EN

Δελτία Τύπου

Εικοστό έβδομο τεύχος του "Οικονομικού Δελτίου" της Τράπεζας της Ελλάδος

01/08/2006 - Δελτία Τύπου

Κυκλοφόρησε το τεύχος 27 (Ιούλιος 2006) του ''Οικονομικού Δελτίου'' της Τράπεζας της Ελλάδος. Στο ''Οικονομικό Δελτίο'' δημοσιεύονται 3 μελέτες.

Οι μελέτες που δημοσιεύονται στο Οικονομικό Δελτίο απηχούν, όπως πάντοτε, τις απόψεις των συγγραφέων και όχι κατ' ανάγκη της Τράπεζας της Ελλάδος και είναι οι εξής:

Θεόδωρος Μητράκος και Δάφνη Νικολίτσα, "Η διάρκεια της ανεργίας στην Ελλάδα: εξελίξεις και χαρακτηριστικά".

Η μελέτη αποτελεί μια πρώτη προσπάθεια διερεύνησης των εξελίξεων και των χαρακτηριστικών της διάρκειας της ανεργίας. Συγκεκριμένα, αποτυπώνονται τα δεδομένα σχετικά με τη διάρκεια της ανεργίας στην ελληνική αγορά εργασίας. Επίσης καταγράφονται, με βάση στοιχεία από τη δειγματοληπτική έρευνα εργατικού δυναμικού της ΕΣΥΕ, τα χαρακτηριστικά που σχετίζονται με την πιθανότητα μακροχρόνιας ανεργίας καθώς και με τη συγκεκριμένη χρονική διάρκεια της ανεργίας. Η μελέτη δεν πραγματεύεται την εξήγηση του συνολικού ποσοστού ανεργίας στην Ελλάδα και της διαφοράς του από εκείνο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς αυτό θα απαιτούσε εκτενέστερη μακροοικονομική ανάλυση.

Από τη μελέτη διαπιστώνεται ότι, ταυτόχρονα με την άνοδο του ποσοστού ανεργίας, τις δύο τελευταίες δεκαετίες έχει επιμηκυνθεί η διάρκεια της ανεργίας. Το 2005 περίπου το 55% των ανέργων ήταν άνεργοι για διάστημα τουλάχιστον ενός έτους. Ταυτόχρονα, υπάρχουν και άλλα άτομα τα οποία δοκιμάζονται από επαναλαμβανόμενα διαστήματα ανεργίας και τα οποία συνολικά σε μια χρονική περίοδο ορισμένων ετών έχουν επίσης παραμείνει άνεργα πάνω από ένα έτος. Η άνοδος της διάρκειας της ανεργίας συνδέεται με αύξηση του συνολικού ποσοστού ανεργίας και με υψηλή πιθανότητα μετάβασης από τη βραχυχρόνια στη μακροχρόνια ανεργία. Η ανάλυση δείχνει ότι οι γυναίκες, τα μεγαλύτερα σε ηλικία άτομα, τα άτομα χωρίς προηγούμενη εργασιακή εμπειρία και τα άτομα σε γεωγραφικές περιφέρειες με υψηλό ποσοστό ανεργίας είναι πιο πιθανό να παραμείνουν άνεργα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Επίσης, το υψηλό εκπαιδευτικό επίπεδο φαίνεται να συνδέεται με χαμηλότερη πιθανότητα μακροχρόνιας ανεργίας και γενικότερα με μικρότερη διάρκεια της ανεργίας για τους νεότερους. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι μέτρα που ενισχύουν την αποτελεσματικότητα των ενεργητικών πολιτικών απασχόλησης, ώστε οι άνεργοι να αποκτούν εργασιακή εμπειρία και να καταρτίζονται σε ειδικότητες που ζητούνται στην αγορά εργασίας, μπορούν να περιορίσουν τη διάρκεια της ανεργίας.

Από συγκρίσεις με άλλες χώρες (με βάση δείκτες που καταρτίζει ο ΟΟΣΑ) προκύπτει επίσης ότι ορισμένα χαρακτηριστικά του θεσμικού πλαισίου λειτουργίας των αγορών, τα οποία δημιουργούν προσκόμματα στην έγκαιρη αντίδραση των τελευταίων σε εξελίξεις όπως η τεχνολογική πρόοδος και η παγκοσμιοποίηση και δυσχεραίνουν την ίδρυση νέων επιχειρήσεων (και συνακόλουθα τη δημιουργία θέσεων εργασίας), είναι πιθανόν να επηρεάζουν την έκταση της μακροχρόνιας ανεργίας. Στα χαρακτηριστικά αυτά περιλαμβάνονται οι ρυθμιστικοί περιορισμοί στις αγορές αγαθών και υπηρεσιών οι οποίοι εμποδίζουν την απρόσκοπτη λειτουργία του ανταγωνισμού, καθώς και η διστακτικότητα των εργοδοτών να δημιουργήσουν νέες θέσεις εργασίας, λόγω του μη μισθολογικού κόστους και των δυσχερειών που αντιμετωπίζουν στη δημιουργία και την κατάργηση των θέσεων αυτών. Για το λόγο αυτό, μέτρα που βελτιώνουν το επιχειρηματικό περιβάλλον και το θεσμικό πλαίσιο των αγορών προϊόντων και εργασίας μπορούν να οδηγήσουν στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και στη μείωση του ποσοστού μακροχρόνιας ανεργίας.

Φαίδων Καλφάογλου, "Ασκήσεις προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα".

Το 2005 το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, για πρώτη φορά στην Ελλάδα, διεξήγαγε πρόγραμμα αξιολόγησης του χρηματοπιστωτικού τομέα (Financial Sector Assessment Program - FSAP), το οποίο περιελάμβανε και μια άσκηση προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων (stress testing) για τον τραπεζικό τομέα. Σκοπός της άσκησης ήταν να αξιολογηθεί η ανθεκτικότητα των ελληνικών τραπεζών και να αναλυθούν οι πιθανοί κίνδυνοι του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Η άσκηση διεξήχθη από τις συμμετέχουσες τράπεζες υπό την καθοδήγηση της Τράπεζας της Ελλάδος και με τη συνεργασία του ΔΝΤ. Εστιάστηκε κυρίως στον πιστωτικό κίνδυνο και τον κίνδυνο αγοράς, ενώ παράλληλα εξετάστηκαν οι κίνδυνοι ρευστότητας και μετάδοσης κρίσεων.

Στο άρθρο παρουσιάζεται μια επισκόπηση της άσκησης προσομοίωσης. Αναλύονται μεθοδολογικά ζητήματα και στη συνέχεια παρουσιάζονται τα αποτελέσματα. Η ανάλυση καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι τράπεζες είναι ανθεκτικές σε εσωτερικές ή εξωτερικές διαταραχές και συνεπώς το ελληνικό τραπεζικό σύστημα μπορεί να αντεπεξέλθει στα δυσμενή σενάρια που εξετάστηκαν.

Παρά τα ικανοποιητικά αποτελέσματα της άσκησης, η δυναμική φύση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος - σε ένα περιβάλλον όπου ο διεθνής ανταγωνισμός είναι οξύς - επιβάλλει συνεχή παρακολούθηση. Για το λόγο αυτό, η Τράπεζα της Ελλάδος έχει καθιερώσει την υποχρέωση των τραπεζών (Πράξη Διοικητή 2577/2006) να διεξάγουν τέτοιες ασκήσεις σε τακτική βάση με σενάρια που προσιδιάζουν στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κινδύνου τους.

Ευάγγελος Παντελίδης και Γεώργιος Κουβατσέας, "Έρευνα συνόρων για την ταξιδιωτική δαπάνη: μεθοδολογία - παρουσίαση και αξιολόγηση αποτελεσμάτων 2003-2005".

Οι εξωτερικές συναλλαγές που σχετίζονται με την ταξιδιωτική δαπάνη αποτελούν βασικό παράγοντα διαμόρφωσης του ισοζυγίου πληρωμών της Ελλάδος. Στο παρελθόν, η κατάρτιση του ισοζυγίου πληρωμών στηριζόταν σε στοιχεία των τραπεζών για τις εξωτερικές συναλλαγές που γίνονταν μέσω του εγχώριου τραπεζικού συστήματος. Ειδικά για τις ταξιδιωτικές συναλλαγές, αυτή η πηγή πληροφόρησης έπαυσε να υπάρχει με την ένταξη της Ελλάδος στην ΟΝΕ και την εισαγωγή του ευρώ ως μέσου συναλλαγής στις χώρες - μέλη από 1.1.2002. Για το λόγο αυτό, η Τράπεζα της Ελλάδος προχώρησε από το Μάιο του 2002 στην υιοθέτηση, για πρώτη φορά, δειγματοληπτικής έρευνας συνόρων (frontier travel survey) για τον υπολογισμό των σχετικών μεγεθών.

Όπως εξηγείται στη μελέτη, η έρευνα συνόρων είναι μια δειγματοληπτική έρευνα εισερχομένων (μη κατοίκων) και εξερχόμενων (κατοίκων) ταξιδιωτών, με βασικό στόχο την εκτίμηση (κάθε μήνα) της δαπάνης των μη κατοίκων στην Ελλάδα και των κατοίκων στο εξωτερικό. Η έρευνα καλύπτει όλη την κίνηση των ταξιδιωτών, εξερχόμενη και εισερχόμενη, σε κάθε τύπο συνοριακού σταθμού (αεροδρόμια, λιμάνια, οδικούς και σιδηροδρομικούς συνοριακούς σταθμούς), ενώ παράγει και εκτιμήσεις συμπληρωματικών πληροφοριών για παραμέτρους που συμβάλλουν στη διαμόρφωση της ταξιδιωτικής δαπάνης, όπως η μέση διάρκεια παραμονής και η κατά ταξίδι και κατά διανυκτέρευση δαπάνη. Συγκεκριμένα, πραγματοποιούνται συνεντεύξεις στο τέλος του ταξιδιού, δηλαδή κατά την αναχώρησή των μη κατοίκων από την Ελλάδα και κατά την επιστροφή των κατοίκων από το εξωτερικό. Τα στοιχεία που παράγονται καλύπτουν ένα σημαντικό κενό στατιστικής πληροφόρησης και έτσι είναι δυνατή η αξιολόγηση των εξελίξεων των ταξιδιωτικών μεγεθών επί συνεχούς και συστηματικής βάσης.

Τα κυριότερα αποτελέσματα όσον αφορά τους μη κατοίκους μπορούν να συνοψιστούν ως εξής: Το μεγαλύτερο μέρος των εισπράξεων προέρχεται από τις χώρες-μέλη της ΕΕ των 15, με συμμετοχή που κυμάνθηκε γύρω στο 70% σε καθένα από τα τρία έτη 2003-2005. Η δαπάνη κατά ταξίδι παρουσίασε ανοδική τάση (2003: 714,0 ευρώ, 2004: 738,1 ευρώ και 2005: 744,2 ευρώ), γεγονός που σχετίζεται με την μικρή άνοδο της δαπάνης κατά διανυκτέρευση, δεδομένου ότι η μέση διάρκεια παραμονής κυμάνθηκε στα ίδια περίπου επίπεδα σε όλη την τριετία (11 ημέρες περίπου). Η δαπάνη κατά διανυκτέρευση υστερεί όμως σε σχέση με το μέσο όρο για τους ταξιδιώτες που επισκέπτονται τις χώρες της ΕΕ-25. Τα επιμέρους ευρήματα υποδηλώνουν ότι υπάρχουν σημαντικές δυνατότητες αύξησης του εισερχόμενου τουρισμού στους εκτός αιχμής μήνες, ότι η επιδίωξη ανόδου των ταξιδιωτικών εισπράξεων πρέπει κυρίως να βασίζεται στην προσπάθεια αύξησης της κατά ταξίδι δαπάνης, ότι υπάρχουν περιθώρια αύξησης της ταξιδιωτικής κίνησης από νέες αγορές (όπως η Ρωσία, οι νέες χώρες-μέλη της ΕΕ και οι αναδυόμενες οικονομίες) και, τέλος, ότι η αγορά οργανωμένων ταξιδιών ("πακέτων") παρουσιάζει ευρύτατες προοπτικές αύξησης της εγχώριας συμμετοχής στη διαμόρφωση του συνολικού κόστους των πακέτων για τους ταξιδιώτες.

Όσον αφορά τους κατοίκους τα αποτελέσματα συνοψίζονται ως εξής: Η συμμετοχή της δαπάνης των κατοίκων με προορισμό τις χώρες-μέλη της ΕΕ-15 κυμάνθηκε μεταξύ 44% και 48%. Η δαπάνη κατά ταξίδι παρουσίασε αυξητική τάση (2003: 587,1 ευρώ, 2004: 598,1 ευρώ και 2005: 656,7 ευρώ), η οποία σχετίζεται με την άνοδο της δαπάνης κατά διανυκτέρευση (από 49,0 ευρώ το 2003 σε 64,8 ευρώ το 2005), ενώ η μέση διάρκεια παραμονής μειώθηκε (από 12 ημέρες το 2003 σε 10 ημέρες το 2005). Ιδιαίτερα επισημαίνεται η αύξηση του ποσοστού συμμετοχής των ταξιδιών για λόγους αναψυχής.

* * *

Στο τεύχος επίσης περιλαμβάνονται περιλήψεις των "δοκιμίων εργασίας" τα οποία δημοσίευσε (στην αγγλική γλώσσα) ο Τομέας Ειδικών Μελετών της Διεύθυνσης Οικονομικών Μελετών της Τράπεζας στο διάστημα Ιανουαρίου-Ιουλίου 2006, στατιστικό τμήμα με βασικούς οικονομικούς δείκτες, καθώς και παράρτημα με τα μέτρα νομισματικής πολιτικής του Ευρωσυστήματος και τις αποφάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος σχετικά με την ίδρυση και λειτουργία των πιστωτικών ιδρυμάτων και την εποπτεία του χρηματοπιστωτικού συστήματος (στο διάστημα Ιανουαρίου-Ιουλίου 2006). Στο παράρτημα δημοσιεύεται το πλήρες κείμενο της Πράξης Διοικητή 2577/9.3.2006, η οποία αφορά το πλαίσιο αρχών λειτουργίας και κριτηρίων αξιολόγησης της οργάνωσης και των Συστημάτων Εσωτερικού Ελέγχου των πιστωτικών και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων και τις σχετικές αρμοδιότητες των διοικητικών τους οργάνων.

 

​​ 
Αυτό το website χρησιμοποιεί cookies για την βελτιστοποίηση της εμπειρίας σας. Μάθετε περισσότερα
Αποδέχομαι