EN

Ομιλίες

Χαιρετισμός του Υποδιοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος κου Θεόδωρου Μητράκου στο Συνέδριο Τραπεζικού και Ασφαλιστικού Δικαίου στο Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο

13/12/2019 - Ομιλίες

                                                                Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο

Κυρίες και κύριοι,

Με χαρά συμμετέχω στη σημερινή εκδήλωση, που έχει στόχο να συνεισφέρει στην ενημέρωση γύρω από τις θεσμικές εξελίξεις και προκλήσεις σε ζητήματα τραπεζικού και ασφαλιστικού δικαίου.

Τα γεγονότα του 2007 και 2008, τα οποία οδήγησαν στο ξέσπασμα της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης, αποτέλεσαν θρυαλλίδα αλλαγών στο κανονιστικό πλαίσιο για το χρηματοπιστωτικό τομέα και την οικονομική διακυβέρνηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) με τη δημιουργία νέων εποπτικών οργάνων και μηχανισμών διαχείρισης κρίσεων.

Πράγματι, τα θεσμικά όργανα της ΕΕ και οι κυβερνήσεις των κρατών-μελών, αντλώντας διδάγματα από την παγκόσμια οικονομική κρίση και την κρίση δημόσιου χρέους στη ζώνη του ευρώ, υιοθέτησαν σημαντικές θεσμικές μεταρρυθμίσεις με στόχο τη βελτίωση της οικονομικής διακυβέρνησης στην ΕΕ και ιδιαίτερα στη ζώνη του ευρώ. Οι μεταρρυθμίσεις αυτές κινήθηκαν προς τρεις κατευθύνσεις:

• την άμεση αντιμετώπιση κρίσεων με τη δημιουργία προσωρινού και, στη συνέχεια, μόνιμου μηχανισμού στήριξης για κράτη-μέλη της ζώνης του ευρώ, του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (European Stability Mechanism-ESM),
• την ενίσχυση της δημοσιονομικής εποπτείας και την υιοθέτηση νέων κανόνων για την πρόληψη και διόρθωση των μακροοικονομικών ανισορροπιών, καθώς και τον καλύτερο συντονισμό των μακροοικονομικών, δημοσιονομικών και διαρθρωτικών πολιτικών με την εισαγωγή του θεσμού του «Ευρωπαϊκού Εξαμήνου», και
• τη δημιουργία τραπεζικής ένωσης και ένωσης κεφαλαιαγορών – η διαδικασία ολοκλήρωσης των οποίων είναι σε εξέλιξη - με πυλώνες, όσον αφορά την τραπεζική ένωση, τον Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό (Single Supervisory Mechanism – SSM) για τα πιστωτικά ιδρύματα στη ζώνη του ευρώ υπό την ευθύνη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), τον Ενιαίο Μηχανισμό Εξυγίανσης (Single Resolution Mechanism-SRM) και το Ευρωπαϊκό Σύστημα Ασφάλισης Καταθέσεων (European Deposit Insurance Scheme – EDIS).

Ειδικότερα, ο Ενιαίος Εποπτικός Μηχανισμός είναι το σύστημα κοινής τραπεζικής εποπτείας όλων των συστημικών τραπεζών στην ευρωζώνη, με σκοπό τη διαφύλαξη της σταθερότητας και της ευρωστίας του τραπεζικού τομέα. Ο Ενιαίος Μηχανισμός Εξυγίανσης έχει ως σκοπό τη διασφάλιση της αποτελεσματικής εξυγίανσης των τραπεζών υπό πτώχευση, ελαχιστοποιώντας το κόστος για τους φορολογούμενους και για την πραγματική οικονομία. Ο τρίτος πυλώνας της τραπεζικής ένωσης, το Ευρωπαϊκό Σύστημα Ασφάλισης Καταθέσεων, δυστυχώς δεν έχει θεσπιστεί ακόμη. Θα επανέλθω σε αυτό το θέμα στη συνέχεια της ομιλίας μου, γιατί το θεωρώ πολύ σημαντικό.

Επιπλέον, όσον αφορά το χρηματοπιστωτικό τομέα, που υπέστη σημαντικές πιέσεις κατά τη διάρκεια της κρίσης, ιδρύθηκε το Ευρωπαϊκό Σύστημα Χρηματοπιστωτικής Εποπτείας (European System of Financial Supervision – ESFS), ένα πολυεπίπεδο σύστημα αρχών μικροπροληπτικής και μακροπροληπτικής εποπτείας που έχει ως βασικό στόχο τη διασφάλιση κοινής, συνεπούς και κατάλληλης χρηματοπιστωτικής εποπτείας σε ολόκληρη την ΕΕ. Το Ευρωπαϊκό Σύστημα Χρηματοπιστωτικής Εποπτείας αποτελείται από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου (European Systemic Risk Board-ESRB), τις τρεις ευρωπαϊκές εποπτικές αρχές – δηλαδή την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (European Banking Authority-EBA), την Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών (European Securities and Markets Authority-ESMA) και την Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων (European Insurance and Occupational Pensions Authority-EIOPA) – και τις εθνικές εποπτικές αρχές. Επιπροσθέτως, για τις χώρες της ζώνης του ευρώ έχουμε τον Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό που αποτελείται από την ΕΚΤ και τις εθνικές εποπτικές αρχές των εν λόγω χωρών.

Όπως ήταν φυσικό, η σύσταση των προηγούμενων οργάνων και μηχανισμών συνοδεύτηκε από την έκδοση πληθώρας Κανονισμών και Οδηγιών με στόχο τη διασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, με έμφαση στις κεφαλαιακές απαιτήσεις των τραπεζών και στη θέσπιση μακροπροληπτικών εργαλείων (αντικυκλικό κεφαλαιακό απόθεμα ασφαλείας, απόθεμα ασφαλείας συστημικού κινδύνου, απόθεμα ασφαλείας των λοιπών συστημικά σημαντικών πιστωτικών ιδρυμάτων κ.ά.). αλλά και στην αντιμετώπιση της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας.
Όσον αφορά τον τομέα της ιδιωτικής ασφάλισης, είχαμε την υιοθέτηση του θεσμικού πλαισίου «Φερεγγυότητα ΙΙ» με τους τρεις θεμελιώδεις πυλώνες: ποσοτικές απαιτήσεις, ποιοτικές απαιτήσεις και απαιτήσεις πληροφόρησης. Η αγορά ιδιωτικής ασφάλισης λειτουργεί πλέον με βάση ένα κοινό και συνεκτικό ευρωπαϊκό πλαίσιο εποπτείας, με σαφή κινδυνοκεντρικό προσανατολισμό (risk-based). Έχουν εισαχθεί αυστηροί κανόνες εταιρικής διακυβέρνησης και έχουν πλέον ενσωματωθεί στη λειτουργική δομή των ασφαλιστικών επιχειρήσεων βασικές και διακριτές μεταξύ τους λειτουργίες όπως είναι ο εσωτερικός έλεγχος, η διαχείριση κινδύνων, η κανονιστική συμμόρφωση και φυσικά η αναλογιστική λειτουργία. Με στόχο την ενίσχυση της διαφάνειας, οι επιχειρήσεις οφείλουν επίσης να δημοσιοποιούν, με ευθύνη του διοικητικού συμβουλίου τους, στοιχεία αναφορικά με τη φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική τους κατάσταση.
Ανάλογα βήματα έχουν γίνει και για την προστασία των καταναλωτών ασφαλιστικών προϊόντων, όπως για παράδειγμα, με την εισαγωγή του Εντύπου Βασικών Πληροφοριών, γνωστού ως KID. Αυτό εισήχθη ουσιαστικά με τον Κανονισμό για τα «Προϊόντα Συνδεδεμένα με Επένδυση» (Packaged Retail and Insurance-based Investment Products-PRIIPs), παρουσιάζοντας με εύληπτο και συνοπτικό τρόπο, τα βασικά χαρακτηριστικά του επενδυτικού ασφαλιστικού προϊόντος, και επιπλέον, μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μέσο για τη σύγκριση των πιθανών αποδόσεων αλλά και των κινδύνων του προϊόντος αυτού σε σχέση με εναλλακτικά επενδυτικά προϊόντα.

Οι πιο πρόσφατες εξελίξεις αφορούν την ενσωμάτωση στο ελληνικό δίκαιο της Οδηγίας 2016/97/ΕΕ για τη διανομή των ασφαλιστικών προϊόντων, γνωστή ως IDD. Η σχετική Οδηγία περιγράφει τα απαιτούμενα βήματα από το σχεδιασμό ενός προϊόντος μέχρι τη διανομή του στους καταναλωτές. Θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η πληροφόρηση και το επίπεδο κατανόησης των εν δυνάμει πελατών για το προϊόν, καθώς και σενάρια που θα ενσωματώνουν μεταξύ άλλων τον κίνδυνο να αποβεί το προϊόν επιζήμιο για τους πελάτες. Επίσης, η ευθύνη της επιχείρησης συνεχίζεται και μετά τη διάθεση του προϊόντος, με την υποχρέωσή της να εντοπίζει πιθανούς κινδύνους, να λαμβάνει σχετική ενημέρωση από τους ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές, να ελέγχει τη συμμόρφωση των τελευταίων και να δίνει οδηγίες και, φυσικά, να λαμβάνει όλα τα κατάλληλα μέτρα, όταν αυτό απαιτείται.

Είναι προφανές ότι το τραπεζικό και ασφαλιστικό δίκαιο, δεν θα μπορούσε να μείνει ανεπηρέαστο από όλες αυτές τις αλλαγές, αλλά και τις νέες προκλήσεις που συνεχώς ανακύπτουν. Για παράδειγμα, ο ψηφιακός μετασχηματισμός επιφέρει δραστικές αλλαγές τόσο στο σχεδιασμό και την προώθηση τραπεζικών, επενδυτικών και ασφαλιστικών προϊόντων όσο και στα επιχειρηματικά μοντέλα των χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων, εγκυμονώντας ωστόσο και κινδύνους με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα την προστασία των προσωπικών δεδομένων. Επίσης, η δυναμική του μη τραπεζικού χρηματοπιστωτικού τομέα, το μέγεθος του οποίου αποτελεί περίπου το 40% του συνολικού μεγέθους του χρηματοπιστωτικού τομέα της ΕΕ, και φυσικά οι νομικές προκλήσεις από το Brexit είναι βέβαιο ότι θα απαιτήσουν νέες προσαρμογές στο υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο. Εξαιρετικά σημαντικές είναι και οι προκλήσεις που προκύπτουν για το χρηματοπιστωτικό και ασφαλιστικό κλάδο από την κλιματική αλλαγή.

Κυρίες και κύριοι,

Οι προηγούμενες προκλήσεις, τα διδάγματα από την περίοδο της κρίσης, αλλά και η πρόσφατη επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας στην ευρωζώνη καταδεικνύουν την ανάγκη περαιτέρω εμβάθυνσης της ευρωπαϊκής ενοποίησης, με βάση τις θεμελιώδεις αρχές του σεβασμού προς τον άνθρωπο και της αλληλεγγύης. Παρά την πρόοδο που έχει επιτευχθεί στην εναρμόνιση των εποπτικών κανόνων σε Ευρωπαϊκό επίπεδο, παραμένουν ακόμα ορισμένες εθνικές επιλογές και διακριτικές ευχέρειες, οι οποίες σε συνδυασμό με γενικότερες αποκλίσεις στην οικονομική πολιτική δημιουργούν προσκόμματα στην πορεία προς την ενοποίηση. Είναι προφανές ότι η εμβάθυνση αυτή, πέρα από τις πολιτικές διεργασίες, θα απαιτήσει και τη συνδρομή της νομικής επιστήμης.

Όσον αφορά τον χρηματοπιστωτικό τομέα, η ολοκλήρωση και των τριών πυλώνων της τραπεζικής ένωσης, θα συμβάλει σε έναν πιο διαφανή, ασφαλή και ενοποιημένο ευρωπαϊκό τραπεζικό τομέα, ενισχύοντας την ικανότητα των αρχών της ευρωζώνης να παρεμβαίνουν αποφασιστικά σε μελλοντικές κρίσεις. Η μεγαλύτερη πρόκληση στην κατεύθυνση αυτή είναι η ολοκλήρωση του τρίτου πυλώνα της τραπεζικής ένωσης, του Ευρωπαϊκού Συστήματος Ασφάλισης Καταθέσεων (EDIS). Η εμπειρία της πρόσφατης χρηματοπιστωτικής κρίσης καταδεικνύει ότι η προστασία των καταθετών μέσω ενός κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασφάλισης καταθέσεων συνιστά κεφαλαιώδες βήμα, καθώς η αμοιβαιοποίηση των κινδύνων θα αποκαταστήσει τις χρηματοοικονομικές ροές μεταξύ των κρατών-μελών, ενισχύοντας τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα στο σύνολο της ζώνης του ευρώ. Είναι ευχάριστο ότι η συζήτηση για το Ευρωπαϊκό Σύστημα Ασφάλισης Καταθέσεων, που είχε τελματώσει, έχει ξανανοίξει, με χώρες όπως η Γερμανία, όπου μέχρι πρότινος εκφράζονταν έντονες διαφωνίες, να εμφανίζονται πιο διαλλακτικές υπό προϋποθέσεις σε μία τέτοια εξέλιξη.
Τα οφέλη από μία ολοκληρωμένη τραπεζική ένωση θα ήταν ακόμη μεγαλύτερα με τη δημιουργία μιας πραγματικής Ένωσης Κεφαλαιαγορών, η οποία θα διευκόλυνε την πρόσβαση των επιχειρήσεων (ιδίως των μικρομεσαίων και των νεοφυών) στις αγορές κεφαλαίων, αλλά και την ενίσχυση των διασυνοριακών επενδύσεων. Εξάλλου, οι επενδύσεις αποτελούν βασική συνιστώσα της ανάπτυξης, με θετικές επιδράσεις στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Με αυτό τον τρόπο θα ενισχυθούν οι ενδοευρωπαϊκές χρηματοοικονομικές ροές και θα προωθηθεί ο επιμερισμός κινδύνων του ιδιωτικού τομέα στην ΕΕ.

Σημαντική συμβολή για την πορεία προς την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση θα έχει και η δρομολογούμενη μετεξέλιξη του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας σε ένα πλήρως ανεπτυγμένο Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο, που θα ενεργεί ως δανειστής έσχατης ανάγκης για τα κράτη-μέλη.

Τέλος, η δημιουργία ενός κεντρικού μηχανισμού δημοσιονομικής σταθεροποίησης θα μπορούσε να προσφέρει πιο αποτελεσματική προστασία απέναντι σε ασύμμετρες διαταραχές που προκαλούνται από περιφερειακές αναταράξεις με απώτερο σκοπό τη δημιουργία μιας δημοσιονομικής ένωσης και την περαιτέρω εμβάθυνση της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Στην ίδια κατεύθυνση θα μπορούσε να συμβάλει και η σταδιακή εναρμόνιση της άμεσης φορολογίας, η εναρμόνιση της πτωχευτικής διαδικασίας καθώς και η έκδοση ενός ευρωπαϊκού ασφαλούς τίτλου που θα μπορούσε να ενισχύσει τους ισολογισμούς των τραπεζών και το διεθνή ρόλο του ευρώ.

Γίνεται πλέον φανερό ότι ο ρόλος της δημοσιονομικής πολιτικής σε μια ενδεχόμενη νέα κρίση μπορεί να αποδειχθεί πολύ σημαντικός. Συμπληρώνοντας τη νομισματική πολιτική, η δημοσιονομική πολιτική θα μπορούσε, ενισχύοντας τη ζήτηση και τις επενδύσεις, να επιταχύνει σημαντικά την οικονομική δραστηριότητα. Το περιβάλλον των χαμηλών ή και ακόμη και αρνητικών επιτοκίων βοηθά σημαντικά να προωθηθούν επενδυτικά σχέδια με υψηλή κοινωνική, περιβαλλοντική και οικονομική απόδοση, με το ελάχιστο δυνατό κόστος.

Ολοκληρώνοντας το χαιρετισμό μου, θα ήθελα να τονίσω ότι η Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία, μεταξύ άλλων, ασκεί την εποπτεία στα πιστωτικά ιδρύματα στο πλαίσιο του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού, στις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, καθώς και στα ιδρύματα του χρηματοπιστωτικού τομέα που βρίσκονται υπό εκκαθάριση, συμμετείχε και θα συμμετέχει στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της σε όλες τις ζυμώσεις σχετικά με τις αναγκαίες θεσμικές παρεμβάσεις για τη διατήρηση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας τόσο στην Ελλάδα όσο και στην ΕΕ.

Είναι προφανές από τα παραπάνω ότι σε ζητήματα ρύθμισης του χρηματοπιστωτικού συστήματος η συμβολή της νομικής επιστήμης είναι και θα παραμείνει καταλυτική. Έχει ενδιαφέρον να συζητηθεί στο σημερινό συνέδριο κατά πόσο το νομικό πλαίσιο, όπως έχει διαμορφωθεί, ανταποκρίνεται στις σύγχρονες απαιτήσεις του χρηματοπιστωτικού τομέα και ποιες πιθανές προσαρμογές θα μπορούσαν να δρομολογηθούν στο μέλλον, δεδομένων των νέων προκλήσεων που ανακύπτουν συνεχώς. Η διαχείριση του υψηλού αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων αποτελεί τη σημαντικότερη πρόκληση που αντιμετωπίζει ο τραπεζικός τομέας στην Ελλάδα, με το σχετικό νομοθετικό πλαίσιο να είναι βαρύνουσας σημασίας για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και για την αποκατάσταση του διαμεσολαβητικού ρόλου των τραπεζών.

Εύχομαι καλή επιτυχία στο συνέδριό σας.

​​ 
Αυτό το website χρησιμοποιεί cookies για την βελτιστοποίηση της εμπειρίας σας. Μάθετε περισσότερα
Αποδέχομαι