EN

Ομιλίες

Ομιλία του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος κ. Νικολάου Χ. Γκαργκάνα στο Ελληνοβρετανικό Επιμελητήριο με θέμα "Ελληνική Οικονομία: Η αντιμετώπιση των προκλήσεων της παγκοσμιοποίησης"

03/07/2006 - Ομιλίες

Κυρίες και κύριοι,

Θέλω να ευχαριστήσω τους Προέδρους και τα μέλη του Δ.Σ. του Ελληνοβρετανικού Επιμελητηρίου για την πρόσκληση στη σημερινή εκδήλωση, καθώς μου δίνει την ευκαιρία να σας μιλήσω σχετικά με τη σημασία της παγκοσμιοποίησης, τις ευκαιρίες που δημιουργεί για την Ελλάδα, καθώς και τις πολιτικές που ενδείκνυνται για να μεγιστοποιήσουμε τα σχετικά οφέλη.

Ξεκινώντας, θα ήθελα να κάνω μια σύντομη ιστορική αναδρομή και να επισημάνω ότι η παγκοσμιοποίηση, δηλαδή η επέκταση και η αύξηση της διεθνούς κίνησης και της ροής αγαθών, υπηρεσιών και κεφαλαίων, είναι ένα φαινόμενο που υπήρχε και κατά την περίοδο πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Την εποχή εκείνη η ροή αγαθών και κεφαλαίων μεταξύ κρατών ήταν εξίσου ελεύθερη όπως τείνει να γίνει και σήμερα και επέτρεπε στις τότε αναπτυσσόμενες χώρες, μεταξύ των οποίων και οι ΗΠΑ, να βασίζουν την ανάπτυξή τους στην αύξηση των εξαγωγών τους και να χρηματοδοτούν εύκολα τις επενδύσεις τους με εισροές κεφαλαίων. Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος, η οικονομική κρίση του 1929 και η άνοδος του "οικονομικού εθνικισμού" οδήγησαν σε ένα «κλείσιμο» των ανεπτυγμένων οικονομιών με την επιβολή περιορισμών στο διεθνές εμπόριο και στην κίνηση κεφαλαίων.

Αργότερα έγινε φανερό ότι ο προστατευτισμός συνέβαλε στην οικονομική κρίση του 1929 και επιδείνωσε τις συνέπειες της. Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο άρχισε μια προσπάθεια για την απελευθέρωση των διεθνών αγορών και την αντιμετώπιση τυχόν αρνητικών παρενεργειών. Η προσπάθεια αυτή στηρίχθηκε στη δημιουργία διεθνών οργανισμών και θεσμών, όπως είναι το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, η Παγκόσμια Τράπεζα και η Γενική Συμφωνία Δασμών και Εμπορίου (η γνωστή GATT). Η διαδικασία της απελευθέρωσης και ενοποίησης των αγορών επιταχύνθηκε τη δεκαετία του 1990 και μετά, καθώς από τις περισσότερες χώρες υιοθετήθηκαν πολιτικές που ευνοούν την ανάπτυξη του διεθνούς εμπορίου και τη μείωση του κόστους των μεταφορών και των επικοινωνιών διεθνώς. Παράλληλα ενισχύθηκε το θεσμικό πλαίσιο με τη δημιουργία του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, η οποία συνδυάστηκε με σημαντικές μειώσεις δασμών και τη σχεδόν πλήρη κατάργηση των ποσοτικών περιορισμών στο διεθνές εμπόριο. Σήμερα σχεδόν όλες οι χώρες του κόσμου είναι μέλη του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου ή επιδιώκουν να γίνουν μέλη του, επειδή αναγνωρίζουν ότι η απρόσκοπτη πρόσβαση στις διεθνείς αγορές και το άνοιγμα της αγοράς τους στον διεθνή ανταγωνισμό έχουν μεγάλη σημασία για την ανάπτυξή τους.

Η τελευταία αυτή περίοδος που ξεκίνησε ουσιαστικά από τη δεκαετία του 1990, είναι μια περίοδος γρήγορης ανάπτυξης της παγκόσμιας οικονομίας που ευνοεί όλες τις χώρες και οδηγεί σε μια ευρύτερη κατανομή του παγκόσμιου εισοδήματος. Ενώ στις αρχές της περιόδου αυτής οι ανεπτυγμένες χώρες παρήγαν σχεδόν τα 2/3 του παγκόσμιου προϊόντος, το ποσοστό συμμετοχής τους στην παγκόσμια παραγωγή έπεσε κάτω από το ήμισυ το 2004, λόγω της ταχείας ανάπτυξης των αναδυόμενων οικονομιών. Ο ρυθμός αύξησης του όγκου του παγκόσμιου εμπορίου είναι υπερδιπλάσιος του ρυθμού ανόδου του παγκόσμιου προϊόντος και αποτελεί τον καθοριστικό παράγοντα ανάπτυξης. Κάθε χρόνο δεκάδες εκατομμύρια κάτοικοι του Τρίτου Κόσμου, ιδίως στην Κίνα και την Ινδία, ξεφεύγουν από την κατάσταση φτώχειας που βρίσκονταν και το διαθέσιμο εισόδημά τους φθάνει σε επίπεδο που τους επιτρέπει πρόσβαση σε αγαθά και υπηρεσίες που ήταν αδιανόητα μέχρι πριν λίγα χρόνια. Στη διεθνή οικονομία παρουσιάζεται το φαινόμενο της διάχυσης της ισχύος, καθώς χώρες που μέχρι πρόσφατα βρίσκονταν στο περιθώριό της σήμερα γίνονται σημαντικοί παράγοντες και παίζουν σημαντικό ρόλο. Η Κίνα αποτελεί το πιο απτό παράδειγμα. Μετά την εγκατάλειψη στην πράξη του κεντρικού προγραμματισμού και την υιοθέτηση οικονομικών πολιτικών φιλικών προς τις αγορές, η χώρα αυτή επιτυγχάνει σταθερά θεαματικούς ρυθμούς ανάπτυξης που πλησιάζουν ή υπερβαίνουν το 10%. Η εισδοχή της Κίνας στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου στα τέλη του 2001 απετέλεσε σημαντικό γεγονός που έδωσε νέα ώθηση στη διαδικασία της παγκοσμιοποίησης.

Στις ανεπτυγμένες χώρες η παγκοσμιοποίηση είχε επίσης θετικά εν γένει αποτελέσματα. Το γεγονός ότι στην αγορά εισέρχονται προϊόντα από χώρες χαμηλού κόστους όχι μόνο οδήγησε στην μείωση των τιμών διεθνώς αλλά περιόρισε σημαντικά τις μονοπωλιακές πρακτικές όπου αυτές υπήρχαν. Υπολογίζεται ότι ο πληθωρισμός στην Ευρώπη θα ήταν σημαντικά υψηλότερος - - κατά μισή έως μία περίπου εκατοστιαία μονάδα - - αν δεν υπήρχαν οι εισαγωγές φθηνών προϊόντων από τις αναδυόμενες οικονομίες. Επιπλέον, ειδικά στην Ευρώπη, η αυξανόμενη ζήτηση για εξαγωγές απετέλεσε τα τελευταία χρόνια τον κύριο παράγοντα στήριξης της οικονομικής ανάπτυξης.

Αν και τα θετικά αποτελέσματα της παγκοσμιοποίησης είναι φανερά και απτά, συχνά διατυπώνονται ανησυχίες και ερωτηματικά, άλλοτε δικαιολογημένα και άλλοτε όχι. Για παράδειγμα, συχνά διατυπώνεται η ανησυχία ότι οι φθηνές εισαγωγές από τον Τρίτο Κόσμο θα οδηγήσουν σε μείωση της παραγωγής και της απασχόλησης στις πλουσιότερες χώρες με υψηλούς μισθούς. Με βάση την εκτενέστατη βιβλιογραφία πάνω στο θέμα, μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι τα εμπειρικά στοιχεία δεν στηρίζουν τους φόβους αυτούς. Οι επιπτώσεις του διεθνούς εμπορίου στους μισθούς και την απασχόληση στις πιο αναπτυγμένες χώρες φαίνεται να είναι συνολικά μηδαμινές. Αυτό συμβαίνει γιατί οι θέσεις εργασίας που ίσως χάνονται λόγω της διείσδυσης φθηνών εισαγωγών υπεραναπληρώνονται από τις θέσεις εργασίας που δημιουργούνται λόγω της αύξησης των εξαγωγών από τομείς στους οποίους οι ανεπτυγμένες χώρες έχουν συγκριτικό πλεονέκτημα. Το άμεσο δίδαγμα από την εμπειρία αυτή είναι ότι οι ανεπτυγμένες χώρες, μεταξύ των οποίων κατατάσσεται και η Ελλάδα, πρέπει να αυξήσουν την ευκαμψία, τον δυναμισμό και την ευελιξία των οικονομιών τους και ιδιαίτερα να βελτιώσουν το μορφωτικό επίπεδο και τις ικανότητες του ανθρώπινου δυναμικού τους.

Υπάρχει βεβαίως ένας πραγματικός κίνδυνος και θα ήθελα να τον τονίσω. Η παγκοσμιοποίηση και ιδίως η ανάπτυξη του εμπορίου συνεπάγονται την ανάγκη για μεταβολές στις παραγωγικές δομές των οικονομιών. Γίνεται τώρα ακόμη πιο πιεστική η ανάγκη να ενισχυθεί η παραγωγή των κλάδων στους οποίους κάθε χώρα διαθέτει συγκριτικό πλεονέκτημα. Η οικονομική πολιτική πρέπει να διευκολύνει και όχι να καθυστερεί τις αναπόφευκτες προσαρμογές της παραγωγικής διάρθρωσης με τη στροφή προς τομείς συγκριτικού πλεονεκτήματος. Παράλληλα, για να μειωθεί το κόστος για τους εργαζόμενους από τις προσαρμογές αυτές, πρέπει το φορολογικό και το συνταξιοδοτικό σύστημα να αναμορφωθούν έτσι ώστε να μην επιβαρύνουν τους εργαζόμενους που μετακινούνται από ένα κλάδο ή τόπο εργασίας σε κάποιον άλλο. Βέβαια, σε κάθε περίπτωση η γρήγορη προσαρμογή στις αλλαγές είναι πολύ δύσκολη ή και αδύνατη για κάποιο μικρό μέρος του πληθυσμού, είτε λόγω ηλικίας, είτε λόγω έλλειψης των απαιτούμενων δεξιοτήτων, είτε για άλλους λόγους. Για τις περιπτώσεις αυτές είναι αναγκαίο να υπάρχει ένα «δίχτυ κοινωνικής ασφαλείας» που θα προσφέρει κάποια προστασία σε όσους πλήττονται από τις αναπόφευκτες αλλαγές, χωρίς όμως και να αμβλύνει τα κίνητρα για προσαρμογή. Οι μελέτες που έχουν γίνει δείχνουν ότι το δημοσιονομικό κόστος για να δημιουργηθεί ένα τέτοιο δίχτυ ασφαλείας που θα αφορά τις πιο ευαίσθητες κοινωνικές ομάδες είναι μάλλον περιορισμένο, ιδίως αν συγκριθεί με το οικονομικό κόστος των επιδοτήσεων και του προστατευτισμού, δηλαδή πολιτικών με τις οποίες επιδιώκεται να καθυστερήσουν ή και να μη γίνουν καθόλου οι αναγκαίες προσαρμογές.

Μια άλλη επίδραση της παγκοσμιοποίησης που μερικές φορές προκαλεί προβλήματα αφορά την κίνηση κεφαλαίων μεταξύ χωρών. Η ελεύθερη κίνηση κεφαλαίων επιτρέπει στις αναπτυσσόμενες χώρες να χρηματοδοτούν άνετα τις αναπτυξιακές τους ανάγκες. Έχουμε όμως παρατηρήσει ότι συχνά οι κινήσεις ιδιωτικών κεφαλαίων είναι υπερβολικές και εύκολα αντιστρέψιμες, και πολλές φορές οδηγούν σε συναλλαγματικές κρίσεις στις χώρες υποδοχής αλλά και σε σημαντικές απώλειες για τους επενδυτές. Την τελευταία δεκαετία είδαμε μια σειρά κρίσεων, στην Ανατολική Ασία, τη Ρωσία, την Αργεντινή ή την Τουρκία. Οι ίδιες οι χώρες υποδοχής των κεφαλαίων πρέπει να εφαρμόζουν συνετές και μακροχρόνια διατηρήσιμες πολιτικές. Τόσο οι χώρες υποδοχής όσο και οι χώρες προέλευσης των κεφαλαίων πρέπει να εντείνουν την προληπτική εποπτεία του χρηματοπιστωτικού συστήματος, με στόχο την προστασία των επενδυτών αλλά και την αποτροπή κινδύνων για το χρηματοπιστωτικό σύστημα συνολικά. Σε μια παγκοσμιοποιημένη οικονομία είναι αναγκαία μια συνολική αντιμετώπιση των προβλημάτων αυτών, χωρίς βέβαια να υπονομεύεται ο ρόλος των εποπτικών αρχών κάθε χώρας. Είναι αναγκαία η συνεργασία τόσο σε διμερές επίπεδο όσο και σε διεθνές επίπεδο στο πλαίσιο των διεθνών οργανισμών. Είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντικό ότι έχουν γίνει σημαντικά βήματα προς την κατεύθυνση της διασφάλισης της σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος σε διεθνές επίπεδο και ότι διεθνείς οργανισμοί, όπως το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και η Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών, έχουν δημιουργήσει τις βάσεις για την ανάπτυξη του κανονιστικού πλαισίου εποπτείας του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Επιπλέον, είναι ιδιαίτερα σημαντικό να διασφαλιστεί η ομαλή ροή πληροφοριών σε μια οικονομία όπου οι συναλλαγές μπορεί να εμπλέκουν συναλλασσόμενους σε χώρες περισσότερες της μιας. Η ανάπτυξη των Διεθνών Λογιστικών Προτύπων αποτελεί μια πρωτοβουλία προς αυτή την κατεύθυνση. Η έγκαιρη δημοσίευση αξιόπιστων στατιστικών στοιχείων είναι επίσης αναγκαία για να γνωρίζουν οι επενδυτές ποιους ακριβώς κινδύνους αναλαμβάνουν. Προς την κατεύθυνση αυτή κινείται το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο με την δημιουργία ενός Συστήματος Διάχυσης Στατιστικών Στοιχείων (Data Dissemination System). Θα πρέπει να τονιστεί επίσης ότι, στις σημερινές συνθήκες, η περιπλοκότητα των νέων χρηματοοικονομικών προϊόντων και οι κίνδυνοι συστημικών προβλημάτων κάνουν αναγκαία την ένταση των εποπτικών ελέγχων. Παράλληλα όμως πρέπει να ενταθεί και η διεθνής συνεργασία, με τον ξεκάθαρο διαχωρισμό των αρμοδιοτήτων κάθε επόπτη.

Πολύς λόγος γίνεται τελευταία για τη μετανάστευση, την κίνηση δηλαδή του εργατικού δυναμικού. Νομίζω ότι θα πρέπει να δούμε την μετανάστευση ως ένδειξη ανεπαρκούς παγκοσμιοποίησης σε άλλους τομείς. Η οικονομική θεωρία μας διδάσκει ότι τα ίδια οικονομικά αποτελέσματα παράγονται είτε με την ελεύθερη κίνηση αγαθών, είτε με την ελεύθερη κίνηση συντελεστών παραγωγής. Ο προστατευτισμός στις αναπτυγμένες οικονομίες που αποθαρρύνει τις εξαγωγές από τις χώρες του Τρίτου Κόσμου αποτελεί σίγουρα ένα λόγο της υπανάπτυξης των τελευταίων, η οποία αποτελεί ένα αίτιο της μετανάστευσης προς τις πιο ανεπτυγμένες χώρες. Η απελευθέρωση όλων των τομέων του διεθνούς εμπορίου και η ενίσχυση της ανάπτυξης του Τρίτου Κόσμου αποτελούν την σωστή απάντηση των ανεπτυγμένων χωρών στη μετανάστευση. Παράλληλα και οι αναπτυσσόμενες χώρες πρέπει να λάβουν μέτρα για την προσέλκυση επενδύσεων. Συχνά οι αναπτυσσόμενες χώρες αποθαρρύνουν τις ξένες άμεσες επενδύσεις, επειδή φοβούνται υπονόμευση της οικονομικής τους ανεξαρτησίας. Σε άλλες πάλι περιπτώσεις, η πολυπλοκότητα της νομοθεσίας, η διαφθορά και η γραφειοκρατία αποτελούν παράγοντες που περιορίζουν την είσοδο άμεσων επενδύσεων.

Στρέφοντας τώρα την προσοχή μου στην ελληνική οικονομία θα ήθελα να ξεκινήσω με μια αισιόδοξη παρατήρηση. Η ελληνική οικονομία αντιμετωπίζει την νέα αυτή περίοδο παγκοσμιοποίησης με ένα πολύ ισχυρό πλεονέκτημα, την συμμετοχή μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τη ζώνη του ευρώ. Η συμμετοχή μας αυτή μας προσφέρει ένα σταθερό πλαίσιο που θα μας επιτρέψει να μεγιστοποιήσουμε τα οφέλη από την παγκοσμιοποίηση. Μια δεύτερη παρατήρηση, ίσως απροσδόκητη, είναι ότι η παγκοσμιοποίηση δεν φαίνεται να έχει επηρεάσει σημαντικά την χώρα μας, η οποία παραμένει μια ιδιαίτερα κλειστή οικονομία. Συγκεκριμένα, ένα συνηθισμένο μέτρο του βαθμού στον οποίο μια οικονομία είναι ανοικτή (openness), δηλαδή το άθροισμα των εξαγωγών και των εισαγωγών αγαθών και υπηρεσιών ως ποσοστό του ΑΕΠ, ήταν για την Ελλάδα κάτω από το 50% το 2004 και μάλιστα χωρίς σαφή ανοδική τάση. Στην πιο πετυχημένη ίσως οικονομία της ΕΕ, την Ιρλανδία, το ποσοστό αυτό ξεπερνά το 150%. Επίσης, στα περισσότερα νέα μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης το ποσοστό ξεπερνά το 100%, ενώ ακόμη και η Πορτογαλία, με ποσοστό 70%, είναι μια οικονομία αρκετά πιο ανοικτή από την ελληνική. Υπάρχει εκτεταμένη επιστημονική βιβλιογραφία που δείχνει ότι ο βαθμός στον οποίο μια οικονομία είναι ανοικτή ασκεί θετική επίδραση στον ρυθμό ανάπτυξής της και γενικότερα στο δυναμισμό της. Αυτό συμβαίνει γιατί ο διεθνής ανταγωνισμός ασκεί πίεση στην κατεύθυνση μιας πιο αποτελεσματικής παραγωγικής δομής, και της υιοθέτησης νέων τεχνολογιών και καινοτομιών.

Πρώτη λοιπόν προτεραιότητα είναι η ενίσχυση της εξωστρέφειας της οικονομίας. Αυτό θα απαιτήσει αφενός διασφάλιση της μακροοικονομικής σταθερότητας - - κατά κύριο λόγο μέσω της δημοσιονομικής εξυγίανσης - - και αφετέρου μεταρρυθμίσεις σε ευρύ φάσμα τομέων της οικονομίας ώστε να βελτιωθεί η διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα της οικονομίας. Οι μεταρρυθμίσεις πρέπει να συμβάλουν στην μείωση των δυσκαμψιών, στις αγορές εργασίας και προϊόντων, στη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος, καθώς και στην αναβάθμιση του ανθρώπινου δυναμικού. Εδώ και πολλές δεκαετίες η Ελλάδα έχει παύσει να χαρακτηρίζεται από φθηνό εργατικό δυναμικό. Αυτό είναι ευχάριστο γιατί δείχνει την ανάπτυξη που έχουμε πετύχει. Παράλληλα δείχνει ότι δεν είναι δυνατόν να είμαστε ανταγωνιστικοί σε παραγωγικές δραστηριότητες έντασης ανειδίκευτης εργασίας. Με την έννοια αυτή είναι θετικό ότι την τελευταία δεκαετία περίπου οι ελληνικές επιχειρήσεις ανοίγονται στο διεθνή στίβο και πραγματοποιούν επενδύσεις στο εξωτερικό, συχνά μεταφέροντας μέρος της παραγωγής τους εκεί. Είναι προτιμότερο μια ελληνική επιχείρηση να παραμείνει διεθνώς ανταγωνιστική με τον τρόπο αυτό, υπό την προϋπόθεση ότι στη χώρα μας παραμένουν τα τμήματα της παραγωγικής διαδικασίας που είναι έντασης τεχνογνωσίας και εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού, όπως για παράδειγμα η διοίκηση, ο σχεδιασμός νέων προϊόντων και η έρευνα. Παράλληλα η επέκταση της παραγωγής σε νέες χώρες επιτρέπει στις ελληνικές επιχειρήσεις να κατανοήσουν καλύτερα τί προϊόντα ζητούν οι αγορές αυτές αλλά και να επιτύχουν καλύτερη διασπορά των επιχειρηματικών κινδύνων.

Στο σημείο αυτό θέλω να παρατηρήσω ότι ο δημόσιος τομέας είναι κατεξοχήν ο τομέας που δεν υφίσταται την πίεση του διεθνούς ανταγωνισμού, και η διόγκωσή του τις τελευταίες δεκαετίες συνέβαλε ώστε να μείνει η Ελλάδα μια σχετικά κλειστή οικονομία και να μην επιτευχθεί ακόμη υψηλότερος ρυθμός αύξησης της παραγωγικότητας. Δεν υποστηρίζω βεβαίως τη διάλυση του κράτους πρόνοιας. Αντίθετα, όπως υποστήριξα προηγουμένως, ένα αποτελεσματικό σύστημα κοινωνικής πρόνοιας είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να διαχυθούν τα οφέλη της παγκοσμιοποίησης σε όλο τον πληθυσμό.

Χρειάζεται ένα μικρότερο αλλά πιο αποτελεσματικό κράτος που δεν θα αποτελεί εμπόδιο στο άνοιγμα της οικονομίας, πράγμα που ακόμη συμβαίνει συχνά, είτε με την άμεση ανάμειξη του κράτους στην παραγωγική διαδικασία, είτε με την προσπάθεια να προστατευθούν μη ανταγωνιστικές εγχώριες παραγωγικές επιχειρήσεις. Είναι επίσης αναγκαία η μείωση της γραφειοκρατίας, αλλά και η απάλειψη φαινομένων κακής διαχείρισης στον δημόσιο τομέα -- δηλαδή πρέπει να αντιμετωπιστούν καταστάσεις που αποθαρρύνουν την είσοδο ξένων ανταγωνιστών και αποτρέπουν την ανάληψη παραγωγικών δραστηριοτήτων.

Η Ελλάδα γεωγραφικά είναι μια σχετικά απομονωμένη χώρα μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που δεν έχει – προς το παρόν -- χερσαία σύνορα με καμμιά άλλη χώρα της Ένωσης. Για τον λόγο αυτό είναι ιδιαίτερα αναγκαίο σήμερα να βελτιώσουμε την υποδομή της χώρας στους τομείς των επικοινωνιών και των συγκοινωνιών. Είναι ιδιαίτερα ανησυχητικό ότι η Ελλάδα υστερεί στην χρήση του Διαδικτύου σε σχέση με τις περισσότερες χώρες της ΕΕ. Σε πολλούς τομείς η ένταση του ανταγωνισμού και η απελευθέρωση της εισόδου νέων επιχειρήσεων μπορεί να οδηγήσει σε μείωση του κόστους αλλά και σε καινοτομίες με την εισαγωγή νέων υπηρεσιών. Καθώς αναμένεται μια σταδιακή μείωση των κεφαλαιακών μεταβιβάσεων από τα Διαρθρωτικά Ταμεία της ΕΕ, οι οποίες έχουν στηρίξει σε μεγάλο βαθμό τα έργα υποδομής τα τελευταία χρόνια, πρέπει να βρεθούν εναλλακτικοί τρόποι χρηματοδότησης των έργων υποδομής. Σε πολλές περιπτώσεις η συνεργασία του δημόσιου με τον ιδιωτικό τομέα μπορεί να βοηθήσει στην ανάπτυξη της αναγκαίας υποδομής. Η συνεργασία αυτή είναι χρήσιμη όχι μόνο γιατί ο δημόσιος τομέας δεν διαθέτει τους αναγκαίους πόρους, επιβαρυμένος όπως είναι από το υπέρογκο χρέος, αλλά και γιατί ο ιδιωτικός τομέας μπορεί να προσφέρει μεγαλύτερη ευελιξία, καλύτερο έλεγχο του κόστους, αλλά και καλύτερη ανταπόκριση στις απαιτήσεις της αγοράς.

Εφόσον δεν είναι δυνατόν να είμαστε ανταγωνιστικοί με βάση το φθηνό εργατικό δυναμικό, η χώρα μας πρέπει να στραφεί στην άνοδο του επιπέδου του εργατικού δυναμικού. Η αναβάθμιση της εκπαίδευσης έχει ιδιαίτερη σημασία στις σημερινές συνθήκες. Πρέπει να προσανατολιστεί η εκπαίδευση στην παραγωγή των γνώσεων που είναι αναγκαίες στον σημερινό κόσμο. Εκτός από την πανεπιστημιακή εκπαίδευση, πρέπει να αναβαθμιστούν και η μέση και η τεχνική εκπαίδευση. Η επαγγελματική εκπαίδευση μπορεί να συμβάλει σημαντικά στην αύξηση της κινητικότητας του εργατικού δυναμικού, με την επανεκπαίδευση εργαζομένων που πρέπει να μετακινηθούν σε άλλους κλάδους οικονομικής δραστηριότητας.

Είναι επίσης δυσάρεστο το ότι η Ελλάδα είναι η τελευταία από όλες τις χώρες της ΕΕ στις δαπάνες για έρευνα και τεχνολογία. Ίσως αυτό συνδέεται εν μέρει με το γεγονός ότι η ελληνική οικονομία παρέμεινε αρκετά κλειστή: Η αμβλυμένη πίεση του εξωτερικού ανταγωνισμού έχει ως αποτέλεσμα να είναι λιγότερο πιεστική η ανάγκη για έρευνα και καινοτομία. Αυτό πρέπει να αλλάξει σύντομα. Και στον τομέα αυτό, η συνεργασία των κρατικών ερευνητικών ιδρυμάτων με τον ιδιωτικό τομέα μπορεί να έχει θετικά αποτελέσματα.

Τέλος, στο πλαίσιο της προσπάθειας για προσέλκυση παραγωγικών δραστηριοτήτων στην χώρα μας, το φορολογικό σύστημα πρέπει να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες. Είναι ήδη εμφανής ο λεγόμενος «φορολογικός ανταγωνισμός», που έχει ενταθεί με την είσοδο νέων μελών στην ΕΕ. Υπάρχει μια γενική τάση για μείωση του φορολογικού βάρους επί των επιχειρήσεων και του προσωπικού εισοδήματος. Είναι επίσης αναγκαίο να γίνει προσπάθεια για ελάφρυνση της επιβάρυνσης της εργασίας, ώστε να προωθηθεί η απασχόληση και να αποθαρρυνθεί η παραοικονομία. Για να επιτευχθεί και να είναι διατηρήσιμη η μείωση των φορολογικών βαρών είναι αναγκαία η εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών. Ιδιαίτερα είναι αναγκαίο να ξεκινήσουμε την προσπάθεια για την λύση του προβλήματος του ασφαλιστικού μας συστήματος. Η αναμενόμενη αύξηση των δαπανών κοινωνικής ασφάλισης φαίνεται τρομακτική και μόνη της αποθαρρύνει τις επενδύσεις, καθώς οι επιχειρηματίες φοβούνται αύξηση της φορολογίας στο μέλλον για να καλυφθούν οι δαπάνες αυτές. Αν και η εξεύρεση της οριστικής λύσης μπορεί να πάρει χρόνο, είναι αναγκαίο να καταστήσουμε γρήγορα σαφή την αποφασιστικότητά μας να κινηθούμε προς αυτή την κατεύθυνση.

Ο διάσημος Βρεταννός οικονομολόγος Κέϋνς είχε πει κάποτε ότι «όταν αλλάζουν οι συνθήκες, αλλάζουν και οι απόψεις μου». Σε ένα κόσμο που αλλάζει γρήγορα είναι μάταιο να μένουμε αγκυλωμένοι σε απόψεις μιας άλλης εποχής. Πρέπει να κοιτάξουμε στο μέλλον και να πραγματοποιήσουμε τις αναγκαίες αλλαγές όσο γίνεται πιο γρήγορα. Ένας κόσμος στον οποίο ολοένα μεγαλύτερα τμήματα του πληθυσμού θα συμμετέχουν στους καρπούς της ανάπτυξης θα είναι καλύτερος για όλους μας.

​​ 
Αυτό το website χρησιμοποιεί cookies για την βελτιστοποίηση της εμπειρίας σας. Μάθετε περισσότερα
Αποδέχομαι