Συνομιλία του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννη Στουρνάρα με τον Θάνο Νιφόρο, Ambassador & Mentor BioInnovation Greece, στο Συνέδριο Βιοτεχνολογίας
03/10/2026 - Άρθρα & Συνεντεύξεις
«Πώς βλέπουν οι Κεντρικές Τράπεζες την καινοτομία; Πώς βλέπει η Τράπεζα της Ελλάδος τη Βιοτεχνολογία;»
Ερώτημα 1: Το ζήτημα της παραγωγικότητας
Κύριε Διοικητά, οι κεντρικοί τραπεζίτες συχνά αναφέρονται στην παραγωγικότητα και όχι σε επιμέρους τομείς της οικονομίας. Σε περίπτωση που επιτύχει η βιοτεχνολογία στην Ελλάδα, ποια μπορεί να είναι η συμβολή της στην παραγωγικότητα και τη δυνητική ανάπτυξη μακροπρόθεσμα, και τι θα σας έπειθε ότι η βιοτεχνολογία αποκτά σημασία από μακροοικονομική άποψη αντί να είναι απλά ένας μεμονωμένος επιτυχημένος τομέας;
Η βιοτεχνολογία ασφαλώς μπορεί να εξελιχθεί σε έναν επιτυχημένο τομέα στην Ελλάδα, αλλά από μακροοικονομική άποψη το σημαντικότερο ερώτημα είναι αν η επιτυχία της μπορεί να επιφέρει αύξηση της παραγωγικότητας πέραν των ορίων του ίδιου του κλάδου.
Η βιοτεχνολογία είναι ακριβώς το είδος δραστηριότητας εντάσεως γνώσης που μπορεί να υποστηρίξει ένα πιο παραγωγικό μοντέλο ανάπτυξης. Συνδυάζει έρευνα και ανάπτυξη, ανθρώπινο κεφάλαιο υψηλής εξειδίκευσης, προηγμένες τεχνολογίες — μεταξύ των οποίων η τεχνητή νοημοσύνη σε ολοένα μεγαλύτερο βαθμό — και σημαντικές επενδύσεις. Ως εκ τούτου, μπορεί να συμβάλει άμεσα στην πραγματική και τη δυνητική ανάπτυξη μέσω παραγωγής υψηλότερης προστιθέμενης αξίας, επενδύσεων και εξαγωγών. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι μπορεί να συμβάλει μέσω της διάχυσης της γνώσης και της τεχνολογίας στο σύνολο της οικονομίας.
Η πρόκληση αυτή δεν αφορά μόνο την Ελλάδα, αλλά και την Ευρώπη γενικότερα Το βασικό πρόβλημα της Ευρώπης δεν εντοπίζεται στην παραγωγή επιστημονικής γνώσης, αλλά στη μετατροπή των ερευνητικών αποτελεσμάτων σε εμπορικά αξιοποιήσιμη καινοτομία και στην ανάπτυξή τους σε βιομηχανική κλίμακα. Η Ευρώπη παράγει περίπου το 21% των κορυφαίων επιστημονικών δημοσιεύσεων στον τομέα της βιοτεχνολογίας παγκοσμίως, όσο και οι ΗΠΑ και η Κίνα, αλλά προσελκύει μόνο το 7% περίπου των παγκόσμιων επενδύσεων των κεφαλαίων επιχειρηματικών συμμετοχών (venture capital) σε βιοτεχνολογία υγείας.[1] Επομένως, το ζητούμενο δεν είναι απλά η παραγωγή γνώσης, αλλά η μετατροπή της σε εμπορικά βιώσιμη καινοτομία και οικονομική αξία.
Η προτεινόμενη Ευρωπαϊκή Πράξη Βιοτεχνολογίας αποσκοπεί στην αντιμετώπιση αυτού του κενού μέσω της ενίσχυσης της αλυσίδας της καινοτομίας στο σύνολό της — από την έρευνα και τις κλινικές δοκιμές μέχρι τη χρηματοδότηση, την εμπορευματοποίηση και τη βιομηχανική κλιμάκωση —, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη καινοτόμων επιχειρήσεων στην Ευρώπη. Είναι αξιοσημείωτο ότι, από το 2019 έως το 2025, οι 66 από τις 67 εταιρίες βιοτεχνολογίας της ΕΕ που εισήχθησαν στο χρηματιστήριο επέλεξαν να το κάνουν εκτός ΕΕ.[2]
Για την Ελλάδα προσφέρεται μια σημαντική ευκαιρία. Ήδη διαθέτουμε ορισμένες από τις απαραίτητες προϋποθέσεις: εξειδικευμένο επιστημονικό και ιατρικό προσωπικό, πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα με διεθνείς διασυνδέσεις, ανεπτυγμένη φαρμακευτική βιομηχανία, ικανότητα διεξαγωγής κλινικών δοκιμών και ένα αναπτυσσόμενο οικοσύστημα καινοτόμων νεοφυών επιχειρήσεων και τεχνοβλαστών (start-ups & spin-offs). Έχουμε λοιπόν την ευκαιρία να συνδέσουμε πιο αποτελεσματικά αυτά τα πλεονεκτήματα και να μετατρέψουμε την έρευνα σε εμπορεύσιμα προϊόντα και υπηρεσίες.
Αυτό έχει σημασία διότι το μοντέλο μακροπρόθεσμης ανάπτυξης της Ελλάδας χρειάζεται να βασιστεί περισσότερο στην καινοτομία, να γίνει πιο εξωστρεφές και να δώσει μεγαλύτερη έμφαση στις δραστηριότητες υψηλότερης προστιθέμενης αξίας. Ένα ισχυρότερο οικοσύστημα βιοτεχνολογίας θα μπορούσε να ενισχύσει τους δεσμούς μεταξύ πανεπιστημίων και επιχειρήσεων, να προσελκύσει ξένες επενδύσεις με υψηλή ένταση έρευνας και ανάπτυξης, να δημιουργήσει θέσεις εργασίας υψηλής εξειδίκευσης, να υποστηρίξει τον επαναπατρισμό εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού και να αυξήσει το τεχνολογικό περιεχόμενο των εξαγωγών μας.
Συνεπώς, κατά την άποψή μου, η βιοτεχνολογία αποκτά σημασία από μακροοικονομική άποψη όταν οι επιδράσεις αυτές επεκτείνονται πέραν από έναν μικρό αριθμό επιτυχημένων εταιριών: όταν η έρευνα μετατρέπεται σε εμπορικά βιώσιμη καινοτομία, οι νεοφυείς επιχειρήσεις αναπτύσσονται και αποκτούν μεγαλύτερη κλίμακα δραστηριότητας, οι διεθνείς επενδύσεις διαχέουν τη γνώση στην εθνική οικονομία, οι εταιρίες προσελκύουν και διατηρούν εξειδικευμένο προσωπικό, και η αύξηση της παραγωγικότητας αρχίζει να επεκτείνεται και σε άλλες επιχειρήσεις και τομείς.
Συμπληρωματική ερώτηση 1(Β)
Ποιους δείκτες θα παρακολουθούσατε πρώτα, τις δαπάνες για έρευνα και ανάπτυξη, τα δικαιώματα ευρεσιτεχνίας, τις εξαγωγές, την προσέλκυση ταλέντων ή τις επενδυτικές ροές;
Θα εξέταζα έναν συνδυασμό δεικτών και κυρίως την εξέλιξή τους κατά μήκος της αλυσίδας της καινοτομίας.
Αρχικά, θα επικεντρωνόμουν στις δαπάνες για έρευνα και ανάπτυξη, στις επενδυτικές ροές και στην ικανότητά μας να προσελκύουμε και να διατηρούμε ερευνητές υψηλής εξειδίκευσης. Σε επόμενο στάδιο, θα αναζητούσα ενδείξεις ότι οι εισροές αυτές αποφέρουν απτά αποτελέσματα, όπως δικαιώματα ευρεσιτεχνίας, κλινική έρευνα, νέα προϊόντα και νεοφυείς επιχειρήσεις ικανές να αναπτυχθούν και να επεκτείνουν επιτυχώς τη δραστηριότητά τους.
Ωστόσο, οι πλέον σημαντικοί δείκτες από μακροοικονομική σκοπιά βρίσκονται σε μεταγενέστερα στάδια της αλυσίδας: η ενίσχυση των εξαγωγών εντάσεως τεχνολογίας, η αύξηση της συμμετοχής στις ευρωπαϊκές και παγκόσμιες αλυσίδες αξίας, η δημιουργία περισσότερων θέσεων εργασίας υψηλής εξειδίκευσης και, εν τέλει, η ενίσχυση του ρυθμού ανόδου της παραγωγικότητας.
Μάλιστα στο σημερινό ευρωπαϊκό περιβάλλον, θα πρόσθετα ένα ακόμη κριτήριο: κατά πόσον οι καινοτόμες ελληνικές επιχειρήσεις είναι σε θέση να αντλήσουν τα κεφάλαια που απαιτούνται για την ανάπτυξή τους παραμένοντας ταυτόχρονα στην Ελλάδα και την Ευρώπη. Ο πραγματικός δείκτης επιτυχίας δεν είναι απλώς η παραγωγή έρευνας, αλλά η ικανότητά μας να μετατρέπουμε την έρευνα και το ταλέντο σε επενδύσεις, προϊόντα και υπηρεσίες, εξαγωγές και υψηλότερη παραγωγικότητα.
Ερώτηση 2: Η Ένωση Κεφαλαιαγορών
Η Ευρώπη παράγει επιστημονική έρευνα παγκόσμιας κλάσης, ωστόσο πολλές επιχειρήσεις που βρίσκονται στην τεχνολογική πρωτοπορία αναζητούν αναπτυξιακά κεφάλαια εκτός Ευρώπης. Κατά την άποψή σας, ποια είναι η σημαντικότερη μεταρρύθμιση στο πλαίσιο της Ένωσης Κεφαλαιαγορών (Capital Markets Union) που θα μπορούσε να βοηθήσει ώστε να παραμείνουν στην Ευρώπη και να αναπτυχθούν εταιρίες σε τομείς όπως η βιοτεχνολογία;
Πράγματι, η χρηματοδότηση της καινοτομίας στην Ευρώπη αποτελεί πρόκληση. Αν και τα ευρωπαϊκά νοικοκυριά εμφανίζουν πολύ υψηλό ποσοστό αποταμίευσης, περίπου 15% του ετήσιου εισοδήματός τους, σημαντικά υψηλότερο από εκείνο των αμερικανικών νοικοκυριών, οι αποταμιεύσεις τους τείνουν, σε ποσοστό διπλάσιο από ό,τι στις ΗΠΑ, να κατευθύνονται κυρίως σε τραπεζικές καταθέσεις και όχι σε επενδύσεις σε κινητές αξίες. Μολονότι δε οι τράπεζες αναδιοχετεύουν αυτές τις καταθέσεις στην πραγματική οικονομία με τη μορφή δανείων προς τον ιδιωτικό τομέα, μελέτες δείχνουν ότι η τραπεζική χρηματοδότηση τείνει να ευνοεί δυσανάλογα τις πιο εδραιωμένες και κεφαλαιακά ισχυρότερες επιχειρήσεις, έναντι καινοτόμων νεοφυών επιχειρήσεων που θα μπορούσαν να κάνουν σημαντικές τομές στην υφιστάμενη δομή των αγορών.[3]
Ως αποτέλεσμα, ο ρόλος των χρηματοπιστωτικών αγορών ως διαύλου μέσω του οποίου οι αποταμιεύσεις κατευθύνονται σε επενδύσεις στην πραγματική οικονομία παραμένει πολύ ασθενέστερος στην Ευρώπη σε σχέση με τις σημαντικότερες διεθνείς οικονομίες, όπως οι ΗΠΑ. Η υστέρηση των ευρωπαϊκών κεφαλαιαγορών έναντι των ανταγωνιστών τους αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα που περιορίζει την καινοτομία στην Ευρώπη. Ενδεικτικά, η συνολική χρηματοδότηση των επενδύσεων για έρευνα και ανάπτυξη στην ΕΕ ανέρχεται σε περίπου 400 δισεκ. ευρώ ή στο 2,1% του ΑΕΠ, έναντι 1 τρισεκ. ευρώ ή 3,3% του ΑΕΠ στις ΗΠΑ. Η σύγκριση είναι ακόμη πιο δυσμενής για την Ευρώπη όταν εξετάζονται οι ιδιωτικές δαπάνες για έρευνα και ανάπτυξη, οι οποίες στην Ευρώπη αντιστοιχούν στο 1,3% του ΑΕΠ, έναντι 2,4% στις ΗΠΑ.
Ένα επιπλέον εμπόδιο είναι ο κατακερματισμός των ευρωπαϊκών κεφαλαιαγορών. Απαιτείται άρση των φραγμών στις διασυνοριακές επενδύσεις και απλούστευση των κανόνων που διέπουν τις ευρωπαϊκές κεφαλαιαγορές. Στο πλαίσιο της Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων (Savings and Investments Union – SIU), συγκεκριμένα βήματα προς αυτή την κατεύθυνση είναι η εναρμόνιση των κανονιστικών απαιτήσεων και εποπτικών πρακτικών σε ολόκληρη την ΕΕ, η απλοποίηση των διαδικασιών πρόσβασης στις κεφαλαιαγορές τόσο για άντληση κεφαλαίων όσο και για επενδύσεις, η ενίσχυση των διασυνοριακών συναλλαγών και η άρση των φραγμών σε καινοτόμες χρηματοοικονομικές τεχνολογίες.
Επανερχόμενος στο ερώτημά σας, είναι δύσκολο να αναδειχθεί μία μόνο μεταρρύθμιση ως η πλέον καθοριστική, καθώς η ουσιαστική ενοποίηση και βάθυνση των ευρωπαϊκών κεφαλαιαγορών προϋποθέτει συνδυασμό παρεμβάσεων. Παραδείγματος χάριν, οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις βιοτεχνολογίας αναμένεται να ωφεληθούν από τη δέσμη μέτρων της SIU για την ενοποίηση των αγορών και την εποπτεία (“Market integration and supervision package”), η οποία αποσκοπεί στην απλοποίηση του κανονιστικού και εποπτικού πλαισίου του ευρωπαϊκού χρηματοπιστωτικού συστήματος, καθώς και από την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη δημιουργία ενός “Πανευρωπαϊκού Διαχειριστή Αγοράς” (Pan-European Market Operator), η οποία αναμένεται να διευρύνει τη βάση άντλησης επενδυτικών κεφαλαίων για τις επιχειρήσεις. Επιπλέον, οι εταιρίες βιοτεχνολογίας θα μπορούσαν να αξιοποιήσουν την πρόσβαση σε μια πιο ενοποιημένη αγορά μακροπρόθεσμων κεφαλαίων, συμπεριλαμβανομένων των συνταξιοδοτικών αποταμιεύσεων που διαχειρίζονται τα ταμεία συντάξεων, προκειμένου να διευρύνουν και να διαφοροποιήσουν σημαντικά τις πηγές χρηματοδότησής τους.
Συμπληρωματική ερώτηση 2(Β)
Η πρόκληση που αντιμετωπίζει σήμερα η Ευρώπη έχει να κάνει περισσότερο με την παραγωγή καινοτομίας ή με τη χρηματοδότηση της φάσης ανάπτυξης και επέκτασης των επιχειρήσεων;
Η μεγάλη πρόκληση για την Ευρώπη είναι να γεφυρώσει το τεχνολογικό χάσμα που τη χωρίζει από άλλες οικονομίες, όπως οι ΗΠΑ και η Κίνα, οι οποίες, παρότι έχουν συγκρίσιμο μέγεθος και παρόμοια διαρθρωτικά χαρακτηριστικά με την Ευρώπη, εμφανίζουν σημαντικά καλύτερες επιδόσεις στον τομέα της καινοτομίας.
Όπως ανέφερα προηγουμένως, η Ευρώπη πρέπει επίσης να αξιοποιήσει αποτελεσματικότερα την έρευνα που παράγει. Παρότι η ευρωπαϊκή ερευνητική παραγωγή αντιστοιχεί περίπου στο 1/3 της παγκόσμιας, δεν έχει ακόμη μεταφραστεί σε εμπορικώς εκμεταλλεύσιμα προϊόντα, υπηρεσίες και εφαρμογές. Η ενίσχυση της έρευνας στον τεχνολογικό τομέα και στον τομέα της μηχανικής θα προωθούσε την καινοτομία με ανταγωνιστικό τρόπο και θα ενδυνάμωνε την αποδοτικότητα και την παραγωγικότητα των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων.
Υπό αυτή την έννοια, η χρηματοδότηση της καινοτομίας και των αρχικών σταδίων ανάπτυξης μιας επιχειρηματικής δραστηριότητας κατά τρόπο βιώσιμο και οικονομικά αποδοτικό αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για τη μετέπειτα επέκταση της.
Ερώτηση 3: Η Ελλάδα ως εφαλτήριο
Συχνά περιγράφουμε την Ελλάδα ως δυνητικό εφαλτήριο για την ευρωπαϊκή βιοτεχνολογία. Από τη σκοπιά των κεντρικών τραπεζών, τι είναι αυτό που μετατρέπει μια χώρα από απλά έναν χώρο διεξαγωγής έρευνας σε αληθινό εφαλτήριο για επενδύσεις, ανάπτυξη επιχειρήσεων και προσέλκυση διεθνών κεφαλαίων;
Η ερευνητική αριστεία είναι σαφώς αναγκαία, αλλά όχι ικανή προϋπόθεση για να γίνει μια χώρα αληθινό εφαλτήριο για επενδύσεις, ανάπτυξη επιχειρήσεων και προσέλκυση μακροπρόθεσμων κεφαλαίων.
H Ελλάδα διαθέτει ένα σημαντικό πρόσθετο πλεονέκτημα: είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ενιαίας Αγοράς. Άρα το ζητούμενο δεν θα πρέπει να είναι απλώς η δημιουργία επιτυχημένων ελληνικών εταιριών βιοτεχνολογίας, αλλά να καθιερωθεί η Ελλάδα ως ένας ελκυστικός βιοϊατρικός κόμβος παγκόσμιου βεληνεκούς και ως πύλη εισόδου στις ευρωπαϊκές και διεθνείς αγορές ευρύτερα.
Από τη σκοπιά της κεντρικής τράπεζας, ως πρώτη προϋπόθεση θα ανέφερα τη μακροοικονομική σταθερότητα και την αξιοπιστία. Οι μακροπρόθεσμοι επενδυτές χρειάζονται να νιώθουν εμπιστοσύνη όσον αφορά τη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών και τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος και του γενικότερου οικονομικού περιβάλλοντος. Τα τελευταία χρόνια, η Ελλάδα έχει πραγματοποιήσει πολύ σημαντική πρόοδο σε αυτούς τους τομείς, χάρη στις ισχυρές δημοσιονομικές επιδόσεις της, τη μείωση του δημόσιου χρέους, την ανάκτηση της επενδυτικής κατηγορίας και τη σημαντική ενίσχυση του τραπεζικού τομέα της. Τα επιτεύγματα αυτά έχουν βελτιώσει ουσιαστικά την ελκυστικότητα της χώρας στα μάτια των επενδυτών.
Επίσης, η προστασία των δικαιωμάτων των μετόχων μειοψηφίας είναι μια εξαιρετικά κρίσιμη κανονιστική προϋπόθεση, καθώς ακόμη και τα μεγάλα επενδυτικά κεφάλαια συχνά κατέχουν μειοψηφικές μόνο συμμετοχές στις επιχειρήσεις στις οποίες επενδύουν, και μόνο εξειδικευμένες επενδυτικές κοινοπραξίες επιδιώκουν να αποκτήσουν τον έλεγχο της εταιρίας στην οποία επενδύουν.
Είναι σαφές ότι για να γίνει μια χώρα εφαλτήριο, η συνολική χρηματοπιστωτική ανάπτυξη της οικονομίας της, σε όρους βάθους, πρόσβασης και αποτελεσματικότητας, είναι καθοριστικός παράγοντας. Γι’ αυτόν τον λόγο, η Ελλάδα θα πρέπει να αναλάβει πρωταγωνιστικό ρόλο στην προσπάθεια προώθησης μιας γνήσιας Ένωσης Κεφαλαιαγορών στην Ευρώπη. Προς την κατεύθυνση αυτή, κρίσιμη σημασία έχει η στρατηγική πρωτοβουλία για την ενσωμάτωση του Χρηματιστηρίου Αθηνών στο οικοσύστημα του ομίλου Euronext, καθώς συνδέει τις εγχώριες αγορές με την κορυφαία υποδομή κεφαλαιαγορών στην Ευρώπη. Επίσης, μέσω της συμμετοχής της στην Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων, η Ελλάδα θα είναι σε θέση να προσφέρει στις εταιρίες βιοτεχνολογίας καινοτόμες μορφές χρηματοδότησης πιο αποτελεσματικά και ανάλογα με τη φάση ανάπτυξής τους, όπως κεφάλαια επιχειρηματικών συμμετοχών (venture capital) στα αρχικά στάδια της ζωής τους ή αναπτυξιακά κεφάλαια (growth equity) και δανειακή χρηματοδότηση (venture debt) στη φάση της κλιμάκωσης των δραστηριοτήτων τους.
Αν και η μακροοικονομική σταθερότητα αποτελεί βασική προϋπόθεση, η ποιότητα των θεσμών είναι εξίσου θεμελιώδης για τους επενδυτές, ιδίως στη βιοτεχνολογία, όπου το κόστος έρευνας και ανάπτυξης είναι υψηλό, οι ορίζοντες των επενδύσεων είναι μεγάλοι και το χρονικό διάστημα μεταξύ της αρχικής έρευνας και της εμπορικής απόδοσης μπορεί να είναι σημαντικό.
Συνεπώς, τεράστια σημασία έχει το κανονιστικό πλαίσιο. Το ζητούμενο, όμως, δεν θα πρέπει να είναι απλώς η μείωση των κανονιστικών ρυθμίσεων, αλλά η βελτίωσή τους, όπως προτείνεται εξάλλου στην Ευρωπαϊκή Πράξη για τη Βιοτεχνολογία: σαφείς κανόνες, πιο προβλέψιμες εγκριτικές διαδικασίες, και αποτελεσματικοί μηχανισμοί υλοποίησης, όπως προστατευμένα κανονιστικά περιβάλλοντα (regulatory sandboxes) και μείωση του χρόνου διάθεσης στην αγορά (time to market).
Συνδυάζοντας όλα τα απαραίτητα συστατικά στοιχεία, η Ελλάδα είναι μια υποσχόμενη χώρα που μπορεί να εξελιχθεί σε πραγματικό εφαλτήριο για την ευρωπαϊκή βιοτεχνολογία. Η επιστημονική αριστεία δημιουργεί τις ευκαιρίες. Ωστόσο, η μακροοικονομική σταθερότητα, η ποιότητα των θεσμών, η συνέπεια στην άσκηση πολιτικής, ένα προβλέψιμο και κατάλληλα σχεδιασμένο κανονιστικό πλαίσιο, καθώς και η πρόσβαση σε βαθιές και ενοποιημένες κεφαλαιαγορές, είναι οι παράγοντες που καθορίζουν κατά πόσον οι ευκαιρίες αυτές θα μετουσιωθούν σε επενδύσεις και στη δημιουργία επιχειρήσεων με ηγετική θέση στον κλάδο τους.
Συμπληρωματική ερώτηση 3(B)
Με βάση την εμπειρία σας, ποιο είναι το πιο υποεκτιμημένο στοιχείο της ελκυστικότητας ενός επενδυτικού προορισμού: η σταθερότητα, η ταχύτητα των διαδικασιών, το κανονιστικό πλαίσιο ή η πρόσβαση σε κεφάλαια;
Και τα τέσσερα αυτά στοιχεία έχουν σημασία και στην πράξη αλληλοενισχύονται. Η σταθερότητα προσελκύει επενδυτές, η πρόσβαση σε κεφάλαια ευνοεί τη μεγέθυνση των επιχειρήσεων και η ορθή κανονιστική ρύθμιση δημιουργεί το πλαίσιο στο οποίο μπορεί να αναπτυχθεί η καινοτομία.
Αν όμως έπρεπε να προσδιορίσω το πιο υποεκτιμημένο στοιχείο, πιθανότατα θα έλεγα ότι είναι η εμπιστοσύνη των επενδυτών που πηγάζει από το θεσμικό πλαίσιο. Το πιο υποτιμημένο πλεονέκτημα μιας χώρας για έναν ξένο επενδυτή είναι η θεσμική διασφάλιση ότι δεν πρόκειται να χάσει τα χρήματά του παρά μόνο εξαιτίας δικών του οικονομικών επιλογών. Η διοικητική αποτελεσματικότητα, ιδίως η ταχύτητα και η προβλεψιμότητα, είναι άλλη μία εξίσου σημαντική θεσμική παράμετρος.
Για έναν επενδυτή, ο χρόνος είναι χρήμα, πολλώ δε μάλλον στον τομέα της βιοτεχνολογίας. Οι αιτήσεις για κλινικές μελέτες εγκρίνονται εντός περίπου 60 ημερών στις ΗΠΑ και στην Κίνα, έναντι 113 ημερών κατά μέσο όρο για πολυεθνικές κλινικές μελέτες στην ΕΕ.[4] Οι καθυστερήσεις επηρεάζουν τον χρόνο διάθεσης στην αγορά, την απόδοση της επένδυσης και, εν τέλει, την ανταγωνιστικότητα.
Η Ελλάδα έχει κάνει σπουδαία πρόοδο, ιδίως στον ψηφιακό μετασχηματισμό των δημόσιων υπηρεσιών και στη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος. Αλλά το διοικητικό βάρος, η πολυπλοκότητα του κανονιστικού πλαισίου και, κυρίως, οι καθυστερήσεις στο σύστημα απονομής δικαιοσύνης εξακολουθούν να θέτουν σοβαρούς περιορισμούς.
Τα ζητήματα αυτά ενδέχεται να εμφανίζονται ως αμιγώς μικροοικονομικά, ωστόσο, σωρευτικά, λειτουργούν ως ένας αφανής φόρος επί των επενδύσεων. Η μείωση αυτού του αφανούς φόρου θα ενίσχυε σημαντικά την ελκυστικότητα της Ελλάδος ως επενδυτικού προορισμού, τόσο στον τομέα της βιοτεχνολογίας όσο και γενικότερα σε παραγωγικές δραστηριότητες υψηλής έντασης καινοτομίας.
Ερώτημα 4: Προτεραιότητες της δημόσιας πολιτικής
Προκειμένου η Ελλάδα να προσελκύσει σημαντικά περισσότερες διεθνείς επενδύσεις στον τομέα της βιοτεχνολογίας την επόμενη δεκαετία, ποια πρέπει να είναι η πρώτη προτεραιότητα της δημόσιας πολιτικής: μείωση της αβεβαιότητας, κινητοποίηση κεφαλαίων, ενίσχυση της μετατροπής των ερευνητικών αποτελεσμάτων σε εμπορικά αξιοποιήσιμη καινοτομία, ή βελτίωση των υποδομών ανάπτυξης σε βιομηχανική κλίμακα;
Εκτιμώ ότι οι προτεραιότητες αυτές μπορούν να συνυπάρξουν. Προϋπόθεση για ένα επιτυχημένο οικοσύστημα βιοτεχνολογίας είναι να προωθηθούν και οι τέσσερις. Ωστόσο, η δημόσια πολιτική πρέπει πρώτα απ’ όλα να θέσει τις σωστές βάσεις.
Το πρώτο ζητούμενο είναι η σταθερότητα και η αξιοπιστία. Οι επενδύσεις στη βιοτεχνολογία είναι ιδιαίτερα μακροπρόθεσμες και εμπεριέχουν υψηλό κίνδυνο: το κόστος έρευνας και ανάπτυξης είναι υψηλό, τα εμπορικά αποτελέσματα αβέβαια, και για να αποδώσει μια επένδυση μπορεί να χρειαστούν πολλά χρόνια. Συνεπώς, οι επενδυτές πρέπει να μπορούν να έχουν εμπιστοσύνη στη σταθερότητα και προβλεψιμότητα του μακροοικονομικού, θεσμικού και ρυθμιστικού περιβάλλοντος στη διάρκεια του χρονικού ορίζοντα της επένδυσης.
Γι’ αυτό η πολιτική σταθερότητα είναι ένα τόσο σημαντικό άυλο αγαθό για μια οικονομία. Σε συνδυασμό με τη συνετή μακροοικονομική πολιτική, τη δημοσιονομική αξιοπιστία και ένα σταθερό χρηματοπιστωτικό σύστημα, μειώνει την αβεβαιότητα και δημιουργεί την εμπιστοσύνη που είναι απαραίτητη ώστε οι επενδυτές να αναλάβουν μακροπρόθεσμες δεσμεύσεις. Η Ελλάδα έχει κάνει σημαντική πρόοδο σε όλους αυτούς τους τομείς, και είναι απολύτως απαραίτητο να διαφυλαχθούν όσα έχει επιτύχει.
Εφόσον λοιπόν έχουν τεθεί οι σωστές βάσεις, θα έδινα ιδιαίτερη έμφαση στην υποστήριξη της μετατροπής των ερευνητικών αποτελεσμάτων σε εμπορικά αξιοποιήσιμη καινοτομία και την ενίσχυση του ανθρώπινου κεφαλαίου.
Η Ελλάδα διαθέτει αξιόλογα πανεπιστήμια, ερευνητικά κέντρα και επιστημονικό ταλέντο. Αυτό που χρειαζόμαστε είναι μεγαλύτερη διάδοση της τεχνολογίας και πολύ στενότερη σύνδεση μεταξύ πανεπιστημίων, ερευνητικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων, ούτως ώστε περισσότερες επιστημονικές ανακαλύψεις να μετασχηματίζονται σε διπλώματα ευρεσιτεχνίας, χρήσιμες εφαρμογές, εμπορικώς βιώσιμα προϊόντα, τεχνοβλαστούς (spin-offs) και εν τέλει σε εταιρίες που μπορούν να αναπτυχθούν σε διεθνή κλίμακα. Παρόμοιες είναι εξάλλου και οι κατευθύνσεις της σχεδιαζόμενης Ευρωπαϊκής Πράξης για τη Βιοτεχνολογία, σκοπός της οποίας είναι να κλείσει το χάσμα μεταξύ επιστημονικής αριστείας και εμπορικής αξιοποίησης.
Το ανθρώπινο κεφάλαιο έχει εξίσου κρίσιμη σημασία. Η βιοτεχνολογία είναι κατεξοχήν κλάδος έντασης εξειδικευμένου ανθρώπινου κεφαλαίου. Πρέπει να διευρύνουμε το απόθεμα ερευνητών, επιστημόνων και τεχνικών υψηλής εξειδίκευσης, δημιουργώντας ταυτόχρονα τις προϋποθέσεις για να προσελκύσουμε ταλέντα από άλλες χώρες και να επαναπατρίσουμε Έλληνες με υψηλή εξειδίκευση που σταδιοδρομούν με επιτυχία στο εξωτερικό. Ο επαναπατρισμός αυτού του εξειδικευμένου ανθρώπινου κεφαλαίου μπορεί να προσφέρει όχι μόνο δεξιότητες, αλλά και διεθνή ερευνητικά δίκτυα, εμπειρία στο επιχειρείν και διασυνδέσεις με το διεθνές κεφάλαιο.
Η κλινική έρευνα είναι άλλος ένας τομέας στον οποίο η Ελλάδα διαθέτει ήδη μια βάση που μπορεί να αξιοποιήσει. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό στην παρούσα συγκυρία καθώς η Ευρώπη χάνει έδαφος: το μερίδιο του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου στις εμπορικές κλινικές δοκιμές παγκοσμίως έπεσε από 22% το 2013 σε 12% το 2023.[5] Η σχεδιαζόμενη Ευρωπαϊκή Πράξη για τη Βιοτεχνολογία αποσκοπεί στην αντιστροφή αυτής της τάσης μέσω ταχύτερης αδειοδότησης, απλούστευσης των διαδικασιών και καλύτερου συντονισμού μεταξύ των κρατών-μελών. Έτσι, η ενίσχυση της θέσης της Ελλάδας στον τομέα της κλινικής έρευνας θα μπορούσε να προσελκύσει επενδύσεις σε έρευνα και ανάπτυξη, να ενισχύσει τους δεσμούς μεταξύ των διεθνών εταιριών και της εγχώριας ερευνητικής κοινότητας και να δημιουργήσει ευρύτερες θετικές επιδράσεις μέσω της διάχυσης της γνώσης και της ενίσχυσης της παραγωγικότητας.
Πρέπει επίσης να εξασφαλίσουμε ότι οι επιτυχημένες νεοφυείς επιχειρήσεις θα μπορούν να αναπτυχθούν και να αποκτήσουν μεγαλύτερη κλίμακα δραστηριοτήτων. Για να γίνει αυτό χρειάζεται πρόσβαση σε κεφάλαια επιχειρηματικών συμμετοχών (venture capital) και αναπτυξιακά κεφάλαια (growth capital), όπως χρειάζονται και εξειδικευμένες ερευνητικές και κλινικές υποδομές, αποτελεσματικά πλαίσια για την προστασία της διανοητικής ιδιοκτησίας και ισχυρότερη σύνδεση με τις ευρωπαϊκές κεφαλαιαγορές. Εν προκειμένω, σημαντικές είναι οι νέες ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες: η πρωτοβουλία BioTechEU και τα σχεδιαζόμενα επενδυτικά εργαλεία παρέχουν την ευκαιρία κινητοποίησης σημαντικά περισσότερων ιδιωτικών κεφαλαίων για τη χρηματοδότηση της ευρωπαϊκής βιοτεχνολογίας.
Ωστόσο, δεν θα μετρούσα τη φιλοδοξία μιας πολιτικής με κριτήριο το ύψος των παρεχόμενων επιδοτήσεων. Η δημόσια στήριξη διαδραματίζει σημαντικό ρόλο όταν υπάρχουν αποτυχίες της αγοράς, ιδίως στη βασική έρευνα και την καινοτομία πρώιμου σταδίου. Όμως, η παραγωγικότητα έχει μεγαλύτερη σημασία από τις επιδοτήσεις. Στόχος πρέπει να είναι η στρατηγική αξιοποίηση των δημόσιων πόρων, ώστε να κινητοποιηθούν πρόσθετες ιδιωτικές επενδύσεις, να ενισχυθεί η ερευνητική ικανότητα και να δημιουργηθεί ένα οικοσύστημα που θα μπορεί μακροπρόθεσμα να καταστεί αυτοσυντηρούμενο.
Εν τέλει, η επιτυχία δεν πρέπει να μετρείται με βάση το πόσο δημόσιο χρήμα δαπανάται στη βιοτεχνολογία. Πρέπει να μετρείται με κριτήριο το αν η Ελλάδα θα γίνει ένας τόπος όπου η επιστημονική γνώση μετατρέπεται σε επενδύσεις, οι νεοφυείς επιχειρήσεις αναπτύσσονται και διευρύνουν την κλίμακα των δραστηριοτήτων τους, όπου άνθρωποι με ταλέντο επιλέγουν να εργαστούν και να επιστρέψουν, και όπου η βιοτεχνολογική καινοτομία μετατρέπεται σε εξαγωγές υψηλότερης προστιθέμενης αξίας και σε αύξηση της παραγωγικότητας.
[1] European Commission, Biotechnology: Overview.
[2] From discovery to economic impact: Biotechnology Competitiveness for Europe, Vlaams Instituut voor Biotechnologie, 2024.
[3] Degryse, H., O. De Jonghe, L. Gambacorta and C. Huylebroek (2025), “Bank specialization and corporate innovation”, Review of Finance.
[4] European Commission, Biotechnology: Overview.
[5] European Commission, Biotechnology: Overview.