EN

Ομιλίες

Ομιλία του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος κ. Νικολάου Χ. Γκαργκάνα στο Ελληνογαλλικό Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο

15/01/2004 - Ομιλίες

Ομιλία του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος 

κ. Νικολάου Χ. Γκαργκάνα 

στο Ελληνογαλλικό Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο

Αθήνα, 15 Ιανουαρίου 2004

2004: έτος ευνοϊκών προοπτικών, αλλά και σημαντικών προκλήσεων, για την παγκόσμια και την ευρωπαϊκή οικονομία

Κύριε Πρόεδρε, 

Κυρίες και Κύριοι,

Είμαι ευτυχής που βρίσκομαι σήμερα, στις αρχές του νέου έτους, στο φιλόξενο χώρο του Ελληνογαλλικού Επιμελητηρίου. Εύχομαι το 2004 να είναι έτος προόδου και ευημερίας για όλους. 

Πριν εισέλθω στο κυρίως θέμα της ομιλίας μου, που αφορά, όπως ξέρετε, τις εξελίξεις και προοπτικές της παγκόσμιας και της ευρωπαϊκής οικονομίας, θα ήθελα να εξάρω τον πρωτεύοντα ρόλο που έχει παίξει το Ελληνογαλλικό Επιμελητήριο στην ανάπτυξη των εμπορικών συναλλαγών μεταξύ των δύο χωρών, αλλά και γενικότερα στην περαιτέρω ενίσχυση των αμοιβαίων αισθημάτων φιλίας, αγάπης και θαυμασμού που τρέφουν από αιώνες οι δύο λαοί. Η Γαλλία, όπως είναι γνωστό, είναι ένας από τους σημαντικότερους εταίρους της Ελλάδος στην Ευρωπαϊκή ΄Ενωση. Παράλληλα, έχει γίνει η δεύτερη πατρίδα για έναν σημαντικό αριθμό Ελλήνων, ενώ δεν είναι καθόλου ασήμαντος ο αριθμός των Γάλλων που έχουν επιλέξει την Ελλάδα όχι απλώς ως τόπο διακοπών, αλλά και για μόνιμη εγκατάσταση.

1. Εξελίξεις και προοπτικές της παγκόσμιας οικονομίας 

Τα τελευταία χρόνια ήταν για την παγκόσμια οικονομία μια αρκετά δύσκολη περίοδος, η οποία χαρακτηρίστηκε από αλλεπάλληλες οικονομικές κρίσεις, ιδιαίτερα σε χώρες της Ασίας, της Νότιας Αμερικής και της Ανατολικής Ευρώπης, από χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης της παγκόσμιας παραγωγικής δραστηριότητας και υψηλή ή αυξανόμενη ανεργία σε πολλές χώρες, από πολλά σκάνδαλα κακοδιαχείρισης και εξαπάτησης των μετόχων πολυεθνικών επιχειρήσεων και από μεγάλη πτώση των τιμών των μετοχών στα κυριότερα χρηματιστήρια του κόσμου. 

Ευτυχώς, όμως, η πορεία της παγκόσμιας οικονομίας άρχισε να βελτιώνεται σημαντικά στη διάρκεια του 2003. Η βελτίωση αυτή έγινε πιο εμφανής προς το τέλος του παρελθόντος έτους και μπορεί να αποδοθεί εν μέρει στην υποχώρηση των γεωπολιτικών αβεβαιοτήτων, οι οποίες επί αρκετό χρονικό διάστημα επηρέαζαν δυσμενώς τις διεθνείς πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις. Ωστόσο, ακόμη μεγαλύτερο ρόλο έπαιξαν, κατά τη γνώμη μου, δύο άλλοι παράγοντες. 

- Πρώτον, με την πάροδο του χρόνου περιορίστηκε η αρνητική επίδραση στην εξέλιξη της ιδιωτικής κατανάλωσης και των επιχειρηματικών επενδύσεων από την απότομη πτώση των χρηματιστηριακών αξιών μετά το Μάρτιο του 2000, η οποία είχε μειώσει σε μεγάλο βαθμό τον πλούτο των νοικοκυριών και είχε επηρεάσει αρνητικά την οικονομική κατάσταση των επιχειρήσεων.

-  Δεύτερον, η εξασθένηση των πληθωριστικών πιέσεων επέτρεψε στις νομισματικές αρχές και στις κυβερνήσεις σε όλες σχεδόν τις μεγάλες χώρες ή οικονομικές περιοχές του κόσμου να προχωρήσουν σταδιακά σε χαλάρωση της κατεύθυνσης της πολιτικής τους. Τα βασικά επιτόκια των κεντρικών τραπεζών μειώθηκαν, όπως γνωρίζετε, κατ' επανάληψη την τελευταία διετία και βρίσκονται από τον περασμένο Ιούνιο σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα. Με αυτό τον τρόπο, η νομισματική πολιτική υποβοήθησε σημαντικά την υγιή ανάκαμψη της οικονομικής δραστηριότητας, χωρίς να παρεκκλίνει από τον πρωταρχικό της σκοπό, που είναι παντού η διατήρηση της σταθερότητας των τιμών. Παράλληλα, σημειώθηκε εκτεταμένη χαλάρωση της δημοσιονομικής πολιτικής. Η χαλάρωση αυτή είναι πιθανόν να συνέβαλε επίσης, βραχυχρόνια, στην ενίσχυση της ιδιωτικής και δημόσιας δαπάνης, αν και θα πρέπει να προστεθεί ότι, σε μερικές τουλάχιστον περιπτώσεις, ξεπέρασε τα όρια της συνετής δημοσιονομικής διαχείρισης και συνεπώς εγκυμονεί κινδύνους για το μέλλον.

Η βελτίωση του διεθνούς οικονομικού περιβάλλοντος, που εκδηλώθηκε κυρίως με τη σημαντική επιτάχυνση της ανάκαμψης της παγκόσμιας οικονομίας το τρίτο τρίμηνο του 2003, αλλά και με τη σταδιακή αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των καταναλωτών και των επενδυτών, εδραίωσε την πεποίθηση ότι οι προοπτικές της παγκόσμιας οικονομίας για το 2004 είναι ευνοϊκές. Είναι χαρακτηριστικό ότι για πρώτη φορά μετά από πολλά έτη τόσο οι διεθνείς οργανισμοί όσο και ανεξάρτητοι αναλυτές στον ιδιωτικό τομέα άρχισαν να αναθεωρούν προς τα άνω, και όχι πλέον προς τα κάτω, τις εκτιμήσεις τους για τη βραχυχρόνια προοπτική του παγκόσμιου ΑΕΠ. Οι διεθνείς οργανισμοί προβλέπουν τώρα ότι ο ρυθμός ανόδου του παγκόσμιου ΑΕΠ είναι πιθανό να πλησιάσει το 4,5% το 2004, έναντι 3% περίπου το 2003 και 2,7% κατά μέσον όρο την προηγούμενη διετία, με προοπτική για περαιτέρω επιτάχυνση το 2005. Εξίσου αισιόδοξες είναι σε γενικές γραμμές και οι ανεπίσημες προβλέψεις ανεξάρτητων αναλυτών. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η βελτίωση των οικονομικών εξελίξεων και προοπτικών έχει την ίδια ένταση και εξίσου γερά θεμέλια σε όλες τις χώρες. 

Η επιτάχυνση της ανάκαμψης είναι ιδιαίτερα εμφανής και ισχυρή στις ΗΠΑ, στις περισσότερες από τις αναδυόμενες οικονομίες της Ασίας καθώς και σε πολλές από τις χώρες που σύντομα θα ενταχθούν στην ΕΕ. Ικανοποιητικές είναι επίσης οι οικονομικές επιδόσεις του Ηνωμένου Βασιλείου, της Αυστραλίας και πολλών από τις χώρες που προήλθαν από τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης. Από την άλλη πλευρά, η ανάκαμψη στη ζώνη του ευρώ είναι λιγότερο έντονη και παραμένει σε γενικές γραμμές ασθενέστερη από ό,τι στις άλλες οικονομικά ανεπτυγμένες χώρες ή περιοχές του κόσμου. 

Η οικονομία των ΗΠΑ το τρίτο τρίμηνο του 2003, δηλ. Το τελευταίο τρίμηνο για το οποίο υπάρχουν εθνικολογιστικά στοιχεία, κατέγραψε τον υψηλότερο τριμηνιαίο ρυθμό ανόδου του ΑΕΠ της τελευταίας εικοσαετίας (πάνω από 8% εάν αναχθεί σε ετήσια βάση). Ακόμη πιο ενθαρρυντικό όμως είναι το γεγονός ότι η βάση της ανάκαμψης διευρύνθηκε και συνεπώς ο ρυθμός οικονομικής ανόδου έχει περισσότερες πιθανότητες να διατηρηθεί. Συγκεκριμένα, ενώ το πρώτο εξάμηνο του 2003 η αύξηση του ΑΕΠ στηριζόταν σε υπερβολικό βαθμό στην επέκταση των αμυντικών δαπανών και στον υψηλό δανεισμό των νοικοκυριών για αγορά κατοικίας ή διαρκών καταναλωτικών αγαθών, το τρίτο τρίμηνο όλες οι κατηγορίες δαπανών συνέβαλαν στην αύξηση της οικονομικής δραστηριότητας, πρωταρχικό ρόλο έπαιξαν μάλιστα οι ιδιωτικές επενδύσεις πάγιου κεφαλαίου και οι εξαγωγές. 

Διάφοροι οικονομικοί δείκτες που δημοσιεύθηκαν πιο πρόσφατα δημιουργούν την πεποίθηση ότι η αμερικανική οικονομία θα συνεχίσει να αναπτύσσεται με ταχύ ρυθμό, αν και φυσικά λιγότερο θεαματικό από αυτόν που καταγράφηκε το τρίτο τρίμηνο του 2003. Σύμφωνα με τις πρόσφατες προβλέψεις του ΟΟΣΑ, ο ρυθμός ανόδου του ΑΕΠ των ΗΠΑ θα επιταχυνθεί στο 4,2% το 2004, από 2,9% το 2003 και 2,4% το 2002. 

Οι αναδυόμενες οικονομίες της Ασίας, οι οποίες παράγουν ήδη περισσότερο από το ένα τέταρτο του παγκόσμιου ΑΕΠ, έχουν μια από τις σημαντικότερες συμβολές στη μεγέθυνση της παγκόσμιας οικονομίας. Το 2003 ξεπέρασαν πολύ πιο γρήγορα από ό,τι αναμενόταν τις αρνητικές συνέπειες της επιδημίας του ιού της άτυπης πνευμονίας και παρέμειναν η ταχύτερα αναπτυσσόμενη οικονομική περιοχή του κόσμου, με μέσο ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ γύρω στο 6%, ο οποίος το 2004 αναμένεται να επιταχυνθεί περαιτέρω. Μεταξύ των οικονομιών αυτών, είναι πράγματι εντυπωσιακές οι οικονομικές επιδόσεις των δύο πολυπληθέστερων χωρών του κόσμου, δηλαδή της Ινδίας και της Κίνας. Η ισχυρή τους ανάπτυξη (γύρω στο 6% ετησίως στην Ινδία και άνω του 8% στην Κίνα), η οποία στηρίζεται όχι μόνο στη θεαματική αύξηση των εξαγωγών τους, αλλά και στους πολύ ταχείς ρυθμούς αύξησης της εγχώριας ζήτησης (επομένως και των εισαγωγών τους), έχει φυσικά ευεργετικές συνέπειες για όλο τον υπόλοιπο κόσμο. 

Μεταξύ άλλων, έχει συμβάλει σημαντικά στην εκ νέου ταχεία αύξηση του διεθνούς εμπορίου και την ανάκαμψη των ναύλων, εξελίξεις οι οποίες σαφώς ευνοούν την ελληνική ναυτιλία. Αλλά η ταχεία ανάπτυξη της Ινδίας και της Κίνας αποτελεί ακόμη πιο αποφασιστικό παράγοντα ανάπτυξης των γειτονικών τους οικονομιών, δεδομένου ότι συμβάλλει τα μέγιστα στην αύξηση των εξαγωγών αυτών των οικονομιών. Το γεγονός π.χ. Ότι η ιαπωνική οικονομία έχει αρχίσει να ξεπερνά την παρατεταμένη στασιμότητα της προηγούμενης δεκαετίας και να αναπτύσσεται και πάλι με ικανοποιητικούς ρυθμούς, της τάξεως του 2 έως 2,5 %, παρά τη συνεχιζόμενη αδυναμία της να επιλύσει πλήρως τα σοβαρά διαρθρωτικά προβλήματα του τραπεζικού και επιχειρηματικού της τομέα, οφείλεται σε σημαντικό βαθμό στην ταχεία αύξηση των εξαγωγών της προς τη γειτονική της Κίνα. Ανάλογη είναι η συμβολή της Κίνας στην επιτάχυνση της ανάπτυξης άλλων γειτονικών της οικονομιών, όπως η Νότια Κορέα και η Ταϊβάν. 

Οι δέκα χώρες που πρόκειται να ενταχθούν στην ΕΕ εκτιμάται ότι συνέχισαν το 2003 να αναπτύσσονται με ικανοποιητικό ρυθμό, που υπερέβη κατά μέσον όρο το 3%. Αρκετά υψηλότερος από αυτό το μέσο όρο ήταν ο ρυθμός ανάπτυξης στις Βαλτικές χώρες και στη Σλοβακία. Είναι όμως επίσης αξιοσημείωτο ότι η Πολωνία, ύστερα από δύο χρόνια πολύ χαμηλών επιδόσεων, υπερέβη ελαφρά το μέσο ρυθμό ανάπτυξης των δέκα χωρών το 2003. Το 2004 ο μέσος ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ των χωρών που θα ενταχθούν στην ΕΕ προβλέπεται να επιταχυνθεί στο 3,8%, ενώ υψηλοί ρυθμοί ανόδου του ΑΕΠ προβλέπονται και για τις υποψήφιες για ένταξη χώρες στα Βαλκάνια (τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία). 

Θα ήθελα σ' αυτό το σημείο να τονίσω ότι, παρά την αναμενόμενη επιτάχυνση της παγκόσμιας οικονομικής δραστηριότητας, ο πληθωρισμός τόσο στις προηγμένες οικονομίες όσο και στις αναπτυσσόμενες χώρες προβλέπεται ότι θα παραμείνει σε χαμηλά επίπεδα το 2004. Στις προηγμένες οικονομίες μάλιστα αναμένεται μια ελαφρά υποχώρηση του μέσου ρυθμού ανόδου του γενικού επιπέδου των τιμών, καθώς είναι πιθανό ότι η εν μέρει κυκλική αύξηση της παραγωγικότητας θα διευκολύνει τη συγκράτηση της ανόδου του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος, ενώ το γεγονός ότι δεν έχουν εξαντληθεί τα περιθώρια αξιοποίησης του παραγωγικού τους δυναμικού θα εξακολουθήσει να ασκεί ανασταλτική επίδραση στην άνοδο των τιμών. Θα πρέπει όμως να τονίσω ακόμη περισσότερο ότι οι ανησυχίες για το ενδεχόμενο εισόδου της παγκόσμιας οικονομίας σε κύκλο αποπληθωρισμού (ανησυχίες οι οποίες είχαν απασχολήσει τα ΜΜΕ πριν από μερικούς μήνες) έχουν σαφώς υποχωρήσει.

2. Οικονομικές εξελίξεις και προοπτικές στη ζώνη του ευρώ 

Ας δούμε τώρα τις οικονομικές εξελίξεις και τις προοπτικές στη ζώνη του ευρώ. 

Πρέπει να παραδεχθούμε ότι η ανάκαμψη της οικονομικής δραστηριότητας στη ζώνη του ευρώ αποδείχθηκε αρκετά βραδύτερη από ό,τι περιμέναμε στις αρχές του 2003 και παραμένει λιγότερο αισθητή από ό,τι στις περισσότερες άλλες σημαντικές οικονομικές περιοχές του κόσμου. Αυτό οφείλεται, κατά την άποψή μου, σε δύο κυρίως λόγους: 

- Πρώτον, παρά την πρόοδο που έχει σημειωθεί όσον αφορά την εφαρμογή του προγράμματος των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που είχε υιοθετηθεί από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στη Λισσαβώνα το Μάρτιο του 2000, η οικονομία της ζώνης του ευρώ εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από μικρότερη ευκαμψία από ό,τι εκείνη των ΗΠΑ ή των αναδυόμενων οικονομιών της Ασίας. Για το λόγο αυτό, χρειάζεται μακρότερο χρονικό διάστημα για να ξεπεράσει τις αρνητικές οικονομικές συνέπειες εξωγενών διαταραχών, όπως π.χ. Αυτών που προκλήθηκαν από την κατάρρευση των χρηματιστηριακών αξιών κατά την περίοδο 2000-2002 ή από την ένταση της τρομοκρατικής δραστηριότητας και των γεωπολιτικών αβεβαιοτήτων στο ίδιο περίπου χρονικό διάστημα. 

- Δεύτερον, πολλές από τις χώρες της ζώνης του ευρώ, ιδιαίτερα οι μεγαλύτερες, δεν εκμεταλλεύθηκαν την ευκαιρία που είχαν στη διάρκεια της προηγούμενης περιόδου ανόδου της οικονομικής δραστηριότητας, δηλ. Το 1998-2000, για ουσιαστική βελτίωση της δημοσιονομικής τους κατάστασης ούτως ώστε να πλησιάσουν τους στόχους που θέτει το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Η αντίθεση με τις ΗΠΑ, αλλά και με αρκετές από τις μικρότερες χώρες-μέλη της ευρωζώνης και της ΕΕ, οι οποίες την ίδια περίοδο κατόρθωσαν όχι μόνο να πραγματοποιήσουν σημαντικά δημοσιοοικονομικα πλεονάσματα, αλλά και να εξαλείψουν σχεδόν πλήρως το δημόσιο χρέος τους, είναι ιδιαίτερα έντονη. Αποτέλεσμα αυτής της έλλειψης δημοσιονομικής πειθαρχίας κατά την ανοδική φάση του οικονομικού κύκλου είναι ότι οι κυβερνήσεις στις μεγάλες χώρες της ζώνης του ευρώ αναγκάστηκαν να ακολουθήσουν μια σχετικά συντηρητική δημοσιονομική πολιτική κατά την περίοδο ύφεσης των οικονομιών τους, τα έτη 2001-2002. Αντιθέτως, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση στις ΗΠΑ, όπως και οι κυβερνήσεις των μικρών ευρωπαϊκών χωρών που είχαν ακολουθήσει πιο συνετή πολιτική τα προηγούμενα έτη, είχαν τη δυνατότητα να χαλαρώσουν τη δημοσιονομική τους πολιτική στη διάρκεια της οικονομικής ύφεσης, διευκολύνοντας έτσι και επιταχύνοντας την ανάκαμψη των οικονομιών τους.

΄Ομως, οι αρνητικές συνέπειες των δύο αυτών παραγόντων έχουν εξασθενήσει με την πάροδο του χρόνου και υπεραντισταθμίζονται τώρα από την ευνοϊκή επίδραση της ισχυρής ανάκαμψης της παγκόσμιας οικονομίας, που έχει ήδη οδηγήσει σε εμφανή επιτάχυνση του ρυθμού ανόδου των εξαγωγών της ζώνης του ευρώ προς τον υπόλοιπο κόσμο. Ταυτόχρονα, έχει παρατηρηθεί τους τελευταίους μήνες μια σταδιακή βελτίωση της εμπιστοσύνης των καταναλωτών και των επενδυτών. Αυτή, εκτός από την υποχώρηση των γεωπολιτικών αβεβαιοτήτων και τη βελτίωση των προοπτικών ανάκαμψης, αντανακλά την αυξημένη αποφασιστικότητα με την οποία οι κυβερνήσεις των μεγαλύτερων χωρών της ευρωζώνης προωθούν τους τελευταίους μήνες ορισμένες αναγκαίες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, όπως π.χ. Στα συστήματα συντάξεων και υγειονομικής περίθαλψης.

Τα αποτελέσματα αυτής της αλλαγής σκηνικού, θα έλεγα, στη ζώνη του ευρώ έχουν ήδη αρχίσει να γίνονται αισθητά. Συγκεκριμένα, κατά το τρίτο τρίμηνο του 2003 το πραγματικό ΑΕΠ της ζώνης αυξήθηκε κατά 0,4% έναντι του προηγούμενου τριμήνου, μετά από στασιμότητα ουσιαστικά το πρώτο εξάμηνο, ενώ διάφοροι άλλοι πιο πρόσφατοι οικονομικοί δείκτες είναι γενικά συνεπείς με την πρόβλεψη ότι θα συνεχιστεί και θα ενισχυθεί περαιτέρω η οικονομική ανάκαμψη. Συγκεκριμένα, οι διεθνείς οργανισμοί προβλέπουν ότι το ΑΕΠ της ζώνης του ευρώ θα αυξηθεί κατά 1,8% το τρέχον έτος και κατά 2,3-2,5% το 2005, πλησιάζοντας έτσι το δυνητικό του ρυθμό μεγέθυνσης.

Ιδιαίτερα αξιοσημείωτη είναι η πρόβλεψη ότι, παρά την ανατίμηση του ευρώ, ο όγκος των εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών της ζώνης, που σημείωσε μια μικρή πτώση το 2003, θα αυξηθεί το 2004 κατά 5% περίπου. Η ανάκαμψη των εξαγωγών αναμένεται να ενισχύσει τις επενδύσεις, οι οποίες προβλέπεται να αυξηθούν με ρυθμό γύρω στο 2%, μετά από μηδενικούς ή αρνητικούς ρυθμούς τα τρία τελευταία έτη. Ταυτόχρονα, προβλέπεται ότι η αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης θα επιταχυνθεί σταδιακά, εν μέρει επειδή η ανατίμηση του ευρώ συμβάλλει έμμεσα σε μεγαλύτερη αύξηση του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών. Ο πληθωρισμός αναμένεται να υποχωρήσει κάπως και να διαμορφωθεί κατά μέσον όρο σε επίπεδο λίγο χαμηλότερο του 2%, δηλαδή σε επίπεδο που σύμφωνα με τον ορισμό της ΕΚΤ αντιστοιχεί σε ουσιαστική σταθερότητα των τιμών.

3. Αβεβαιότητες και προκλήσεις

Μέχρι τώρα επισήμανα ότι οι προοπτικές της παγκόσμιας και ευρωπαϊκής οικονομίας είναι εν γένει ευνοϊκές. Θα ήταν όμως σφάλμα να σας αφήσω με την εντύπωση ότι έχουν εκλείψει τελείως οι δυσκολίες και ότι δεν υπάρχουν προκλήσεις τις οποίες θα κληθούν να αντιμετωπίσουν, κατά το τρέχον έτος, οι κυβερνήσεις και οι λοιποί δημόσιοι και ιδιωτικοί φορείς, σε ένα σύνθετο και διαρκώς μεταβαλλόμενο διεθνές περιβάλλον. Επιτρέψτε μου να κάνω μια σύντομη αναφορά στις κυριότερες από αυτές τις προκλήσεις.

Για την παγκόσμια οικονομία, οι μεγάλες ανισορροπίες στο ισοζύγιο πληρωμών των κυριοτέρων χωρών ή οικονομικών περιοχών, και ιδιαίτερα το μεγάλο και διευρυνόμενο έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών των ΗΠΑ, εξακολουθούν να αποτελούν πηγή ανησυχίας, επειδή θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε απότομες και υπερβολικές αναπροσαρμογές των συναλλαγματικών ισοτιμιών, σε αυξημένη αστάθεια στις διεθνείς χρηματαγορές ή ακόμη και σε ενίσχυση του προστατευτισμού.

Η ανησυχία αυτή έχει τελευταία μετριαστεί, εν μέρει γιατί η σημαντική μέχρι τώρα πτώση του δολαρίου, η οποία θα συμβάλει εν καιρώ στον περιορισμό του ελλείμματος εξωτερικών συναλλαγών των ΗΠΑ, έχει πραγματοποιηθεί σχετικά ομαλά, χωρίς μεγάλες αναταραχές στις αγορές. Επιπλέον, είναι σαφές ότι η επιτάχυνση της παγκόσμιας οικονομικής ανάκαμψης αντισταθμίζει προς το παρόν τις τυχόν αρνητικές επιπτώσεις μιας υπερβολικής μεταβολής των συναλλαγματικών ισοτιμιών. Παρά ταύτα, το πρόβλημα παραμένει και θα χρειαστεί να αντιμετωπιστεί μεσοπρόθεσμα με ουσιαστικές προσαρμογές της οικονομικής πολιτικής, τόσο στις χώρες ή τις οικονομικές περιοχές που εμφανίζουν ελλείμματα στις εξωτερικές τους συναλλαγές όσο και σε αυτές που έχουν πλεονάσματα. Συγκεκριμένα, όπως έχουν επισημάνει κατ' επανάληψιν οι διεθνείς οργανισμοί και η ΕΚΤ, οι πρώτες θα πρέπει να προχωρήσουν το ταχύτερο δυνατόν στη λήψη μέτρων για τον περιορισμό των εξωτερικών τους ελλειμμάτων (σε αυτό μπορεί να συμβάλει και η μείωση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων τους). Ταυτόχρονα, οι χώρες που εμφανίζουν πλεόνασμα στις εξωτερικές συναλλαγές θα χρειαστεί να επιταχύνουν την προώθηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων για να ενισχύσουν το δυνητικό ρυθμό ανάπτυξής τους και την αύξηση της εγχώριας ζήτησης και να διευκολύνουν με αυτό τον τρόπο μια πιο ισόρροπη και διατηρήσιμη ανάπτυξη σε όλο τον κόσμο.

Για την Ευρώπη, η επικείμενη διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποτελεί, χωρίς αμφιβολία, μια σημαντική πρόκληση, όσον αφορά τη λήψη των κοινοτικών αποφάσεων, αλλά και την αρμονική ενσωμάτωση των νέων μελών στην ευρωπαϊκή οικονομία. Ταυτόχρονα, η διεύρυνση δίνει στις οικονομίες της ΕΕ και της ζώνης του ευρώ την ευκαιρία να επανεξετάσουν και να βελτιώσουν τον τρόπο λειτουργίας τους, ώστε να ενισχύσουν τη δυνατότητά τους να αντιμετωπίζουν εξωτερικές ή άλλες διαταραχές χωρίς παρατεταμένη πτώση του ρυθμού ανόδου της οικονομικής δραστηριότητας. Η δημιουργία μιας ενιαίας αγοράς 470 εκατομμυρίων κατοίκων υπογραμμίζει την οικονομική σημασία της διεύρυνσης και δίνει ένα μέτρο της δυναμικότητας της ΕΕ των 25.

Είναι όμως αλήθεια ότι η ένταξη 10 νέων χωρών προσδίδει στην ΕΕ μια διάσταση ανομοιογένειας (λόγω των σημαντικών διαφορών τόσο στο κατά κεφαλή εισόδημα όσο και στη διάρθρωση των οικονομιών), οι συνέπειες της οποίας θα πρέπει να αντιμετωπιστούν.

Εξαιτίας της διαφοράς εισοδήματος, η πραγματική σύγκλιση μεταξύ των νέων χωρών-μελών και των σημερινών μελών της ΕΕ είναι περισσότερο παρά ποτέ το κλειδί για μια επιτυχημένη διεύρυνση. Αλλά ούτε η θεωρία ούτε η εμπειρία από προηγούμενες διευρύνσεις ενισχύουν την υπόθεση ότι η σύγκλιση θα επέλθει αυτόματα. Η σύγκλιση επιτυγχάνεται μόνο με τη συμβολή ορισμένων βασικών συντελεστών της ανάπτυξης και με την εφαρμογή πολιτικής η οποία ενισχύει αυτούς τους συντελεστές. Ένα ιδιαίτερα θετικό στοιχείο είναι ότι οι νέες χώρες-μέλη έχουν αρκετά υψηλής ποιότητας ανθρώπινο κεφάλαιο. Από την άλλη πλευρά, βαρύνονται με μία κληρονομιά ξεπερασμένων βιομηχανικών δομών, περιβαλλοντικών προβλημάτων και αναποτελεσματικού δημόσιου τομέα, ζητήματα τα οποία θα πρέπει να αντιμετωπίσουν χωρίς καθυστέρηση.

Η αυξανόμενη πολυπλοκότητα και ανομοιογένεια στην ΕΕ των 25 συνεπάγεται επίσης μία διπλή πρόκληση όσον αφορά τη μακροοικονομική πολιτική στη διευρυμένη ΕΕ. Πρώτον, με ποιο τρόπο θα εξασφαλιστεί ο αναγκαίος βαθμός δημοσιονομικής πειθαρχίας και συντονισμού σε ένα σύνολο 25 χωρών με σημαντικές διαφορές στα μακροοικονομικά και διαρθρωτικά χαρακτηριστικά τους και, δεύτερον, πώς τελικά θα ασκηθεί η ενιαία νομισματική πολιτική σε μία ζώνη του ευρώ με αυξημένη οικονομική ανομοιογένεια.

Θα πρέπει να θυμηθούμε ότι το μοντέλο διακυβέρνησης της ΕΕ είχε αρχικά σχεδιαστεί για μια Κοινότητα η οποία ήταν μικρή και ομοιογενής ως προς το επίπεδο οικονομικής ανάπτυξης. Οι διαδοχικές διευρύνσεις, ο αυξανόμενος αλλά ακόμη άνισος βαθμός ενοποίησης των αγορών και η αύξηση των πεδίων στα οποία εφαρμόζονται κοινοτικές πολιτικές έχουν καταστήσει το έργο της διακυβέρνησης περισσότερο σύνθετο. Οι προκλήσεις για την άσκηση πολιτικής είναι ήδη εμφανείς και η ΕΕ καλείται να εξασφαλίσει υψηλή αποτελεσματικότητα στις δομές συνεργασίας και συντονισμού.

Ιδιαίτερα σημαντική για την ΕΕ, και ειδικότερα για τη ζώνη του ευρώ, είναι η πρόκληση για τη δημοσιονομική εξυγίανση, ώστε να αυξηθεί η αποτελεσματικότητα της δημοσιονομικής πολιτικής, να βελτιωθεί το μείγμα οικονομικής πολιτικής και, πιο μακροπρόθεσμα, να αντιμετωπιστεί το δημοσιονομικό κόστος της γήρανσης του πληθυσμού. Ο σημερινός συνδυασμός χαμηλού ρυθμού οικονομικής ανόδου και υψηλών δημόσιων δαπανών δεν είναι διατηρήσιμος, και θα είναι ακόμη λιγότερο στο μέλλον λόγω της γήρανσης του πληθυσμού, η οποία οδηγεί σε υψηλότερες δημόσιες δαπάνες για συντάξεις και για υγειονομική περίθαλψη.

Η ανάλυση για τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις ώστε να βελτιωθεί η ευελιξία των οικονομιών της ΕΕ έχει σε μεγάλο βαθμό γίνει, κυρίως με τους Γενικούς Προσανατολισμούς της Οικονομικής Πολιτικής και τις αποφάσεις της Λισσαβώνας. Αυτό που χρειάζεται είναι η συνεπής και αποφασιστική εφαρμογή αυτών των μεταρρυθμίσεων και προσαρμογών, ώστε οι ευρωπαϊκές οικονομίες να αυξήσουν τη δυναμικότητά τους, να εξασφαλίσουν επιτυχή παρουσία στο διεθνή καταμερισμό εργασίας και να δημιουργήσουν για τους πολίτες τους ευκαιρίες για απασχόληση και ευημερία. Πρέπει να δημιουργήσουμε στην Ευρωπαϊκή ΄Ενωση τις αναγκαίες συνθήκες για βιώσιμη και αλληλέγγυη ανάπτυξη ώστε να αποτελέσει τελικά μία ισχυρή ενιαία οικονομία που θα μπορεί να αντιμετωπίζει τα προβλήματα που ανακύπτουν από την παγκοσμιοποίηση.

Κυρίες και κύριοι, σας ευχαριστώ που με ακούσατε και σας εύχομαι και πάλι καλή χρονιά.

​​ 
Αυτό το website χρησιμοποιεί cookies για την βελτιστοποίηση της εμπειρίας σας. Μάθετε περισσότερα
Αποδέχομαι