EN

Ομιλίες

Ομιλία του Διευθυντή της Διεύθυνσης Εποπτείας Πιστωτικού Συστήματος κ. Παναγιώτη Κυριακόπουλου "Εποπτικές αρμοδιότητες της Τράπεζας της Ελλάδος και αρμοδιότητες διαφάνειας συναλλαγών" στο συνέδριο του Υπουργείου Ανάπτυξης, 3-4 Φεβρουαρίου 2006

07/02/2006 - Ομιλίες

Ομιλία του κ. Π. Κυριακόπουλου, Διευθυντή

της Διεύθυνσης Εποπτείας Πιστωτικού Συστήματος

της Τράπεζας της Ελλάδος

στο συνέδριο που διοργάνωσε το Υπουργείο Ανάπτυξης

Γενική Γραμματεία Καταναλωτή (3-4 Φεβρουαρίου 2006)

με θέμα "Στρατηγική Καταναλωτή 2007-2013"

Θέμα ομιλίας: Εποπτικές αρμοδιότητες της Τράπεζας της Ελλάδος και αρμοδιότητες διαφάνειας συναλλαγών

Θα ήθελα να ευχαριστήσω το Υπουργείο Ανάπτυξης και ιδιαίτερα το ΓΓ Kαταναλωτή κ. Aθ. Σκορδά για την πρόσκληση, αλλά και την ευκαιρία που μου δίνεται να συμβάλω στο διάλογο από την άποψη της αρμοδιότητας της ΤτΕ για την εποπτεία των τραπεζών και της αρμοδιότητας καθορισμού ρυθμίσεων για τη λειτουργία τους, συμπεριλαμβανομένης και της αρμοδιότητας της διαφάνειας των συναλλαγών.

Η συμβολή στο δημιουργικό διάλογο που πολλές φορές είναι το ζητούμενο συμβάλλει κατά την άποψή μου:

· στην καταγραφή των προβλημάτων, των ατελειών και των ελλείψεων του συστήματος,

· στην κατανόηση όλων των παραγόντων που δημιουργούν το πλαίσιο που λειτουργεί το τραπεζικό σύστημα, ώστε να καταστούν πιο συντονισμένες και αποτελεσματικές οι δράσεις της πολιτείας, των εποπτικών φορέων, των καταναλωτών και των φορέων της αγοράς, υπηρετώντας βέβαια ο κάθε φορέας την κύρια αρμοδιότητά του.

Στο πλαίσιο αυτό, η σημερινή παρέμβασή μου θα επικεντρωθεί:

Ι) Στις αρμοδιότητες της ΤτΕ ως προς την εποπτεία των τραπεζών(η ΤτΕ εποπτεύει και άλλες κατηγορίες χρηματοδοτικών ιδρυμάτων) και τη διαφάνεια των συναλλαγών.

ΙΙ) Στο οικονομικό και νομισματικό περιβάλλον στο οποίο ασκείται η λειτουργία αυτή.

ΙΙΙ) Στις ενέργειες της ΤτΕ στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της.

ΙV) Στις κατά την άποψή μου αδυναμίες.

V) Ορισμένες σκέψεις για το άμεσο και απώτερο μέλλον.

Α. Αρμοδιότητες

1. Εποπτεία

Επιτρέψτε μου να αρχίσω με την εποπτεία.

Κατ' αρχήν, το ότι το ευρύ κοινό έχει εμπιστοσύνη στη φερεγγυότητα του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, στο οποίο εμπιστεύεται τις αποταμιεύσεις του και τα άλλα επιστρεπτέα κεφάλαιά του, εκτίμηση που αντανακλάται και στις εκθέσεις των διεθνών οργανισμών, όπως και την ασκούμενη εποπτεία, αποτελεί θετικό γεγονός.

Εξάλλου, η ανάγκη διατήρησης της εμπιστοσύνης των καταθετών είναι ένας από τους λόγους που η πολιτεία, η κυβέρνηση και το κοινοβούλιο, αναθέτουν την εποπτεία σε ανεξάρτητους φορείς, οι οποίοι λογοδοτούν στο κοινοβούλιο.

Σύμφωνα με το Καταστατικό της ΤτΕ, στόχος της εποπτείας είναι η σταθερότητα και η αποτελεσματικότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος, ενώ αποβλέπει και στη διαφάνεια των διαδικασιών και των όρων συναλλαγών.

Τι σημαίνει όμως κάθε ένας από αυτούς τους στόχους και πώς αυτοί εφαρμόζονται;

Η ΤτΕ ελέγχει τη φερεγγυότητα και την κεφαλαιακή επάρκεια, τη συγκέντρωση κινδύνων, τη ρευστότητα, το σύστημα εσωτερικού ελέγχου των τραπεζών και άλλους παράγοντες κινδύνου. Με αυτόν τον τρόπο διασφαλίζει, ότι λαμβάνουν άδεια και στη συνέχεια λειτουργούν τράπεζες, οι οποίες είναι οικονομικά εύρωστες και υπόκεινται σε χρηστή και συνετή διαχείριση από κατάλληλα πρόσωπα

 Έτσι, το πλαίσιο αποβλέπει στην προστασία των καταθετών που εμπιστεύονται τις καταθέσεις τους στις τράπεζες και αναμένουν να τους επιστραφούν στο ακέραιο.

Είναι γενικά αποδεκτό ότι το ευρύ αποταμιευτικό κοινό, ιδίως οι "μικροί" καταθέτες, δεν διαθέτουν την απαιτούμενη γνώση και εξειδίκευση για να αξιολογήσουν τη φερεγγυότητα, τη ρευστότητα και, εν τέλει, την πιθανότητα επιστροφής της κατάθεσης ή την επίπτωση επί της φερεγγυότητας των νέων μορφών κινδύνων, όπως τα hedge funds, τα credit derivatives ή νέων εννοιών που προστέθηκαν πρόσφατα στο εποπτικό λεξιλόγιο, όπως η πιθανότητα αστοχίας ή η αναμενόμενη ζημιά.

Όμως πέραν από την περίπτωση αφερεγγυότητας μίας μεμονωμένης τράπεζας, περιορίζεται και ο συστημικός κίνδυνος που μπορεί να προκύψει από τη μετάδοση του τυχόν προβλήματος αφερεγγυότητας μιας τράπεζας στο σύνολο του χρηματοπιστωτικού συστήματος

 Ένα αρνητικό γεγονός αυτού του είδους, θα επέφερε σημαντικές ζημιές για τους καταθέτες και τους μετόχους μιας τράπεζας, αλλά και για τους λοιπούς συμμετέχοντες στις αγορές και, ανάλογα με την κλίμακα του προβλήματος, θα μπορούσε να έχει οδυνηρές συνέπειες για το σύνολο της οικονομίας

 Έρευνες σε παγκόσμιο επίπεδο έχουν δείξει ότι το δημοσιονομικό κόστος για την επίλυση καθαρά τραπεζικών κρίσεων την τελευταία 25ετία έχει ανέλθει κατά μέσο όρο σε 4,5% του ΑΕΠ, ενώ το κόστος σε όρους ανάπτυξης κυμάνθηκε από 6 έως 8 εκατοστιαίες μονάδες αντίστοιχα. Οι κρίσεις αυτές είχαν ως χαρακτηριστικό το υψηλό επίπεδο καθυστερούμενων δανείων της τάξεως του 18% (financial stability review 2001 - FSA σελ. 150).

Οι κρίσεις στην Ισπανία 1980, Σκανδιναβία 1990, Ρωσία 1998 κλπ δεν οφείλονταν μόνο σε μεμονωμένες τράπεζες αλλά άγγιξαν σχεδόν το σύνολο του τραπεζικού τους συστήματος.

Ειδικά η κρίση στη Σκανδιναβία προήλθε από το συνδυασμό της νομισματικής και συναλλαγματικής πολιτικής που ασκείτο και τη λανθασμένη διαχείριση του πιστωτικού κινδύνου από την πλευρά των τραπεζών.

Στη Σουηδία το δημόσιο κατέβαλε 90 δισεκ. κορώνες ή περίπου 10 δισεκ. Ευρώ ( τα ίδια κεφάλαια των τραπεζών στην Ελλάδα εκτιμώνται σε 15 δισεκ. ευρώ, περίπου).

Όταν οι rating agencies αξιολογούν την ελληνική οικονομία στο σύνολό της και συζητούν τη διαχείριση του πιστωτικού κινδύνου από τα πιστωτικά ιδρύματα στην παρούσα φάση του οικονομικού κύκλου, αστοχίες αυτής της μορφής είναι μία από τις παραμέτρους.

2. Διαφάνεια

Όμως ο προσανατολισμός στη σταθερότητα του συστήματος δεν είναι πλήρης, εάν δεν συνοδεύεται από την ανάπτυξη κατάλληλου θεσμικού πλαισίου και υποδομών.

Ως αναπόσπαστο τμήμα των υποδομών, θεωρώ την προστασία των πελατών, καλύτερα των καταναλωτών τραπεζικών υπηρεσιών, ιδίως δε εκείνων που δεν έχουν τη δυνατότητα να αξιολογήσουν την πολύπλοκη φύση των υπηρεσιών που αγοράζουν και των κινδύνων που αναλαμβάνουν

 Έτσι, ένα ανεπτυγμένο και εύρυθμα λειτουργούν τραπεζικό σύστημα είναι απαραίτητο να διαθέτει θεσμικά εργαλεία, μέσω των οποίων θα διασφαλίζεται η αποτελεσματική παροχή υπηρεσιών και ένα αποδεκτό επίπεδο προστασίας των συναλλασσομένων.

Ποιο είναι όμως το εύρος της αρμοδιότητας που η πολιτεία έχει εκχωρήσει στην ΤτΕ. στον τομέα αυτό;

Η Τράπεζα της Ελλάδος έχει βάσει του Καταστατικού της, αρμοδιότητα για τη διασφάλιση της διαφάνειας των διαδικασιών και των όρων των τραπεζικών συναλλαγών, όχι όμως και την ευρύτερη αρμοδιότητα της προστασίας των καταναλωτών.

Σε εφαρμογή της αρμοδιότητάς της για τη διαφάνεια, η ΤτΕ έχει θεσπίσει κανόνες, σύμφωνα με τους οποίους τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται να παρέχουν αναλυτική και πλήρη ενημέρωση προς εκείνους τους συναλλασσόμενους που, κατά κανόνα, δεν διαθέτουν την απαιτούμενη γνώση, εμπειρία και εξειδίκευση, ώστε να κατανοούν πλήρως τα χαρακτηριστικά και τους τυχόν κινδύνους των τραπεζικών προϊόντων και υπηρεσιών, τα οποία γίνονται όλο και πιο περίπλοκα μέσα στο διαρκώς μεταβαλλόμενο χρηματοπιστωτικό περιβάλλον.

Η αρμοδιότητα καθορισμού κανόνων διαφάνειας είναι παράλληλη προς εκείνη του Υπουργείου Ανάπτυξης για την προστασία των καταναλωτών, είναι όμως ειδικότερη (κατ' είδος και έκταση) και δεν ταυτίζεται με αυτήν, αφού η αρμοδιότητα του Υπουργείου Ανάπτυξης εκτείνεται και στα ζητήματα καταχρηστικότητας των όρων των συναλλαγών, βάσει των διατάξεων του Ν. 2251/1994.

Στο πλαίσιο της αρμοδιότητας αυτής, η ΤτΕ ήδη από το 1995 προχώρησε στην πρώτη συστηματική καταγραφή των ελάχιστων υποχρεώσεων των τραπεζών για τη διασφάλιση της διαφάνειας, ενώ μετά την παροχή ρητής νομοθετικής αρμοδιότητας στα θέματα διαφάνειας θέσπισε αναλυτικότατους κανόνες που κωδικοποιήθηκαν με την ΠΔ/ΤΕ 2501/2002, προσαρμοσμένους στο νέο χρηματοοικονομικό περιβάλλον του ελεύθερου ανταγωνισμού, όπως έχει πλέον διαμορφωθεί, και τη διεθνοποίηση των αγορών τραπεζικών προϊόντων και υπηρεσιών.

Έτσι σήμερα παρέχεται αναλυτική ενημέρωση ως προς τους όρους των συναλλαγών, τα τιμολόγια προμηθειών και εξόδων κ.ο.κ., τόσο με ενημερωτικά φυλλάδια όσο και με άλλους εναλλακτικούς τρόπους, όπως π.χ. με παρουσίαση των πληροφοριών στο διαδίκτυο, και μάλιστα με ευκρινή και ευανάγνωστα στοιχεία (επιβλήθηκε ακόμη και υποχρέωση για το μέγεθος της γραμματοσειράς).

· Εκτός από την υποχρέωση παροχής ενημέρωσης πριν τη σύναψη της σύμβασης και κατά τη διάρκεια της συμβατικής σχέσης, θεσπίστηκαν και ουσιαστικές ρυθμίσεις, όπως π.χ η ρύθμιση περί του τρόπου προσδιορισμού του κυμαινόμενου επιτοκίου, κριτήρια για την είσπραξη ορισμένων προμηθειών και εξόδων κλπ.

· Πρόσφατα η ΤτΕ ενίσχυσε, πιστεύω, τη λειτουργία αυτή με την ανάρτηση στην ιστοσελίδα της:

(ι) των επιτοκίων προμηθειών και εξόδων στις κύριες κατηγορίες στεγαστικών και καταναλωτικών δανείων, κατά τράπεζα, και

(ιι) τα ονόματα των νόμιμων διαμεσολαβητών δανείων, καθώς και τους περιορισμούς υπό τους οποίους λειτουργούν ώστε οι καταναλωτές να μη γίνονται θύματα ορισμένων επιτήδειων που υπόσχονται, πχ, δήθεν διευκόλυνση για παράκαμψη διαδικασιών του Τειρεσία έναντι αμοιβής.

Με την ευκαιρία αυτή επισημαίνεται ότι οι υποσχέσεις αυτές είναι και παραπλανητικές και ψευδείς.

· Σημαντική επίσης ρύθμιση αποτέλεσε η εντός του Οκτωβρίου θέσπιση υποχρέωσης στις τράπεζες για τον περιορισμό των οφειλών από τόκους και κεφάλαιο στο 30%-40% του διαθέσιμου εισοδήματος με δυνατότητα υπέρβασης (μόνο) σε επαρκώς δικαιολογημένες περιπτώσεις.

Αν και η διάταξη αυτή έχει βάση στη μείωση των επισφαλειών (θεωρούμε, κατ' αρχήν, χωρίς να παραγνωρίζεται η συμβολή και άλλων παραγόντων ότι όσο μεγαλύτερες είναι οι οφειλές έναντι του εισοδήματος τόσο ο κίνδυνος μη αποπληρωμής είναι μεγαλύτερος), αναμφισβήτητα συμβάλλει και στην ευρύτερη έννοια της προστασίας του καταναλωτή από την ανάληψη υποχρεώσεων πέραν των οικονομικών δυνατοτήτων του.

Στο πλαίσιο του δημιουργικού διαλόγου, θα ήθελα να αναφερθώ σε δύο θέματα:

α) Προμήθειες

Παρά το ότι μπορεί να ηχεί παράδοξο δεν υπάρχουν, τουλάχιστον στις ανεπτυγμένες χώρες, διοικητικά όρια (πλαφόν) στις προμήθειες, αφού οι προμήθειες αποτελούν βασικό στοιχείο των τραπεζικών εργασιών. Το μερίδιο των προμηθειών στα συνολικά έσοδα των τραπεζών της Ε.Ε. κυμαίνεται από 24% για τις μεσαίου μεγέθους τράπεζες έως και 30% για τις μεγάλες (καθόσον έχουν προμήθειες από το investment banking και άλλες συμβουλευτικές δραστηριότητες), έναντι 20% στην Ελλάδος για το έτος 2004, από το οποίο το 60% περίπου αφορά λιανική και επιχειρηματική τραπεζική.

Το υπόλοιπο αφορά διαχείριση χαρτοφυλακίων, επενδυτική τραπεζική, χρηματιστηριακές συναλλαγές κλπ.

Στον τομέα των τραπεζικών προμηθειών η Τράπεζα της Ελλάδος θέσπισε - αρχικά το έτος 1991 και στη συνέχεια το 1995 και 2002 - ''τολμηρές'' διατάξεις που εκτείνονται από την κατάργηση των περιοδικών προμηθειών μέχρι και διάκριση των επιτρεπομένων ή μη προμηθειών επί των χορηγήσεων, που λειτουργούσαν αυξητικά στο ύψος του επιτοκίου, προκειμένου να προωθήσει τη διαφάνεια στη διαμόρφωση του επιτοκίου των δανείων, ως μέτρου προσδιορισμού του κόστους των τραπεζικών χορηγήσεων και ως κριτηρίου σύγκρισης του κόστους δανείων μεταξύ των πιστωτικών ιδρυμάτων.

Εάν αναλογιστεί κανείς ότι η υπό συζήτηση οδηγία για την καταναλωτική πίστη δεν αναφέρεται στο θέμα των προμηθειών, αλλά προβλέπει μόνο πληροφόρηση του καταναλωτή, όπως ισχύει και στην Ελλάδα, δεν θα παρερμηνεύσει τη χρήση της έκφρασης "τολμηρές".

Εν τούτοις, οι τράπεζες ισχυρίζονται ότι η παρέμβαση της ΤτΕ στον προσδιορισμό των κατηγοριών για τις οποίες δύνανται να εισπράττουν προμήθειες οδήγησε, για την κάλυψη του κόστους συγκεκριμένων υπηρεσιών, στον κατακερματισμό της ενιαίας, μέχρι πρότινος, τραπεζικής υπηρεσίας σε πλήθος επιμέρους διαδικασιών, που κατά τη γνώμη μου είναι υπερβολικός.

Η προσαρμογή αυτή μπορεί να δημιουργήσει και προβλήματα διαφάνειας και τήρησης της αρχής της επαρκούς τεκμηρίωσης, σύμφωνα με τις διατάξεις περί προστασίας καταναλωτών, όπως αυτές εξειδικεύονται και από τις τελεσίδικες αποφάσεις των δικαστηρίων.

Με την παραδοχή ότι διοικητικοί περιορισμοί, που δεν εμπίπτουν στην έννοια της καταχρηστικότητας, δεν είναι πλέον δυνατοί σε ένα σύστημα ελεύθερης οικονομίας και ανταγωνισμού, αποτελεί θέμα ευρύτερου διαλόγου και συστηματική ανάλυση κατά πόσον ενδεχόμενοι περιορισμοί σε μία κατηγορία μπορεί να οδηγήσουν σε μετακύλιση του κόστους σε άλλη κατηγορία (πχ στο επιτόκιο ή σε νέες μορφές προμηθειών). Σχετική παρατήρηση για τις επιπτώσεις των περιορισμών στην προμήθειες έχει γίνει στην πρόσφατη έκθεση του IMF σε συνδυασμό βέβαια και με τα υψηλότερα spread στην ελληνική αγορά λόγω του μεγάλου ποσοστού της λιανικής τραπεζικής και άλλους παράγοντες και ιδίως το επίπεδο του ανταγωνισμού.

β) Όρια επιτοκίων

Τα τελευταία χρόνια, και ιδίως μετά την κατάργηση των ποσοτικών περιορισμών στα καταναλωτικά δάνεια το έτος 2003, όταν εγείρονται θέματα όπως το ύψος των επιτοκίων ή οι υπαρκτές διαφορές έναντι του ΜΟ της ευρωζώνης, ακολουθεί συνήθως το ερώτημα: "τι κάνει η Τράπεζα της Ελλάδος γι' αυτό;"

Η απάντηση είναι ότι από το 1994 λειτουργούμε σε καθεστώς απελευθερωμένης κίνησης κεφαλαίων τόσο στην ΕΕ όσο και έναντι τρίτων χωρών. Δηλαδή χωρίς περιορισμούς στη λήψη δανείων από τις άλλες χώρες και κατάθεσης σε τράπεζες του εξωτερικού, ενώ από το 2003 καταργήθηκαν και οι τελευταίοι περιορισμοί στην καταναλωτική πίστη (όριο 25.000 Ευρώ συμπεριλαμβανομένου ορίου 2.500 ευρώ για τα ανοικτά δάνεια προς κάλυψη έκτακτων αναγκών).

· Με δεδομένο ότι η χώρα είναι πλέον μέλος της ζώνης του ευρώ, η Ενιαία Νομισματική Πολιτική διαμορφώνεται από το Δ.Σ. της Ε.Κ.Τ. με τη συμμετοχή των Διοικητών των Εθνικών Κεντρικών Τραπεζών σύμφωνα µε την αρχή της οικονομίας της ανοιχτής αγοράς µε ελεύθερο ανταγωνισμό, όπως άλλωστε προβλέπεται στη Συνθήκη της Ε.Ε.

Τα καθοριζόμενα από την Ε.Κ.Τ. επιτόκια, λειτουργούν ως "οδηγός" για τη διαμόρφωση των επιτοκίων στο σύνολο της αγοράς χρήματος του ευρώ και, κατά συνέπεια, επηρεάζουν το επιτόκιο με το οποίο οι τράπεζες θα δανείσουν στη συνέχεια τους πελάτες τους. Οποιοσδήποτε άλλος άμεσος ή έμμεσος καθορισμός επιτοκίων δεν είναι συμβατός με την Ενιαία Νομισματική Πολιτική, καθώς θα την υπονόμευε.

Συνεπώς, η ΤτΕ, όπως και οι άλλες εθνικές κεντρικές τράπεζες των χωρών της ζώνης του ευρώ, δεν έχει αρμοδιότητα να παρέμβει διοικητικά στη διαμόρφωση των τραπεζικών επιτοκίων και να καθορίσει πλαφόν.

Η ΤτΕ δεν έχει, επίσης, νομοθετική αρμοδιότητα για τον ορισμό της έννοιας του "ευλόγου περιθωρίου κέρδους" για τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες που παρέχουν οι τράπεζες.

Κάθε τράπεζα διαμορφώνει τα επιτόκια δανεισμού λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες ανταγωνισμού στην τραπεζική αγορά, αλλά και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των παρεχόμενων από αυτήν τραπεζικών προϊόντων και υπηρεσιών όπως το κόστος, η κάλυψη των κινδύνων που αναλαμβάνει και η απόδοση κεφαλαίων

 Έτσι, το επιτόκιο των στεγαστικών δανείων όπου υπάρχει επαρκής κάλυψη διαφέρει σημαντικά από το επιτόκιο των πιστωτικών καρτών αλλά και το επιτόκιο του επισκευαστικού δανείου που στηρίζεται στην προσημείωση ή υποθήκη είναι μικρότερο του καταναλωτικού δανείου παρόλο που ουσιαστικά καλύπτουν τους ίδιους σκοπούς. καθώς το ποσό κάλυψης και επισφαλειών διαφέρει.

Ο καθορισμός ορίου αποδοχής κινδύνου από την ΤτΕ υπό το μανδύα της εποπτείας της φερεγγυότητας σημαίνει αποκλεισμό από τη δυνατότητα χρηματοδότησης μεγάλης μερίδας πολιτών και ισοδυναμεί με διοικητικό περιορισμό μη συμβατό με το πλαίσιο μη διοικητικών περιορισμών.

Οι παράγοντες που προανέφερα, όπως και άλλοι εξηγούν τουλάχιστον εν μέρει τις διαφορές αυτές.

Άλλωστε το γεγονός ότι τράπεζες της Ε.Ε. μπορούν να ιδρύσουν χωρίς άδεια της ΤτΕ υποκαταστήματα στην Ελλάδα και να παράσχουν υπηρεσίες διασυνοριακά χωρίς εγκατάσταση στην Ελλάδα, με τους ίδιους όρους που ισχύουν στη χώρα τους αυξάνει τον ανταγωνισμό και από την άλλη αναγκάζει (με την επιφύλαξη των περιοριστικών παραγόντων που θα αναφερθώ παρακάτω) τις ελληνικές τράπεζες να μην διαφοροποιούνται σημαντικά.

Είναι όμως γεγονός ότι η ουσιαστική πρόσβαση των Ελλήνων μικρού εισοδήματος στις ξένες αγορές δεν είναι εύκολη υπόθεση, αλλά και οι ξένες τράπεζες, ενδεχόμενα, να μην επιθυμούν να δανείσουν συγκεκριμένες κατηγορίες καταναλωτών για τους οποίους δεν έχουν επαρκή πληροφόρηση ή υπάρχουν προβλήματα στη μεταφορά των υποθηκών. Κατά συνέπεια οι διαφορές θα μπορούσαν να εξηγηθούν από ενδογενείς παράγοντες κάθε χώρας.

2. Στο πλαίσιο αυτό η διαφάνεια μπορεί να συμβάλλει στους παραπάνω προβληματισμούς, υπηρετώντας, κατά την άποψή μου, δύο βασικούς στόχους:

· Πρώτον, την ενίσχυση του ανταγωνισμού, μέσω της διασφάλισης της δυνατότητας του καταναλωτή πριν από την κατάρτιση της σύμβασης και κατά τη διάρκειά της, να κατανοεί τα χαρακτηριστικά και το κόστος των προϊόντων, να συγκρίνει μεταξύ διαφορετικών προϊόντων και να επιλέγει ελεύθερα το πλέον κατάλληλο και συμφέρον για τον ίδιο

· Δεύτερον, την προστασία της φήμης και της αξιοπιστίας των ίδιων των τραπεζών, που αποτελεί το κύριο περιουσιακό τους στοιχείο, αλλά και, ιδίως, τη διασφάλιση της εμπιστοσύνης του κοινού απέναντι στο σύνολο του τραπεζικού και του ευρύτερου χρηματοπιστωτικού συστήματος, ένας παράγοντας που συνήθως αγνοείται.

Η διασφάλιση της αξιοπιστίας δεν είναι μόνο ευθύνη, αλλά και υποχρέωση των τραπεζών λόγω του ρόλου τους και εκφράζεται με την υποχρέωση μέτρησης και μείωσης του λειτουργικού κινδύνου.

Θα ήθελα να τονίσω στο σημείο αυτό ότι η ΤτΕ δεν είναι καθόλου αδιάφορη σε πρακτικές που οδηγούν στην αύξηση του λειτουργικού κινδύνου από τη χρήση πρακτικών (πχ misselling) που απέχουν από τις βέλτιστες διεθνείς. Πολύ σύντομα θα εξειδικεύσει περαιτέρω τη λειτουργία της κανονιστικής συμμόρφωσης (compliance function) με αναφορές στη μείωση ή και εξάλειψη πρακτικών που οδηγούν στην αύξηση του λειτουργικού κινδύνου όχι μόνο από θέματα του ξεπλύματος χρήματος, αλλά και από θέματα που αφορούν την προστασία των καταναλωτών.

Για να αποφύγω παρερμηνείες η τήρηση των αρχών αυτών δεν είναι ισοδύναμη με τους διοικητικούς κανόνες της δεκαετίας του 80/90, αλλά αποτελεί προσαρμογή στις βέλτιστες διεθνείς πρακτικές και θεωρώ ότι θα αναβαθμίσουν τις προτεραιότητες για μεγαλύτερη επικέντρωση στις ανάγκες του καταναλωτή.

Δ. Αντιμετώπιση Προβλημάτων

Έρχομαι τώρα σε μια σύντομη καταγραφή των, κατά την άποψή μου, θεμάτων που πρέπει να συζητηθούν:

Πάντως, δεν πρέπει να παραγνωρίσουμε τα οφέλη από την απελευθέρωση των αγορών και των περιορισμών καθώς οι τράπεζες έχουν ανταποκριθεί σε μεγάλο βαθμό στις απαιτήσεις των καταναλωτών για μεγαλύτερο αριθμό επιλογών και θα έλεγα και πολιτικές προσανατολισμένες στις ανάγκες των πελατών από την πρόσφατη εποχή όπου για την κάλυψη των εξόδων περίθαλψης απαιτούντο τιμολόγια από τα νοσοκομεία του εσωτερικού ή εξωτερικού για δαπάνες που υπερβαίνουν τα 2.500 ευρώ.

1. Θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι οι αρμόδιοι φορείς, έχοντας στο παρελθόν άλλες προτεραιότητες (απελευθέρωση κίνησης κεφαλαίων, απελευθέρωση επιτοκίων και σύγκλισή τους προς τα αντίστοιχα ευρωπαϊκά, άρση ποσοτικών και διοικητικών περιορισμών στις χορηγήσεις, μείωση του πληθωρισμού, απελευθέρωση των αγορών και, γενικότερα, σύγκλιση προς τα ευρωπαϊκά δεδομένα κ.α.) δεν είχαν προσδώσει πάντοτε την κατάλληλη προτεραιότητα στην προστασία του καταναλωτή και αυτό

είτε γιατί το σύστημα καθυστέρησε να απαλλαγεί από διοικητικούς περιορισμούς και καλλιεργήθηκε η λογική ότι υπάρχει εγγύηση τις πολιτείας και για τις τυχόν λανθασμένες επιλογές (moral hazard)

είτε γιατί ανέκαθεν το σύστημα προσαρμοζόταν προς τις κοινοτικές Οδηγίες, αρκετές φορές μάλιστα με καθυστέρηση, αντί να προεξοφλεί έγκαιρα τις αναγκαίες ρυθμίσεις σε όλα τα πεδία της νομοθεσίας. Η έγκαιρη προσαρμογή προς τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε οικονομίας και των υποδομών είναι ευθύνη κάθε χώρας ή δε κοινοτική εναρμόνιση ουσιαστικά αξιοποιεί τις βέλτιστες ρυθμίσεις των κρατών μελών.

2. Οι ίδιες οι τράπεζες αρκετές φορές υποβαθμίζουν τη σημασία του παράγοντα "προστασία καταναλωτή" και θα έλεγα και την προτεραιότητα που οφείλουν να προδώσουν στη διασφάλιση της ίδιας της αξιοπιστίας τους.

3. Η συμβολή των φορέων προστασίας καταναλωτών είναι σημαντική. Η ΤτΕ είναι πρόθυμη να συνεισφέρει σε συζητήσεις, για τυχόν προσαρμογές στις συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί από τις καθημερινές και ραγδαίες αλλαγές στις τεχνικές που χρησιμοποιούν οι τράπεζες, καθώς και για την αντιμετώπιση της ασύμμετρης πληροφόρησης μεταξύ τραπεζών και πελατών που είναι υπαρκτή σε όλες τις χώρες.

4. Θεωρώ όμως ότι για να αξιολογήσουμε το περιεχόμενο και την κατεύθυνση της δράσης θα πρέπει να αντιμετωπίσουμε και ένα άλλο παράγοντα. Δηλαδή κατά πόσον οι καταναλωτές είναι σε θέση να μετρήσουν σωστά τη δυνατότητα να δανείζονται ή εάν είναι σε θέση να επιλέξουν τις υπηρεσίες που ανταποκρίνονται καλύτερα στις ανάγκες τους.

Να προσθέσω και την απάθεια έναντι της παρεχόμενης πληροφόρησης ή πιο κομψά την απροθυμία να διαθέσουν χρόνο για την μελέτη τους. Εδώ ο ρόλος της εκπαίδευσης είναι σημαντικός.

Σκέψεις για δράση

Με τους κανόνες διαφάνειας ενισχύεται, αλλά δεν εξαντλείται το θέμα της προστασίας των συναλλασσόμενων όσο εκτεταμένη ή και τυποποιημένη να είναι η πληροφόρηση. Πέραν των γενικών αρχών του δικαίου και της νομολογίας των αρμόδιων δικαστηρίων για τα θέματα καταχρηστικότητας των συμβάσεων, ο χρόνος επιτρέπει μερικές μόνο σκέψεις στο τομέα αυτό.

Πρώτον, η ΤτΕ έχει σαφή επίγνωση ότι η διαφάνεια δεν είναι πλήρως αποτελεσματική χωρίς εξειδικευμένη εφαρμογή των γενικών διατάξεων προστασίας καταναλωτών στο τομέα των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών. Στο πλαίσιο αυτό έχει γίνει πρόταση προς την κυβέρνηση να ανατεθούν σχετικές αρμοδιότητες στην ΤτΕ για συγκεκριμένα θέματα.

Δεύτερον πρέπει να υπάρξει κάποιος βαθμός σύγκλισης ως προς τον τρόπο που αντιμετωπίζεται το πλαίσιο στο οποίο οφείλει να λειτουργεί σήμερα ο χρηματοπιστωτικός τομέας, έτσι ώστε να προσαρμοστούν αντιστοίχως και τα μέσα προστασίας του καταναλωτή.

Τα απλά, απαγορευτικά, διοικητικού χαρακτήρα εργαλεία του παρελθόντος θα πρέπει να προσαρμοστούν στις εξελίξεις που μεσολάβησαν από την απελευθέρωση των διοικητικά καθοριζόμενων επιτοκίων.

(το έτος 1987, την απελευθέρωση της κίνησης των κεφαλαίων το 1994, το ουσιαστικό άνοιγμα της ελληνικής αγοράς κατά την είσοδο της χώρας στην ζώνη του ευρώ το 2002 και την κατάργηση των τελευταίων περιορισμών στα καταναλωτικά δάνεια το 2003)

δηλαδή τις εξελίξεις που επέτρεψαν τη σημαντική μείωση της διαφοράς των επιτοκίων έναντι της ζώνης του ευρώ από 10,8% το έτος 1999 σε 2,64% το Νοέμβριο του 2005 και σε 0,5% για τα στεγαστικά από 5,46% το 1999

σε συνδυασμό με τη δυνατότητα των πολιτών να έχουν πρόσβαση σε ελεύθερο δανεισμό για κάλυψη των αναγκών τους.

Ανάλυση απαιτούν και οι διαφορές από τα επιτόκια της ζώνης του ευρώ που συνεχίζουν μεν να συγκλίνουν αλλά υπάρχουν.

Ενώ η σταδιακή σύγκλισή είναι εύλογη προοπτική η πλήρης ταύτιση όπως πχ στα επιτόκια της διατραπεζικής αγοράς δεν είναι αυτόματη ή μηχανιστική διαδικασία.

Τρίτον, θα διευκόλυνε την επεξεργασία των αντίστοιχων μέτρων, εάν γινόταν έστω και εν μέρει δεκτό ότι πέραν από τους "κακούς" πωλητές τραπεζικών προϊόντων υπάρχουν και οι πελάτες που είναι αδιάφοροι ή μη ικανοί να αξιολογήσουν τους κινδύνους που αναλαμβάνουν ούτε να συγκρίνουν μεταξύ διαφορετικών προϊόντων. Αυτή η αδυναμία δεν θεραπεύεται μόνο με τους κανόνες διαφάνειας, αλλά με την εκπαίδευση των καταναλωτών, ώστε να αναζητούν το κατάλληλο προϊόν, και να διατυπώνουν τις κατάλληλες ερωτήσεις μετά από μία στοχευμένη εκπαιδευτική εκστρατεία, αντίστοιχης εμβέλειας με τις διαφημίσεις των ίδιων των προϊόντων.

Τέταρτον, εξειδικευμένη εκπαίδευση απαιτείται και για τους πωλητές τραπεζικών προϊόντων ώστε το όφελος να είναι πολλαπλάσιο. Εδώ έχει ρόλο η ΤτΕ, μέσω των διατάξεων για τον περιορισμό του λειτουργικού κινδύνου.

Αυτό είναι ακόμη πιο αναγκαίο δεδομένου ότι αναμένεται σημαντική αύξηση της χρήσης της τεχνολογίας για τραπεζικές υπηρεσίες μέσω ίντερνετ (Στην Ελλάδα 25% χρήση αλλά κάτω του 3% χρήση Ηλεκτρονικής τραπεζικής, έναντι άνω του 8% στις περισσότερες χώρες της ΕΕ και άνω του 30 % στην Σκανδιναβία!).

Πέμπτον, δεν θα πρέπει να παραγνωρίζεται ότι η κατάλληλη ισορροπία μεταξύ της προστασίας των προσωπικών δεδομένων και της παροχής πληροφόρησης μέσω του Τειρεσία θα ενισχύσει τη δυνατότητα αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας των δανειοληπτών και θα μείωνε την αβεβαιότητα και το κόστος του πιστωτικού κινδύνου.

Πάντως, είναι γεγονός ότι το περιθώριο των δανείων δεν αντανακλά πλήρως την φερεγγυότητα των πελατών αλλά εμπεριέχει σε πολλές περιπτώσεις μια γενική μάλλον άποψη περί κινδύνων ή εν γένει την αβεβαιότητα που διέπει τη τραπεζική διαμεσολάβηση.

Η διαφοροποίηση του επιτοκίου των μαζικών δανείων είναι δύσκολη, αλλά τουλάχιστον μία διαφοροποίηση σε 2-3 κατηγορίες με βάση τα χαρακτηριστικά του πελάτη, θα ήταν σκόπιμο από πλευράς διαχείρισης κινδύνων.

Αυτό αποτελεί πρόβλημα και από την άποψη της εποπτικής αρμοδιότητας καθώς επιθυμούμε την πληρέστερη σύνδεση του επιπέδου των κινδύνων και των επιτοκίων.

Η προσαρμογή αυτή απαιτείται και από το νέο πλαίσιο της Βασιλείας ΙΙ.

Ανταγωνισμός

Παρόλο που υπάρχει περιορισμένος χρόνος θα ήταν παράλειψη να μην γίνει μία σύντομη αναφορά στον ανταγωνισμό, που επηρεάζει τις συνθήκες λειτουργίας και τους όρους των προϊόντων σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο. Η άρση των εμποδίων στα οποία προσκρούει ο ανταγωνισμός είναι προϋπόθεση για τη διεύρυνση του φάσματος και τη βελτίωση των όρων των προσφερόμενων προϊόντων προς όφελος των καταναλωτών.

Πάντως πχ σε ότι αφορά συγκεκριμένα την αγορά της στεγαστικής πίστης, ο δείκτης συγκέντρωσης στην Ελλάδα υποδηλώνει μια αγορά "αυξημένης συγκέντρωσης", η οποία είναι μεγαλύτερη από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης και μεγαλύτερη από χώρες όπως Γερμανία, Ισπανία, Ιταλία, Αυστρία και Πολωνία αλλά μικρότερος από το μέσο όρο της ΕΕ.

(Συγκεκριμένα ο δείκτης συγκέντρωσης CR3 στην Ελλάδα το 2004 ήταν 61.5% έναντι μέσου όρου 66% της Ευρωπαϊκής Ένωσης και 50% της Ευρωζώνης)

 Ένας βασικός λόγος για τον οποίο ορισμένες χώρες της Ευρωζώνης (πχ Γερμανία) έχουν χαμηλή συγκέντρωση είναι το γεγονός ότι έχουν "δυαδική" τραπεζική δομή, δηλαδή υπάρχουν πολλές συνεταιριστικές τράπεζες ή άλλες τοπικές τράπεζες με μακρά παράδοση, οι οποίες κατέχουν ένα μεγάλο ποσοστό της αγοράς και ανταγωνίζονται αποτελεσματικά τις εμπορικές τράπεζες.

Ωστόσο, η αυξημένη συγκέντρωση δεν φαίνεται να συμβάλλει σε υψηλότερα περιθώρια επιτοκίου όπως φαίνεται σε μελέτη της ΕΚΤ για τον ανταγωνισμό στις αγορές στεγαστικής πίστης στην ΕΕ.

Είναι γεγονός ότι η διασυνοριακή δραστηριότητα είναι και θέμα κατ' αρχήν θέμα κόστους/οφέλους των ιδίων των τραπεζών που επηρεάζονται τόσο από, ας τα πούμε, "φυσικά" ή διαρθρωτικά εμπόδια, όπως η γλώσσα, η εγγύτητα στο χώρο παροχής της υπηρεσιών αλλά και φορολογικά όπως ΦΠΑ στις συναλλαγές μεταξύ εταιρειών του ίδιου ομίλου (Nordea Βank).

Η ΤτΕ είναι προσανατολισμένη με σαφήνεια και υπηρετεί την περαιτέρω ενίσχυση του ανταγωνισμού και ως αρμόδια αρχή δεν έχει χρησιμοποιήσει άλλα κριτήρια παρά καθαρά εποπτικά για την παροχή αδειών εγκατάστασης ή τη στρατηγική συνεργασία των ελληνικών τραπεζών με αλλοδαπές.

Τέλος, θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθώ στην ΕΕ, η οποία έχει δώσει έμφαση με παρεμβάσεις της για την κατάργηση των ''τυχόν'' περιορισμών και εναρμόνιση των διατάξεων των κρατών μελών (διασυνοριακές πληρωμές, εξ αποστάσεως εμπορία χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, κτλ.).

Με την έννοια αυτή στον τομέα της καταναλωτικής πίστης η εναρμόνιση ορισμένων βασικών στοιχείων της σύμβασης καταναλωτικής πίστης για τη διασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας των καταναλωτών (κανόνες πληροφόρησης, διαμεσολαβητές, ζητήματα πιστώσεων συνδεδεμένων με αγορές αγαθών ή παροχή υπηρεσιών, μηχανισμοί εξώδικης λύσης διαφορών κτλ.) σε συνδυασμό προς την αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης, μπορεί να ενθαρρύνουν τη διασυνοριακή παροχή πιστώσεων που σήμερα είναι πολύ περιορισμένη. Το κατά πόσον η περιορισμένη συμμετοχή οφείλεται, όπως τουλάχιστον ισχυρίζονται ορισμένες μεγάλες διεθνοποιημένες τράπεζες, και στην αβεβαιότητα ως προς το βαθμό προστασίας του καταναλωτή στα άλλα κράτη μέλη ή στις διαφορές των εθνικών νομοθεσιών απαιτεί περαιτέρω ανάλυση.

Επίσης, είναι γνωστές οι πρωτοβουλίες της Επιτροπής της ΕΕ για το μεγαλύτερο άνοιγμα των αγορών και στην ενυπόθηκη πίστη, όπως στη δυνατότητα μεταφοράς των ενυπόθηκων δανείων διασυνοριακά, εξέλιξη που θα συμβάλει σε μεγαλύτερη ενοποίηση των αγορών και θα διευκολύνει την αξιοποίηση των νέων μηχανισμών της τιτλοποίησης (securitazation) ή των ομολόγων καλυμμένων από υποθήκες, που θα διευρύνουν τις πηγές χρηματοδότησης των ενυπόθηκων δανείων και θα συμβάλλουν στη μείωση του κόστους.

Ο παράγοντας αυτός δεν είναι αμελητέος.

Από τα παραπάνω νομίζω προκύπτει ότι οι βέλτιστες πρακτικές δεν είναι θέμα μίας μόνο αρχής ή των φορέων των καταναλωτών ή μόνο των δικαστηρίων.

Αντίθετα απαιτείται η συμμετοχή όλων των φορέων, συνεκτίμηση όλων των παραμέτρων που πολύ γενικά προσπάθησα να περιγράψω, έτσι ώστε να υπάρχει στρατηγικός προσανατολισμός στη σταθερότητα και την προστασία των καταναλωτών, συντονισμός και συνεργασία μεταξύ των φορέων και όχι αποσπασματικές, κατά περίπτωση, λύσεις.

Η ΤτΕ συμβάλλει και θα συμβάλλει στο πλαίσιο των υφιστάμενων σήμερα αρμοδιοτήτων της καθώς και τυχόν νέων ευρύτερων αρμοδιοτήτων προς την κατεύθυνση αυτή .

Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας

 

​​ 
Αυτό το website χρησιμοποιεί cookies για την βελτιστοποίηση της εμπειρίας σας. Μάθετε περισσότερα
Αποδέχομαι