EN

Δελτία Τύπου

Τριακοστό δεύτερο τεύχος του “Οικονομικού Δελτίου” της Τράπεζας της Ελλάδος

20/05/2009 - Δελτία Τύπου

Κυκλοφόρησε το τεύχος 32 (Μάιος 2009) του “Οικονομικού Δελτίου” της Τράπεζας της Ελλάδος. Στο “Οικονομικό Δελτίο” δημοσιεύονται 3 μελέτες.

Οι μελέτες που δημοσιεύονται στο Οικονομικό Δελτίο απηχούν, όπως πάντοτε, τις απόψεις των συγγραφέων και όχι κατ' ανάγκη της Τράπεζας της Ελλάδος. Στο 32ο τεύχος δημοσιεύονται οι εξής μελέτες:

Θεόδωρος Μ. Μητράκος και Γεώργιος Θ. Συμιγιάννης, "Προσδιοριστικοί παράγοντες του δανεισμού και της χρηματοοικονομικής πίεσης των νοικοκυριών στην Ελλάδα".

Η μελέτη επικεντρώνεται στη διερεύνηση των κοινωνικοοικονομικών παραγόντων που προσδιορίζουν τόσο το ύψος και τα χαρακτηριστικά του δανεισμού των ελληνικών νοικοκυριών όσο και τη χρηματοοικονομική πίεση που ασκείται σε αυτά. Για το σκοπό αυτό αξιοποιεί τα πρωτογενή δεδομένα της τρίτης κατά σειρά έρευνας νοικοκυριών που διενήργησε η Τράπεζα της Ελλάδος (το τελευταίο τρίμηνο του 2007). Από την ανάλυση των αποτελεσμάτων της έρευνας προκύπτει ότι σχεδόν τα μισά ελληνικά νοικοκυριά δεν έχουν δανειακές υποχρεώσεις, αν και το ποσοστό των νοικοκυριών που οφείλει κάποιο δάνειο αυξήθηκε κατά πέντε περίπου εκατοστιαίες μονάδες σε σύγκριση με την προηγούμενη έρευνα του 2005. Αυξημένος είναι επίσης και ο λόγος του χρέους των νοικοκυριών προς το εισόδημα, δηλ. η δανειακή επιβάρυνση των νοικοκυριών. Ιδιαίτερα αυξημένη δανειακή επιβάρυνση, που προέρχεται κυρίως από μη ενυπόθηκα δάνεια, καταγράφεται για τα νοικοκυριά του δείγματος που βρίσκονται στο κατώτερο εισοδηματικό κλιμάκιο, αν και το μερίδιο του χρέους αυτών των νοικοκυριών στο συνολικό χρέος των νοικοκυριών είναι πολύ περιορισμένο.

Όπως και στις προηγούμενες έρευνες, τα αποτελέσματα της έρευνας του 2007 δείχνουν ότι το μέσο χρέος των νοικοκυριών αυξάνεται με την αύξηση του εισοδήματος και της περιουσίας, ιδίως μάλιστα στην περίπτωση των στεγαστικών δανείων. Ειδικότερα, τα αποτελέσματα των ερευνών δείχνουν ότι τα νοικοκυριά με χαμηλά εισοδήματα έχουν σχετικά μικρή πρόσβαση στο τραπεζικό σύστημα η οποία μειώνεται σταδιακά, ενώ αυξάνεται το ποσοστό των νοικοκυριών με χρέος τα οποία ανήκουν στα υψηλότερα εισοδηματικά κλιμάκια, καθώς και το μερίδιο των εν λόγω νοικοκυριών στο συνολικό χρέος των νοικοκυριών. Η εξέλιξη αυτή ενδεχομένως υποδηλώνει μια σημαντική μεταβολή στη δανειοδοτική πολιτική των τραπεζών, η οποία, στο πλαίσιο της πιο αποτελεσματικής διαχείρισης του πιστωτικού κινδύνου, φαίνεται ότι τα τελευταία έτη συγκεντρώνεται περισσότερο από ό,τι στο παρελθόν στην προσέλκυση πελατείας από τα υψηλότερα εισοδηματικά κλιμάκια, δηλαδή πελατεία που κατά τεκμήριο μπορεί να διαχειριστεί καλύτερα το χρέος της.

Η άμεση χρηματοοικονομική πίεση, όπως μετρείται από το κόστος εξυπηρέτησης των δανείων, δηλ. το λόγο των δόσεων προς το εισόδημα, εκτιμάται ότι διαμορφώνεται μέσα σε γενικώς αποδεκτά όρια -- με την έννοια ότι για την πλειονότητα των υπόχρεων νοικοκυριών δεν συνεπάγεται ιδιαίτερες δυσκολίες στην κανονική εξυπηρέτηση των δανείων τους. Το αποτέλεσμα αυτό μπορεί να αποδοθεί στην πιο αποτελεσματική διαχείριση του πιστωτικού κινδύνου εκ μέρους των εμπορικών τραπεζών, στο πλαίσιο και των κανονιστικών διατάξεων και οδηγιών της Τράπεζας της Ελλάδος για την εφαρμογή μιας πιο μακροπρόθεσμης και προνοητικής πολιτικής στον τομέα της λιανικής τραπεζικής. Ωστόσο, στο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ των δύο τελευταίων ερευνών καταγράφεται επιδείνωση της χρηματοοικονομικής πίεσης, καθώς το ποσοστό των νοικοκυριών για τα οποία το κόστος εξυπηρέτησης υπερβαίνει το 40% του εισοδήματός τους αυξήθηκε κατά τέσσερις εκατοστιαίες μονάδες (στο 16% το 2007 από 12% το 2005). Η επιδείνωση αυτή συνδέεται άμεσα με την αύξηση των τραπεζικών επιτοκίων και την ταχεία αύξηση των τραπεζικών δανείων στην περίοδο μεταξύ των δύο ερευνών.

Οι οικονομετρικές εκτιμήσεις της μελέτης έδειξαν ότι ο βαθμός αστικότητας, η σύνθεση του νοικοκυριού, ο αριθμός των εργαζόμενων μελών, το εισόδημα και ο πλούτος του νοικοκυριού παίζουν σημαντικό ρόλο στον καθορισμό της πιθανότητας ένα νοικοκυριό να έχει δάνειο. Συγκεκριμένα, η πιθανότητα αυτή είναι υψηλότερη για τα νοικοκυριά που διαμένουν στις δύο μεγαλύτερες πόλεις της Ελλάδος, για ζευγάρια με δύο ή περισσότερα παιδιά, για νοικοκυριά με αρχηγό ενδιάμεσης ηλικιακής ομάδας, υψηλότερου μορφωτικού επιπέδου και εργαζόμενο στο δημόσιο τομέα. Επίσης, η πιθανότητα δανεισμού αυξάνεται με την άνοδο του εισοδήματος, της περιουσίας και του αριθμού των εργαζόμενων μελών του νοικοκυριού. Από την άλλη πλευρά, η χρηματοοικονομική πίεση στα υπόχρεα νοικοκυριά, η οποία προέρχεται κυρίως από τα μη στεγαστικά δάνεια, τείνει να μειώνεται όταν αυξάνεται το εισόδημα και η καθαρή περιουσία των νοικοκυριών.

Τέλος, η μελέτη εκτιμά ότι η βελτίωση στην πληροφόρηση που έχουν στη διάθεσή τους τα πιστωτικά ιδρύματα είναι αναγκαία αλλά όχι ικανή συνθήκη για την καλύτερη διαχείριση των πιστωτικών κινδύνων. Θα πρέπει επιπρόσθετα οι τράπεζες να ακολουθούν συνετή και προνοητική πιστοδοτική πολιτική, δηλαδή να εφαρμόζουν τα κατάλληλα κριτήρια στις χορηγήσεις τους και να τιμολογούν με επάρκεια τους πιστωτικούς κινδύνους. Παράλληλα, τα νοικοκυριά θα πρέπει να σταθμίζουν προσεκτικά τις χρηματοοικονομικές τους ανάγκες και δυνατότητες λαμβάνοντας υπόψη και τις άλλες υποχρεώσεις τους και να ζητούν από τις τράπεζες να τους παρέχουν, όπως άλλωστε οφείλουν, αναλυτικές εξηγήσεις για τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των δανείων και τους κινδύνους που αυτά ενσωματώνουν.

Στο διάστημα αφότου διεξήχθη η εξεταζόμενη στη μελέτη έρευνα, τα χαρακτηριστικά του δανεισμού των νοικοκυριών έχουν φυσικά επηρεαστεί από την εν εξελίξει χρηματοοικονομική κρίση. Θεωρείται ωστόσο ότι τα γενικά συμπεράσματα για τη δανειοληπτική συμπεριφορά των νοικοκυριών εξακολουθούν να ισχύουν, αν και η χρηματοοικονομική πίεση σε αυτά είχε κατά πάσα πιθανότητα αυξηθεί ιδίως το πρώτο εξάμηνο του 2008, λόγω της αύξησης των επιτοκίων την περίοδο αυτή. Από το Μάρτιο του 2009 όμως παρατηρείται σημαντική μείωση των επιτοκίων, η οποία συμβάλλει ουσιαστικά στην ελάφρυνση των νοικοκυριών.

Χρήστος Παπάζογλου, "Είναι πράγματι χαμηλή η εξαγωγική επίδοση της Ελλάδος; ".

Παρά τη συμμετοχή της Ελλάδος στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ – αρχικά Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα) από το 1981, το άνοιγμα της ελληνικής οικονομίας στο διεθνές εμπόριο παραμένει σχετικά περιορισμένο. Σε μεγάλο βαθμό, αυτό είναι αποτέλεσμα της χαμηλής επίδοσης της χώρας όσον αφορά τις εξαγωγές αγαθών. Λαμβάνοντας υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της χώρας, η μελέτη αυτή επιχειρεί να διαμορφώσει ένα αντικειμενικό κριτήριο για το ποιο θα έπρεπε να ήταν το μέγεθος των εμπορικών ροών της. Ειδικότερα, εκτιμάται το μέγεθος των δυνητικών εμπορικών ροών το οποίο και συγκρίνεται με το μέγεθος των αντίστοιχων πραγματικών.

Η ανάλυση χρησιμοποιεί το "υπόδειγμα βαρύτητας" ως το μεθοδολογικό εργαλείο για την εκτίμηση μιας εξίσωσης για τις διμερείς εξαγωγικές ροές των χωρών-μελών της ΕΕ. Στη συνέχεια οι εκτιμηθέντες συντελεστές εφαρμόζονται στην περίπτωση της Ελλάδος με σκοπό τον υπολογισμό των δυνητικών ελληνικών εξαγωγών. Στην ουσία, σύμφωνα με τη μεθοδολογία που ακολουθείται, το μέγεθος των δυνητικών εξαγωγών της Ελλάδος προκύπτει από την υπόθεση ότι η διάρθρωση των ελληνικών εξαγωγών προσαρμόζεται πλήρως στο μέσο όρο της ΕΕ. Με τον τρόπο αυτό λοιπόν εκτιμάται το μέγεθος των δυνητικών εξαγωγών και εισαγωγών της χώρας, το οποίο στη συνέχεια συγκρίνεται με τα πραγματικά μεγέθη. Παράλληλα, με βάση το υπόδειγμα βαρύτητας, γίνονται οι ίδιες εκτιμήσεις για την Πορτογαλία, μια χώρα με χαρακτηριστικά παρόμοια με της Ελλάδος, και συγκρίνονται με τα αποτελέσματα για την Ελλάδα.

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της ανάλυσης, η πορεία των εξαγωγών διαφοροποιείται σημαντικά από εκείνη των εισαγωγών. Ειδικότερα, ενώ στην περίπτωση των εξαγωγών το πραγματικό μέγεθος υπολείπεται του αντίστοιχου δυνητικού, έχουμε δηλαδή μόνο μερική προσαρμογή, στην περίπτωση των εισαγωγών συμβαίνει το αντίθετο και το πραγματικό μέγεθος υπερβαίνει το δυνητικό. Με άλλα λόγια, η διαφορά μεταξύ δυνητικών και πραγματικών μεγεθών εμφανίζεται να διευρύνεται υπέρ των πρώτων στην περίπτωση των εξαγωγών και υπέρ των δεύτερων στην περίπτωση των εισαγωγών. Επομένως, φαίνεται ότι, ενώ οι τα ξένα προϊόντα έχουν αξιοποιήσει τις ευκαιρίες από τη δημιουργία της Ενιαίας Αγοράς στην ΕΕ και έχουν διεισδύσει με επιτυχία στην ελληνική αγορά, δεν ισχύει το ίδιο για την πορεία των ελληνικών εξαγωγών και το βαθμό διείσδυσής τους στις αγορές του εξωτερικού. Πρέπει να τονιστεί ότι, σε αντίθεση με την Ελλάδα, στην περίπτωση της Πορτογαλίας το πραγματικό μέγεθος των εξαγωγών εμφανίζεται υψηλότερο του αντίστοιχου δυνητικού, γεγονός που υποδηλώνει μεγαλύτερη διεισδυτικότητα των πορτογαλικών προϊόντων στις αγορές του εξωτερικού.

Η δυσκολία διείσδυσης των ελληνικών προϊόντων στις αγορές του εξωτερικού, αφενός, και η ευκολία διείσδυσης των ξένων προϊόντων στην Ελλάδα, αφετέρου, αποτελούν σημαντικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας για τα οποία υπάρχουν ποικίλες εξηγήσεις. Σύμφωνα με μια άποψη, και τα δύο προβλήματα πηγάζουν από τις χρόνιες διαρθρωτικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας, οι οποίες αποτελούν τη βασική αιτία της χαμηλής ανταγωνιστικότητας των εγχώριων προϊόντων. Αυτό σε μεγάλο βαθμό σημαίνει ότι η Ελλάδα δεν αξιοποίησε επαρκώς τις ευκαιρίες από τη συμμετοχή της στην ΕΕ και στην Ενιαία Αγορά για να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών προϊόντων στις διεθνείς αγορές από πλευράς τόσο τιμών όσο και ποιότητας.

Νίκος Γ. Ζόνζηλος, Ζαχαρίας Γ. Μπραγουδάκης και Γεωργία Η. Παύλου, "Ανάλυση των αναθεωρήσεων των προκαταρκτικών (flash) εκτιμήσεων των τριμηνιαίων εθνικών λογαριασμών ".

Η μελέτη εξετάζει την αξιοπιστία των προκαταρκτικών εκτιμήσεων των τριμηνιαίων εθνικών λογαριασμών που καταρτίζονται και δημοσιοποιούνται από την ΕΣΥΕ. Συγκεκριμένα, η μελέτη επιχειρεί να ποσοτικοποιήσει τις αναθεωρήσεις που παρατηρούνται μεταξύ της πρώτης προκαταρκτικής εκτίμησης και της τελικής εκτίμησης ως προς το μέγεθος, την κατεύθυνση και τη μεταβλητότητα. Στη συνέχεια εξάγονται ορισμένα συμπεράσματα που κρίνεται ότι είναι δυνατόν να βοηθήσουν τους χρήστες των προκαταρκτικών εκτιμήσεων των εθνικών λογαριασμών να εκτιμήσουν καλύτερα την τρέχουσα συγκυρία και να προβλέψουν με σχετική ακρίβεια τα “τελικά” εθνικολογιστικά μεγέθη.

Η μελέτη εξετάζει τις αναθεωρήσεις του ρυθμού μεταβολής όχι μόνο του συνολικού τριμηνιαίου ΑΕΠ αλλά και όλων των επιμέρους στοιχείων της ζήτησης. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της ανάλυσης, η προκαταρκτική εκτίμηση του ρυθμού μεταβολής του συνολικού τριμηνιαίου ΑΕΠ, τόσο σε ετήσια όσο και σε τριμηνιαία βάση, αναθεωρείται ελάχιστα στα μεταγενέστερα δημοσιεύματα της ΕΣΥΕ, ενώ αντίθετα παρατηρούνται σημαντικές αναθεωρήσεις στα επιμέρους στοιχεία της ζήτησης. Οι εν λόγω αναθεωρήσεις των επιμέρους στοιχείων της ζήτησης φαίνεται ότι αλληλοαντισταθμίζονται, με αποτέλεσμα η εκτίμηση για το συνολικό ΑΕΠ να μη μεταβάλλεται σημαντικά μεταξύ της πρώτης προκαταρκτικής εκτίμησης και των μεταγενέστερων εκτιμήσεων.

* * *

Στο 32ο τεύχος περιλαμβάνονται επίσης (α) περιλήψεις των "δοκιμίων εργασίας" τα οποία δημοσίευσε (στην αγγλική γλώσσα) ο Τομέας Ειδικών Μελετών της Διεύθυνσης Οικονομικών Μελετών της Τράπεζας στο διάστημα Σεπτεμβρίου 2008-Απριλίου 2009 και (β) περίληψη των μέτρων νομισματικής πολιτικής του Ευρωσυστήματος και των αποφάσεων της Τράπεζας της Ελλάδος σχετικά με την ίδρυση και λειτουργία των πιστωτικών ιδρυμάτων και την εποπτεία του χρηματοπιστωτικού συστήματος (στο διάστημα Ιουλίου 2008-Απριλίου 2009).

Το τεύχος του "Οικονομικού Δελτίου" είναι διαθέσιμο και σε ηλεκτρονική μορφή στον δικτυακό τόπο της Τράπεζας της Ελλάδος: www.bankofgreece.gr

 

 

​​ 
Αυτό το website χρησιμοποιεί cookies για την βελτιστοποίηση της εμπειρίας σας. Μάθετε περισσότερα
Αποδέχομαι