Ομιλίες

  • Κοινοποίηση:

Ομιλία του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννη Στουρνάρα στο 30ό Government Roundtable του Economist, με θέμα «Η παγκόσμια οικονομία το 2026 και μετέπειτα – Η χρηματοδότηση της Ευρώπης και το μέλλον της Ελλάδος»

10/07/2026 - Ομιλίες

Θέλω να ευχαριστήσω τον Economist για την ευγενική του πρόσκληση. Με μεγάλη μου χαρά συμμετέχω σε αυτό το πάνελ μαζί με τον Αντιπρόεδρο της ΕΚΤ, Boris Vujčić, και τον Διευθύνοντα Σύμβουλο της Εθνικής Τράπεζας, Παύλο Μυλωνά.

Η συμφωνία μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν είχε οδηγήσει σε απροσδόκητη μείωση των τιμών της ενέργειας κοντά στα επίπεδα που επικρατούσαν πριν από τον πόλεμο. Οι εξελίξεις αυτές, εάν διατηρηθούν, μπορούν να οδηγήσουν σε υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης και χαμηλότερο πληθωρισμό σε σύγκριση με προηγούμενες προβλέψεις. Είναι ενδεικτικό ότι ο ετήσιος πληθωρισμός στη ζώνη του ευρώ μειώθηκε πέραν των προσδοκιών στο 2,8% τον Ιούνιο του 2026, από 3,2% τον Μάιο. Όμως, οι εχθροπραξίες μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν άρχισαν πάλι και οδήγησαν σε νέες πιέσεις στην τιμή του πετρελαίου. Ουδείς μπορεί πραγματικά να προβλέψει τι θα συμβεί μετά. Αυτές οι εξελίξεις δείχνουν πόσο αβέβαιη και ασταθής παραμένει η κατάσταση στη Μέση Ανατολή, και, συνεπώς, οι τιμές της ενέργειας. Αυτό δείχνει και την αβεβαιότητα όσον αφορά τις εξελίξεις στο μέτωπο του πληθωρισμού, και συνεπώς, τις προκλήσεις που έχει να αντιμετωπίσει η νομισματική πολιτική.

Θα ήθελα να επικεντρωθώ στις πρόσφατες εξελίξεις στον ελληνικό τραπεζικό τομέα. Όλοι γνωρίζετε την εντυπωσιακή πορεία ανάκαμψης των ελληνικών τραπεζών. Για την ακρίβεια, ο τραπεζικός τομέας της χώρας σήμερα δεν έχει καμία ομοιότητα με εκείνον της περασμένης δεκαετίας.

Θα σας δώσω εν συντομία ορισμένα στοιχεία που είναι ενδεικτικά της σημαντικής βελτίωσης των οικονομικών δεικτών τους:

  • Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία (Μάρτιος 2026), ο μέσος δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας (CAR) των ελληνικών τραπεζών είναι περίπου 20%. Οι τράπεζες διαθέτουν μεγάλα αποθέματα ασφαλείας και η επανέναρξη της καταβολής μερισμάτων πέρυσι σηματοδότησε την επάνοδο στην κανονικότητα.
  • Ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ) για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα έχει μειωθεί σε επίπεδα πλησίον του μέσου όρου της ΕΕ και επί του παρόντος ανέρχεται στο 3,4%.
  • Οι τράπεζες καταγράφουν διψήφιους δείκτες αποδοτικότητας ιδίων κεφαλαίων. Αυτό οφείλεται στην εξυγίανση του δανειακού χαρτοφυλακίου τους, την επέκταση της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας, τη διαφοροποίηση των πηγών εσόδων τους και τα μέτρα περιορισμού του κόστους τους.
  • Όλες οι ελληνικές σημαντικές τράπεζες βρίσκονται στην επενδυτική κατηγορία και διαθέτουν άφθονη ρευστότητα. Για παράδειγμα, ο δείκτης κάλυψης ρευστότητας (LCR) είναι περίπου 190%, πολύ πάνω από την ελάχιστη εποπτική απαίτηση (100%).
  • Τα υπολειπόμενα προβλήματα των λιγότερο σημαντικών ιδρυμάτων (ΛΣΙ) έχουν επίσης αντιμετωπιστεί, ιδίως μετά τη συγχώνευση και την ανακεφαλαιοποίηση των δύο μεγαλύτερων εξ αυτών.

Ο τραπεζικός τομέας σήμερα είναι σαφώς σε θέση να εκπληρώσει – και πράγματι εκπληρώνει – τον διαμεσολαβητικό του ρόλο στην οικονομία. Πέρα από την ευρωστία του τραπεζικού τομέα, η έντονη πιστωτική επέκταση των τελευταίων ετών αποδίδεται στις ευνοϊκές οικονομικές συνθήκες, καθώς και στον Μηχανισμό Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF) και σε άλλους διαρθρωτικούς πόρους της ΕΕ.

Ειδικότερα, η Ελλάδα έχει την υψηλότερη συνολική κατανομή κονδυλίων του RRF ως ποσοστό του ΑΕΠ σε ολόκληρη την ΕΕ, γεγονός που καθιστά τον RRF βασικό μοχλό της αναπτυξιακής δυναμικής της χώρας. Πέραν των δημόσιων έργων, το δανειακό σκέλος του RRF έχει κινητοποιήσει με επιτυχία πόρους από εγχώριες εμπορικές τράπεζες και διεθνείς οργανισμούς, προσελκύοντας σημαντικά μεγαλύτερο όγκο ιδιωτικών επενδύσεων.

  • Έως το τέλος Μαΐου, τα συμβασιοποιημένα δάνεια του RRF είχαν φθάσει τα €13,2 δισεκ., ενώ όλα τα ορόσημα για τις εναπομένουσες αιτήσεις πληρωμής είχαν ολοκληρωθεί επιτυχώς.
  • Επιπλέον, έχουν εκπληρωθεί περισσότερα από 200 ορόσημα και στόχοι, που καλύπτουν αναβαθμίσεις στην υγειονομική περίθαλψη, το δικαστικό σύστημα, την ψηφιοποίηση των κυβερνητικών υπηρεσιών και τη μεταρρύθμιση της φορολογικής διοίκησης.

Η Ελλάδα παρουσιάζει σχετικά καλές επιδόσεις όσον αφορά την έγκριση αιτημάτων πληρωμής και την εκταμίευση πόρων. Έχοντας επιτύχει ποσοστό εκταμίευσης περίπου 68,5%, κατατάσσεται μεταξύ των κορυφαίων δικαιούχων στην ΕΕ.

Ωστόσο, το κρίσιμο ερώτημα είναι τι θα συμβεί μετά την ολοκλήρωση του RRF. Ο Μηχανισμός δεν θα πρέπει να θεωρείται ως προσωρινή τόνωση της ζήτησης, αλλά ως γέφυρα προς μια πιο παραγωγική, καινοτόμο και ανθεκτική οικονομία. Αυτό καθιστά απολύτως αναγκαία την έγκαιρη ολοκλήρωση των εναπομενόντων οροσήμων – και, εξίσου σημαντικό, την πλήρη απορρόφηση του δανειακού προγράμματος. Οι επενδύσεις που έχουν ήδη ξεκινήσει θα συνεχίσουν να υλοποιούνται και μετά το 2026, αλλά ο μακροπρόθεσμος αντίκτυπός τους θα εξαρτηθεί από το αν θα προσελκύσουν ιδιωτικά κεφάλαια, θα αυξήσουν την παραγωγικότητα και θα επεκτείνουν την παραγωγική ικανότητα της οικονομίας.

Για την Ελλάδα, η λήξη του RRF το 2026 δεν θα πρέπει να εκληφθεί ως απότομη απόσυρση της στήριξης των επενδύσεων. Η επίσημη προθεσμία για την υπογραφή των συμβάσεων και την ολοκλήρωση των οροσήμων δεν συμπίπτει με το χρονοδιάγραμμα της πραγματοποίησης των επενδυτικών δαπανών. Συγκεκριμένα, τα ιδιωτικά έργα που χρηματοδοτούνται από τον RRF έχουν πολυετείς ορίζοντες υλοποίησης, ενώ οι εκταμιεύσεις δανείων προς τους τελικούς δικαιούχους θα συνεχιστούν έως το 2029. Τα έργα που χρηματοδοτούνται μέσω επιχορηγήσεων και βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη θα στηρίξουν επίσης τη δραστηριότητα και πέραν του 2026. Επιπλέον, οι πόροι από την πολιτική συνοχής, το Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο της ΕΕ (ΠΔΠ 2028-34), το οποίο βρίσκεται υπό διαπραγμάτευση, το εθνικό Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων, την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων και τις ιδιωτικές επενδύσεις, εγχώριες και ξένες, θα λειτουργήσουν συμπληρωματικά, στηρίζοντας τη συνέχιση της επενδυτικής δραστηριότητας. Ως εκ τούτου, αν και η ισχυρή ώθηση του RRF θα μετριαστεί σταδιακά, η Ελλάδα αναμένεται να βιώσει μια ομαλή μετάβαση και όχι μια απότομη διακοπή των επενδύσεων – υπό την προϋπόθεση ότι θα απορροφηθούν πλήρως τα υπόλοιπα κονδύλια και ότι θα συνεχιστούν οι μεταρρυθμίσεις που προσελκύουν και κινητοποιούν ιδιωτικά κεφάλαια.

Αυτή η πρόκληση δεν αφορά αποκλειστικά την Ελλάδα. Η παγκόσμια οικονομία έχει εισέλθει σε μια περίοδο που χαρακτηρίζεται από γεωπολιτικές συγκρούσεις, εμπορικό προστατευτισμό, ασθενέστερη μεσοπρόθεσμη ανάπτυξη, υψηλότερο πληθωρισμό και εξαιρετικά μεγάλες επενδυτικές ανάγκες στους τομείς της άμυνας, της ενεργειακής ασφάλειας, της πράσινης μετάβασης και των ψηφιακών τεχνολογιών. Η Ευρώπη δεν μπορεί να χρηματοδοτήσει τις προτεραιότητες αυτές μόνο μέσω των εθνικών προϋπολογισμών. Πρέπει να κινητοποιήσει το σημαντικό απόθεμα ιδιωτικών αποταμιεύσεων που διαθέτει και να τις διοχετεύσει σε παραγωγικές επενδύσεις. Αυτό απαιτεί ταχύτερη πρόοδο όσον αφορά την Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων, βάθυνση και περαιτέρω ενοποίηση των κεφαλαιαγορών και ολοκλήρωση της Τραπεζικής Ένωσης, συμπεριλαμβανομένου ενός κοινού συστήματος ασφάλισης των καταθέσεων. Ταυτόχρονα, τα αμιγώς ευρωπαϊκά δημόσια αγαθά ενδεχομένως θα χρειαστούν έναν μηχανισμό στοχευμένης κοινής χρηματοδότησης, που θα διέπεται από σαφείς κανόνες και αξιόπιστες ρυθμίσεις χρηματοδότησης.

Η Ελλάδα είναι πλέον καλύτερα προετοιμασμένη από ό,τι στο παρελθόν. Η δημοσιονομική αξιοπιστία έχει αποκατασταθεί, το δημόσιο χρέος βρίσκεται σε σταθερή πτωτική πορεία, ο τραπεζικός τομέας είναι υγιής και η πρόσβαση στις διεθνείς κεφαλαιαγορές έχει αποκατασταθεί. Ωστόσο, ο τραπεζικός δανεισμός από μόνος του δεν επαρκεί. Η Ελλάδα πρέπει να διευρύνει το χρηματοδοτικό οικοσύστημα μέσω των αγορών εταιρικών ομολόγων και μετοχών, των θεσμικών επενδυτών, των επιχειρηματικών κεφαλαίων και των συμπράξεων δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, ενισχύοντας παράλληλα τον χρηματοοικονομικό αλφαβητισμό και ενθαρρύνοντας τη μακροπρόθεσμη αποταμίευση των νοικοκυριών. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό διότι η δημογραφική γήρανση, οι κλιματικοί κίνδυνοι και οι ταχείες τεχνολογικές αλλαγές θα επηρεάσουν αρνητικά τη δυνητική ανάπτυξη, εκτός εάν οι επενδύσεις συνδυαστούν με καλύτερη εκπαίδευση, δεξιότητες, έρευνα και καινοτομία.

Εν τέλει, στόχος είναι η μετατροπή της προσωρινής ευρωπαϊκής στήριξης σε μόνιμες ικανότητες σε εθνικό επίπεδο: ισχυρότερους θεσμούς, πιο παραγωγικές επιχειρήσεις, βελτιωμένες δεξιότητες, περισσότερη καινοτομία και μεγαλύτερη εξαγωγική ικανότητα. Η Ελλάδα διαθέτει τους πόρους και την ευκαιρία να συνεχίσει τη σύγκλιση με την ΕΕ. Ωστόσο, η επιτυχία θα εξαρτηθεί από τη διατήρηση της πολιτικής σταθερότητας, τη συνέπεια της δημοσιονομικής, μακροοικονομικής και χρηματοπιστωτικής πολιτικής, τη συνέχιση των μεταρρυθμίσεων και την ικανότητα κινητοποίησης εγχώριων και ευρωπαϊκών κεφαλαίων για επενδύσεις με τις υψηλότερες οικονομικές και κοινωνικές αποδόσεις.

​​ 

Εικόνες

Αυτό το website χρησιμοποιεί cookies για την βελτιστοποίηση της εμπειρίας σας. Μάθετε περισσότερα
Αποδέχομαι