EN

Ομιλίες

Χαιρετισμός του Υποδιοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος κου Θ. Μητράκου κατά την έναρξη της Prodexpo NORTH

29/03/2018 - Ομιλίες

ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΥΠΟΔΙΟΙΚΗΤΗ ΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
κ. Θ. ΜΗΤΡΑΚΟΥ
PRODEXPO NORTH
Macedonia Palace Hotel
29 Μαρτίου 2018

Κυρίες και κύριοι, αγαπητοί προσκεκλημένοι,

Με χαρά συμμετέχω στη σημερινή εκδήλωση, επικροτώντας την εξαιρετική ιδέα των διοργανωτών να επεκτείνουν το θεσμό της Prodexpo στη συμπρωτεύουσα. Είναι επίσης ευχάριστο το γεγονός ότι, όπως θα αναπτύξω στη συνέχεια, οι προοπτικές για την ελληνική οικονομία είναι πιο αισιόδοξες από εκείνες στις οποίες είχα αναφερθεί μερικούς μήνες νωρίτερα σε αντίστοιχη εκδήλωση στην Αθήνα. Στο διάστημα που μεσολάβησε από τότε, καταγράφηκε αξιόλογη βελτίωση σε όλα σχεδόν τα μεγέθη της οικονομίας, η αγορά ακινήτων, συμπεριλαμβανομένης φυσικά και εκείνης της Θεσσαλονίκης, φαίνεται να σταθεροποιείται, ενώ επιτεύχθηκε σημαντική πρόοδος στην αντιμετώπιση του ζητήματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Ελληνική οικονομία: Τάσεις και προοπτικές

Το 2018 βρήκε την ελληνική οικονομία σε καλύτερη θέση. Δεν μιλάμε πλέον για ενδείξεις ανάκαμψης, αλλά για θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης επί τέσσερα συνεχόμενα τρίμηνα. Είναι σημαντικό επίσης ότι η εξέλιξη αυτή διαχέεται σταδιακά σε όλο και περισσότερους κλάδους της οικονομίας και δεν βασίζεται σε τόσο μεγάλο βαθμό στην κατανάλωση όπως ίσχυε στο παρελθόν. Κινητήριες δυνάμεις της μεγέθυνσης για το δ΄ τρίμηνο του 2017 ήταν ο ακαθάριστος σχηματισμός πάγιου κεφαλαίου, η δημόσια κατανάλωση και οι εξαγωγές.

Το ΑΕΠ της χώρας κατέγραψε θετικό ρυθμό ανόδου σε όλα τα τρίμηνα το 2017, με την επίδοση του τέταρτου τριμήνου σε σύγκριση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2016 να ανέρχεται σε 1,9%. Καταλυτική επίδραση είχε η αύξηση του ακαθάριστου σχηματισμού πάγιου κεφαλαίου, δηλαδή της επενδυτικής δαπάνης, κατά 28,9% σε ετήσια βάση, και των εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών κατά 5,3%. Οι παράγοντες αυτοί εξάλλου είχαν θετική επίδραση σε όλη τη διάρκεια του έτους, με αποτέλεσμα η αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ για το σύνολο του έτους να ανέλθει σε 1,4%. Αξίζει να σημειωθεί ότι το σύνολο των εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών ως ποσοστό του ΑΕΠ αυξήθηκε μεταξύ 2009 και 2017 κατά 14 ποσοστιαίες μονάδες, λόγω της βελτίωσης της διεθνούς ανταγωνιστικότητας της χώρας, και διαμορφώνεται πλέον σε 33% του ΑΕΠ ενώ η αύξηση των εξαγωγών αγαθών υπερκέρασε την αύξηση της εξωτερικής ζήτησης για αγαθά, για τέταρτη συνεχόμενη χρονιά. Το ταξιδιωτικό ισοζύγιο το 2017 εμφάνισε πλεόνασμα 12,7 δισεκ. ευρώ, αυξημένο κατά 13,2% έναντι πλεονάσματος 11,2 δισεκ. το 2016. Προφανώς, καταλυτική επίδραση είχαν τα μεγέθη του τουρισμού, καθώς οι αφίξεις, σύμφωνα με την έρευνα συνόρων της Τράπεζας της Ελλάδος, αυξήθηκαν κατά 9,7% το 2017, φθάνοντας τα 27 εκατ. τουρίστες, ενώ οι εισπράξεις (σε σταθερές τιμές εξαιρουμένων των εσόδων από την κρουαζιέρα) ανήλθαν σε 13,4 δισεκ. ευρώ.

Η ακαθάριστη προστιθέμενη αξία της βιομηχανίας ενισχύεται επί δέκα συνεχή τρίμηνα σε ετήσια βάση, καταρρίπτοντας την αντίληψη περί περιορισμένων αναπτυξιακών δυνατοτήτων του κλάδου. Το δ΄ τρίμηνο του 2017 ο βιομηχανικός κλάδος ενισχύθηκε κατά 3% σε ετήσια βάση, ενώ για το σύνολο του 2017 η ακαθάριστη προστιθέμενη αξία της βιομηχανίας αυξήθηκε κατά 6.2% σε σταθερές τιμές.

Σημαντική στήριξη στην ανάπτυξη σε όλη τη διάρκεια του 2017 συνέχισε να προσφέρει και η ανάκαμψη της αγοράς εργασίας, η οποία βελτίωσε την οικονομική θέση των νοικοκυριών. Tο ονομαστικό διαθέσιμο εισόδημά τους εμφάνισε αύξηση το εννεάμηνο Ιανουαρίου-Σεπτεμβρίου 2017 κατά 1,0%. Η βελτίωση αυτή υποστηρίχθηκε από την αύξηση της μισθωτής απασχόλησης, με το σύνολο των αμοιβών εξαρτημένης εργασίας να αυξάνεται κατά 2,3% το εννεάμηνο Ιανουαρίου-Σεπτεμβρίου 2017 σε σύγκριση με το αντίστοιχο εννεάμηνο του 2016. Η αύξηση αυτή οφείλεται πρωτίστως στην αύξηση της μισθωτής απασχόλησης (1,8%) και δευτερευόντως στην αύξηση των αμοιβών εξαρτημένης εργασίας ανά απασχολούμενο (0,5%). Ωστόσο, το ποσοστό ανεργίας παραμένει σε πολύ υψηλό επίπεδο, αν και μειώθηκε στο 20,8% το Δεκέμβριο του 2017 από 23,4% τον αντίστοιχο μήνα του 2016.

Η θετική εικόνα του 2017 συνεχίζεται και το 2018, με βάση τα στοιχεία των πρόδρομων δεικτών. Ενδεικτικά, ο δείκτης οικονομικού κλίματος συνέχισε την ανοδική του πορεία και το α΄ τρίμηνο του 2018, παρά την ελαφρά υποχώρηση του Μαρτίου 2018. Παράλληλα, ο δείκτης υπευθύνων προμηθειών (PMI) εμφανίζει ανοδική πορεία επί εννέα συνεχείς μήνες και διαμορφώθηκε το Φεβρουάριο του 2018 σε 56,1 (το υψηλότερο επίπεδο από τον Ιούνιο του 2000). Βάσει των ανωτέρω, φαίνεται ότι ο ρυθμός ανάπτυξης για την επόμενη διετία θα διαμορφωθεί σε επίπεδο άνω του 2%.

Εξίσου σημαντικές είναι και οι θετικές επιδόσεις στο δημοσιονομικό τομέα, όπου το κλίμα πειθαρχίας που έχει εμπεδωθεί συμβάλει στην ισχυρή άνοδο των εσόδων και στον περιορισμό των δαπανών, με αποτέλεσμα την επαναλαμβανόμενη καταγραφή πρωτογενών πλεονασμάτων του προϋπολογισμού της γενικής κυβέρνησης πολύ πάνω από τους στόχους του προγράμματος. Ωστόσο, η αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους παραμένει το πιο κρίσιμο ζητούμενο που θα επηρεάσει καθοριστικά την πορεία της ελληνικής οικονομίας για τα επόμενα έτη.

Η θετική αυτή εικόνα δεν θα μπορούσε να περάσει απαρατήρητη από τη διεθνή επενδυτική κοινότητα. Ενδεικτικά να αναφέρω ότι το 2017 συνεχίστηκε η ανοδική πορεία των εισροών για ξένες άμεσες επενδύσεις, οι οποίες ανήλθαν σε 3,6 δισεκ. ευρώ, έναντι αύξησης κατά 2,8 δισεκ. ευρώ το 2016, με το ήμισυ αυτών να συνδέεται με το πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων. Επίσης, να υπενθυμίσω την ανάκτηση πρόσβασης στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές με τις εκδόσεις 5ετούς ομολόγου τον Ιούλιο του 2017, 7ετούς ομολόγου το Φεβρουάριο του 2018 και 12μηνου έντοκου γραμματίου το Μάρτιο του 2018 με σχετικώς ευνοϊκά επιτόκια και σημαντική υπερκάλυψη σε όλες τις εκδόσεις. Δεν πρέπει να παραβλέπουμε και τις αναβαθμίσεις της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας από τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης, αλλά και την άντληση κεφαλαίων από ελληνικές επιχειρήσεις μέσω έκδοσης εταιρικών ομολόγων στην Ελλάδα και το εξωτερικό με σχετικά ευνοϊκούς όρους.

Τραπεζικό σύστημα: Πρόσφατες εξελίξεις και προκλήσεις

Η σταδιακή πορεία ανάκαμψης του τραπεζικού τομέα συνεχίστηκε καθ’ όλη τη διάρκεια του 2017. Η βελτίωση των οικονομικών συνθηκών και η πρόοδος στην εφαρμογή του τρίτου Προγράμματος Οικονομικής Προσαρμογής συνέβαλαν στην εμπέδωση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας.

Αξιοσημείωτη βελτίωση παρατηρήθηκε στη ρευστότητα των ελληνικών τραπεζών, που είχε ως αποτέλεσμα τη σημαντική μείωση της προσφυγής τους σε χρηματοδότηση από το Ευρωσύστημα (περίπου στα 11 δισεκ. ευρώ με βάση τα πιο πρόσφατα στοιχεία, έναντι 23 δισεκ. το Δεκέμβριο του 2016) και από το μηχανισμό παροχής έκτακτης ενίσχυσης σε ρευστότητα (Emergency Liquidity Assistance – ELA, περίπου 15 δισεκ. ευρώ με βάση τα πιο πρόσφατα στοιχεία, έναντι 43,6 δισεκ. το Δεκέμβριο του 2016). Η μείωση αυτή οφείλεται στην πώληση ομολόγων του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΕΤΧΣ) και του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Στήριξης (ΕΜΣ) από τις ελληνικές τράπεζες στο πλαίσιο της εφαρμογής των βραχυπρόθεσμων μέτρων για την ελάφρυνση του δημόσιου χρέους, στη μείωση του υπολοίπου των δανείων εξαιτίας της διενέργειας διαγραφών και της σταδιακής απομόχλευσης, καθώς και στην αύξηση των καταθέσεων, κυρίως το δ΄ τρίμηνο του 2017. Παράλληλα, οι ελληνικές τράπεζες ανέκτησαν την πρόσβασή τους στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές με την έκδοση καλυμμένων ομολογιών, διαφοροποιώντας τις πηγές χρηματοδότησής τους. Η βελτίωση των συνθηκών ρευστότητας σε συνδυασμό με τις θετικές προοπτικές της οικονομίας συνέβαλαν ώστε τόσο ο ετήσιος ρυθμός μεταβολής όσο και οι καθαρές ροές της τραπεζικής χρηματοδότησης προς τις μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις να διαμορφωθούν το 2017, έστω και οριακά, σε θετικό έδαφος. Παρόλα αυτά η χρηματοδότηση της ελληνικής οικονομίας από το τραπεζικό σύστημα παραμένει ζητούμενο.

Το 2017 η ανθεκτικότητα του τραπεζικού τομέα ενισχύθηκε. Οι ελληνικές τράπεζες κατέγραψαν κέρδη προ φόρων σε ενοποιημένη βάση, βελτιωμένα σε σύγκριση με το 2016. Στη βελτίωση της κερδοφορίας συνέβαλαν η αύξηση των καθαρών εσόδων από μη τοκοφόρες εργασίες και η περαιτέρω συρρίκνωση του λειτουργικού κόστους. Ο σχηματισμός προβλέψεων για τον πιστωτικό κίνδυνο παρέμεινε σε υψηλό επίπεδο, απορροφώντας το μεγαλύτερο μέρος των καθαρών εσόδων. Παράλληλα, οι δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας των τραπεζών βελτιώθηκαν οριακά, καθώς μειώθηκε το σταθμισμένο ως προς τον κίνδυνο ενεργητικό στο πλαίσιο της σταδιακής απομόχλευσης στην Ελλάδα και το εξωτερικό.

Όσον αφορά τον πιστωτικό κίνδυνο, το 2017 παρατηρήθηκε σημαντική αποκλιμάκωση του αποθέματος των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων. Στο τέλος του 2017 τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα ανήλθαν σε €95,6 δισεκ., μειωμένα κατά περίπου 10% σε ετήσια βάση. Η βελτίωση αυτή ήταν αποτέλεσμα κυρίως διαγραφών δανείων (€6,5 δισεκ.) και σε μικρότερο βαθμό πωλήσεων δανείων (€2,6 δισεκ.) και αποπληρωμών στο πλαίσιο διακανονισμών/ρυθμίσεων (€2,5 δισεκ.). Αντίθετα, αρνητικά επέδρασε η καθαρή ροή νέων μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων (αύξηση κατά €1,7 δισεκ.). Μείωση εμφάνισε και το ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων στο σύνολο των ανοιγμάτων (Δεκέμβριος 2017: 43,1%, Δεκέμβριος 2016: 44,8%), ενώ επιπλέον, με βάση τις εκθέσεις προόδου που έχει δημοσιεύσει η Τράπεζα της Ελλάδος, κρίνεται ικανοποιητική η πρόοδος ως προς την επίτευξη των επιχειρησιακών στόχων που έχουν προσδιοριστεί για τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα. Θα ήθελα να τονίσω ότι το δ΄ τρίμηνο του 2017 παρατηρήθηκε σημαντική επιτάχυνση του ρυθμού μείωσης των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων, γεγονός που δείχνει ότι οι συνδυασμένες προσπάθειες της Τράπεζας της Ελλάδος, της Πολιτείας και των τραπεζών έχουν αρχίσει να αποδίδουν καρπούς. Επίσης, για πρώτη φορά το δ΄ τρίμηνο του 2017, η καθαρή ροή μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων ήταν αρνητική, δηλαδή η εξυγίανση μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων ήταν μεγαλύτερη από το σχηματισμό νέων μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων.

Μείωση του ποσοστού μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων παρατηρήθηκε στα καταναλωτικά (Δεκέμβριος 2017: 49,3%, Δεκέμβριος 2016: 54%) και στα επιχειρηματικά (Δεκέμβριος 2017: 41,8%, Δεκέμβριος 2016: 44,6%), ενώ αντίθετα αύξηση καταγράφηκε στα στεγαστικά (Δεκέμβριος 2017: 43,4%, Δεκέμβριος 2016: 41,5%).

Με αφορμή τη σημερινή εκδήλωση, θα ήθελα να αναφερθώ εκτενέστερα στις εξελίξεις στους κλάδους της διαχείρισης ακίνητης περιουσίας και των κατασκευών. Ο κλάδος διαχείρισης ακίνητης περιουσίας αντιπροσωπεύει το 4,3% του συνόλου των επιχειρηματικών ανοιγμάτων και εμφανίζει σχετικά υψηλό ποσοστό μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων στο τέλος του 2017 (54,2%, έναντι 56% το Δεκέμβριο του 2016). Ο κλάδος των κατασκευών αντιπροσωπεύει το 11,6% του συνόλου των επιχειρηματικών ανοιγμάτων και εμφανίζει σημαντική βελτίωση του ποσοστού μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων (50,1% στο τέλος του 2017 έναντι 54,8% τον Δεκέμβριο του 2016), το οποίο ωστόσο παραμένει υψηλότερο του μέσου όρου των επιχειρηματικών ανοιγμάτων. Για τους δύο αυτούς κλάδους, το ποσοστό κάλυψης των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων από συσσωρευμένες προβλέψεις (47,8% και 48,4% αντιστοίχως) υπολείπεται ελαφρά του ποσοστού κάλυψης για το σύνολο των επιχειρηματικών ανοιγμάτων (50,7%). Αντίστοιχη είναι η εικόνα όταν ληφθεί υπόψη η αξία των εξασφαλίσεων, με το συνολικό ποσοστό κάλυψης να ανέρχεται σε 95,2% για τον κλάδο διαχείρισης ακίνητης περιουσίας και 93,1% για τον κατασκευαστικό κλάδο, έναντι 97,6% για το σύνολο των επιχειρηματικών ανοιγμάτων.

Όσον αφορά τις προοπτικές του τραπεζικού τομέα, παρά την πρόοδο που έχει συντελεστεί, δεν υπάρχουν περιθώρια εφησυχασμού. Το εγχώριο χρηματοπιστωτικό σύστημα παραμένει ευάλωτο σε μακροοικονομικές και χρηματοπιστωτικές διαταραχές. Η ολοκλήρωση της πανευρωπαϊκής άσκησης προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων από την ΕΚΤ, τα αποτελέσματα της οποίας για τις τέσσερις σημαντικές ελληνικές τράπεζες θα ανακοινωθούν το Μάιο, θα προσδώσει περισσότερη διαφάνεια.

Αναμφισβήτητα, η μεγαλύτερη πρόκληση για τις ελληνικές τράπεζες παραμένει η αποτελεσματική διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων. Στο αμέσως προσεχές διάστημα οι τράπεζες πρέπει να εντείνουν τις προσπάθειές τους για την επίτευξη των επιχειρησιακών τους στόχων για τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα, οι οποίοι για τα επόμενα δύο έτη είναι φιλόδοξοι, αλλά εφικτοί. Οι τράπεζες επιβάλλεται να διευρύνουν τις λύσεις ρύθμισης που προτείνουν στους δανειολήπτες και να προχωρήσουν στη λήψη πιο δραστικών αποφάσεων, ιδίως όσον αφορά τις ενέργειες αναδιάρθρωσης βιώσιμων επιχειρήσεων, τον εντοπισμό των στρατηγικών κακοπληρωτών και την εφαρμογή οριστικής λύσης για τις μη βιώσιμες επιχειρήσεις, αξιοποιώντας το βελτιωμένο θεσμικό πλαίσιο (π.χ. ηλεκτρονικοί πλειστηριασμοί, πτωχευτικό δίκαιο, εξωδικαστικός μηχανισμός διευθέτησης οφειλών κ.λπ.).

Με δεδομένο το υψηλό απόθεμα μη εξυπηρετούμενων δανείων στην Ελλάδα, θα μπορούσε να εξεταστεί και το ενδεχόμενο μεταβίβασης μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων σε έναν ή περισσότερους φορείς διαχείρισης μη εξυπηρετούμενων δανείων (Asset Management Company – AMC) που θα μπορούσαν να δημιουργηθούν για το σκοπό αυτό. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δημοσιοποίησε πρόσφατα κατευθυντήριες οδηγίες (Blueprint) για τη μορφή και τα χαρακτηριστικά που θα μπορούσε να έχει ένας τέτοιος φορέας διαχείρισης μη εξυπηρετούμενων δανείων στο αρκετά περιοριστικό πλαίσιο του κοινοτικού δικαίου, μέσα στο οποίο οφείλουν να κινηθούν οι όποιες πρωτοβουλίες. Σε κάθε περίπτωση, αποτελεί ιδιαίτερα θετική εξέλιξη ότι το θέμα αυτό επανέρχεται στο δημόσιο διάλογο με θεσμικό τρόπο και η σχετική συζήτηση έχει ξεκινήσει. Πρόκειται για ένα δύσκολο εγχείρημα που χρήζει προσεκτικής μελέτης και σχεδιασμού, καθώς, εκτός από τις επιπτώσεις στα χρηματοοικονομικά μεγέθη των τραπεζών, θα πρέπει να ληφθούν υπόψη και ενδεχόμενες δημοσιονομικές επιπτώσεις μιας τέτοιας πρωτοβουλίας.

Αγορά ακινήτων

Η αγορά ακινήτων, ένας από τους δυναμικότερους τομείς της ελληνικής οικονομίας πριν από την έναρξη της κρίσης, δοκιμάστηκε πολύ κατά τα τελευταία 9 χρόνια. Η σωρευτική υποχώρηση των τιμών οικιστικών ακινήτων από το 2008 μέχρι και το τέλος του 2017 εκτιμάται στο 41,8%, ενώ η καταγεγραμμένη σωρευτική πτώση των τιμών γραφείων και καταστημάτων από το 2010, όταν και ξεκίνησε η αντίστοιχη καταγραφή της Τράπεζας της Ελλάδος, εκτιμάται περίπου στο 30% και προφανώς είναι ακόμα μεγαλύτερη αν προσμετρηθεί και η διόρθωση της αγοράς κατά τα πρώτα έτη της πρόσφατης χρηματοοικονομικής κρίσης. Ένα ερώτημα που μας τίθεται πολύ συχνά είναι κατά πόσον πιστεύουμε ότι πράγματι η αγορά έχει φθάσει στο κατώτατο σημείο του κύκλου της. Κατά τη διάρκεια του 2017, τόσο η αγορά κατοικίας όσο και η αγορά επαγγελματικών ακινήτων παρουσίασαν τα πρώτα θετικά δείγματα σε όλους σχεδόν τους τομείς. Οριακά σταθεροποιητικές ή και θετικές ενδείξεις είχαμε στις τιμές και στα μισθώματα, στο επενδυτικό ενδιαφέρον, ακόμη και στην κατασκευαστική δραστηριότητα, ειδικά για συγκεκριμένες κατηγορίες επαγγελματικών ακινήτων όπως είναι τα ξενοδοχεία, τα καταστήματα ή και τα βιομηχανικά κτίρια.

Παράλληλα, οι Ανώνυμες Εταιρίες Επενδύσεων σε Ακίνητη Περιουσία (ΑΕΕΑΠ) προχώρησαν σε επενδύσεις οι οποίες υπερβαίνουν τα 200 εκατ. ευρώ, ενώ νέοι ξενοδοχειακοί όμιλοι εισήλθαν στην τουριστική αγορά, όχι μόνο στα νησιά αλλά και στην Αθήνα, η οποία φαίνεται να προσελκύει πρωτόγνωρο επενδυτικό ενδιαφέρον για ακίνητα επαγγελματικής αλλά και οικιστικής χρήσης, εδικά στο πλαίσιο των βραχυχρόνιων μισθώσεων. Οι αποδόσεις των καταστημάτων και γραφείων υψηλών προδιαγραφών έχουν υποχωρήσει σημαντικά κατά τα τελευταία 3-4 έτη, και βρίσκονται πλέον σε επίπεδα 7% και 8% αντίστοιχα, ενώ εκτιμάται ότι πλέον η διαθεσιμότητα κενών χώρων υψηλών προδιαγραφών είναι μικρότερη του 5% και το επενδυτικό ενδιαφέρον συνεχώς αυξανόμενο.

Με άλλα λόγια, και απαντώντας στο αρχικό ερώτημα, έχουμε από πολλές διαφορετικές κατευθύνσεις σημαντικές ενδείξεις ότι ο καθοδικός κύκλος των τιμών στην ελληνική κτηματαγορά, που ξεκίνησε το 2009, αν δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί, σταδιακά ολοκληρώνεται. Όσο η εμπιστοσύνη στην ελληνική οικονομία αποκαθίσταται, τόσο αναμένεται να αυξάνεται η κινητικότητα στην αναζήτηση επενδυτικών ευκαιριών, σε μια αγορά που έχει υποστεί μεγάλη μείωση τιμών. Εξάλλου, τα τελευταία έτη, η ευρωπαϊκή αγορά ακινήτων έχει συνολικά εισέλθει σε έναν έντονο ανοδικό κύκλο, ο οποίος εκτιμούμε ότι θα συμπαρασύρει σταδιακά και την ελληνική αγορά, στο πλαίσιο μάλιστα και των αυξημένων τουριστικών ροών προς τη χώρα μας.

Προκειμένου να καλυφθεί η αναδυόμενη ζήτηση για νέο, υψηλών προδιαγραφών, απόθεμα, και πάντα υπό την προϋπόθεση της διατήρησης και ενίσχυσης της νέας δυναμικής που εμφανίζεται στην οικονομία, αναμένουμε ότι οι πρώτες ενδείξεις ανάκαμψης της οικοδομικής δραστηριότητας και της ανάπτυξης νέων ακινήτων, που καταγράφηκαν κατά το 2017, θα ενισχυθούν το 2018. Η ελληνική αγορά ακινήτων, παρουσιάζοντας σημαντικά ανταγωνιστικές αποδόσεις σε σχέση με τις περισσότερες χώρες της ΕΕ, αλλά και πραγματικές ευκαιρίες, θα αρχίσει σύντομα να διαδραματίζει πιο ενεργό ρόλο στη συνολική ανάπτυξη της οικονομίας της χώρας.

Παρά την όποια βραχυπρόθεσμη αρνητική επίδραση στις τιμές των ακινήτων υποδεέστερων χαρακτηριστικών από τη ρευστοποίηση εξασφαλίσεων, στην προσπάθεια διαχείρισης των μη εξυπηρετούμενων δανείων από τις τράπεζες, εκτιμάται ότι, μεσοπρόθεσμα, η κινητοποίηση της αγοράς θα ενισχύσει τη ζήτηση για ακίνητα υψηλών προδιαγραφών και επενδυτικών χαρακτηριστικών, συμπαρασύροντας τελικώς ανοδικά τη ζήτηση σε όλο και ευρύτερο φάσμα της ελληνικής κτηματαγοράς. Εξάλλου, οι τράπεζες, έχοντας πλέον χαρτογραφήσει τα χαρτοφυλάκιά τους, φαίνεται να ξεκινούν τις ρευστοποιήσεις εξασφαλίσεων με ακίνητα μεγάλης αξίας, επαγγελματικά κυρίως, για τα οποία υπάρχει αγοραστικό ενδιαφέρον, επιλέγοντας μάλιστα να διακρατήσουν σημαντικά ακίνητα σε περίπτωση μη ικανοποιητικών τιμών στους πλειστηριασμούς.

Ειδικά τώρα για την αγορά ακινήτων της Θεσσαλονίκης, όπως εμείς στην Τράπεζα της Ελλάδος την «διαβάζουμε» μέσα από τους δείκτες που δημοσιεύουμε αλλά και με την καταγραφή των εξελίξεων στους τομείς των ιδιωτικών και δημόσιων επενδύσεων, διακρίνουμε σταδιακά τα πρώτα σημάδια σταθεροποίησης. Στον κλάδο των οικιστικών ακινήτων, για το σύνολο του 2017 καταγράφηκε μέσος ρυθμός μείωσης των τιμών της τάξεως του 1,4%, σημαντικά χαμηλότερος από εκείνους των προηγούμενων ετών. Κατά το τελευταίο μάλιστα τρίμηνο του 2017 καταγράφηκε θετικός ρυθμός μεταβολής (1,2%) σε σχέση με το αμέσως προηγούμενο τρίμηνο, ο οποίος είναι και ο υψηλότερος από την έναρξη της κρίσης. Στον κλάδο των επαγγελματικών ακινήτων, ειδικά στα μισθώματα γραφειακών χώρων υψηλών προδιαγραφών, όπου για το σύνολο του 2016 καταγράφηκαν οριακά θετικοί ρυθμοί (0,2%), κατά το α΄ εξάμηνο του 2017 σημειώθηκε αύξηση της τάξεως του 1,1% σε σχέση με το αμέσως προηγούμενο εξάμηνο. Στον κλάδο ωστόσο των καταστημάτων, για τις μισθωτικές αξίες η διόρθωση συνεχίστηκε και κατά το α΄ εξάμηνο του 2017, ενώ μικτές τάσεις αποτυπώθηκαν στους δείκτες τιμών γραφείων και καταστημάτων που δημοσιεύει η Τράπεζα της Ελλάδος, για την αντίστοιχη περίοδο, με ρυθμούς μεταβολής όμως που κυμαίνονται κοντά στο μηδέν.

Η αγορά της Θεσσαλονίκης εκτιμούμε ότι έχει σημαντικές προοπτικές να αναπτύξει επενδυτική δυναμική και σε χρήσεις πέρα από τον τουρισμό. Η επιτυχής εξέλιξη της διαδικασίας ιδιωτικοποίησης του ΟΛΘ, σε συνδυασμό με την επέκταση και τον εκσυγχρονισμό του διεθνούς αεροδρομίου «Μακεδονία», η εξέλιξη του έργου της κατασκευής του Μετρό, αλλά και η ιδιωτικοποίηση της ΤΡΑΙΝΟΣΕ – και η επέκταση των δραστηριοτήτων που αυτή συνεπάγεται – εκτιμάται ότι θα αναδείξουν μεσοπρόθεσμα τη Θεσσαλονίκη σε σημαντικό μεταφορικό και επιχειρηματικό κόμβο, με άμεση θετική επίδραση στην αγορά – ειδικά των επαγγελματικών – ακινήτων της ευρύτερης περιοχής. Η κομβική θέση της πόλης, σε συνδυασμό με το ενισχυμένο δίκτυο υποδομών και μεταφορών, αναμένεται να δώσει κατ’ αρχάς νέα ώθηση στην αγορά αποθηκών - logistics, αλλά τελικά και σε χρήσεις σε όλο το φάσμα της αγοράς, με θετικές επιδράσειςς στην ευρύτερη τοπική οικονομία.

Κλείνοντας, για άλλη μια φορά θα ήθελα να επισημάνω την ανάγκη για την επιτάχυνση του προγράμματος αξιοποίησης της ακίνητης περιουσίας του Δημοσίου, αρχής γενομένης με την επένδυση στο Ελληνικό, η εκκίνηση της οποίας φαίνεται να είναι πλέον κοντά. Παράλληλα, υπάρχει η ανάγκη για τη θέσπιση ενός πλαισίου και μέτρων στήριξης της ζήτησης, που σχετίζονται με τον εξορθολογισμό της φορολογίας επί των ακινήτων, την απλοποίηση των διαδικασιών αδειοδοτήσεων, αλλά και τη διαθεσιμότητα ανοικτών δημόσιων δεδομένων προς τους ενδιαφερόμενους επενδυτές. Η Ελλάδα οφείλει να κινηθεί προς ένα πλαίσιο φιλικότερο και ασφαλέστερο προς τον επενδυτή και να αξιοποιήσει προς όφελος της κοινωνίας και του πολίτη τα αμέτρητα συγκριτικά πλεονεκτήματά της, πάντοτε μέσω διαδικασιών και κανόνων προστασίας του φυσικού της πλούτου. Το ήδη διαφαινόμενο επενδυτικό ενδιαφέρον, αν και στοχευμένο προς το παρόν, θεωρούμε ότι σηματοδοτεί την έναρξη μιας νέας περιόδου για την ελληνική αγορά ακινήτων, μιας περιόδου ευκαιριών, προοπτικών και δυναμικής, η οποία θα στηθεί σε περισσότερο σταθερές βάσεις, έχοντας πλέον αποκομίσει σημαντικά διδάγματα από το παρελθόν.

Επόμενα βήματα – Προκλήσεις

Είναι προφανές από τα ανωτέρω ότι όλες οι ενδείξεις μάς κάνουν πιο αισιόδοξους για το μέλλον. Ιδίως δε όταν έχει επισήμως ανοίξει και η συζήτηση για τον προσδιορισμό συγκεκριμένων μεσοπρόθεσμων μέτρων στην κατεύθυνση της αναδιάρθρωσης του χρέους και της διασύνδεσης των αποπληρωμών του με το ρυθμό ανάπτυξης της οικονομίας.

Οι θετικές αυτές εξελίξεις δεν πρέπει ωστόσο να οδηγήσουν σε χαλάρωση της μεταρρυθμιστικής προσπάθειας. Πρέπει να συνεχίσουμε την εφαρμογή μεταρρυθμίσεων που δεν θα θέτουν σε κίνδυνο τα δημοσιονομικά επιτεύγματα, θα βελτιώνουν το επενδυτικό κλίμα και θα διαβεβαιώνουν ότι δεν θα διολισθήσουμε σε λανθασμένες πρακτικές του παρελθόντος. Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να πάει χαμένη η μεγάλη προσπάθεια που κατέβαλε ο ελληνικός λαός σε όλη τη διάρκεια των προγραμμάτων προσαρμογής.

Καθώς η οικονομική δραστηριότητα βρίσκεται ήδη σε τροχιά ανάκαμψης, είναι απαραίτητο να επικεντρωθεί πλέον η μεταρρυθμιστική προσπάθεια στον περιορισμό της γραφειοκρατίας, της πολυνομίας και της υποστελέχωσης στον τομέα της δικαιοσύνης, παράγοντες που δημιουργούν δικονομικές καθυστερήσεις και προφανώς προσκόμματα στην επίτευξη των στόχων της οικονομικής πολιτικής όπως η ολοκλήρωση αποκρατικοποιήσεων και επενδύσεων που έχουν δρομολογηθεί.

Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να κινηθούμε γρήγορα στην κατεύθυνση της διευθέτησης των ελάχιστων πλέον προαπαιτούμενων για το κλείσιμο της τελευταίας αξιολόγησης του προγράμματος, ώστε, σε συνδυασμό με την αναδιάρθρωση του χρέους, να διευκολυνθεί η αυτοδύναμη έξοδος από τα προγράμματα στήριξης. Εξάλλου, η διευθέτηση του χρέους κατά τρόπο που να διασφαλίζεται η μακροχρόνια βιωσιμότητά του θα ενισχύσει την επενδυτική εμπιστοσύνη και θα επιτρέψει την πρόσβαση του Ελληνικού Δημοσίου στις διεθνείς κεφαλαιαγορές με συνεχώς καλύτερους όρους χρηματοδότησης. Ιδίως δε όταν το εξωτερικό περιβάλλον εμφανίζεται ως ιδιαίτερα ευμετάβλητο εξαιτίας γεωπολιτικών εντάσεων και ανησυχίας για αύξηση του προστατευτισμού διεθνώς.

Κυρίες και κύριοι,

Το 2018 αποτελεί έτος-σταθμό για την ελληνική οικονομία. Ισχυρά σημάδια ανάκαμψης είναι ήδη ορατά και επιτρέπουν στη χώρα να εισέλθει σε σταθερή περίοδο δυναμικής οικονομικής ανάπτυξης. Η μακροπρόθεσμη τάση και προοπτική του τουρισμού δημιουργεί πολλές ευκαιρίες για επενδύσεις σε τουριστικές εγκαταστάσεις και υποδομές. Η στρατηγική θέση της χώρας την καθιστά μοναδική εμπορευματική και ενεργειακή πύλη για όλη την Ευρώπη. Τα συγκριτικά της πλεονεκτήματα παρέχουν ευοίωνες προοπτικές για επενδύσεις και επιχειρηματικές συνεργασίες σε πολλούς τομείς, όπως είναι η ενέργεια, η γεωργία και τα ποιοτικά τρόφιμα, οι μεταφορές και η αποθήκευση, η πληροφορική και οι νέες τεχνολογίες. Στα ανταγωνιστικά της πλεονεκτήματα συγκαταλέγεται και το υψηλού επιπέδου ανθρώπινο δυναμικό της.

Η επίτευξη διατηρήσιμων ρυθμών οικονομικής ανάπτυξης προϋποθέτει τη μείωση της φορολογίας καθώς και τη διευκόλυνση των επενδύσεων και της εξαγωγικής δραστηριότητας σε τομείς, οι οποίοι καινοτομούν και παράγουν διεθνώς ανταγωνιστικά εμπορεύσιμα αγαθά και υπηρεσίες, με υψηλή προστιθέμενη αξία και πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα για το σύνολο της οικονομίας. Γίνεται αντιληπτό ότι η αποτελεσματική διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων θα συμβάλει σημαντικά στην προσπάθεια αυτή, με την απελευθέρωση πόρων για τη χρηματοδότηση της υγιούς επιχειρηματικότητας και τη στροφή της ελληνικής οικονομίας προς καινοτόμους και εξαγωγικούς κλάδους. Οι αναγκαίες αναδιαρθρώσεις πρέπει να βρίσκονται σε αρμονία με μία ολοκληρωμένη αναπτυξιακή στρατηγική, ενώ η συνολική διευθέτηση των οφειλών με δίκαιο, αποτελεσματικό και κοινωνικά ευαίσθητο τρόπο μπορεί να αποβεί επωφελής για όλους τους εμπλεκομένους, ενισχύοντας επιπλέον την κοινωνική συνοχή.

Κυρίες και κύριοι, έχουμε όλοι ευθύνη να ολοκληρώσουμε επιτυχώς τις αναληφθείσες δεσμεύσεις και να πορευτούμε στη νέα εποχή αποβάλλοντας οριστικά τις συνήθειες του παρελθόντος που συνέβαλαν στη δημιουργία των γνωστών ανισορροπιών που με θυσίες μπορέσαμε να διορθώσουμε. Πρέπει να κατανοήσουμε ότι αυτό το κάνουμε πρωτίστως για τη γενιά των παιδιών μας που τόσο αδικήσαμε. Για να δοθεί μεγαλύτερη δυνατότητα στους ασκούντες την οικονομική και κοινωνική πολιτική να στρέψουν το ενδιαφέρον τους στην ελάφρυνση των βαρών, αρχικά για τις ασθενέστερες τάξεις και σταδιακά και για τους υπόλοιπους πολίτες, ώστε τα οφέλη της μακροχρόνιας προσαρμογής και της εν δυνάμει βιώσιμης ανάπτυξης να γίνουν αντιληπτά το συντομότερο δυνατόν από το σύνολο του πληθυσμού. Η όλη προσπάθεια είναι βέβαιο ότι απαιτεί κοινωνικές συγκλίσεις, οι οποίες, μετά από τα τόσο πλούσια διδάγματα και το τεράστιο οικονομικό και κοινωνικό κόστος της τρέχουσας κρίσης, είναι σήμερα κατά τη γνώμη μου εφικτές.

Ευχαριστώ πολύ.

​​ 
Αυτό το website χρησιμοποιεί cookies για την βελτιστοποίηση της εμπειρίας σας. Μάθετε περισσότερα
Αποδέχομαι