EN

Ομιλίες

Ομιλία του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος κ. Νικολάου Χ. Γκαργκάνα στο συνέδριο "Greek, Bulgarian and Romanian Business & Investment Summit" του περιοδικού ECONOMIST με θέμα "Εξελίξεις και προοπτικές του τραπεζικού τομέα"

28/06/2006 - Ομιλίες

Κυρίες και κύριοι,

Με ιδιαίτερη ευχαρίστηση ανταποκρίνομαι στην πρόσκληση να μιλήσω στο σημερινό Συνέδριο και να αναπτύξω ορισμένες σκέψεις για τις εξελίξεις και προοπτικές του τραπεζικού τομέα. Ο τραπεζικός τομέας ασφαλώς επηρεάζεται από τις εξελίξεις στο ευρύτερο οικονομικό περιβάλλον. Παράλληλα όμως οι εξελίξεις στον τραπεζικό τομέα επιδρούν στη διαμόρφωση του οικονομικού περιβάλλοντος, επειδή είναι καθοριστικός ο ρόλος των τραπεζών στη χρηματοδότηση της παραγωγικής δραστηριότητας, στην αποτελεσματική κατανομή των οικονομικών πόρων και στην ομαλή διεκπεραίωση των οικονομικών συναλλαγών. Άλλωστε, επεισόδια μακροοικονομικής αστάθειας και τραπεζικές κρίσεις τείνουν να συμπίπτουν χρονικά. Κατά την περίοδο από το 2000 και μετά δεν έχουν βέβαια παρουσιαστεί τέτοια φαινόμενα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όπου το οικονομικό περιβάλλον γενικά χαρακτηρίζεται από σταθερότητα. Σε αυτό συνέβαλε σημαντικά η Οικονομική και Νομισματική Ένωση -- με την εξάλειψη των συναλλαγματικών διακυμάνσεων στη ζώνη του ευρώ, την ενιαία νομισματική πολιτική που στοχεύει στη σταθερότητα των τιμών, καθώς και την καθιέρωση κανόνων δημοσιονομικής πειθαρχίας. Η μακροοικονομική σταθερότητα και τα ιστορικώς χαμηλά επίπεδα των επιτοκίων είχαν θετική επίδραση στη σταθερότητα του ευρωπαϊκού τραπεζικού τομέα. Σημαντική συμβολή στη σταθερότητα του τραπεζικού τομέα είχε και η ενίσχυση του ευρωπαϊκού κανονιστικού και εποπτικού πλαισίου, ιδίως όσον αφορά τις προϋποθέσεις για την ανάληψη τραπεζικής δραστηριότητας, τις κεφαλαιακές απαιτήσεις ώστε να καλύπτονται οι τραπεζικοί κίνδυνοι, τον έλεγχο των μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων και την ενοποιημένη εποπτεία των τραπεζικών ομίλων.

Κατά τα επόμενα έτη, στον τραπεζικό τομέα σε ευρωπαϊκό επίπεδο αναμένεται να ασκήσουν σημαντική επίδραση, εκτός από τις εξελίξεις στο οικονομικό περιβάλλον, άλλοι δύο εξωγενείς παράγοντες: η συνεχιζόμενη τεχνολογική πρόοδος στον τομέα της πληροφορικής και η διεθνοποίηση των οικονομικών συναλλαγών. Με την εκμετάλλευση των συνεχώς αυξανόμενων δυνατοτήτων των πληροφοριακών συστημάτων οι τράπεζες θα είναι σε θέση να χρησιμοποιήσουν ακόμη πιο αποτελεσματικούς μηχανισμούς τιμολόγησης και διαχείρισης των κινδύνων που αναλαμβάνουν, καθώς και να βελτιώσουν την ποιότητα των προϊόντων και των υπηρεσιών τους, παράλληλα μειώνοντας το κόστος τους. Από την άλλη πλευρά, η μεγαλύτερη εξάρτηση των τραπεζών από τα συστήματα πληροφορικής και η προσφορά πιο σύνθετων τραπεζικών προϊόντων αποτελούν παράγοντες που είναι δυνατόν να αυξήσουν τον λειτουργικό κίνδυνο. Σημειώνω ότι για την κάλυψη του κινδύνου αυτού το νέο εποπτικό πλαίσιο («Βασιλεία ΙΙ») που θα εφαρμόζεται από το 2007 προβλέπει συγκεκριμένες κεφαλαιακές απαιτήσεις.

Εξάλλου, η συνεχιζόμενη διεθνοποίηση των οικονομικών συναλλαγών οδηγεί σε ολοένα και μεγαλύτερη διασύνδεση των εθνικών τραπεζικών συστημάτων. Η διασύνδεση αυτή αυξάνεται, πρώτον, καθώς αναπτύσσεται η διασυνοριακή παροχή χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών και, δεύτερον, καθώς οι τράπεζες επεκτείνονται εκτός συνόρων είτε με την εξαγορά υφισταμένων τραπεζών σε άλλες χώρες είτε με την ίδρυση εκεί θυγατρικών ή υποκαταστημάτων. Η υιοθέτηση του ευρώ και η συνεχής προσαρμογή του θεσμικού πλαισίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης με στόχο την άρση εμποδίων και αντικινήτρων έχουν προωθήσει σημαντικά τη δημιουργία μιας ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, η οποία θα ολοκληρωθεί τα αμέσως επόμενα έτη. Λόγω των εξελίξεων αυτών, ο τραπεζικός ανταγωνισμός έχει αυξηθεί και αναμένεται ότι θα ενταθεί περισσότερο στο μέλλον. Μεταξύ άλλων, αυτό ενδέχεται να οδηγήσει τις τράπεζες στην υιοθέτηση πιο πολύπλοκων και ριψοκίνδυνων στρατηγικών για την διατήρηση της κερδοφορίας τους. Σε μια διεθνοποιημένη τραπεζική αγορά λοιπόν, είναι φανερό ότι η ύπαρξη αποτελεσματικών μηχανισμών για την ανταλλαγή πληροφοριών και γενικότερα για τη συνεργασία μεταξύ των αρμοδίων εθνικών αρχών μπορεί να συμβάλει σημαντικά στην έγκαιρη αναγνώριση και την επιτυχή αντιμετώπιση προβλημάτων με διασυνοριακές επιπτώσεις. Προς την κατεύθυνση αυτή έχουν ήδη γίνει σημαντικά βήματα στην Ευρωπαϊκή Ένωση με την υπογραφή μνημονίων συνεργασίας -- τόσο σε διμερές επίπεδο μεταξύ εποπτικών αρχών, όσο και σε πολυμερές επίπεδο μεταξύ όλων των εποπτικών αρχών και των εθνικών κεντρικών τραπεζών της ΕΕ. Εξάλλου, η Επιτροπή Τραπεζικής Εποπτείας του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών, στην οποία μετέχουν εκπρόσωποι όλων των εποπτικών αρχών και των κεντρικών τραπεζών της ΕΕ, παρακολουθεί συστηματικά και αξιολογεί την οικονομική συγκυρία και τις διαρθρωτικές αλλαγές που επηρεάζουν τη σταθερότητα του ευρωπαϊκού τραπεζικού τομέα.

Καθώς έχει προχωρήσει η διαδικασία ενσωμάτωσης των οικονομιών των Βαλκανικών χωρών στο ευρύτερο ευρωπαϊκό οικονομικό περιβάλλον, οι παράγοντες που προανέφερα θα επηρεάσουν και τα τραπεζικά συστήματα των χωρών της περιοχής, τα οποία αφενός θα διασυνδεθούν σε μεγαλύτερο βαθμό τόσο μεταξύ τους όσο και με εκείνα άλλων ευρωπαϊκών χωρών και αφετέρου θα λειτουργούν υπό συνθήκες εντεινόμενου ανταγωνισμού. Κατά συνέπεια θα αυξηθεί ο κίνδυνος μετάδοσης κρίσεων από χώρα σε χώρα και γενικά θα γίνει πιο σύνθετο το έργο των αρχών για τη διασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας.

Κατά την τελευταία δεκαετία η διάρθρωση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος έχει μεταβληθεί σημαντικά, λόγω της ιδιωτικοποίησης κρατικών τραπεζών και των εξαγορών και συγχωνεύσεων που πραγματοποιήθηκαν. Προβλέπεται ότι στο μέλλον ο αριθμός των εμπορικών τραπεζών θα μειωθεί περαιτέρω, με την πραγματοποίηση νέων εξαγορών και συγχωνεύσεων. Ως προς το βαθμό συγκέντρωσης του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, αν και το μερίδιο αγοράς των πέντε μεγάλων τραπεζών είναι σχετικά υψηλό με βάση το ενεργητικό (γύρω στο 65%), το μέγεθος των τραπεζών αυτών είναι μικρό συγκρινόμενο με το μέγεθος των μεγάλων τραπεζών των περισσοτέρων χωρών της ζώνης του ευρώ και η πιστοληπτική τους διαβάθμιση είναι κατά κανόνα χαμηλότερη. Μεσοπρόθεσμα, οι ελληνικές τράπεζες που διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο σε περιφερειακό επίπεδο αλλά επίσης επιδιώκουν να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο θα πρέπει να αυξήσουν το μέγεθός τους. Πέραν της αυτόνομης οργανικής ανάπτυξης, στην αύξηση του μεγέθους και των επιχειρηματικών δυνατοτήτων των ελληνικών τραπεζών θα συμβάλει η πραγματοποίηση εξαγορών και συγχωνεύσεων και η σύναψη στρατηγικών συμμαχιών.

Όσον αφορά την οικονομική ευρωστία του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, η διαπίστωση της Τράπεζας της Ελλάδος, ως αρμόδιας εποπτικής αρχής, είναι ότι το τραπεζικό σύστημα χαρακτηρίζεται από υψηλή κερδοφορία, ισχυρή κεφαλαιακή βάση και ικανοποιητική ρευστότητα. Στο συμπέρασμα αυτό κατέληξε και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στην πρόσφατη έκθεση αξιολόγησης του ελληνικού χρηματοπιστωτικού τομέα. Η κερδοφορία των ελληνικών τραπεζών στηρίζεται κυρίως στη συνεχιζόμενη ταχεία πιστωτική επέκταση ιδίως προς τα νοικοκυριά, στη διατήρηση σχετικά υψηλού επιτοκιακού περιθωρίου και στις αυξημένες προμήθειες από εργασίες λιανικής τραπεζικής, ενώ παράλληλα επηρεάζεται θετικά και από τη συγκράτηση του λειτουργικού κόστους. Μεσοπρόθεσμα, οι μεγαλύτερες προκλήσεις που πρόκειται να αντιμετωπίσει το ελληνικό τραπεζικό σύστημα είναι ο εντεινόμενος ανταγωνισμός και το ενδεχόμενο αύξησης του πιστωτικού κινδύνου. Για την αποτελεσματική διαχείριση του πιστωτικού κινδύνου οι τράπεζες θα πρέπει να εντείνουν τις προσπάθειές τους, ενόψει και της εφαρμογής από το 2007 του νέου εποπτικού πλαισίου («Βασιλεία ΙΙ»). Στην παρούσα ευνοϊκή φάση του οικονομικού κύκλου το ποσοστό των δανείων σε καθυστέρηση στο σύνολο των δανείων είναι ήδη σχετικά υψηλό (6,3%), παρά το ότι η ταχεία πιστωτική επέκταση βραχυπρόθεσμα ασκεί πτωτική επίδραση στο ποσοστό αυτό. Μεσοπρόθεσμα, καθώς θα ωριμάζουν τα δάνεια σημαντικού ύψους που χορηγήθηκαν πρόσφατα, είναι πιθανό να εμφανιστούν προβλήματα εξυπηρέτησης που δεν είχαν επαρκώς προβλεφθεί από τις τράπεζες όταν είχαν χορηγηθεί τα δάνεια, ιδίως αν υπάρξει επιβράδυνση του αναπτυξιακού ρυθμού της οικονομίας σε συνδυασμό με την αναμενόμενη περαιτέρω άνοδο των επιτοκίων. Πρέπει σχετικά να ληφθεί υπόψη ότι στην Ελλάδα - όπως και στις άλλες οικονομίες της ζώνης του ευρώ, με ελάχιστες εξαιρέσεις που αφορούν τα στεγαστικά δάνεια κυρίως στη Γερμανία και την Αυστρία -- εφαρμόζονται κυμαινόμενα επιτόκια στο μεγαλύτερο μέρος των δανείων. Για τους λόγους αυτούς, η Τράπεζα της Ελλάδος έχει ζητήσει από τις τράπεζες κατά την αξιολόγηση δανείων προς τα νοικοκυριά να αποδίδουν ιδιαίτερη βαρύτητα στη σχέση μεταξύ του κόστους εξυπηρέτησης των δανείων και του εισοδήματος των δανειοδοτουμένων, έτσι ώστε η σχέση αυτή να μην υπερβαίνει ένα εύλογο όριο. Παράλληλα, για τα δάνεια με εμπράγματες εξασφαλίσεις επί ακινήτων, η Τράπεζα της Ελλάδος αύξησε τις κεφαλαιακές απαιτήσεις έναντι του πιστωτικού κινδύνου για το τμήμα των δανείων αυτών που υπερβαίνει το 75% της εμπορικής αξίας των υπέγγυων ακινήτων.

Στο μέλλον δύο παράγοντες θα επιδράσουν δυσμενώς στην κερδοφορία των ελληνικών τραπεζών: η αναμενόμενη σταδιακή αποκλιμάκωση του ρυθμού της εγχώριας πιστωτικής επέκτασης προς τα νοικοκυριά και η συμπίεση του επιτοκιακού περιθωρίου λόγω του εντεινόμενου ανταγωνισμού. Από την άλλη πλευρά, οι ελληνικές τράπεζες έχουν σημαντικά περιθώρια περαιτέρω ανάπτυξης των εργασιών τους στον τομέα της διαχείρισης χαρτοφυλακίου ιδιωτών και στον τομέα των τραπεζοασφαλειών, ιδίως όσον αφορά την παροχή συμπληρωματικής ασφαλιστικής-συνταξιοδοτικής κάλυψης. Ευνοϊκή επίδραση στην κερδοφορία των ελληνικών τραπεζών θα ασκήσει επίσης η περαιτέρω συγκράτηση του λειτουργικού τους κόστους. Για το σκοπό αυτό, αναμένεται να συνεχιστούν οι προσπάθειες των τραπεζών για τον αποτελεσματικό έλεγχο των μισθολογικών δαπανών, τον εξορθολογισμό του δικτύου υποκαταστημάτων και τη μεταφορά ορισμένων λειτουργιών σε κεντρικό επίπεδο. Τέλος, αναμένεται να αυξηθεί η δραστηριότητα των ελληνικών τραπεζών στις οργανωμένες αγορές για τη διεύρυνση των εσόδων τους αλλά και για την κάλυψη των χρηματοδοτικών τους αναγκών. Ειδικότερα, προβλέπεται να αυξηθούν οι τιτλοποιήσεις δανείων και λοιπών απαιτήσεων ως μέσο άντλησης ρευστότητας και μετάθεσης του πιστωτικού κινδύνου.

Για την ενίσχυση της αναπτυξιακής τους δυναμικής και τη γεωγραφική διαφοροποίηση των εσόδων τους, οι ελληνικές τράπεζες προχώρησαν κατά την τελευταία δεκαπενταετία σε σημαντική επέκταση των δραστηριοτήτων τους στο εξωτερικό, ιδίως στα Βαλκάνια. Σήμερα οι ελληνικές τράπεζες έχουν στις χώρες των Βαλκανίων 18 θυγατρικές τράπεζες και 6 υποκαταστήματα, με περίπου 1.000 υπηρεσιακές μονάδες συνολικά, στις οποίες απασχολούνται 15.000 εργαζόμενοι. Επίσης, ποσοστό άνω του 6% των συνολικών κερδών των 5 μεγάλων ελληνικών τραπεζικών ομίλων προέρχεται από τις μονάδες τους που είναι εγκατεστημένες στις άλλες χώρες των Βαλκανίων: μεσοπρόθεσμα το ποσοστό αυτό αναμένεται να αυξηθεί σημαντικά. Πέρα από το όφελος για τις ίδιες τις ελληνικές τράπεζες, η επιτόπια δραστηριοποίησή τους στις άλλες Βαλκανικές χώρες πιστεύω ότι συνέβαλε στην ανάπτυξη του χρηματοπιστωτικού τομέα των χωρών υποδοχής, καθώς οι ελληνικές τράπεζες σταδιακά επεκτάθηκαν στην παροχή τραπεζικών υπηρεσιών προς τις τοπικές επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά και ενίσχυσαν τον τραπεζικό ανταγωνισμό. Επίσης, οι ελληνικές τράπεζες διευκόλυναν τις επενδύσεις και τη δραστηριοποίηση άλλων ελληνικών επιχειρήσεων στις χώρες υποδοχής, συμβάλλοντας έτσι γενικότερα στην οικονομική ανάπτυξη των χωρών αυτών. Παρά το ότι είναι πιθανό να υπάρξουν κάποιες νέες εξαγορές τοπικών τραπεζών από ελληνικές τράπεζες, η μελλοντική επέκταση της δραστηριότητας των ελληνικών τραπεζών στα Βαλκάνια θα βασιστεί κυρίως στην περεταίρω αυτόνομη οργανική ανάπτυξη των ήδη εγκατεστημένων μονάδων τους. Πέραν των Βαλκανίων, οι ελληνικές τράπεζες τελευταία στρέφονται και προς άλλες χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και της Ανατολικής Μεσογείου. Η στροφή αυτή εντάσσεται στην προσπάθεια διεθνοποίησης των δραστηριοτήτων τους και αναμένεται να συνεχιστεί τα επόμενα έτη. Ο χρηματοπιστωτικός τομέας στις χώρες αυτές έχει σημαντικά περιθώρια ανάπτυξης και η έγκαιρη διείσδυση των ελληνικών τραπεζών θα τις διευκολύνει να αποκτήσουν ισχυρή ανταγωνιστική θέση. Από την άλλη πλευρά, η επέκταση των ελληνικών τραπεζών στις χώρες αυτές συνεπάγεται αυξημένους κινδύνους: για το λόγο αυτό η επέκταση πρέπει να γίνεται με προσεκτικά βήματα, λαμβάνοντας υπόψη τις δυνατότητες του στελεχιακού δυναμικού και των συστημάτων εσωτερικού ελέγχου και διαχείρισης κινδύνων της κάθε τράπεζας.

Κλείνοντας την ομιλία μου, θα ήθελα να επισημάνω ότι στην ανάπτυξη των ελληνικών τραπεζών αναμένεται γενικά να συμβάλουν η προβλεπόμενη περαιτέρω διεθνοποίησή τους και η επέκταση της δραστηριότητάς τους σε πιο σύνθετα χρηματοπιστωτικά προϊόντα και σε αγορές που χαρακτηρίζονται από υψηλότερη μεταβλητότητα. Οι εξελίξεις αυτές συνεπάγονται όμως και αυξημένους κινδύνους, λόγω και του εντεινόμενου ανταγωνισμού καθώς και της αβεβαιότητας ως προς τις μελλοντικές οικονομικές εξελίξεις. Η αναγνώριση και η αποτελεσματική τιμολόγηση και διαχείριση των κινδύνων αυτών προϋποθέτουν συνεχή προσαρμογή των εσωτερικών συστημάτων των τραπεζών. Ιδιαίτερη σημασία έχει όχι μόνο η τεχνική επάρκεια των εν λόγω συστημάτων αλλά και η ουσιαστική ενσωμάτωσή τους στους μηχανισμούς λήψης αποφάσεων των τραπεζών, με ανάλογη αναβάθμιση των λειτουργιών διαχείρισης κινδύνων και εσωτερικού ελέγχου.

Ευχαριστώ για την προσοχή σας.

 

​​ 
Αυτό το website χρησιμοποιεί cookies για την βελτιστοποίηση της εμπειρίας σας. Μάθετε περισσότερα
Αποδέχομαι