EN

Ομιλίες

Χαιρετισμός του Υποδιοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος κ. Θεόδωρου Μητράκου στην ημερίδα με θέμα «Πολιτικές και χρηματοδοτικά εργαλεία για την ανάπτυξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων στην Ελλάδα»

27/04/2017 - Ομιλίες

Κυρίες και κύριοι, αγαπητοί συμμετέχοντες,

Με χαρά βρίσκομαι μαζί σας σήμερα για να χαιρετίσω μία εκδήλωση η θεματολογία της οποίας σχετίζεται με ένα από τα πιο σοβαρά προβλήματα που αντιμετωπίζει η ελληνική οικονομία τα τελευταία χρόνια, αυτό της στενότητας χρηματοδοτικών πόρων. Η εξάλειψη των παραγόντων που κρατούν καθηλωμένη τη δυνατότητα χρηματοδότησης των επιχειρήσεων είναι προαπαιτούμενο για την ανάσχεση της ύφεσης και την επιστροφή της οικονομίας σε διατηρήσιμους ρυθμούς ανάπτυξης. Αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό σήμερα αν αναλογιστούμε το τεράστιο οικονομικό και κοινωνικό κόστος της τρέχουσας κρίσης για την ελληνική οικονομία και κοινωνία.

Στο πλαίσιο αυτό, οφείλουμε όλοι μας να θέσουμε ως ύψιστη προτεραιότητα την αντιμετώπιση του μεγάλου αποθέματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Το Δεκέμβριο του 2016 τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια ανήλθαν σε 106,3 δισεκ. ευρώ αντιπροσωπεύοντας το 44,8% του συνόλου των δανείων. Το ποσοστό αυτό είναι από τα υψηλότερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση (μαζί με αυτό της Κύπρου) και σχεδόν οκταπλάσιο του ευρωπαϊκού μέσου όρου (ΕΕ: 5,5% τον Ιούνιο του 2016). Είναι αξιοσημείωτο ότι τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια στην Ελλάδα αντιπροσωπεύουν περίπου το 10% του συνόλου των μη εξυπηρετούμενων δανείων σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση (περίπου 1.100 δισεκ. ευρώ), ενώ το ενεργητικό του ελληνικού τραπεζικού τομέα αποτελεί μόλις το 1,2% του συνολικού ενεργητικού του τραπεζικού τομέα στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Γίνεται αντιληπτό ότι η αποτελεσματική διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων αποτελεί προαπαιτούμενο για την οικονομική ευρωστία των τραπεζών και, το κυριότερο, θα συμβάλει στην απελευθέρωση πόρων για τη χρηματοδότηση της υγιούς επιχειρηματικότητας και τη στροφή της ελληνικής οικονομίας προς καινοτόμους και εξαγωγικούς κλάδους. Ο εντοπισμός των επιχειρήσεων με προοπτικές βιωσιμότητας, για τις οποίες θα πρέπει να εφαρμοστούν μακροπρόθεσμες λύσεις αναδιάρθρωσης, σε συνδυασμό με την προσέλκυση νέων κεφαλαίων είναι μια πολύ δύσκολη διαδικασία η οποία θα πρέπει να εντοπίζει και να επιβραβεύει την υπεύθυνη επιχειρηματικότητα και να είναι αυστηρή με τους στρατηγικούς κακοπληρωτές. Έτσι, θα συμβάλει στην προστασία του παραγωγικού ιστού της οικονομίας και θα θέσει τα θεμέλια για την επανεκκίνηση των επενδύσεων και την επίτευξη διατηρήσιμων ρυθμών ανάπτυξης. Υπό το πρίσμα αυτό, εκτιμώ ότι ως κοινωνία πρέπει να βλέπουμε την αναδιάρθρωση των δανείων μικρομεσαίων επιχειρήσεων ως ευκαιρία για «ανασύνταξη υγειών δυνάμεων» και εφαλτήριο προόδου.

Η συμβολή της Τράπεζας της Ελλάδος: πρωτοβουλίες για την αποτελεσματική διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων

Ως πρώτο βήμα, η Τράπεζα της Ελλάδος διεξήγαγε αξιολόγηση των προβληματικών στοιχείων του ενεργητικού (Troubled Assets Review – TAR) για να διαπιστώσει τη λειτουργική ετοιμότητα και αποτελεσματικότητα των διαδικασιών που είχαν θεσπίσει οι τράπεζες για τη διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Κατόπιν αυτής της αξιολόγησης, ενίσχυσε το σχετικό κανονιστικό και εποπτικό πλαίσιο. Συγκεκριμένα, εξέδωσε κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τη διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, σύμφωνα με τις οποίες οι τράπεζες οφείλουν να διαθέτουν ανεξάρτητη εσωτερική μονάδα για τη διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, να προβούν σε κατηγοριοποίηση του χαρτοφυλακίου, να αναπτύξουν νέες προτάσεις αναδιάρθρωσης δανείων και κατάλληλα εργαλεία αξιολόγησης των ενδεδειγμένων λύσεων κατά περίπτωση κ.ά. Παράλληλα, εισήγαγε τον Κώδικα Δεοντολογίας, ο οποίος οριοθετεί τις σχέσεις των πιστωτικών και άλλων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων με τους δανειολήπτες που εμφανίζουν καθυστέρηση στην αποπληρωμή των δανείων τους.

Πρόσφατα, η Τράπεζα της Ελλάδος, σε στενή συνεργασία με την Τραπεζική Εποπτεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, διαμόρφωσε ένα πλαίσιο επιχειρησιακών στόχων για τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, οι οποίοι συνοδεύονται από βασικούς δείκτες απόδοσης. Οι επιχειρησιακοί στόχοι και οι βασικοί δείκτες απόδοσης που έχουν επιλεγεί συνιστούν τόσο στόχους αποτελεσμάτων όσο και στόχους δράσεων και παρέχουν μια πλήρη εικόνα για τους δείκτες ποιότητας ενεργητικού των τραπεζών, τις ενέργειες των διοικήσεων για τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και την αποτελεσματικότητα των εν λόγω ενεργειών. Οι τράπεζες έχουν συμφωνήσει στη θέσπιση φιλόδοξων αλλά ρεαλιστικών στόχων, οι οποίοι υποβλήθηκαν στο τέλος Σεπτεμβρίου 2016 με χρονικό ορίζοντα τριών ετών. Επιδίωξη είναι η μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων κατά περίπου 40 δισεκ. ευρώ μέχρι το τέλος του 2019. Είναι ενθαρρυντικό το γεγονός ότι οι συστημικές τράπεζες πέτυχαν τους επιχειρησιακούς στόχους διαχείρισης που είχαν τεθεί για το γ΄ και δ΄ τρίμηνο του 2016, όπως αναλυτικά περιγράφεται στις σχετικές τριμηνιαίες εκθέσεις που δημοσιεύει η Τράπεζα της Ελλάδος στο δικτυακό της τόπο «Έκθεση για τους Επιχειρησιακούς Στόχους Μη Εξυπηρετούμενων Ανοιγμάτων».

Ενέργειες της Πολιτείας για τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια και μεταρρυθμίσεις σε εξέλιξη

Η Πολιτεία, από την πλευρά της, έχει βελτιώσει το κανονιστικό πλαίσιο που σχετίζεται με το νόμο για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά και τροποποίησε τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, κυρίως αναφορικά με την ιεράρχηση των πιστωτών σε περίπτωση πτώχευσης. Έχουν επίσης θεσπιστεί διατάξεις με στόχο την ενίσχυση του δικαστικού συστήματος και την αύξηση της αποτελεσματικότητάς του, αν και ενδεχομένως ορισμένα πρόσθετα βήματα πρέπει να γίνουν στην κατεύθυνση αυτή. Σημαντικό σταθμό αποτελεί και η σύσταση της Ειδικής Γραμματείας Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους (ΕΓΔΙΧ), η οποία έχει αναλάβει σημαντικό συντονιστικό ρόλο στο πλαίσιο της υλοποίησης της εθνικής στρατηγικής για τη διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Το Μάρτιο του 2017 άρχισε η λειτουργία του πρώτου Γραφείου Ενημέρωσης και Υποστήριξης Δανειοληπτών της ΕΓΔΙΧ και βρίσκεται σε εξέλιξη η σταδιακή ανάπτυξη δικτύου 120 γραφείων σε όλη τη χώρα, που θα στελεχώνονται με κατάλληλα εκπαιδευμένο προσωπικό και θα έχουν συνεχή υποστήριξη από την ΕΓΔΙΧ.

Παράλληλα, η Πολιτεία και η Τράπεζα της Ελλάδος ανέπτυξαν το πλαίσιο αδειοδότησης και εποπτείας μη τραπεζικών εταιριών διαχείρισης ή απόκτησης απαιτήσεων από μη εξυπηρετούμενα δάνεια. Ήδη έχουν αδειοδοτηθεί τρεις εταιρίες διαχείρισης, ενώ εξετάζονται και άλλα σχετικά αιτήματα. Πρόσφατα, βελτιώθηκε η φορολογική μεταχείριση των προβλέψεων για τον πιστωτικό κίνδυνο και των ζημιών από διαγραφές δανείων, γεγονός που θα διευκολύνει τις τράπεζες στην αποφασιστικότερη διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, χωρίς να φοβούνται αρνητικές επιπτώσεις στην κεφαλαιακή τους επάρκεια.

Σε εξέλιξη βρίσκεται η συζήτηση του σχεδίου νόμου για την εξωδικαστική διευθέτηση οφειλών, προκειμένου να διευκολυνθεί ο συντονισμός μεταξύ τραπεζών και άλλων πιστωτών, συμπεριλαμβανομένων του Δημοσίου και των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης. Σημαντική έμφαση θα δοθεί στην τυποποίηση των διαδικασιών για τους αυτοαπασχολούμενους και τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, ώστε να εξασφαλίζεται ταχεία, αποτελεσματική και διαφανής ρύθμιση των χρεών. Το νομοσχέδιο αυτό αναμένεται να δώσει μια δεύτερη ευκαιρία σε βιώσιμες επιχειρήσεις που λόγω της παρατεταμένης και βαθιάς οικονομικής ύφεσης «γονάτισαν» υπό το βάρος των υποχρεώσεών τους προς τράπεζες, προμηθευτές, φορολογικές αρχές και οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης. Η συνολική διευθέτηση των οφειλών με δίκαιο, αποτελεσματικό και κοινωνικά ευαίσθητο τρόπο μπορεί να αποβεί επωφελής για όλους τους εμπλεκομένους. Προς την κατεύθυνση αυτή, η ΕΓΔΙΧ σε συνεργασία με τους αρμόδιους φορείς και την Ελληνική Ένωση Τραπεζών καταβάλλουν προσπάθεια ώστε να αναπτυχθούν εγκαίρως η ηλεκτρονική πλατφόρμα για την υποβολή και διαχείριση των αιτήσεων, καθώς και η εφαρμογή για την αυτοματοποιημένη επεξεργασία των στοιχείων των οφειλετών, προκειμένου να αποφευχθούν καθυστερήσεις και να υπάρξει επαρκής χρόνος για την ένταξη όσο το δυνατόν περισσότερων επιχειρήσεων στη διαδικασία αυτή.

Όσον αφορά τις εναπομένουσες εκκρεμότητες, σημαντικό ζήτημα είναι η νομική προστασία των στελεχών των τραπεζών, αλλά και δημόσιων λειτουργών, που ενεργούν με καλή πίστη κατά τη διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, ενώ επίσης θα πρέπει να τεθεί σε εφαρμογή η ηλεκτρονική πλατφόρμα πλειστηριασμών. Τέλος, τα κέντρα ενημέρωσης και υποστήριξης δανειοληπτών (ΚΕΥΔ), η ίδρυση των οποίων βρίσκεται σε εξέλιξη σε όλη τη χώρα και τα οποία θα παρέχουν συμβουλευτικές υπηρεσίες στους πολίτες, θα συμβάλουν στην καλύτερη δυνατή διαχείριση των υποχρεώσεων τους.

Η ολοκλήρωση των παραπάνω μεταρρυθμίσεων, σε συνδυασμό με μια πιο ενεργητική πολιτική διαχείρισης των μη εξυπηρετούμενων δανείων εκ μέρους των τραπεζών, θα έχει ευεργετικά αποτελέσματα. Επίσης, θα αποδυναμώσει τους στρατηγικούς κακοπληρωτές, οι οποίοι μέχρι τώρα επωφελούνται από το γεγονός ότι η εσκεμμένη αθέτηση των δανειακών υποχρεώσεων δεν επιφέρει άμεσες κυρώσεις.

Τα οφέλη αναμένεται να είναι ακόμα μεγαλύτερα για τις πολύ μικρές επιχειρήσεις (Small Businesses and Professionals) και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις (Small and Medium-sized Enterprises), οι οποίες εμφανίζουν πολύ υψηλό ποσοστό μη εξυπηρετούμενων δανείων (68% και 59% αντίστοιχα). Ο αριθμός των επιχειρήσεων που μπορούν να επωφεληθούν από την αποτελεσματικότερη διαχείριση είναι πολύ μεγάλος, αν ληφθεί υπόψη ότι το Δεκέμβριο του 2016 υπήρχαν περίπου 340 χιλιάδες δάνεια πολύ μικρών επιχειρήσεων και ελεύθερων επαγγελματιών, καθώς και περίπου 73 χιλιάδες δάνεια μικρομεσαίων επιχειρήσεων, τα οποία ήταν μη εξυπηρετούμενα. Η αναδιάρθρωση προβληματικών επιχειρήσεων με βιώσιμα επενδυτικά σχέδια θα προσελκύσει ιδιωτικά κεφάλαια για τη χρηματοδότησή τους, τα οποία θα συνεπικουρήσουν τα κεφάλαια που δυνητικά μπορούν να παρασχεθούν από εναλλακτικές πηγές που θα αναλυθούν στη σημερινή ημερίδα. Οι αναγκαίες αυτές αναδιαρθρώσεις, ιδίως σε επιχειρήσεις κλάδων που χαρακτηρίζονται από εξωστρέφεια και δυναμική, θα συμβάλουν και στην επίτευξη των στόχων που αποτυπώνονται στο εθνικό σχέδιο μακράς πνοής το οποίο προσφάτως συζητήθηκε στο Κυβερνητικό Συμβούλιο Κοινωνικής Πολιτικής σε αρμονία και με την ολοκληρωμένη αναπτυξιακή στρατηγική για την εδραίωση ενός νέου υποδείγματος Βιώσιμης και Δίκαιης Ανάπτυξης η οποία αναμένεται να αποτελέσει σύντομα αντικείμενο ανοικτής διαβούλευσης με όλους τους εμπλεκόμενους οικονομικούς και κοινωνικούς φορείς. Στα σχέδια αυτά γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στην παραγωγική ανασυγκρότηση μέσα από τη στήριξη των νέων επιστημόνων, την επένδυση στην έρευνα και την καινοτομία, τη μετάβαση στην οικονομία της γνώσης και την ενίσχυση της νεανικής επιχειρηματικότητας.

Οι τράπεζες δυσκολεύονται να καλύψουν τις ανάγκες χρηματοδότησης της πραγματικής οικονομίας

Η εξέλιξη της τραπεζικής χρηματοδότησης προς μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις και οι έρευνες που διεξάγει η Τράπεζα της Ελλάδος για τις τραπεζικές χορηγήσεις και για την πρόσβαση των επιχειρήσεων σε εξωτερική χρηματοδότηση καταδεικνύουν ότι στην παρούσα συγκυρία οι τράπεζες δυσκολεύονται στην εκπλήρωση του διαμεσολαβητικού τους ρόλου ως προς τη χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας.

Αναλυτικότερα, η ένταση με την οποία συρρικνώνεται η τραπεζική χρηματοδότηση προς τις μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις μετριάστηκε κατά τη διάρκεια του 2016 (από -1,4 % ο μέσος όρος ετήσιου ρυθμού το β΄ εξάμηνο του 2015 σε -0,5% το 2016:). Μάλιστα, από τον Οκτώβριο του 2016 έως το τέλος του έτους η τραπεζική χρηματοδότηση κατέγραψε μικρή αύξηση σε ετήσια βάση (για πρώτη φορά μετά το 2011), αν και η τάση αυτή αντιστράφηκε ελαφρά το πρώτο δίμηνο του 2017 (-0,4%). Ωστόσο, η αναζωογόνηση της πιστωτικής επέκτασης αναμένεται να παραμείνει υποτονική περιορίζοντας τη συμβολή του εγχώριου τραπεζικού συστήματος στην οικονομική ανάκαμψη.

Ακόμη πιο διαφωτιστικά είναι τα στοιχεία της εξειδικευμένης έρευνας στις χώρες της ζώνης του ευρώ (SAFE), η οποία καταγράφει τις εκτιμήσεις των ίδιων των επιχειρήσεων, κυρίως μικρομεσαίων, για τη χρηματοοικονομική τους κατάσταση και τις χρηματοδοτικές τους ανάγκες, καθώς επίσης και τη διαθεσιμότητα εξωτερικής χρηματοδότησης και τους όρους υπό τους οποίους αυτή παρέχεται. Σύμφωνα με τις απαντήσεις των ελληνικών μικρομεσαίων επιχειρήσεων στις δύο τελευταίες επαναλήψεις της έρευνας, που καλύπτουν τα εξάμηνα Οκτωβρίου 2015-Μαρτίου 2016 και Απριλίου-Σεπτεμβρίου 2016, η πρόσβαση σε εξωτερική χρηματοδότηση κατατάσσεται ως το κυριότερο εμπόδιο για την επιχειρηματική δραστηριότητα (μέσο ποσοστό επιχειρήσεων που θεωρούν το πρόβλημα αυτό ως το σπουδαιότερο: 27%). Η διαθεσιμότητα (προσφορά) εξωτερικής χρηματοδότησης συνέχισε να επιδεινώνεται στη διάρκεια της εξεταζόμενης περιόδου, αν και σε μικρότερο βαθμό από ό,τι είχε καταγραφεί στις δύο αμέσως προηγούμενες έρευνες.

Παρεμφερή συμπεράσματα εξάγονται από την ανάλυση της τριμηνιαίας έρευνας για τις τραπεζικές χορηγήσεις που διεξάγει η Τράπεζα της Ελλάδος. Σύμφωνα με αυτή η αυστηρότητα των πιστοδοτικών κριτηρίων που εφαρμόζουν οι τράπεζες προκειμένου να εγκρίνουν τη χορήγηση δανείων προς μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις αυξήθηκε προοδευτικά στη διάρκεια των τριών πρώτων τριμήνων του 2016 και παρέμεινε αμετάβλητη το δ’ τρίμηνο του 2016 και το α’ τρίμηνο του 2017. Επίσης, το ποσοστό των αιτημάτων των μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων για δανεισμό τα οποία απορρίφθηκαν παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητο κατά τη διάρκεια του 2016, καθώς και το α’ τρίμηνο του 2017.

Τα αυστηρά πιστοδοτικά κριτήρια και όροι δανεισμού έχουν επηρεάσει και τη ζήτηση τραπεζικών δανείων, η οποία υπολείπεται σημαντικά του επιπέδου προ της κρίσης. Διαφαίνεται, λοιπόν, σημαντικό πεδίο για τη δημιουργία και ανάπτυξη χρηματοδοτικών εργαλείων που θα αμβλύνουν το κόστος χρηματοδότησης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και θα διευκολύνουν την πρόσβασή τους σε τραπεζικό δανεισμό (για παράδειγμα μέσω εγγυοδοσίας, επιδότησης επιτοκίου κ. ά.).

Η ανάπτυξη εναλλακτικών πηγών χρηματοδότησης αποτελεί αναγκαιότητα

Σε αυτό το πλαίσιο, η ανάπτυξη εναλλακτικών πηγών χρηματοδότησης για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις αποτελεί αναγκαιότητα, ώστε να αντισταθμιστεί η περιορισμένη δυνατότητα των τραπεζών να παράσχουν ρευστότητα. Άλλωστε, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι επιχειρήσεις που απασχολούν μέχρι 9 εργαζόμενους αποτελούν το 97% των επιχειρήσεων στην Ελλάδα και συνεισφέρουν το 37% της προστιθέμενης αξίας (ΕΕ-28: 21%). Παράλληλα, απασχολούν μεγάλο μέρος του εργατικού δυναμικού, ειδικά αν συνυπολογίσουμε τους αυτοαπασχολούμενους και τους ελεύθερους επαγγελματίες.

Σεβόμενος την εμπειρία και την εξειδικευμένη γνώση των εκλεκτών ομιλητών της σημερινής ημερίδας, δεν θα ήθελα να επεκταθώ στα εναλλακτικά χρηματοδοτικά εργαλεία που είναι διαθέσιμα ή βρίσκονται υπό διαμόρφωση. Θα ήθελα όμως να τονίσω ότι η Τράπεζα της Ελλάδος είναι πρόθυμη να σταθεί αρωγός σε τέτοιες πρωτοβουλίες στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της και του θεσμικού της ρόλου. Για παράδειγμα, ανέκαθεν, και ακόμη περισσότερο κατά τη διάρκεια της κρίσης, η Τράπεζα της Ελλάδος διατηρούσε άριστες σχέσεις με υπερεθνικούς οργανισμούς και διεθνείς τράπεζες, όπως η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΤΕπ) και η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης, διαθέτοντας τις υποδομές της, ανταλλάσοντας πληροφόρηση για τις εξελίξεις στον τραπεζικό κλάδο και ενθαρρύνοντας την ανάληψη χρηματοδοτικών πρωτοβουλιών. Ιδιαίτερα σημαντική είναι η συμβολή της στην ενημέρωση ενδιαφερόμενων ξένων επενδυτών και με τον τρόπο αυτό προσέλκυση επενδύσεων.

Κλείνοντας, νότα αισιοδοξίας αποτελεί η εξωστρέφεια της νέας γενιάς και η εξοικείωσή της με τις εναλλακτικές πηγές χρηματοδότησης. Σε πρόσφατη έρευνα για τη χαρτογράφηση των αναγκών των ελληνικών υφιστάμενων και υπό σύσταση «νεοφυών επιχειρήσεων» (“start-ups”) που διεξήγαγε το Υπουργείου Οικονομίας & Ανάπτυξης, oι έξι στους δέκα ερωτηθέντες δήλωσαν ότι στοχεύουν να βρουν πελάτες στη διεθνή αγορά, ενώ αναφορικά με τη χρηματοδότηση, το 50% των υπό σύσταση επιχειρήσεων σκοπεύει να την εξασφαλίσει από ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά προγράμματα και το 46,3% από ελληνικά επενδυτικά κεφάλαια και όχι από τραπεζικό δανεισμό.

Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας.

 

​​ 
Αυτό το website χρησιμοποιεί cookies για την βελτιστοποίηση της εμπειρίας σας. Μάθετε περισσότερα
Αποδέχομαι