυθμίζει τη νομισματική κυκλοφορία και να διασφαλίζει την εσωτερική και εξωτερική αξία  του νομίσματος. Για το σκοπό αυτό οι καταστατικές διατάξεις της παρείχαν αποθεματικά μέσα και έθεταν αυστηρό όριο στη χρηματοδότηση των ελλειμμάτων του προϋπολογισμού από την Τράπεζα της Ελλάδος.

Όταν άρχισε να λειτουργεί η Τράπεζα της Ελλάδος, οι καιροί ήταν ιδιαίτερα δύσκολοι. Κατά την πρώτη περίοδο λειτουργίας της Τράπεζας της Ελλάδος, το διεθνές νομισματικό σύστημα λειτουργούσε κυρίως βάσει του κανόνα χρυσού-συναλλάγματος. Ο κανόνας αυτός απέβλεπε στην εξασφάλιση της σταθερότητας της ισοτιμίας των νομισμάτων  μέσω της σύνδεσης της ποσότητας της κυκλοφορίας χρήματος με το σε χρυσό απόθεμα της κεντρικής τράπεζας, αφήνοντας έτσι μικρά περιθώρια στις επιμέρους χώρες για τη χάραξη ανεξάρτητης νομισματικής πολιτικής. Για τον κανόνα χρυσού ειπώθηκε μάλιστα χαρακτηριστικά ότι «καθήλωνε μια οικονομία σε χρυσό σταυρό».

Σήμερα, πολλοί ιστορικοί καταμαρτυρούν στον κανόνα χρυσού ότι ήταν ένας από τους παράγοντες που συνέβαλαν στη Μεγάλη Ύφεση του 1929. Είναι χαρακτηριστικό ότι, μετά την κατάρρευση των  διεθνών χρηματιστηρίων το 1929 και την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση που επακολούθησε το Σεπτέμβριο του 1931, πολλές χώρες εγκατέλειψαν τον κανόνα χρυσού.

 

Το διεθνές περιβάλλον που διαμορφώθηκε δεν ήταν καθόλου ευνοϊκό για μια κεντρική τράπεζα που έκανε τα πρώτα της βήματα. Οι ελληνικές αρχές, ανησυχώντας για τυχόν αποσταθεροποιητικές επιπτώσεις από την εγκατάλειψη του κανόνα χρυσού και με νωπή την εμπειρία από τη νομισματική αστάθεια, επιχείρησαν να διατηρήσουν τη σύνδεση της δραχμής με τον χρυσό. Μετά όμως τις πιέσεις που δέχθηκε η δραχμή, τον Απρίλιο του 1932 η Ελλάδα αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τον κανόνα χρυσού.

Μετά την εγκατάλειψη του κανόνα χρυσού, διευρύνθηκαν τα περιθώρια χειρισμών της Τράπεζας κατά την άσκηση της νομισματικής πολιτικής. Το νέο νομισματικό καθεστώς τής επέτρεπε  να παίξει πιο ενεργό ρόλο στη διαμόρφωση των οικονομικών εξελίξεων της χώρας. Παρότι η Τράπεζα δεν δεσμευόταν πλέον από την πειθαρχία που επέβαλλε ο κανόνας χρυσού, η νομισματική και πιστωτική της πολιτική, όπως και των περισσότερων άλλων κεντρικών τραπεζών την εποχή εκείνη, παρέμεινε προσανατολισμένη στη διαφύλαξη της σταθερότητας των τιμών και τη διασφάλιση της ισορροπίας  στο ισοζύγιο πληρωμών, όπως άλλωστε προέβλεπαν οι καταστατικές της διατάξεις. Επίσης, η Τράπεζα επιδίωξε να αντιμετωπίσει την ανεπάρκεια των  αγορών χρήματος και κεφαλαίων, εισάγοντας μέτρα για την προσέλκυση αποταμιεύσεων  στο τραπεζικό σύστημα και  την αποτελεσματικότερη κατανομή των πιστώσεων.

Τον Απρίλιο του 1941, οι Δυνάμεις του Άξονα κατέλαβαν την Ελλάδα. Η έδρα της ελληνικής κυβέρνησης, αλλά και της Διοίκησης της Τράπεζας της Ελλάδος, μεταφέρθηκε στο Λονδίνο, ενώ ο χρυσός της Τράπεζας φυγαδεύθηκε στη Νότιο Αφρική. Στην κατεχόμενη Ελλάδα, η οικονομική κατάσταση ήταν δεινή και εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες πέθαναν από την πείνα. Οι κατακτητές ουσιαστικά εξανάγκασαν τη χώρα να καλύπτει τα έξοδα για τη συντήρηση των στρατευμάτων κατοχής και τα βάρη των δαπανών του πολέμου  στη Νοτιοανατολική Ευρώπη.  Η διορισμένη κατοχική κυβέρνηση  υποχρέωσε την Τράπεζα της Ελλάδος να καταφύγει στην έκδοση πληθωριστικού χρήματος, με αποτέλεσμα η χώρα να πληγεί από υπερπληθωρισμό. Στο διάστημα από τον Απρίλιο του 1941 μέχρι τον Οκτώβριο του 1944, το κόστος ζωής πολλαπλασιάστηκε 2,3 δισεκατομμύρια φορές. Υπό αυτές τις αντίξοες συνθήκες, η οικονομία της χώρας κατέρρευσε. Για να αντιληφθεί κάποιος πόσο υψηλός ήταν ο πληθωρισμός την περίοδο της κατοχής, αρκεί να αναφέρω ότι η «νέα δραχμή» που εισήχθη το Νοέμβριο του 1944, αμέσως μετά την απελευθέρωση της χώρας,  ισοδυναμούσε με 50 δισεκατομμύρια παλιές κατοχικές δραχμές!

Το Μάρτιο του 1946, βάσει ενός προγράμματος σταθεροποίησης που περιλαμβανόταν στις Συμφωνίες του Λονδίνου, ιδρύθηκε  η Νομισματική Επιτροπή, ένα νέο όργανο που επί αρκετές δεκαετίες έμελλε να έχει την αρμοδιότητα για την άσκηση της νομισματικής,  της  πιστωτικής και της συναλλαγματικής πολιτικής.  Η Επιτροπή  απαρτιζόταν από πέντε μέλη, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονταν ο Υπουργός Συντονισμού, ο Υπουργός Οικονομικών και ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος. Η Επιτροπή ήταν αρμόδια να αποφασίζει σχετικά με την έκδοση χρήματος και την κατανομή των πιστώσεων μεταξύ των επιμέρους τομέων της οικονομικής δραστηριότητας, καθώς και τους όρους δανεισμού.

Μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και τον Εμφύλιο, η ελληνική οικονομία ήταν σωρός ερειπίων. Οι πολίτες, επί πολύ καιρό μετά την τραυματική εμπειρία του υπερπληθωρισμού, ήταν απρόθυμοι να εμπιστευθούν τις αποταμιεύσεις τους στις τράπεζες. Για να εισρεύσουν εκ νέου καταθέσεις στο τραπεζικό σύστημα,  έπρεπε κατά πρώτον να αποκατασταθεί η σταθερότητα των τιμών. Παράλληλα όμως έπρεπε να στηριχθεί  η οικονομική  ανασυγκρότηση και να τεθούν βάσεις για οικονομική ανάπτυξη. Στην προσπάθειά της αυτή η Τράπεζα συναντούσε δυσκολίες, επειδή ορισμένοι παράγοντες, όπως οι υψηλές δαπάνες για την άμυνα, την κοινωνική πολιτική και την ενίσχυση του γεωργικού τομέα, προκαλούσαν έντονη άνοδο της προσφοράς χρήματος. Το έργο γινόταν ακόμη πιο δύσκολο καθώς οι χρηματοπιστωτικές αγορές της χώρας ήταν υποτυπώδεις έως ανύπαρκτες. Ωστόσο, η Τράπεζα της Ελλάδος κατόρθωσε να ασκήσει με επιτυχία περιοριστική νομισματική πολιτική, η οποία, σε συνδυασμό με τη μείωση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων, οδήγησε σε δραστική μείωση του πληθωρισμού από επίπεδο άνω του 40% το 1948 σε 5% το 1952. Δημιουργήθηκαν έτσι κατάλληλες συνθήκες για συναλλαγματική μεταρρύθμιση.

Τον Απρίλιο του 1953 η δραχμή υποτιμήθηκε κατά 50% έναντι του δολαρίου ΗΠΑ και η Ελλάδα προσχώρησε στο διεθνές σύστημα του Bretton Woods, που προέβλεπε σταθερές συναλλαγματικές ισοτιμίες. Το επόμενο έτος εισήχθη μια «νέα δραχμή», ισοδύναμη με 1000 παλαιές δραχμές. Σε συνδυασμό με τη σταθερότητα της συναλλαγματικής ισοτιμίας στο πλαίσιο του συστήματος του Bretton Woods και την πιο αυστηρή δημοσιονομική πολιτική που ασκήθηκε,  η  «νέα δραχμή» συνέβαλε στη μείωση των πληθωριστικών προσδοκιών.

Τη δεκαπενταετία που ακολούθησε, ο ρυθμός ανόδου του πραγματικού ΑΕΠ ήταν κατά μέσο όρο 7%, από τους υψηλότερους στον κόσμο. Παράλληλα, ο μέσος πληθωρισμός στην Ελλάδα ήταν κάτω από 2,5%, επιβεβαιώνοντας ότι η υψηλή οικονομική ανάπτυξη σε μακροχρόνια βάση προϋποθέτει  σταθερότητα των τιμών. Η Τράπεζα της Ελλάδος συνέβαλε όχι μόνο στην αποκατάσταση και τη διατήρηση της νομισματικής σταθερότητας, αλλά και στη διοχέτευση ιδιωτικών αποταμιευτικών πόρων στο τραπεζικό σύστημα, χάρη στην πολιτική επιτοκίων που ακολούθησε.

 Το σύστημα του Bretton Woods των σταθερών ισοτιμιών έναντι του δολαρίου αποδείχθηκε ότι δεν ήταν μακροχρόνια βιώσιμο. Οι πιέσεις για τη χρηματοδότηση των δαπανών του πολέμου του Βιετνάμ οδήγησαν σε επεκτατική νομισματική πολιτική στις ΗΠΑ, διαχέοντας πληθωριστικές πιέσεις στον υπόλοιπο κόσμο. Η εξέλιξη αυτή, σε συνδυασμό  με τις εγγενείς αδυναμίες του συστήματος  Bretton Woods σήμανε την αρχή του τέλους του και την οριστική εγκατάλειψή του το Μάρτιο του 1973. Για μια ακόμη φορά, αποδείχθηκε  ότι η νομισματική πολιτική πρέπει να μένει ανεπηρέαστη από πολιτικές σκοπιμότητες. Η σύνδεση της δραχμής με το δολάριο συνεχίστηκε μέχρι την άνοιξη του 1975.

Η εικοσαετία 1970-1989 ήταν ιδιαίτερα δύσκολη για τους υπεύθυνους χάραξης της οικονομικής πολιτικής σε όλο τον κόσμο, οι οποίοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με δύο πετρελαϊκές κρίσεις το 1973-74 και το 1978-79, μια διεθνή κρίση χρέους στη Λατινική Αμερική στις αρχές της δεκαετίας του 1980 και μια παγκόσμια χρηματιστηριακή κρίση το 1987. Ειδικότερα στη δεκαετία του ΄70,  κυριαρχούσαν  οι κεϋνσιανές ιδέες, οι οποίες έδιναν μικρότερη έμφαση στη σχέση ανάμεσα στη νομισματική πολιτική και τον πληθωρισμό. Στην Ελλάδα, από τα μέσα της δεκαετίας του ΄70 έως το τέλος της δεκαετίας του ΄80, η  νομισματική πολιτική ασκήθηκε κάτω από δύσκολες συνθήκες, καθώς συχνά το μείγμα οικονομικής πολιτικής δεν ήταν το ενδεδειγμένο. Πρόσθετες δυσκολίες δημιουργούσε το γεγονός ότι το χρηματοπιστωτικό σύστημα συνέχιζε να λειτουργεί υπό καθεστώς ενός  πολύπλοκου πλαισίου διοικητικών κανόνων και ρυθμίσεων που, εκτός του ότι είχε αποδειχθεί αναποτελεσματικό, δημιουργούσε σοβαρές στρεβλώσεις στη λειτουργία του πιστωτικού συστήματος και περιόριζε τις δυνατότητες άσκησης αποτελεσματικής νομισματικής πολιτικής.  Με την κατάργηση της Νομισματικής Επιτροπής το 1982 και τη μεταβίβαση στην κεντρική τράπεζα των αρμοδιοτήτων της στην άσκηση της νομισματικής, πιστωτικής και συναλλαγματικής  πολιτικής και στην εποπτεία του χρηματοπιστωτικού  συστήματος, εγκαινιάζεται μια νέα περίοδος για την Τράπεζα της Ελλάδος.

Με διευρυμένες πλέον αρμοδιότητες, η Τράπεζα της Ελλάδος, από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 έως και τα μέσα της επόμενης δεκαετίας, έθεσε σε κίνηση τη διαδικασία για τη βαθμιαία  απελευθέρωση του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Η απελευθέρωση  πραγματοποιήθηκε σταδιακά,  ώστε να συνδυαστεί με την αναδιάρθρωση της οικονομίας και να αποφευχθούν αποσταθεροποιητικές επιδράσεις από απότομες μεταβολές στην κίνηση κεφαλαίων. Η στρατηγική αυτή αποδείχθηκε σώφρων.  Πράγματι, όπως φάνηκε στη δεκαετία του 1990, πολλές ασιατικές οικονομίες, που είχαν πρόωρα απελευθερώσει την κίνηση κεφαλαίων χωρίς να σχεδιάσουν προσεκτικά τη χρονική της κλιμάκωση, αντιμετώπισαν σοβαρές χρηματοπιστωτικές κρίσεις.

Μετά την ολοκλήρωση της απελευθέρωσης του ελληνικού χρηματοπιστωτικού συστήματος, από τα μέσα της δεκαετίας του ΄90 μέχρι την είσοδο της χώρας στο τρίτο στάδιο της ΟΝΕ και την υιοθέτηση της ενιαίας νομισματικής πολιτικής από τον Ιανουάριο του 2001, η Τράπεζα της Ελλάδος είχε πλέον στη διάθεσή της αποτελεσματικά και πιο ευέλικτα μέσα νομισματικού ελέγχου, βασιζόμενα στους μηχανισμούς της αγοράς, και ήταν σε θέση να αντιδρά έγκαιρα και αποτελεσματικά στις μεταβολές των οικονομικών συνθηκών.

Οι εποπτικές αρμοδιότητες της Τράπεζας της Ελλάδος επίσης έχουν σημαντικά διαφοροποιηθεί. Ενώ προηγουμένως η Τράπεζα μεριμνούσε κυρίως για την τήρηση των πιστωτικών και συναλλαγματικών κανόνων, σήμερα παρακολουθεί και αξιολογεί την ποιότητα του χαρτοφυλακίου, των δανείων και των άλλων τοποθετήσεων των τραπεζών, τη φερεγγυότητα και την εν γένει κεφαλαιακή τους επάρκεια.

Την τελευταία δεκαπενταετία του 20ού αιώνα άλλαξαν σημαντικά οι αντιλήψεις για το ρόλο των κεντρικών τραπεζών. Οι εμπειρίες από περιόδους  υψηλού πληθωρισμού σε διάφορες χώρες, αλλά και μέτριου πληθωρισμού (όπως στην περίπτωση του συστήματος του Bretton Woods), οδήγησαν στην διαπίστωση ότι η νομισματική πολιτική δεν είναι κατ' ανάγκην ανεξάρτητη από την εκάστοτε κυβέρνηση, εφόσον πολλές φορές η κεντρική τράπεζα εξαναγκάζεται να χρηματοδοτήσει τις δημόσιες δαπάνες, με αποτέλεσμα την άνοδο του πληθωρισμού και τελικά την επιβράδυνση της ανάπτυξης. Έτσι κέρδιζαν ολοένα έδαφος οι απόψεις ότι σκοπός της νομισματικής πολιτικής πρέπει να είναι η σταθερότητα των τιμών και ότι η κεντρική τράπεζα πρέπει να γίνει ανεξάρτητο ίδρυμα ταγμένο σ’ αυτό το σκοπό.

Οι απόψεις αυτές αποτέλεσαν τον άξονα της νομισματικής πολιτικής που άσκησε η Τράπεζα της Ελλάδος τη δεκαετία του 90. Στο διάστημα αυτό, η Τράπεζα στήριξε την προσπάθεια για την ικανοποίηση των κριτηρίων της Συνθήκης του Μάαστριχτ και την ένταξη της χώρας στη ζώνη του ευρώ την 1η Ιανουαρίου 2001. Η αποτελεσματικότητα της Τράπεζας βελτιώθηκε σημαντικά με την κατάργηση, από το 1994, της νομισματικής χρηματοδότησης των δημοσιονομικών ελλειμμάτων, σύμφωνα με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, καθώς και με το νόμο του 1997, ο οποίος κατοχυρώνει την ανεξαρτησία της κεντρικής τράπεζας και ορίζει ως καταστατικό της σκοπό την επίτευξη της σταθερότητας των τιμών.

Στα μέσα της δεκαετίας του 90, σε μια προσπάθεια αποκλιμάκωσης του πληθωρισμού, η Τράπεζα υιοθέτησε στρατηγική «σκληρής δραχμής», σύμφωνα με την οποία η ονομαστική συναλλαγματική ισοτιμία χρησίμευε ως  σημείο αναφοράς. Για να υποστηριχθεί η πολιτική αυτή, τα πραγματικά επιτόκια διατηρήθηκαν σε υψηλά επίπεδα. Η στρατηγική της σκληρής δραχμής συνάντησε πολλές δυσκολίες, αλλά αποδείχθηκε απόλυτα αξιόπιστη και επιτυχής. Το παράδοξο μάλιστα είναι ότι οι δυσκολίες οφείλονταν εν μέρει στην ίδια την επιτυχία της πολιτικής. Η αξιοπιστία της ασκούμενης πολιτικής προκάλεσε αθρόες εισροές κεφαλαίων από το εξωτερικό, οι οποίες δυσχέραιναν την άσκηση της νομισματικής πολιτικής. Η Τράπεζα κατόρθωσε με τους χειρισμούς της να εξουδετερώσει αυτές τις εισροές απορροφώντας την υπερβάλλουσα ρευστότητα και κερδίζοντας χρόνο ώστε να προσαρμοστούν και οι άλλες πολιτικές. Μέσα σε τρία χρόνια ο πληθωρισμός μειώθηκε περισσότερο από το μισό, φθάνοντας σε επίπεδο κάτω του 5%, ενώ  επιταχύνθηκε σημαντικά ο ρυθμός οικονομικής ανόδου. Παράλληλα, χάρη στη δημοσιονομική εξυγίανση που πραγματοποιήθηκε από  τα μέσα της δεκαετίας του ‘90 και στη συγκράτηση των μισθολογικών αυξήσεων, το μείγμα πολιτικής γινόταν ολοένα πιο ισορροπημένο, γεγονός που ενίσχυσε την αξιοπιστία της νομισματικής πολιτικής.

Στα τέλη του 1997 εκδηλώθηκε χρηματοπιστωτική κρίση στην Ασία, με δευτερογενείς επιπτώσεις και σε άλλες χώρες. Η δραχμή δέχθηκε πιέσεις. Για να τις αναχαιτίσει, η Τράπεζα αρχικά αύξησε τα επιτόκια. Το Μάρτιο του 1998 η δραχμή εντάχθηκε στο Μηχανισμό Συναλλαγματικών Ισοτιμιών του Ευρωπαϊκού Νομισματικού Συστήματος, έτσι ώστε να εκπληρώσει το σχετικό κριτήριο του Μάάστριχτ. Η ένταξη συνοδεύθηκε από ταυτόχρονη υποτίμηση της δραχμής προκειμένου να διατηρηθεί η διεθνής ανταγωνιστικότητα της χώρας. Αντίθετα με τις υποτιμήσεις που έγιναν σε πολλές άλλες χώρες την ίδια περίπου εποχή, η υποτίμηση της δραχμής δεν πυροδότησε τραπεζική και χρηματοπιστωτική κρίση. Χάρη στη σωστή εποπτεία του τραπεζικού τομέα από την Τράπεζα της Ελλάδος, οι συναλλαγματικοί κίνδυνοι τους οποίους είχαν αναλάβει οι εμπορικές τράπεζες ήταν περιορισμένοι και έτσι δεν απειλήθηκε η ευρωστία του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Τα χρόνια που ακολούθησαν μετά την ένταξη της δραχμής στο Μηχανισμό Συναλλαγματικών Ισοτιμιών, η Τράπεζα της Ελλάδος συνέχισε να ασκεί περιοριστική νομισματική πολιτική, έτσι ώστε ο πληθωρισμός να ανταποκριθεί στο σχετικό κριτήριο του Μάαστριχτ. Η δημοσιονομική πολιτική παρέμεινε περιοριστική και η συγκράτηση των μισθολογικών αυξήσεων συνεχίστηκε. Με ένα ακόμη πιο ισορροπημένο μείγμα πολιτικής, ο ρυθμός ανόδου του πραγματικού ΑΕΠ επιταχυνόταν. Η συνέχεια είναι γνωστή. Την 1η Ιανουαρίου 2001 η Ελλάδα έγινε το 12ο μέλος της ζώνης του ευρώ, όπου θεματοφύλακας της σταθερότητας των τιμών είναι η ανεξάρτητη Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Ευρωσύστημα.

Η Τράπεζα της Ελλάδος ανήκει πλέον στην ευρύτερη οικογένεια του Ευρωσυστήματος και εξακολουθεί να επιτελεί σπουδαιότατες λειτουργίες. Είναι αναπόσπαστο μέλος του Ευρωσυστήματος, που απαρτίζεται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και τις εθνικές κεντρικές τράπεζες της ζώνης του ευρώ. Ο Διοικητής της Τράπεζας μετέχει στο Διοικητικό Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, το οποίο, μεταξύ άλλων, είναι υπεύθυνο για τη χάραξη της νομισματικής πολιτικής στη ζώνη του ευρώ. Η Τράπεζα είναι αρμόδια για την εφαρμογή της ενιαίας νομισματικής πολιτικής στην Ελλάδα και υπεύθυνη να διασφαλίζει την ομαλή λειτουργία του συστήματος πληρωμών, το οποίο τελεί υπό τη διαχείρισή της και είναι τμήμα του πανευρωπαϊκού συστήματος TARGET. Η Τράπεζα εξακολουθεί να είναι υπεύθυνη για την εποπτεία του τραπεζικού συστήματος και για τη διαφύλαξη της σταθερότητας  του χρηματοπιστωτικού τομέα. Με το άνοιγμα των οικονομικών συνόρων στη ζώνη του ευρώ, οι λειτουργίες αυτές θα αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη σημασία τα προσεχή έτη.

Στην επιτυχή άσκηση των αρμοδιοτήτων της Τράπεζας καθοριστικός ήταν και είναι ο ρόλος του προσωπικού της, το οποίο διαθέτει υψηλής στάθμης επιστημονική και επαγγελματική κατάρτιση και διακρίνεται για το ζήλο και την αφοσίωσή του στην αποστολή του Ιδρύματος. Αυτό πιστεύω ότι είναι και το κλειδί της επιτυχίας της Τράπεζας.

Αυτή ήταν συνοπτικά η πορεία της Τράπεζας της Ελλάδος τα τελευταία 75 χρόνια. Στην πορεία αυτή,  η Τράπεζα συνάντησε πολλές δυσκολίες, όπως και  άλλες κεντρικές τράπεζες. Ωστόσο, η ιστορία  αποδεικνύει ότι η Τράπεζα της Ελλάδος πάντοτε έφερε εις πέρας το δύσκολο έργο της και γι’ αυτό κέρδισε  την εμπιστοσύνη των  πολιτών και καταξιώθηκε στη συνείδηση του ελληνικού λαού.

Ο διάσημος Σουηδός οικονομολόγος Knut Wicksell, στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, είχε πει: «Η νομισματική ιστορία έχει να επιδείξει άφθονα παραδείγματα αφροσύνης, γιατί περιγράφει πολλά μοιραία λάθη. Δεν μπορούμε όμως να πούμε ότι η ανθρωπότητα δεν διδάχθηκε τίποτε από αυτά τα λάθη.» Θα ήθελα να προσθέσω ότι τα τελευταία χρόνια διδαχθήκαμε πάρα πολλά από την εμπειρία του παρελθόντος. Και η ιστορία της Τράπεζας της Ελλάδος επιβεβαιώνει ότι ο ρόλος των κεντρικών τραπεζών, τόσο θεσμικά όσο και στην πράξη, έχει αναβαθμιστεί, με τρόπο που συμβάλλει στη βελτίωση της ζωής των πολιτών.

Κυρίες και κύριοι,  ευχαριστώ για την προσοχή σας.

​​ 
Αυτό το website χρησιμοποιεί cookies για την βελτιστοποίηση της εμπειρίας σας. Μάθετε περισσότερα
Αποδέχομαι