Συνέντευξη της Υποδιοικήτριας της Τράπεζας της Ελλάδος Χριστίνας Παπακωνσταντίνου στην Imerisia.gr και στον δημοσιογράφο Γιάννη Φώσκολο
15/04/2026 - Άρθρα & Συνεντεύξεις
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Ο κόσμος βρίσκεται για άλλη μια φορά στη δίνη ενός πολέμου στη Μέση Ανατολή με απρόβλεπτη διάρκεια και συνέπειες. Η Πρόεδρος της ΕΚΤ μίλησε πρόσφατα για ένα «σοκ μεγαλύτερο από αυτό που μπορούμε να φανταστούμε». Βρισκόμαστε, πράγματι, μπροστά σε μια κρίση αγνώστων διαστάσεων και διάρκειας;
ΧΡ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ: Η παγκόσμια οικονομία βρίσκεται αντιμέτωπη με μια νέα σοβαρή διαταραχή από την πλευρά της προσφοράς, η οποία πράγματι ενέχει στοιχεία μεγάλης αβεβαιότητας ως προς τη διάρκεια και την έντασή της και εκτιμάται ότι ενδέχεται να έχει σημαντικές και πολυδιάστατες επιπτώσεις.
Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή επηρεάζει άμεσα τις διεθνείς αγορές ενέργειας, οδηγώντας σε άνοδο των τιμών του πετρελαίου και του φυσικού αερίου και ενισχύοντας τελικά τις πληθωριστικές πιέσεις. Ταυτόχρονα, η αβεβαιότητα που δημιουργείται επιβαρύνει τις χρηματοπιστωτικές αγορές και περιορίζει την επενδυτική και καταναλωτική εμπιστοσύνη, επηρεάζοντας αρνητικά την οικονομική δραστηριότητα.
Συνολικά, διαμορφώνεται ένα περιβάλλον αυξημένου κινδύνου στασιμοπληθωρισμού: οι προοπτικές ανάπτυξης επιδεινώνονται, ενώ ο πληθωρισμός ενδέχεται να ενισχυθεί. Η τελική έκταση των επιπτώσεων θα εξαρτηθεί κυρίως από τη διάρκεια της σύγκρουσης και τον βαθμό διατάραξης των ενεργειακών ροών.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Έχει περάσει πάνω από ένας μήνας από την έναρξη του πολέμου. Εκτιμάτε πως βρισκόμαστε σε ένα σημείο κατά το οποίο οι επιπτώσεις μπορούν να αναστραφούν αν τελειώσει άμεσα ο πόλεμος;
ΧΡ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ: Η δυνατότητα αναστροφής των επιπτώσεων εξαρτάται κυρίως από το πόσο άμεσα θα λήξει η σύγκρουση και από το εύρος των ζημιών που θα έχουν προκληθεί στο μεταξύ. Αν υπάρξει γρήγορη αποκλιμάκωση, μέρος των πιέσεων μπορεί να αποδειχθεί προσωρινό. Ωστόσο, τα πλήγματα σε κρίσιμες ενεργειακές υποδομές και οι διαταραχές στις ροές ενέργειας σημαίνουν ότι η αποκατάσταση δεν θα είναι άμεση, άρα ένα μέρος των επιπτώσεων μπορεί να είναι πιο επίμονο.
Οι μεσοπρόθεσμες επιπτώσεις στην ανάπτυξη και τον πληθωρισμό θα εξαρτηθούν από τη διάρκεια και την ένταση του πολέμου και από το μέγεθος των δευτερογενών επιδράσεων στην οικονομία.
Συνεπώς, αν και μια άμεση λήξη του πολέμου θα μπορούσε να περιορίσει τις επιπτώσεις, η ήδη μεγάλη διαταραχή και κυρίως ο κίνδυνος παράτασης της κρίσης σημαίνουν ότι δεν αποκλείεται οι επιπτώσεις να διαρκέσουν για καιρό. Οι εξελίξεις διαμορφώνονται μέρα με τη μέρα και η αβεβαιότητα παραμένει υψηλή.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Η Bank Of America προβλέπει πλέον ήπιο στασιμοπληθωρισμό ενώ το δυσμενές σενάριο της ΕΚΤ έγινε βασικό με πρόβλεψη πληθωρισμού πάνω από 3% για το 2026. Βλέπετε κινδύνους στασιμοπληθωρισμού και στην Ελλάδα;
ΧΡ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ: Οι κίνδυνοι για αυξημένο πληθωρισμό στην Ελλάδα είναι υπαρκτοί και ενισχύονται από το γεγονός ότι η οικονομία εισέρχεται στη νέα κρίση με ήδη υψηλότερο πληθωρισμό σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρωζώνη. Το 2025 ο πληθωρισμός διαμορφώθηκε στο 2,9%, έναντι 2,1% στην Ευρωζώνη, κυρίως λόγω του επίμονου πληθωρισμού στις υπηρεσίες, που συνδέεται με τουρισμό, μισθολογικές αυξήσεις και ενοίκια, αλλά και το θετικό παραγωγικό κενό.
Για το 2026, η εικόνα επιβαρύνεται περαιτέρω. Στην Ελλάδα ο πληθωρισμός εκτιμάται ότι θα αυξηθεί στο 3,1%, λόγω της αναζωπύρωσης των τιμών ενέργειας και τροφίμων. Αντίστοιχα, στο βασικό σενάριο της ΕΚΤ, ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη προβλέπεται να αυξηθεί στο 2,6% το 2026.
Παράλληλα, η ανάπτυξη αναμένεται να μετριασθεί, καθώς η αύξηση των τιμών περιορίζει την αγοραστική δύναμη και εντείνει την αβεβαιότητα.
Οι κίνδυνοι γίνονται εντονότεροι σε εναλλακτικά, πιο δυσμενή, σενάρια της ΕΚΤ. Στην περίπτωση που πραγματοποιηθούν αυτά τα εναλλακτικά σενάρια οι επιπτώσεις θα είναι εντονότερες και στην Ελλάδα.
Αυτό σχετίζεται με τη διάρθρωση της ελληνικής οικονομίας. Η υψηλή εξάρτηση από εισαγόμενη ενέργεια, σε συνδυασμό με τη μεγάλη συμμετοχή των υπηρεσιών και του τουρισμού, σημαίνει ότι οι αυξήσεις στο ενεργειακό κόστος μετακυλίονται ταχύτερα στις τιμές, ενώ ταυτόχρονα επηρεάζουν άμεσα το διαθέσιμο εισόδημα και την κατανάλωση.
Ωστόσο, είναι σημαντικό να διευκρινιστεί ότι η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να λειτουργεί με θετικό παραγωγικό κενό και να εμφανίζει δυναμική, γεγονός που λειτουργεί ως «μαξιλάρι» έναντι μιας βαθιάς κάμψης της δραστηριότητας.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Αν μπούμε σε νέο κύκλο αύξησης επιτοκίων τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις στην Ελλάδα έχουν την ανθεκτικότητα να ανταπεξέλθουν σε ακριβότερο χρήμα; Δεδομένων και των αλλεπάλληλων κρίσεων που έχουν προηγηθεί. Υπάρχουν φόβοι για νέα κόκκινα δάνεια;
ΧΡ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ: Οι ελληνικές τράπεζες έχουν πραγματοποιήσει τεράστια πρόοδο όσον αφορά στην ποιότητα του ενεργητικού τους τα τελευταία έτη, παρά τις προκλήσεις που αντιμετώπισαν λόγω της πανδημίας, της αύξησης των επιτοκίων αλλά και της γεωπολιτικής αναταραχής έπειτα από τη Ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Η πραγματοποίηση ενός δυσμενούς σεναρίου για την οικονομία ενδέχεται να έχει δυσμενείς επιδράσεις στη χρηματοοικονομική κατάσταση των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών, ιδίως των ευάλωτων νοικοκυριών. Όμως, η εκτίμηση που έχουμε είναι ότι τυχόν αύξηση των επιτοκίων λόγω της τρέχουσας συγκυρίας δεν θα εκτροχιάσει την προσπάθεια των τραπεζών για περαιτέρω μείωση των «κόκκινων δανείων».
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Η νέα αύξηση του πληθωρισμού θεωρείται δεδομένη. Ένας νέος πληθωριστικός κύκλος, ενώ δεν έχει σβήσει ακόμη εντελώς ο προηγούμενος, τι σημαίνει για την ελληνική οικονομία, για νοικοκυριά κι επιχειρήσεις;
ΧΡ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ: Για τα νοικοκυριά, η βασική επίπτωση είναι η περαιτέρω μείωση της αγοραστικής δύναμης. Η αύξηση των τιμών στην ενέργεια, στα τρόφιμα και στις μεταφορές συμπιέζει το πραγματικό εισόδημα, οδηγώντας σε ενίσχυση της αβεβαιότητας και περιορισμό της κατανάλωσης. Οι καταναλωτές ενδέχεται να στραφούν σε μεγαλύτερη αποταμίευση για προληπτικούς λόγους και σε μικρότερες δαπάνες, ιδιαίτερα σε μη βασικά αγαθά και υπηρεσίες.
Για τις επιχειρήσεις, το περιβάλλον γίνεται πιο απαιτητικό. Η άνοδος του κόστους πρώτων υλών, ενέργειας και μεταφορών αυξάνει το συνολικό κόστος παραγωγής, ενώ ταυτόχρονα ενδέχεται να ενισχυθούν και οι μισθολογικές πιέσεις. Αυτό συμπιέζει τα περιθώρια κέρδους ή οδηγεί σε μετακύλιση του κόστους στις τελικές τιμές, τροφοδοτώντας έναν φαύλο κύκλο πληθωρισμού. Παράλληλα, η αυξημένη αβεβαιότητα και το ενδεχόμενο υψηλότερο κόστος χρηματοδότησης οδηγούν σε περιορισμό των επενδύσεων και της επιχειρηματικής δραστηριότητας.
Οι εξαγωγές, ιδιαίτερα ο τουρισμός και γενικότερα οι εξαγωγές υπηρεσιών, ενδέχεται να επηρεαστούν από τη γεωπολιτική αβεβαιότητα, ενώ οι διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες και στο διεθνές εμπόριο επιβαρύνουν περαιτέρω την οικονομία.
Συνολικά, ένας νέος πληθωριστικός κύκλος πριν σβήσει ο προηγούμενος δυσχεραίνει τη διαδικασία αποκλιμάκωσης του πληθωρισμού και παρατείνει την πίεση σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Ποιοι είναι οι σημαντικότεροι κίνδυνοι που αντιμετωπίζει η ελληνική οικονομία από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή; Είμαστε επαρκώς θωρακισμένοι;
ΧΡ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ: Οι σημαντικότεροι κίνδυνοι για την ελληνική οικονομία συνδέονται με την ενέργεια, την εξωτερική ζήτηση και την αβεβαιότητα.
Ωστόσο, η χώρα εισέρχεται σε αυτή την περίοδο από σαφώς ισχυρότερη και πιο ανθεκτική θέση σε σχέση με το παρελθόν. Η βελτιωμένη δημοσιονομική εικόνα, η μείωση του χρέους, η επενδυτική βαθμίδα, το ισχυρότερο τραπεζικό σύστημα, οι πόροι του RRF και η αυξημένη επενδυτική δραστηριότητα ενισχύουν την ανθεκτικότητα της οικονομίας.
Οι προβλέψεις για την Ελλάδα αντανακλούν αυτή τη διττή εικόνα: ο ρυθμός ανάπτυξης εκτιμάται ότι θα επιβραδυνθεί στο 1,9% το 2026 (από 2,1% το 2025), κυρίως λόγω της πιο συγκρατημένης κατανάλωσης και της αρνητικής συμβολής του εξωτερικού τομέα. Η επενδυτική δυναμική, που στηρίζεται σε ευρωπαϊκούς πόρους, πιστωτική επέκταση και ξένες άμεσες επενδύσεις, λειτουργεί ως ένας επιπλέον μοχλός ανθεκτικότητας. Παρά την επιβράδυνση, η ανάπτυξη παραμένει υψηλότερη από τον μέσο όρο της ευρωζώνης (στο 0,9% το 2026, σύμφωνα με τις προβλέψεις της ΕΚΤ).
Για την Ελλάδα και την Ευρώπη συνολικά, η έμφαση πρέπει να δοθεί στη μακροπρόθεσμη ενίσχυση της ανθεκτικότητας. Αυτό σημαίνει επιτάχυνση της ενεργειακής μετάβασης με επενδύσεις σε ανανεώσιμες πηγές, ενίσχυση των ενεργειακών διασυνδέσεων και μείωση της εξάρτησης από εισαγόμενα καύσιμα.
Παράλληλα, απαιτείται διατήρηση της δημοσιονομικής αξιοπιστίας, συνέχιση των μεταρρυθμίσεων και αξιοποίηση των ευρωπαϊκών πόρων για την ενίσχυση της παραγωγικότητας και των επενδύσεων. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η ενίσχυση της οικονομικής ενοποίησης και της στρατηγικής αυτονομίας, καθώς και η βελτίωση της λειτουργίας των αγορών αποτελούν κρίσιμες προϋποθέσεις για την αποτελεσματική αντιμετώπιση συχνότερων και πιο σύνθετων διαταραχών.
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Βλέπουμε, τα τελευταία χρόνια, νέους παίκτες να μπαίνουν με αξιώσεις στην τραπεζική αγορά της Ελλάδας. Είναι επαρκές αυτό για να αυξηθεί ο ανταγωνισμός;
ΧΡ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ: Ο ανταγωνισμός στον εγχώριο τραπεζικό τομέα έχει αυξηθεί τα τελευταία έτη. Καθοριστικής σημασίας στην κατεύθυνση αυτή υπήρξε η αναδιάρθρωση και εξυγίανση του κλάδου των λιγότερο σημαντικών τραπεζών, γεγονός που αντανακλάται στα υγιή οικονομικά τους μεγέθη αλλά και την πρόσβασή τους στις αγορές. Ταυτόχρονα, η είσοδος ξένων τραπεζών στη χώρα, είτε μέσω απόκτησης συμμετοχής σε κάποιο εγχώριο πιστωτικό ίδρυμα, είτε μέσω υποκαταστήματος, έχει θετικές επιδράσεις στον ανταγωνισμό.