EN

Ομιλίες

Ομιλία του Διοικητή κ. Γ. Προβόπουλου με θέμα: "Η κατάσταση του διεθνούς χρηματοπιστωτικού και μακροοικονομικού περιβάλλοντος: Προκλήσεις για την Ελληνική Ναυτιλία" στη Ναυτιλιακή Λέσχη Πειραιώς

27/11/2008 - Ομιλίες

Κύριε Πρόεδρε,

Κυρίες και Κύριοι,

Θέλω εν πρώτοις να εκφράσω ευχαριστίες για την πρόσκλησή σας να απευθύνω ορισμένες σκέψεις μου στη σημερινή εκδήλωση. Είναι μεγάλη χαρά να επικοινωνώ «πρόσωπο με πρόσωπο» με τους εκπροσώπους της ελληνικής ναυτιλίας, που είναι ο πιο εξωστρεφής και δυναμικός τομέας της οικονομίας μας. Ένας τομέας του οποίου η πρόοδος και η ανάπτυξη δεν βασίστηκαν σε κρατικές ενισχύσεις, αφού με τις δικές του και μόνο δυνάμεις πρωτοπορούσε ανέκαθεν σε αυτό που ονομάζομε σήμερα «παγκοσμιοποίηση της οικονομικής δραστηριότητας».

Επί δεκαετίες η ελληνική ναυτιλία πετυχαίνει υψηλές διεθνείς επιδόσεις, με βασική κινητήρια δύναμη τις διοικητικές ικανότητες και τα επιχειρηματικά προτερήματα των φορέων της. Δηλαδή προτερήματα όπως η εξωστρέφεια, η διορατικότητα, η μεθοδική και εμπνευσμένη αξιολόγηση των εκάστοτε δεδομένων και, προπαντός, η ρεαλιστική χάραξη και η ευέλικτη υλοποίηση επιχειρηματικών σχεδίων, με βασικό γνώμονα και πυξίδα την αμεσότητα προσαρμογής στην εκάστοτε οικονομική συγκυρία. Για κάθε επιχείρηση, σε οποιονδήποτε κλάδο δραστηριότητας, οι ικανότητες αυτές είναι θεμελιώδεις για την επιτυχή αντιμετώπιση των προκλήσεων και την αξιοποίηση των ευκαιριών.

Η συμβολή της ναυτιλίας στην οικονομία

Σε αυτές ακριβώς τις ικανότητες οφείλεται η απαράμιλλη διεθνής θέση της εμπορικής ναυτιλίας μας και η σημαντική συμβολή της στο ΑΕΠ της χώρας, στο ισοζύγιο εξωτερικών πληρωμών της και στη δημιουργία θέσεων απασχόλησης. Θα αναφέρω, ενδεικτικά, ορισμένα χαρακτηριστικά στοιχεία, που αρκούν για μια συγκριτική αξιολόγηση αυτής της συμβολής:

  • Τα τελευταία 13 χρόνια οι ελληνικές εξαγωγές υπηρεσιών αυξάνονταν (σε σταθερές τιμές) με μέσο ετήσιο ρυθμό 10%, ενώ την ίδια περίοδο οι εξαγωγές εμπορευμάτων αυξάνονταν με μέσο ετήσιο ρυθμό 4% (δηλαδή περίπου όσο και το ΑΕΠ). Και μόνο από το στοιχείο αυτό φαίνεται πόσο υπερέχει, από πλευράς εξωστρέφειας, ο τομέας των υπηρεσιών σε σύγκριση με τους άλλους τομείς της οικονομίας, χάρη κυρίως στη δραστηριότητα της ναυτιλίας και του τουρισμού.

  • Ενώ η Ελλάδα συμμετέχει με ποσοστό χαμηλότερο του 0,5% στο διεθνές εμπόριο (δηλαδή στο σύνολο των παγκόσμιων εισαγωγών και εξαγωγών), ο ελληνικών συμφερόντων στόλος αποτελεί το 17% του παγκόσμιου στόλου. Και οι καθαρές εισπράξεις από την παροχή ναυτιλιακών υπηρεσιών καλύπτουν περίπου το ένα τέταρτο του ελλείμματος του εμπορικού ισοζυγίου της χώρας.

  • Το 2007 οι ακαθάριστες εισπράξεις από την παροχή υπηρεσιών θαλάσσιων μεταφορών στην Ελλάδα πλησίασαν τα 16 δισ. ευρώ. Αντιπροσώπευαν δηλαδή το 7% του ΑΕΠ της χώρας, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση των 27 ήταν μόλις 1%. Οι εισπράξεις ανά κάτοικο ανήλθαν σε 1.400 ευρώ στην Ελλάδα, ενώ το αντίστοιχο μέγεθος στο σύνολο της Ε.Ε.-27 ήταν περίπου 200 ευρώ.

  • Τους πρώτους εννέα μήνες του 2008, οι ακαθάριστες εισπράξεις από ναυτιλιακές υπηρεσίες ξεπέρασαν τα 14 δισ. ευρώ, δηλαδή αυξήθηκαν κατά περίπου 25% σε σύγκριση με την αντίστοιχη περσινή περίοδο. Για ολόκληρο το 2008, αναμένεται ότι θα ξεπεράσουν το υψηλό επίπεδο του 2007, παρά τις αρνητικές εξελίξεις των τελευταίων μηνών στη ναυλαγορά.

  • Η ελληνική ποντοπόρα ναυτιλία εκτιμάται ότι προσφέρει απασχόληση σε περισσότερους από 16.000 Έλληνες ναυτικούς. Επιπλέον, οι περίπου 1.200 ναυτιλιακές εταιρίες που είναι εγκατεστημένες στην Ελλάδα προσφέρουν απασχόληση σε περίπου 12.500 άτομα, η πλειονότητα των οποίων είναι Έλληνες πολίτες. Και αθροιστικά, δηλαδή σε ναυτιλιακές επιχειρήσεις και σε εταιρίες που παρέχουν επικουρικές προς τη ναυτιλία υπηρεσίες, απασχολούνται περίπου 200.000 άτομα.

Στις υψηλές επιδόσεις και την ουσιώδη μακροοικονομική συμβολή της ναυτιλίας συνέβαλε, κατά την τελευταία 5ετία, η σημαντική άνοδος της παγκόσμιας ζήτησης για θαλάσσιες μεταφορές, λόγω του υψηλού ρυθμού ανάπτυξης της παγκόσμιας παραγωγής και του διεθνούς εμπορίου. Καθώς πάνω από το 80% του όγκου των εμπορευμάτων μεταφέρεται δια θαλάσσης, η ναυτιλία συνέβαλε καίρια στην παγκοσμιοποίηση της παραγωγικής διαδικασίας, με τη μεταφορά πρώτων υλών και των τελικών προϊόντων. Ταυτόχρονα, οι ευνοϊκές συνθήκες χρηματοδότησης, στην ίδια περίοδο, επέτρεψαν την ανάληψη σημαντικών επενδυτικών προγραμμάτων για την ανανέωση του εμπορικού στόλου.

Το σημερινό διεθνές οικονομικό περιβάλλον

Αυτή, βεβαίως, ήταν η εικόνα μέχρι πρόσφατα. Σήμερα όμως βρισκόμαστε σε μια πολύ διαφορετική κατάσταση. Η παγκόσμια οικονομία και το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα αντιμετωπίζουν τη χειρότερη κρίση από τη δεκαετία του 1930, καθώς έχουν εμπλακεί σ' ένα διπλό φαύλο κύκλο:

  • Πρώτον, η επιδείνωση στις χρηματοπιστωτικές αγορές και η επιδείνωση στην πραγματική οικονομία επιδρούν η μια στην άλλη με τρόπο αρνητικό. Η αλληλεπίδραση αυτή ανατροφοδοτεί και εντείνει τις συνθήκες κρίσης, ενώ συντηρεί έναν ασυνήθιστα υψηλό βαθμό αβεβαιότητας.

  • Δεύτερον, η κρίση που στην αρχή εκδηλώθηκε στις ΗΠΑ και στις άλλες προηγμένες οικονομίες, τώρα αγγίζει και τις αναδυόμενες οικονομίες. Και αυτό αφενός επειδή η αβεβαιότητα στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές οδηγεί σε περιορισμό της ροής κεφαλαίων προς τις οικονομίες αυτές και, αφετέρου, διότι περιορίζεται η ζήτηση των προηγμένων οικονομιών για εισαγωγές από τις αναδυόμενες οικονομίες. Με τη σειρά της, η επιβράδυνση της ανάπτυξης των αναδυόμενων οικονομιών πλήττει τις εξαγωγές των προηγμένων οικονομιών.

Βεβαίως, οι κυβερνήσεις και οι κεντρικές τράπεζες διεθνώς έχουν αντιδράσει και λειτουργούν συντονισμένα, προκειμένου να αποτρέψουν την περαιτέρω επιδείνωση της κατάστασης και να αποκαταστήσουν σταδιακά συνθήκες ομαλότητας. Αυτό δείχνουν η στενή συνεργασία και ο συντονισμός της ΕΚΤ με τις άλλες μεγάλες κεντρικές τράπεζες του κόσμου (τόσο για την παροχή ρευστότητας όσο και για τη μείωση των επιτοκίων παρέμβασης), οι κατευθύνσεις που διαμορφώθηκαν κατά την ετήσια σύνοδο του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου τον Οκτώβριο, τα συμπεράσματα των άτυπων συνόδων κορυφής των χωρών της ζώνης του ευρώ της 12ης Οκτωβρίου και των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 7ης Νοεμβρίου, καθώς και οι διακηρύξεις της λεγόμενης ομάδας G-20, στις 15 Νοεμβρίου.

Στη ζώνη του ευρώ, οι πολύ θετικές και συνεχείς παρεμβάσεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας αποσόβησαν τα χειρότερα στις χρηματοπιστωτικές αγορές. Και οι διεθνώς συντονισμένες παρεμβάσεις των κυβερνήσεων αποβλέπουν στην ανακοπή της πτωτικής τάσης και στην κατά το δυνατόν επίσπευση της οικονομικής ανάκαμψης. Ωστόσο, η έξοδος από την κρίση δεν είναι ζήτημα ολίγων μηνών. Καθώς οι χρηματοπιστωτικές αναταράξεις συνεχίζονται και οι οικονομικές επιπτώσεις γίνονται πιο αισθητές, οι αρνητικές αλληλεπιδράσεις μεταξύ του χρηματοπιστωτικού και του πραγματικού τομέα των οικονομιών εντείνονται, σε βαθμό που έχει προ πολλού ξεπεράσει κάθε αρχική πρόβλεψη.

Είναι χαρακτηριστικό ότι όλοι οι διεθνείς οργανισμοί αναθεωρούν διαρκώς επί το δυσμενέστερο τις προβλέψεις τους, με συχνότητα που δεν είχε ξανασυμβεί στο παρελθόν. Σύμφωνα με τις τελευταίες προβλέψεις του ΔΝΤ, ο ρυθμός ανάπτυξης της παγκόσμιας οικονομίας θα περιορισθεί σε 2, 2% το 2009, από 5% το 2007. Στις προηγμένες οικονομίες προβλέπεται ότι το 2009 το ΑΕΠ θα μειωθεί κατά περίπου 0,5%. Ανάλογα απαισιόδοξες προβλέψεις κάνουν και οι άλλοι διεθνείς οργανισμοί. Σοβαρή επιβράδυνση της παραγωγής αναμένεται επίσης στις αναδυόμενες και αναπτυσσόμενες οικονομίες, οι οποίες τα τελευταία χρόνια αποτέλεσαν την ατμομηχανή της παγκόσμιας ανάπτυξης. Σε αυτές ο ρυθμός ανάπτυξης θα παραμείνει το 2009 θετικός, αλλά θα περιοριστεί σε περίπου 5%, από 8% το 2007.

Απαισιόδοξες είναι οι προβλέψεις και για το διεθνές εμπόριο. Ο όγκος του παγκόσμιου εμπορίου αυξανόταν στην τετραετία 2004-2007 με μέσο ετήσιο ρυθμό πάνω από 8,5%. Σύμφωνα όμως με τις τελευταίες προβλέψεις του ΔΝΤ, ο ρυθμός ανόδου του παγκόσμιου εμπορίου θα υποχωρήσει στο 4,6% εφέτος και στο 2,4% το 2009, ενώ σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, η αύξηση θα είναι μόλις 1,9% το 2009. Για να αντιληφθείτε με τι ταχύτητα μεταβάλλονται οι συνθήκες, αρκεί να σας πω ότι μόλις τον Ιούνιο ο ίδιος ο ΟΟΣΑ προέβλεπε αύξηση 6,6% για το 2009! Υπάρχουν μάλιστα και ακόμη πιο απαισιόδοξες προβλέψεις: Η Παγκόσμια Τράπεζα, στην έκθεση που ετοίμασε πρόσφατα για τη σύνοδο των G-20, εκτιμά ότι ο όγκος του παγκόσμιου εμπορίου το 2009 όχι μόνο δεν θα αυξηθεί, αλλά αντίθετα θα μειωθεί κατά 2,5%. Η τελευταία φορά που είχε καταγραφεί μείωση του διεθνούς εμπορίου ήταν το 1982.

Οι προκλήσεις για τη ναυτιλία

Η προβλεπόμενη για το 2009 σημαντική υποχώρηση της οικονομικής δραστηριότητας στις προηγμένες και τις αναδυόμενες οικονομίες και η καχεξία του διεθνούς εμπορίου αποτελούν για τη ναυτιλία μια νέα και σημαντική πρόκληση. Και αυτό, σε περίοδο κατά την οποία η ναυτιλία, όπως συμβαίνει και με τους άλλους κλάδους δραστηριότητας, επηρεάζεται επίσης αρνητικά από τη χρηματοπιστωτική κρίση, καθώς, σε συνθήκες κλονισμένης εμπιστοσύνης μεταξύ των τραπεζών, οι τελευταίες περιορίζουν τις πιστώσεις τους.

Πιο συγκεκριμένα, όσον αφορά στην εξέλιξη των ναύλων:

  • Ο δείκτης Baltic Dry Index (BDI), που αποτυπώνει την εξέλιξη των ναύλων για τα πλοία μεταφοράς ξηρού/χύδην φορτίου, "κατρακύλησε" εφέτος από το ιστορικά υψηλό επίπεδο των 11.793 μονάδων τον Μάιο στις 800 μονάδες στις αρχές Νοεμβρίου. Η πτώση αυτή αντανακλά – εκτός από την επιβράδυνση του ρυθμού ανάπτυξης της παγκόσμιας οικονομίας και του όγκου του παγκόσμιου εμπορίου – και ειδικότερους παράγοντες, όπως είναι η μείωση των εισαγωγών σιδηρομεταλλεύματος στην Κίνα και η αύξηση του στόλου λόγω των παραδόσεων νέων πλοίων.

  • Επίσης, από τον Αύγουστο του 2008, μειώθηκαν – αν και λιγότερο – και οι ναύλοι των πετρελαιοφόρων. Η ανάκαμψή τους το πρώτο εξάμηνο του 2008 ήταν βραχύβια και συνδεόταν με το ότι η αύξηση του παγκόσμιου στόλου πετρελαιοφόρων ήταν περιορισμένη σε σύγκριση με τη ζήτηση (κυρίως λόγω μετασκευών πετρελαιοφόρων σε πλοία ξηρού φορτίου ενόψει της απόσυρσης των πλοίων μονού κύτους από το 2010). Η περιορισμένη αύξηση της παγκόσμιας ζήτησης πετρελαίου (λιγότερο από 1% για το 2008 και το 2009) και η μείωση της παραγωγής του ΟΠΕΚ αναμένεται να συμπιέσουν περαιτέρω τους ναύλους των πετρελαιοφόρων πλοίων.

  • Τέλος, έχουν μειωθεί σημαντικά τους τελευταίους μήνες τόσο ο όγκος των μεταφερόμενων εμπορευματοκιβωτίων (containers) – που χρησιμοποιούνται κατά τη μεταφορά τελικών καταναλωτικών προϊόντων κατανάλωσης από τις αναπτυσσόμενες στις αναπτυγμένες χώρες – όσο και οι ναύλοι των σχετικών πλοίων.

Όσον αφορά πάλι στις επενδύσεις της ναυτιλίας, αξιοσημείωτα είναι τα εξής:

  • Καθώς τα προηγούμενα χρόνια ήταν υψηλή η ζήτηση υπηρεσιών θαλάσσιων μεταφορών, έγιναν μαζικές παραγγελίες για ναυπήγηση νέων πλοίων, με αποτέλεσμα η μεταφορική ικανότητα του παγκόσμιου στόλου να αυξηθεί περίπου κατά 7%, το 2007. Αν δεν ληφθούν υπόψη οι τελευταίες ακυρώσεις συμβολαίων ναυπήγησης πλοίων, εκτιμάται ότι την περίοδο 2008-2012 ο παγκόσμιος στόλος θα αυξάνεται κατά περίπου 10% ετησίως, δηλαδή πολύ ταχύτερα από τον όγκο του διεθνούς θαλάσσιου εμπορίου.

  • Ο ελληνικός εφοπλισμός δεν απουσίασε από αυτήν την επέκταση και ανανέωση του παγκόσμιου εμπορικού στόλου. Μόνον τους πρώτους 10 μήνες του 2008 παραγγέλθηκαν περίπου 170 πλοία συνολικής αξίας 12,6 δισ. δολαρίων, ενώ το αντίστοιχο 10μηνο του 2007 είχε παραγγελθεί σχεδόν ο τριπλάσιος αριθμός πλοίων. Στις αρχές του 2008, τα υπό κατασκευή πλοία ελληνικών συμφερόντων αντιστοιχούσαν στο 48,9% του εν ενεργεία ελληνόκτητου στόλου.

Οι ακυρώσεις παραγγελιών για ναυπηγήσεις πλοίων, βραχυχρόνια θα επηρεάσουν ως έναν βαθμό τα αποτελέσματα των εταιριών, εξαιτίας της απώλειας των προκαταβολών. Μακροχρόνια, όμως, θα συμβάλλουν στον περιορισμό της προσφερόμενης μεταφορικής δυναμικότητας και συνεπώς στην εξισορρόπηση της προσφοράς με τις μελλοντικές συνθήκες ζήτησης μεταφορικών υπηρεσιών. Σε αυτή την εξισορρόπηση ενδέχεται να συμβάλλουν και άλλοι δύο παράγοντες. Πρώτον, τυχόν αποφάσεις των ναυτιλιακών εταιριών να οδηγήσουν πλοία του στόλου τους – κυρίως τα μεγαλύτερης ηλικίας – είτε σε προσωρινή απόσυρση (lay up) είτε σε οριστική (scrapping). Και, δεύτερον, η απόφαση της κινεζικής κυβέρνησης να μη χορηγήσει νέες άδειες για την ίδρυση ναυπηγείων και να επιβάλει αυστηρά κριτήρια έγκρισης για τις επεκτάσεις των υπαρχόντων.

Τραπεζική χρηματοδότηση της ναυτιλίας

Οι ναυπηγήσεις νέων πλοίων και οι αγορές μεταχειρισμένων για την επέκταση και την ανανέωση του ελληνόκτητου στόλου χρηματοδοτήθηκαν από ελληνικές και αλλοδαπές τράπεζες. Το υπόλοιπο των δανείων προς τις ναυτιλιακές εταιρίες ελληνικών συμφερόντων στο τέλος του πρώτου εξαμήνου του 2008 έφθασε στα 80 δισ. δολάρια.

Οι ελληνικές τράπεζες συμμετέχουν περίπου κατά το ¼ στις συνολικές χορηγήσεις. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, τον Σεπτέμβριο του 2008 το υπόλοιπο των δανείων των εγχώριων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων προς την ελληνική ναυτιλία ήταν αυξημένο κατά 24% σε σύγκριση με τον Σεπτέμβριο του 2007 και αντιστοιχούσε στο 9,3% των συνολικών χορηγήσεων προς τις εγχώριες επιχειρήσεις.

Η χρηματοπιστωτική κρίση, εάν παραταθεί επί μακρόν, θα επηρεάσει τη χρηματοδότηση των ναυπηγικών προγραμμάτων των ελληνικών ναυτιλιακών εταιριών. Μέχρι στιγμής, πάντως, για το 75% των συμβολαίων ναυπήγησης έχει εξασφαλιστεί χρηματοδότηση. Πρόσφατα, ναυτιλιακές εταιρίες με μετοχές εισηγμένες στις κεφαλαιαγορές των ΗΠΑ ή του Ηνωμένου Βασιλείου, προχώρησαν στην ακύρωση αγοράς συμβολαίων ναυπήγησης, προκειμένου να διασφαλίσουν τη ρευστότητά τους για μελλοντικά επενδυτικά σχέδια. Στις σημερινές συνθήκες, η διατήρηση υψηλής ρευστότητας αποκτά πράγματι μεγάλη σημασία.

Οι προοπτικές της ζήτησης θαλάσσιων μεταφορών

Όπως ήδη ανέφερα, η κρίση οδηγεί σε σοβαρή υποχώρηση του ρυθμού ανάπτυξης της παγκόσμιας οικονομίας. Ωστόσο, οι οικονομίες των αναπτυσσομένων χωρών θα εξακολουθήσουν να παρουσιάζουν υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, αν και αισθητά χαμηλότερους από ό,τι πριν. Αυτό μπορεί να συμβάλει στη διατήρηση της ζήτησης για υπηρεσίες θαλάσσιων μεταφορών σε ικανοποιητικά ή έστω ανεκτά επίπεδα. Από την άλλη πλευρά, η μεγέθυνση του παγκόσμιου στόλου με ρυθμούς υψηλότερους από εκείνους του όγκου του διεθνούς θαλάσσιου εμπορίου αναμένεται ότι θα ασκήσει σημαντική πίεση στους ναύλους των πλοίων. Συνεπώς, η εξισορρόπηση της αγοράς ναύλων απαιτεί περιορισμό της προσφοράς, είτε με την ακύρωση των παραγγελιών ναυπήγησης νέων πλοίων είτε με τη διάλυση πλοίων μεγάλης ηλικίας.

Η ελληνική οικονομία και το τραπεζικό της σύστημα

Θα ήθελα όμως, με τη σημερινή ευκαιρία, να σας καταστήσω κοινωνούς των σκέψεών μου και σε ό,τι αφορά τη σημερινή κατάσταση της ελληνικής οικονομίας και του τραπεζικού της συστήματος.

Η ελληνική οικονομία, μετά από πολλά χρόνια ισχυρής και αδιατάρακτης ανάπτυξης, βρίσκεται σήμερα σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. Οι ευνοϊκοί παράγοντες που μέχρι πρόσφατα στήριζαν τους υψηλούς ρυθμούς ανόδου του ΑΕΠ και της απασχόλησης βαθμιαία αποδυναμώνονται. Και αυτό συμβαίνει σε περίοδο κατά την οποία το διεθνές οικονομικό και χρηματοπιστωτικό περιβάλλον εμφανίζει μια χωρίς προηγούμενο επιδείνωση. Επομένως, έχουν αλλάξει δραστικά τα δεδομένα και οι παράμετροι, που τα τελευταία χρόνια στήριξαν την αναπτυξιακή διαδικασία στη χώρα μας.

Κατά την περίοδο 1996-2008, η οικονομική ανάπτυξη τροφοδοτήθηκε κυρίως από την ισχυρή εγχώρια ζήτηση (για κατανάλωση και για επενδύσεις), η οποία αυξανόταν με ρυθμούς που υπερέβαιναν τον ρυθμό μεγέθυνσης της παραγωγικής βάσης και του δυνητικού προϊόντος της οικονομίας. Αποτελέσματα αυτής της απόκλισης ήταν η μόνιμη διαμόρφωση του εγχώριου πληθωρισμού σε επίπεδα υψηλότερα από τον μέσο όρο της ζώνης του ευρώ, η διεύρυνση του ελλείμματος τρεχουσών εξωτερικών συναλλαγών και η αύξηση του χρέους του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα προς κατοίκους του εξωτερικού. Το μέγεθος και η επιμονή των ανισορροπιών αυτών μαρτυρούν, μεταξύ άλλων, ότι το εύρος και το βάθος των διαρθρωτικών αλλαγών που συντελέστηκαν δεν ήταν επαρκή για την αντιμετώπιση αυτών των μεγάλων προβλημάτων. Σε αυτό συνετέλεσε ενδεχομένως και ο εφησυχασμός που προκαλούσαν οι σχετικά υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης, σε συνδυασμό με τις συνθήκες σταθερότητας και χαμηλών επιτοκίων τις οποίες εξασφάλιζε η συμμετοχή στη ζώνη του ευρώ.

Καθώς η διεθνής συγκυρία εμφανίζει πρωτοφανή επιδείνωση, οι μακροοικονομικές ανισορροπίες και οι διαρθρωτικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας αναδεικνύονται σαφέστερα. Για τη θωράκιση της οικονομίας απέναντι στους εξωγενείς κραδασμούς και τη διατήρηση σε βάθος χρόνου ικανοποιητικών ρυθμών ανάπτυξης με χαμηλό πληθωρισμό, μόνη ασφαλής μέθοδος είναι η λυσιτελής αντιμετώπιση των ανισορροπιών και των διαρθρωτικών αδυναμιών, προκειμένου να τεθεί σε κίνηση μια μακρόπνοη, πιο εξωστρεφής, ισχυρή και διατηρήσιμη αναπτυξιακή δυναμική. Μια δυναμική που θα στηρίζεται κατά πρώτο λόγο στην ενίσχυση της παραγωγικής βάσης μέσω των επενδύσεων και της ποιοτικής αναβάθμισης του ανθρώπινου δυναμικού, στην ενδυνάμωση της ανταγωνιστικής λειτουργίας των αγορών καθώς και σε ένα ευρύ πλέγμα διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, κυρίως στον ευρύτερο δημόσιο τομέα.

Μια ουσιαστική ώθηση της ανταγωνιστικότητας και της προσαρμοστικότητας της οικονομίας μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την εφαρμογή ενός μείγματος οικονομικής πολιτικής, το οποίο θα δίνει έμφαση στη σταθερή βελτίωση των παραγωγικών δυνατοτήτων. Ένα τέτοιο μείγμα πολιτικής, επειδή ακριβώς συμβάλλει στην ανάπτυξη και τη σταθερότητα, θα ενισχύσει επίσης την εμπιστοσύνη των διεθνών επενδυτών και των αγορών στις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας και στη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού μας συστήματος. Στην παρούσα φάση της κρίσης στις διεθνείς αγορές, η ισχυρή εμπιστοσύνη έχει πρωτεύουσα σημασία, προκειμένου να ελαχιστοποιηθούν οι παρενέργειες της κρίσης για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα στη χώρα μας, που αποτελεί προϋπόθεση και για την οικονομική ανάπτυξη.

Όσον αφορά στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα, θέλω για μια ακόμη φορά να τονίσω ότι οι εγχώριες τράπεζες είναι καθ' όλα υγιείς και ισχυρές. Τα θεμελιώδη μεγέθη τους είναι ικανοποιητικά. Ωστόσο η επί μακρόν παρατεινόμενη αποσταθεροποίηση των διεθνών αγορών χρήματος και κεφαλαίων οδηγεί σταδιακά σε συνθήκες πιστωτικής στενότητας με όλα τα αρνητικά συνεπακόλουθα. Μολονότι οι ελληνικές τράπεζες δεν έχουν επηρεαστεί άμεσα από την κρίση, κυρίως λόγω της περιορισμένης έκθεσής τους σε επικίνδυνα στοιχεία ενεργητικού, έχουν όμως επηρεαστεί έμμεσα, καθώς τα διατραπεζικά επιτόκια παραμένουν επί μακρόν σε επίπεδα υψηλότερα από ό,τι συνήθως σε σύγκριση με το κεντρικό επιτόκιο αναφοράς. Μετά τις πρόσφατες μειώσεις των επιτοκίων των κεντρικών τραπεζών στις ΗΠΑ, στην Αγγλία και στη ζώνη του ευρώ, παρατηρείται μείωση των διατραπεζικών επιτοκίων, αλλά με βραδύ ρυθμό.

Επειδή οι αγορές εξακολουθούν να μη λειτουργούν ομαλά, η Τράπεζα Ελλάδος έχει παροτρύνει τις τράπεζες να κάνουν χρήση των μέτρων του κυβερνητικού σχεδίου, ώστε να αποτραπεί η δημιουργία συνθηκών πιστωτικής στενότητας, γεγονός που θα δυσχέραινε την οικονομία. Θέλω να τονίσω ότι το σχέδιο για τη στήριξη του ελληνικού τραπεζικού συστήματος είναι εναρμονισμένο με τις κατευθύνσεις που χάραξε στις 12 Οκτωβρίου η άτυπη σύνοδος κορυφής των χωρών της ζώνης του ευρώ.

Το σχέδιο αυτό αποσκοπεί στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στη διατραπεζική αγορά και στην απρόσκοπτη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών. Σε σχέση με την εφαρμογή του σχεδίου αυτού, η Τράπεζα της Ελλάδος έχει επωμιστεί την ευθύνη της τεχνικής διεκπεραίωσης. Προς αυτήν την κατεύθυνση έχει ήδη ετοιμάσει τις Υπηρεσίες της, ώστε να μη χαθεί πολύτιμος χρόνος. Το έργο αυτό, αν και εξαιρετικά περίπλοκο από τεχνική άποψη, έχει κομβική σημασία για την ταχεία και ομαλή υλοποίηση του σχεδίου.

* * *

Όπως ήδη ανέφερα, η κρίση δεν θα διαρκέσει μόνο λίγους μήνες. Προσωπικά, όμως, αισθάνομαι αισιόδοξος. Θεωρώ πως βάσιμα μπορούμε να ελπίζουμε ότι οι διεθνώς συντονισμένες προσπάθειες για την αντιμετώπιση της κατάστασης θα οδηγήσουν σταδιακά σε ομαλοποίηση των συνθηκών στις αγορές, περιλαμβανομένης και της ναυτιλιακής. Με συντονισμένη και αποφασιστική δράση, από τις αρμόδιες αρχές οι προκλήσεις των καιρών θα ξεπεραστούν. Και η νέα ανοδική πορεία, όποτε ξεκινήσει, θα είναι ασφαλέστερη, δηλαδή με λιγότερες αβεβαιότητες και κινδύνους για την παγκόσμια οικονομία και το διεθνές πιστωτικό σύστημα.

​​ 
Αυτό το website χρησιμοποιεί cookies για την βελτιστοποίηση της εμπειρίας σας. Μάθετε περισσότερα
Αποδέχομαι