EN

Ομιλίες

Ομιλία του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος κ. Νικολάου Χ. Γκαργκάνα, στο γεύμα που παρέθεσε σήμερα προς τιμήν του η λέσχη Propeller Club.

19/12/2003 - Ομιλίες

Ομιλία του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος κ. Νικολάου Χ. Γκαργκάνα στο Propeller Club, 19 Δεκεμβρίου 2003

Κυρίες και κύριοι,

Με μεγάλη ευχαρίστηση αποδέχθηκα την πρόσκληση του Propeller Club να σας μιλήσω σχετικά με το νέο Σύμφωνο της Βασιλείας για την κεφαλαιακή επάρκεια των τραπεζών.

Γνωρίζω ότι μεταξύ των σκοπών του Propeller Club περιλαμβάνεται και η προώθηση, προαγωγή και υποστήριξη της εμπορικής ναυτιλίας, με την οποία - όπως πληροφορούμαι - ασχολούνται πολλά μέλη της λέσχης σας. Γι' αυτό, πριν μπω στο κύριο θέμα μου, θα ήθελα να πω δυο λόγια για τη ναυτιλία.

Η παρουσία των Ελλήνων στον τομέα των διεθνών θαλάσσιων μεταφορών, που ήταν ιδιαίτερα έντονη σε όλη τη μεταπολεμική περίοδο, τα τελευταία χρόνια έχει ενισχυθεί κι άλλο. Στη δεκαετία 1994-2003, ο εμπορικός στόλος ιδιοκτησίας ελληνικών συμφερόντων αυξήθηκε σημαντικά και το Μάιο του 2003 κάλυπτε, με 3.355 πλοία, σχεδόν το ένα πέμπτο της μεταφορικής ικανότητας (σε τόνους) του παγκόσμιου εμπορικού στόλου. [Παράλληλα, η δύναμη του στόλου με ελληνική σημαία ανέρχεται στο ένα τρίτο περίπου του στόλου ιδιοκτησίας ελληνικών συμφερόντων.]

Αυτό που θέλω να τονίσω είναι ότι η ελληνική εμπορική ναυτιλία αποτελεί υπόδειγμα κλάδου που έχει κατορθώσει να διατηρήσει την ανταγωνιστικότητά του σε ένα κατ' εξοχήν δύσκολο και ανταγωνιστικό διεθνές περιβάλλον. Σε μια περίοδο συρρίκνωσης της δύναμης των περισσότερων ναυτιλιακών χωρών, είναι πραγματικά εντυπωσιακή η επίδοση αυτή, η οποία αντανακλά το δυναμισμό του Έλληνα ναυτιλιακού επιχειρηματία, τις σωστές επενδυτικές αποφάσεις και τη βαθιά γνώση των συνθηκών λειτουργίας της ναυλαγοράς, καθώς και το υψηλό επίπεδο κατάρτισης των ελληνικών πληρωμάτων αλλά και των στελεχών των ναυτιλιακών επιχειρήσεων στη στεριά και στη θάλασσα.

Το κύριο θέμα της σημερινής μου ομιλίας είναι βέβαια εξειδικευμένου ενδιαφέροντος, όσον αφορά τις επιμέρους λεπτομερείς ρυθμίσεις του νέου Συμφώνου της Βασιλείας, όμως έχει ευρύτερη σημασία, καθώς η εφαρμογή του Συμφώνου που αποβλέπει στην ενίσχυση της αποτελεσματικότητας της τραπεζικής εποπτείας για τη διασφάλιση της σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού τομέα της οικονομίας εκτιμάται ότι θα έχει επιπτώσεις που εκτείνονται πολύ πέραν της στενής έννοιας της εποπτείας.

Είναι κοινή διαπίστωση ότι ένα τραπεζικό σύστημα που είναι αποδοτικό και διαθέτει ισχυρή κεφαλαιακή βάση αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για τη διατήρηση της σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού τομέα και γενικότερα για την ελαχιστοποίηση των επιπτώσεων από δυσμενείς εξελίξεις του οικονομικού περιβάλλοντος. Οι βασικοί στόχοι του αρχικού Συμφώνου της Βασιλείας, που οριστικοποιήθηκε το 1988, ήταν η ισχυροποίηση της κεφαλαιακής βάσης των τραπεζών αλλά και η διασφάλιση ίσων όρων τραπεζικού ανταγωνισμού σε διεθνές επίπεδο, μέσω της καθιέρωσης ενός κοινώς αποδεκτού εποπτικού πλαισίου για την κεφαλαιακή επάρκεια των τραπεζών. Το Σύμφωνο αυτό, προσδιορίζοντας τα στοιχεία και την ποιότητα των ιδίων κεφαλαίων των τραπεζών και ομαδοποιώντας σε βασικές κατηγορίες τα εντός και εκτός ισολογισμού στοιχεία τους, ανάλογα με τον τεκμαιρόμενο πιστωτικό κίνδυνο που εμπεριέχουν, διαμορφώνει το συντελεστή κεφαλαιακής επάρκειας (8%), που αποτελεί ταυτόχρονα διεθνές μέτρο σύγκρισης της φερεγγυότητας αλλά και το ελάχιστο αποδεκτό επίπεδο κεφαλαιακής κάλυψης κινδύνων. Η διεθνής αποδοχή του Συμφώνου υπήρξε εντυπωσιακή και ειδικά στην περίπτωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης αντίστοιχες διατάξεις ενσωματώθηκαν στο κοινοτικό θεσμικό πλαίσιο της τραπεζικής εποπτείας, με αποτέλεσμα αναμφισβήτητη ενίσχυση της φερεγγυότητας των τραπεζών κατά την προηγούμενη και τρέχουσα δεκαετία.

 Μεταγενέστερα το Σύμφωνο της Βασιλείας συμπληρώθηκε προκειμένου να καλύψει με κεφαλαιακές απαιτήσεις και τον κίνδυνο αγοράς, ο οποίος εμπεριέχεται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών των τραπεζών και συνδέεται με μεταβολές επιτοκίων, συναλλαγματικών ισοτιμιών και τιμών μετοχών. Έτσι, ο ελάχιστος απαιτούμενος συντελεστής κεφαλαιακής επάρκειας, προκύπτει μετά και το συνυπολογισμό του κινδύνου αυτού. Επιπλέον για την κεφαλαιακή κάλυψη του κινδύνου αγοράς εκτός από την τυποποιημένη μέθοδο για τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων με βάση εποπτικά καθοριζόμενες παραμέτρους και μεθόδους, παρασχέθηκε στις τράπεζες η δυνατότητα, υπό αυστηρές προϋποθέσεις και με συντηρητικές και προκαθορισμένες παραδοχές, να χρησιμοποιούν δικά τους εσωτερικά υποδείγματα για τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων. Με αυτό τον τρόπο αναγνωρίστηκε η πρόοδος που έχουν επιτύχει οι μεγάλες, κυρίως, τράπεζες στην εγκατάσταση αξιόπιστων συστημάτων μέτρησης και διαχείρισης του κινδύνου αγοράς. Ορισμένες ελληνικές τράπεζες έχουν πραγματοποιήσει σημαντική πρόοδο και στον τομέα αυτό.

Ήδη, όμως, από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 είχαν καταστεί φανερές ορισμένες ελλείψεις και αδυναμίες του υφιστάμενου Συμφώνου. Ειδικότερα η ανάπτυξη νέων σύνθετων τραπεζικών προϊόντων, όπως η τιτλοποίηση απαιτήσεων, προκάλεσε ανησυχίες όσον αφορά την επάρκεια του παρόντος εποπτικού πλαισίου. Επιπλέον, οι εποπτικές αρχές δεν μπορούν να παραγνωρίσουν τη χρήση σύγχρονων συστημάτων διαχείρισης κινδύνων από τις τράπεζες, που βασίζονται σε εξελιγμένες χρηματοοικονομικές τεχνικές, τη χρήση των διευρυμένων δυνατοτήτων της πληροφορικής για τη συλλογή και επεξεργασία στοιχείων, αλλά και τη μειωμένη ακρίβεια στην αντιμετώπιση κινδύνων που προέβλεπε η θεσμοθετημένη ομαδοποίηση των δανείων σε λίγες μόνο κατηγορίες κινδύνου.

Εν συντομία θα αναφέρω ορισμένες από τις βασικότερες ελλείψεις και αδυναμίες του υφιστάμενου Συμφώνου:

1. Η ομαδοποίηση στις κατηγορίες στάθμισης για τον πιστωτικό κίνδυνο ήταν πολύ συγκεντρωτική και ως ένα βαθμό αυθαίρετη, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει επαρκής διαφοροποίηση με βάση τον πραγματικό πιστωτικό κίνδυνο κάθε χρηματοδοτικού ανοίγματος.

2. Δεν λαμβάνονταν υπόψη οι λοιποί κίνδυνοι και ειδικώτερα, ο λειτουργικός κίνδυνος, δηλαδή κίνδυνος από ανεπάρκεια των πληροφορικών συστημάτων, λάθη κατά τη διεκπεραίωση των συναλλαγών, κατάχρηση κλπ, αλλά εμμέσως εθεωρείτο ότι οι κεφαλαιακές απαιτήσεις για τον πιστωτικό και τον κίνδυνο αγοράς κάλυπταν και τους λοιπούς κινδύνους.

3. Η εποπτική αντιμετώπιση ορισμένων τεχνικών και προϊόντων δεν ήταν επαρκώς εξειδικευμένη. Ενδεικτικά αναφέρω την τιτλοποίηση απαιτήσεων και τα πιστωτικά παράγωγα, τεχνικές που έχουν σημειώσει σημαντική ανάπτυξη ως μέσα μεταφοράς πιστωτικού κινδύνου στην αγορά ή σε άλλες εταιρίες, κυρίως τράπεζες και ασφαλιστικές.

4. Το Σύμφωνο όχι μόνο δεν παρείχε κίνητρα στις τράπεζες να αναπτύξουν βελτιωμένα συστήματα διαχείρισης κινδύνων αλλά, αντίθετα, αφενός ενθάρρυνε σε ορισμένες περιπτώσεις την τυπική μόνο συμμόρφωση προς τις διατάξεις και, αφετέρου, υποχρέωνε τις τράπεζες που είχαν αξιόπιστα συστήματα υπολογισμού του πιστωτικού κινδύνου και των απαιτουμένων για την κάλυψή του κεφαλαίων να προβαίνουν σε διπλό υπολογισμό κεφαλαιακών απαιτήσεων, ένα για εσωτερική χρήση και ένα για συμμόρφωση με τις εποπτικές διατάξεις.

Η συνειδητοποίηση των αδυναμιών του υφιστάμενου Συμφώνου αλλά και η πίεση της αγοράς οδήγησε στην έναρξη των εργασιών για την αναθεώρησή του από την Επιτροπή Τραπεζικής Εποπτείας της Βασιλείας και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία όφειλε να αναθεωρήσει τις Οδηγίες περί κεφαλαιακής επάρκειας οι οποίες σε αντίθεση με τις συστάσεις της Επιτροπής της Βασιλείας είναι υποχρεωτικές.

Κύριοι στόχοι του αναθεωρημένου Συμφώνου είναι:

1) Η αντιστοίχηση, κατά το δυνατόν, των ιδίων κεφαλαίων των τραπεζών με τον πιστωτικό κίνδυνο, που πράγματι εμπεριέχεται σε κάθε χρηματοδοτικό άνοιγμα.

2) Η διεύρυνση των εποπτικά αναγνωριζόμενων μέσων και τεχνικών αντιστάθμισης ή μεταφοράς των πιστωτικών κινδύνων.

3) Ο καθορισμός συγκεκριμένων κεφαλαιακών απαιτήσεων για την κάλυψη του λειτουργικού κινδύνου.

4) Η ενθάρρυνση των τραπεζών για τη χρήση εσωτερικών συστημάτων μέτρησης και διαχείρισης του πιστωτικού κινδύνου.

5) Ο προσδιορισμός βασικών αρχών και κριτηρίων που θα διέπουν τη διαδικασία αξιολόγησης από τις εποπτικές αρχές της πολιτικής και των μηχανισμών των τραπεζών για τη διασφάλιση της κεφαλαιακής τους επάρκειας. Η αξιολόγηση αυτή θα λαμβάνει υπόψη τη φύση και το εύρος των δραστηριοτήτων των εποπτευόμενων πιστωτικών ιδρυμάτων και το είδος και ύψος των σχετικών κινδύνων που αναλαμβάνουν.

6) Η ενίσχυση της αρχής της πειθαρχίας που η αγορά επιβάλει στα πιστωτικά ιδρύματα μέσω της υποχρεωτικής δημοσιοποίησης ποιοτικών και ποσοτικών στοιχείων που να επιτρέπουν την αντικειμενική αξιολόγηση της κεφαλαιακής επάρκειας και της αποτελεσματικότητας των συστημάτων διαχείρισης κινδύνων. Η αξιολόγηση αυτή από την αγορά ουσιαστικά προσδιορίζει και το κόστος δανεισμού των τραπεζών και κατά συνέπεια και την επιτοκιακή πολιτική έναντι των πελατών.

Ο χρόνος της ομιλίας μου, δεν επιτρέπει να επιχειρήσω μια ολοκληρωμένη παρουσίαση του σχεδίου του νέου Συμφώνου, το κείμενο του οποίου αριθμεί εκατοντάδες σελίδων και περιλαμβάνει πληθώρα τεχνικών θεμάτων. Θα ήθελα όμως να αναφερθώ στη διάρθρωση και σε ορισμένα σημαντικά στοιχεία του σχεδίου του αναθεωρημένου Συμφώνου. Το νέο Σύμφωνο της Βασιλείας απαρτίζεται από τρεις πυλώνες.

- Ο πρώτος πυλώνας αφορά τον καθορισμό ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων για την κάλυψη του πιστωτικού και του λειτουργικού κινδύνου.

- Ο δεύτερος πυλώνας αφορά τον καθορισμό του σκοπού στον οποίο θα αποβλέπει η διαδικασία της αξιολόγησης της κεφαλαιακής επάρκειας των τραπεζών από τις εποπτικές αρχές, καθώς και τη θέσπιση γενικών αρχών και κριτηρίων που θα διέπουν τη διαδικασία αυτή.

- Ο τρίτος πυλώνας αφορά την ενίσχυση της πειθαρχίας της αγοράς μέσω της δημοσιοποίησης συγκεκριμένων ποιοτικών και ποσοτικών στοιχείων.

Ως προς τον πρώτο πυλώνα, ενώ δεν επιχειρείται τροποποίηση του υφιστάμενου πλαισίου όσον αφορά τα στοιχεία των ιδίων κεφαλαίων των τραπεζών και τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων για την κάλυψη του κινδύνου αγοράς, τροποποιείται ριζικά η εποπτική αντιμετώπιση του πιστωτικού κινδύνου και προστίθενται για πρώτη φορά ειδικές κεφαλαιακές απαιτήσεις για την κάλυψη του λειτουργικού κινδύνου. Ειδικότερα:

Για τον πιστωτικό κίνδυνο καθιερώνονται τρεις εναλλακτικές μέθοδοι υπολογισμού.

- Η "τυποποιημένη προσέγγιση", αποτελεί φυσική συνέχεια της υφιστάμενης μεθοδολογίας αλλά διαφοροποιείται κυρίως όσον αφορά (ι)την αύξηση του αριθμού των κατηγοριών κατάταξης για τη στάθμιση των χρηματοδοτικών ανοιγμάτων (ii) το ρόλο των διαβαθμίσεων από αναγνωρισμένες εταιρίες πιστοληπτικής αξιολόγησης για την κατάταξη των δανείων και εν γένει των πιστοδοτήσεων σε συγκεκριμένη κατηγορία στάθμισης και (ιιι) τη διεύρυνση των μέσων και τεχνικών που λειτουργούν ως αντιστάθμισμα για τη μείωση του πιστωτικού κινδύνου που αναλαμβάνουν οι τράπεζες (εγγυήσεις, κλπ).

- Η δεύτερη μέθοδος, η αποκαλούμενη "θεμελιώδης προσέγγιση εσωτερικών διαβαθμίσεων", αποτελεί καινοτομία σε σχέση με το ισχύον Σύμφωνο, καθότι στηρίζεται σε σημαντικό βαθμό στα συστήματα των ιδίων των τραπεζών για την κατάταξη των πελατών τους σε διακριτές κατηγορίες πιστωτικού κινδύνου, με βάση την εκτιμώμενη πιθανότητα αθέτησης των υποχρεώσεών τους. Η πιθανότητα αθέτησης πρέπει να υπολογίζεται και με βάση ιστορικά, στατιστικά, στοιχεία των τραπεζών ή συγκρίσιμα στοιχεία φορέων, όπως οι εταιρίες πιστοληπτικής αξιολόγησης. Πρόσθετοι ειδικές παράμετροι, όπως η πιθανή ζημία σε περιπτώσεις αθέτησης, (απόδοση στα ελληνικά της έννοιας credit default) θα καθορίζονται από τις διατάξεις του Συμφώνου στην περίπτωση που χρησιμοποιείται η μέθοδος αυτή.

Στην Τρίτη μέθοδο, την αποκαλούμενη "προηγμένη προσέγγιση εσωτερικών διαβαθμίσεων", που αποτελεί προέκταση της δεύτερης, όλες οι προαναφερθείσες παράμετροι καθορίζονται από τις ίδιες τις τράπεζες. Ο υψηλός βαθμός εξειδίκευσης που απαιτείται για τη επιτυχή εφαρμογή της συγκεκριμένης μεθόδου οδηγεί στην εκτίμηση ότι σε πρώτη φάση θα υιοθετηθεί κυρίως από μεγάλες και προηγμένες τράπεζες, με σκοπό την ελάφρυνση των απαιτούμενων εποπτικών ιδίων κεφαλαίων που αφορούν την κάλυψη του πιστωτικού κινδύνου. Αναμένεται, όμως, ότι στη συνέχεια όλο και περισσότερες τράπεζες θα προχωρήσουν στην υιοθέτηση της προηγμένης μεθόδου για να εκμεταλλευτούν τα πλεονεκτήματα που προσφέρει.

Βεβαίως η χρήση της δεύτερης και ιδίως της τρίτης μεθόδου για τον προσδιορισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων έναντι του πιστωτικού κινδύνου θα είναι δυνατή μόνο εφόσον πληρούνται κάποιες προϋποθέσεις και κριτήρια, προκειμένου τα αποτελέσματα από τη χρήση των μεθόδων αυτών να διαθέτουν την απαιτούμενη αξιοπιστία.

Αναγνωρίζοντας τις ιδιαιτερότητες ορισμένων κατηγοριών χρηματοδοτικών ανοιγμάτων, το σχέδιο του νέου Συμφώνου προβλέπει διαφοροποίηση των συντελεστών στάθμισης ορισμένων ειδικών κατηγοριών όπως στεγαστικά δάνεια, καταναλωτικά δάνεια, τοποθετήσεις σε μετοχικούς τίτλους κλπ. Ενώ περιέχει ειδικές διατάξεις για την τιτλοποίηση στοιχείων ενεργητικού.

Για τον προσδιορισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων έναντι του λειτουργικού κινδύνου ακολουθείται μεθοδολογική προσέγγιση παρόμοια με αυτή για τον πιστωτικό κίνδυνο. Δηλαδή και εδώ καθιερώνονται τρεις εναλλακτικές μέθοδοι υπολογισμού των κεφαλαιακών απαιτήσεων, οι οποίες κλιμακώνονται διαδοχικά από την πλέον απλή μέχρι την πλέον προηγμένη. Πιο συγκεκριμένα, η βασική μέθοδος υπολογίζει την κεφαλαιακή απαίτηση εφαρμόζοντας ένα συντελεστή στάθμισης επί των συνολικών ακαθάριστων εσόδων της κάθε τράπεζας, ενώ η πιο προηγμένη στηρίζεται στα αποτελέσματα εσωτερικών συστημάτων και στοιχείων της ίδιας της τράπεζας. Είναι ευνόητο ότι, για να επιτραπεί η χρήση της τρίτης αυτής μεθόδου, πρέπει να πληρούνται αυστηρές προϋποθέσεις και κριτήρια.

Θα ήθελα τώρα να αναφερθώ εν συντομία στους άλλους δύο πυλώνες του νέου Συμφώνου.

Ο δεύτερος πυλώνας, που αφορά την διαδικασία εποπτικής αξιολόγησης, αποτελεί αναγκαίο συμπλήρωμα του πρώτου πυλώνα. Η Επιτροπή της Βασιλείας έκρινε ότι οι ιδιαιτερότητες της κάθε τράπεζας που σχετίζονται με το είδος και εύρος των εργασιών της, τους αναλαμβανόμενους τραπεζικούς κινδύνους και την αποτελεσματικότητα της πολιτικής καθορισμού των απαιτούμενων ιδίων κεφαλαίων χρήζουν εξειδικευμένης αξιολόγησης. Αυτό σημαίνει ότι σε ορισμένες περιπτώσεις τραπεζών τα ίδια κεφάλαια που ικανοποιούν τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις του πρώτου πυλώνα δεν προσφέρουν επαρκές περιθώριο ασφαλείας, ιδίως σε ένα ευμετάβλητο οικονομικό περιβάλλον. Σε αυτές τις περιπτώσεις οι εποπτικές αρχές θα πρέπει να έχουν την ευχέρεια, με βάση τα συμπεράσματα της εποπτικής αξιολόγησης, να καθορίζουν συντελεστή κεφαλαιακής επάρκειας υψηλότερο του ελαχίστου. Πάντως, θα πρέπει να τονίσω ότι η αύξηση των ιδίων κεφαλαίων δεν αναιρεί αυτονόητα την ανάγκη βελτίωσης της πολιτικής και των εσωτερικών συστημάτων των τραπεζών προκειμένου να αποτρέπεται η διάβρωσή τους από ελαστικές πολιτικές, ιδίως από ανεπαρκή τιμολόγηση των κινδύνων που η πίεση του ανταγωνισμού μπορεί να επιβάλει.

Ο τρίτος πυλώνας στοχεύει στην ενίσχυση της πειθαρχίας της αγοράς μέσω της δημοσιοποίησης στοιχείων και πληροφοριών που κρίνονται αναγκαία από την Επιτροπή της Βασιλείας για την ορθή εκτίμηση της κεφαλαιακής επάρκειας των τραπεζών σε συνάρτηση με το είδος και το ύψος των αναλαμβανόμενων κινδύνων και την ακολουθούμενη από κάθε τράπεζα διαδικασία για την παρακολούθηση και διαχείρισή τους.

Μέχρι τώρα η Επιτροπή της Βασιλείας έχει συντάξει τρία διαδοχικά σχέδια του νέου Συμφώνου, γεγονός που υποδηλώνει τη δυσκολία του εγχειρήματος, αφού το σχέδιο υπήρξε αντικείμενο διαβουλεύσεων από εθνικές εποπτικές αρχές, ενώσεις τραπεζών και μεμονωμένες τράπεζες, πανεπιστημιακούς και άλλους ενδιαφερόμενους που υποστήριξαν, με επιτυχία θα πρέπει να ομολογήσω, την ανάγκη προσαρμογής. Σε αυτό συνετέλεσε η εκπόνηση τριών διαδοχικών μελετών για την εκτίμηση των ποσοτικών επιπτώσεων του νέου Συμφώνου στην κεφαλαιακή επάρκεια των τραπεζών, στις οποίες συμμετείχε ένα μεγάλο δείγμα τραπεζών από πολλές χώρες, περιλαμβανομένων και ορισμένων ελληνικών τραπεζών.

Η Επιτροπή της Βασιλείας μετά τις διαβουλεύσεις και τα συμπεράσματα των μελετών ποσοτικών επιπτώσεων θα ρυθμίσει ορισμένα εκκρεμή ειδικά θέματα και εντός του α΄ εξαμήνου του 2004 να οριστικοποιήσει το νέο Σύμφωνο. Η έναρξη εφαρμογής του νέου Συμφώνου τοποθετείται στο τέλος του 2006. Σε παράλληλη τροχιά κινείται και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την αναμόρφωση των υφιστάμενων σχετικών Οδηγιών. Σε αντίθεση όμως με το νέο Σύμφωνο, που κατ' αρχήν απευθύνεται στις μεγάλες διεθνείς τράπεζες των χωρών του G-10, οι αναθεωρημένες Οδηγίες που προωθεί η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα έχουν υποχρεωτική εφαρμογή στο σύνολο των τραπεζών και των πιστωτικών ιδρυμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Θεωρώ όμως ότι παρά το διαφοροποιημένο, τυπικό, πεδίο εφαρμογής η αγορά θα επιβάλει τη σύγκλιση σε μεγαλύτερο του αναμενόμενου βαθμού. Εδώ προκύπτουν σημαντικές προκλήσεις για τις τράπεζες και τις εποπτικές αρχές.

Πεποίθηση μου είναι ότι το νέο Σύμφωνο κινείται στη σωστή κατεύθυνση, παρά την κριτική που ασκήθηκε κατά τις διαβουλεύσεις ως προς ορισμένες από τις διατάξεις του ή τις δυσκολίες εφαρμογής που πηγάζουν από την αναπόφευκτη πολυπλοκότητά του αφού, όπως προανέφερα, είναι ειδικά σχεδιασμένο να μετρήσει με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια τους κινδύνους όλων των κατηγοριών πελατών προκειμένου να προσδιορίσει ρεαλιστικά με τις αντίστοιχες κεφαλαιακές απαιτήσεις.

Στη βάση αυτή το νέο Σύμφωνο θα επιφέρει ουσιαστικές αλλαγές και η εφαρμογή του θα απαιτήσει σημαντική προσπάθεια και διάθεση πόρων τόσο από τις τράπεζες όσο και από τις εποπτικές αρχές.

Πέραν από την πολυπλοκότητα η κριτική αναφέρεται στη πιθανότητα ότι το νέο Σύμφωνο θα ενισχύσει πολιτικές των τραπεζών που επιτείνουν τον οικονομικό κύκλο. Θεωρώ ότι παρόμοιες ενέργειες, δηλαδή ο περιορισμός των πιστώσεων σε περίοδο οικονομικής επιβράδυνσης, δεν είναι καινούριο φαινόμενο. Αντίθετα αποτελούν φυσιολογική αντίδραση των τραπεζών όταν υποβαθμίζεται η πιστοληπτική ικανότητα των πελατών τους. Άλλωστε, οι τράπεζες, υπό την πίεση και της διαδικασίας εποπτικής αξιολόγησης που προβλέπεται στο νέο Σύμφωνο, θα χρειαστεί να υιοθετήσουν πολιτική ενίσχυσης της κεφαλαιακής τους βάσης κατά την ανοδική φάση του οικονομικού κύκλου, ώστε να διαθέτουν επαρκές περιθώριο ασφαλείας κατά την καθοδική φάση. Αποτελεί όμως θετική εξέλιξη ότι οι διαδοχικές προσαρμογές του αρχικού σχεδίου αμβλύνουν τον κυκλικό παράγοντα με το να κάνουν περισσότερο επίπεδη την καμπύλη των κεφαλαιακών απαιτήσεων στις διαφορές διαβάθμισης του πιστωτικού κινδύνου. Αυτή η προσαρμογή έχει ιδιαίτερη σημασία γιατί η αύξηση των κεφαλαιακών απαιτήσεων σε συνάρτηση με τη βαθμίδα κινδύνου είναι πολλαπλασιαστική και όχι αθροιστική. Πάντως οι όποιες επιπτώσεις θα είναι μάλλον σταδιακές παρά άμεσες.

Για τη διασφάλιση ίσων όρων διεθνούς τραπεζικού ανταγωνισμού και την επίτευξη των στόχων του νέου Συμφώνου, ιδίως όσον αφορά τις διατάξεις για τη διαδικασία αξιολόγησης από τις εποπτικές αρχές, είναι απολύτως αναγκαίο να υπάρξει ομοιομορφία κατά την εφαρμογή του, μέσω της μεγαλύτερης δυνατής σύγκλισης των εποπτικών τεχνικών και πρακτικών διεθνώς. Προς το σκοπό αυτό, η Επιτροπή της Βασιλείας έχει συστήσει Ομάδα Εφαρμογής του Συμφώνου ενώ η νέα διάθρωση των Επιτροπών που αποτελούνται από τις εποπτικές αρχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης εκτιμάται ότι θα συμβάλλουν στην κατεύθυνση αυτή. Όπως έχω επισημάνει πολλές φορές η υιοθέτηση από την Τράπεζα της Ελλάδος των βέλτιστων πρακτικών αποτελεί πρώτη προτεραιότητά της. Αντίστοιχη πρακτική θεωρώ ότι θα ακολουθήσουν όλες οι εποπτικές αρχές.

Όσον αφορά τις επιπτώσεις του νέου Συμφώνου στην κεφαλαιακή θέση των τραπεζών, στόχος της Επιτροπής της Βασιλείας κατά τον καθορισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων είναι, να μην προκύψει ανάγκη ουσιαστικής αύξησης των ιδίων κεφαλαίων για τη συμμόρφωση προς τις νέες ρυθμίσεις. Όμως για συγκεκριμένες τράπεζες ή ομάδες τραπεζών η επίπτωση δεν θα είναι ουδέτερη. Ειδικότερα:

- Οι τράπεζες που θα ακολουθήσουν τις τυποποιημένες μεθόδους για τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων και έχουν τοποθετήσεις σχετικά υψηλού κινδύνου, πιθανότατα θα χρειαστεί να αυξήσουν τα ίδια κεφάλαιά τους. Αυτό γιατί η προσθήκη κεφαλαιακών απαιτήσεων για τον λειτουργικό κίνδυνο δεν αντισταθμίζεται από τις μειώσεις για τις λοιπές κατηγορίες κινδύνων και ιδιαίτερα από τον πιστωτικό κίνδυνο για τα δάνεια λιανικής τραπεζικής και τα ενυπόθηκα όπου εκτιμάται ότι θα υπάρξει μείωση των κεφαλαιακών απαιτήσεων.

- Αντίθετα, τράπεζες που θα είναι σε θέση να εφαρμόσουν τις πιο εξελιγμένες μεθόδους των εσωτερικών διαβαθμίσεων και έχουν ποιοτικό χαρτοφυλάκιο τοποθετήσεων θα έχουν συνολικά κεφαλαιακή ελάφρυνση. Αυτό άλλωστε συνειδητά επεδίωξε η Επιτροπή της Βασιλείας, προκειμένου να υπάρξει κίνητρο για τις τράπεζες σταδιακά να μεταπηδήσουν από τις απλές στις εξελιγμένες μεθόδους που ανταποκρίνονται στη βέλτιστη πρακτική.

Γενικά, η Επιτροπή της Βασιλείας δεν προσδοκά ότι σε παγκόσμιο επίπεδο το σύνολο των εθνικών εποπτικών αρχών και των τραπεζών θα είναι σε θέση να εφαρμόσουν από το 2007 τις νέες ρυθμίσεις. Σταδιακά όμως η εφαρμογή του αναθεωρημένου Συμφώνου, που θα αποτελεί πλέον το ισχύον πρότυπο για την άσκηση της τραπεζικής εποπτείας, αναμένεται να επεκταθεί στο σύνολο σχεδόν των χωρών, υπό την πίεση του ανταγωνισμού σε ένα παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον. Ειδικά για τις τράπεζες των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι αντίστοιχες αναθεωρημένες Οδηγίες για την κεφαλαιακή επάρκεια θα έχουν άμεση υποχρεωτική εφαρμογή από το 2007.

 Ήδη οι διεθνείς τράπεζες των χωρών του G-10 και οι τράπεζες των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν ξεκινήσει τη σχετική προετοιμασία. Μια σημαντική παράμετρος στην εφαρμογή του πλαισίου είναι να διευκρινισθούν περαιτέρω οι επιπτώσεις από την αμοιβαία εγκατάσταση τραπεζών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ΗΠΑ, καθώς οι αρχές των ΗΠΑ προτίθενται να εφαρμόσουν μόνο τις εξελιγμένες μεθοδολογίες για τις τράπεζες που δραστηριοποιούνται διεθνώς ενώ για τις λοιπές δεν θα εφαρμοσθούν οι λοιπές μέθοδοι. Αντίστοιχα και οι εποπτικές αρχές ήδη προσαρμόζουν, όπου αυτό είναι αναγκαίο, την οργάνωση και την εποπτική μεθοδολογία τους, ακόμη και στις περιπτώσεις που θα εφαρμοστούν αρχικά οι απλούστερες μέθοδοι τόσο για να είναι σε θέση να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις του δεύτερου και του τρίτου πυλώνα του Συμφώνου όσο και για να προετοιμαστούν για τις πιο εξελιγμένες μεθόδους στην υιοθέτηση των οποίων η πίεση του ανταγωνισμού αναμένεται να οδηγήσει.

Εκτός από τις τράπεζες εκτιμάται ότι θα υπάρξουν επιπτώσεις και στις δανειολήπτριες εταιρείες. Πιο συγκεκριμένα η κατάταξη των πιστούχων σε κατηγορίες πιστωτικού κινδύνου, που θα συνδέονται με την πιθανότητα αθέτησης των υποχρεώσεων τους, θα συμβάλει στην ορθολογική αποτίμηση και τιμολόγηση του αναλαμβανόμενου, από την τράπεζα, πιστωτικού κινδύνου. Συνεπώς, το μέτρο αυτό αναμένεται να ωθήσει τις εταιρείες χαμηλού κινδύνου να λάβουν (διαβάθμιση) rating από κάποια αναγνωρισμένη εταιρία πιστοληπτικής αξιολόγησης ή να συνεργαστούν με τράπεζες που έχουν υιοθετήσει τις πιο προηγμένες μεθόδους αξιολόγησης πιστωτικού κινδύνου, με απώτερο σκοπό τη μείωση του κόστους των δανειακών τους κεφαλαίων. Αυτή η προοπτική απαιτεί και αναβάθμιση της οργάνωσης και απεικόνισης των οικονομικών δεδομένων των επιχειρήσεων.

Θα ήθελα να επισημάνω στο σημείο αυτό ότι έναντι του αρχικού σχεδίου σημαντική βελτίωση σημειώθηκε στην αντιμετώπιση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων καθώς, όπως προκύπτει από τις εκτιμήσεις, γενικά θα μειωθούν οι απαιτούμενες κεφαλαιακές απαιτήσεις όπως και στη λιανική εν γένει τραπεζική (λόγω της στάθμισης 75% έναντι 100% σήμερα).

Όσον αφορά την ελληνική πραγματικότητα, η Τράπεζα της Ελλάδος διαπιστώνει ότι υπάρχει αρκετή διαφοροποίηση ως προς το βαθμό προετοιμασίας των διαφόρων τραπεζών. Ορισμένες από αυτές έχουν έγκαιρα συνειδητοποιήσει την ανάγκη προσαρμογής των εσωτερικών συστημάτων τους και έχουν προχωρήσει, άλλες περισσότερο και άλλες λιγότερο, στην υιοθέτηση μεθόδων εσωτερικών διαβαθμίσεων για τον υπολογισμό του πιστωτικού κινδύνου και των σχετικών κεφαλαιακών απαιτήσεων. Επισημαίνω ότι η δημιουργία ενός αναγνωρισμένου φορέα αξιολόγησης, ή η περαιτέρω αναβάθμιση υφιστάμενων φορέων που θα προχωρούσε στην πιστοληπτική κατάταξη των επιχειρήσεων στην Ελλάδα, θα συνέδραμε ουσιαστικά τις τράπεζες στην εφαρμογή τόσο της τυποποιημένης όσο και της θεμελιώδους προσέγγισης εσωτερικών διαβαθμίσεων με ευνοϊκές επιπτώσεις και στις ελληνικές επιχειρήσεις ως προς το κόστος των δανείων.

Από την πλευρά της, η Τράπεζα της Ελλάδος αφενός παρακολουθεί και ενθαρρύνει τις προσπάθειες των τραπεζών για επιτάχυνση των προσπαθειών αξιολόγησης των στατιστικών στοιχείων ώστε να υιοθετηθούν οι προηγμένες μέθοδοι όχι μόνο για λόγους φήμης αλλά κυρίως για λόγους ανταγωνισμού και ακριβέστερης μέτρησης του πιστωτικού κινδύνου. Εξυπακούεται ότι θα γίνει στάθμιση του οφέλους και του κόστους προσαρμογής που δεν είναι ασήμαντο. Επιπλέον η ίδια προσαρμόζει σταδιακά και τις δικές της μεθόδους για την άσκηση της τραπεζικής εποπτείας. Ήδη έχει υιοθετηθεί νέο οργανόγραμμα της αρμόδιας για την εποπτεία διεύθυνσης της Τράπεζας της Ελλάδος, το οποίο είναι καλύτερα προσαρμοσμένο στις σημερινές απαιτήσεις για την άσκηση αποτελεσματικής εποπτείας επί των τραπεζών και των λοιπών εποπτευόμενων από αυτή επιχειρήσεων. Επιπλέον η τράπεζα δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην ενημέρωση και εκπαίδευση του υφιστάμενου ανθρώπινου δυναμικού της, που από κοινού με εξειδικευμένους επαγγελματίες που προσλαμβάνονται από την αγορά θα αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις που θέτει η εφαρμογή του καινούργιου πλαισίου και γενικότερα η άσκηση εποπτείας με βάση τις βέλτιστες διεθνείς πρακτικές.

Κλείνοντας την ομιλία μου, θα ήθελα να τονίσω ότι στο σημερινό ευμετάβλητο παγκοσμιοποιημένο οικονομικό περιβάλλον η διασφάλιση της σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού τομέα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία ως μια από τις βασικές προϋποθέσεις για την προστασία της εθνικής οικονομίας από κλυδωνισμούς. Η επιτυχής εφαρμογή του νέου Συμφώνου θεωρώ ότι θα αυξήσει την αποτελεσματικότητα της τραπεζικής εποπτείας και έτσι θα συμβάλει ουσιαστικά στη διασφάλιση της σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού τομέα. Τόσο οι τράπεζες όσο και οι εποπτικές αρχές αλλά και οι επιχειρήσεις θα πρέπει έγκαιρα και συστηματικά να προβούν στις απαραίτητες προσαρμογές, ώστε να μπορέσουν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις του νέου Συμφώνου και έτσι να ισχυροποιήσουν την ανταγωνιστική θέση του τραπεζικού συστήματος και την ανθεκτικότητά του σε περιόδους κρίσεων.

Σας ευχαριστώ.

​​ 
Αυτό το website χρησιμοποιεί cookies για την βελτιστοποίηση της εμπειρίας σας. Μάθετε περισσότερα
Αποδέχομαι