EN

Ομιλίες

Νομισματική Πολιτική κατά το 1999

07/12/1999 - Ομιλίες

Νομισματική Πολιτική κατά το 1999

Ομιλία του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος

κ. Λουκά Παπαδήμου

στη Διαρκή Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων

της Βουλής των Ελλήνων

7 Δεκεμβρίου 1999

Κυρίες και Κύριοι Βουλευτές,

1. Εισαγωγή

  1. Έχω την τιμή να σας παρουσιάσω την Ενδιάμεση Έκθεση για τη Νομισματική Πολιτική την οποία η Τράπεζα της Ελλάδος υπέβαλε στη Βουλή των Ελλήνων στις 22 Νοεμβρίου 1999 σύμφωνα με το Νόμο 2548/1997 και το Καταστατικό της Τράπεζας της Ελλάδος. Η Έκθεση αυτή είναι συμπληρωματική της Ετήσιας Έκθεσης, η οποία υποβλήθηκε το Μάρτιο του 1999 και στην οποία προσδιορίστηκαν λεπτομερώς οι στόχοι και το πλαίσιο άσκησης της νομισματικής πολιτικής για το τρέχον έτος.

  2. Στην εισαγωγική μου ομιλία θα αναφερθώ πρώτα στους βασικούς στόχους, τα κύρια χαρακτηριστικά και τα αποτελέσματα της νομισματικής πολιτικής που ασκήθηκε στην περίοδο Ιανουαρίου – Οκτωβρίου 1999. Στη συνέχεια θα επικεντρωθώ στις προοπτικές του πληθωρισμού και στις κατευθύνσεις της νομισματικής πολιτικής στο μέλλον.

2. Στόχοι, χαρακτηριστικά και αποτελέσματα της νομισματικής πολιτικής.

  1. Όπως είναι γνωστό, πρωταρχικός σκοπός της ασκούμενης νομισματικής πολιτικής είναι η επίτευξη και διασφάλιση της σταθερότητας των τιμών και η ικανοποίηση του σχετικού με τον πληθωρισμό κριτηρίου σύγκλισης που προβλέπει η Συνθήκη του Μάαστριχτ, ώστε να ενταχθεί η Ελλάδα στη ζώνη του ευρώ τον Ιανουάριο του 2001.

  2. Η νομισματική πολιτική κατά το τρέχον έτος χαρακτηρίζεται από ενίσχυση της αντιπληθωριστικής κατεύθυνσής της, όπως προκύπτει από την άνοδο των πραγματικών επιτοκίων και της πραγματικής ισοτιμίας της δραχμής, καθώς και από τα πρόσθετα μέτρα για τη συγκράτηση της πιστωτικής επέκτασης. Η ενίσχυση αυτή κρίθηκε αναγκαία προκειμένου να επιτευχθεί ο πρωταρχικός σκοπός της νομισματικής πολιτικής, αφού ελήφθησαν υπόψη η διατήρηση του πυρήνα του πληθωρισμού σε υψηλό επίπεδο στις αρχές του έτους, η ταχεία άνοδος των τραπεζικών πιστώσεων, καθώς και οι πιέσεις στον πληθωρισμό από εξωγενείς παράγοντες, όπως η αύξηση της τιμής του πετρελαίου.

  3. Ο κύριος ενδιάμεσος στόχος της νομισματικής πολιτικής είναι η διατήρηση της σταθερότητας της συναλλαγματικής ισοτιμίας της δραχμής έναντι του ευρώ. Επειδή όμως η νομισματική πολιτική έχει δώσει προτεραιότητα στην επίτευξη του στόχου για τον πληθωρισμό, η δραχμή έχει παραμείνει ανατιμημένη σε σχέση με την κεντρική της ισοτιμία έναντι του ευρώ, στο πλαίσιο της συμμετοχής της στο Μηχανισμό Συναλλαγματικών Ισοτιμιών ΙΙ (ΜΣΙ ΙΙ). Στο δεκάμηνο Ιανουαρίου-Οκτωβρίου 1999, η ισοτιμία της έναντι του ευρώ ήταν υψηλότερη κατά 6,5-9% από την κεντρική ισοτιμία. Σε σχέση με την ισοτιμία της στο τέλος του 1998, η δραχμή ήταν ανατιμημένη μέχρι και 1,5 εκατοστιαία μονάδα στο μεγαλύτερο μέρος του δεκαμήνου Ιανουαρίου-Οκτωβρίου 1999. Συνεπώς, με δεδομένη τη διαφορά πληθωρισμού μεταξύ της Ελλάδος και των χωρών της ζώνης του ευρώ, η δραχμή ανατιμήθηκε και σε πραγματικούς όρους.

  4. Η εξέλιξη των επιτοκίων στη διατραπεζική αγορά χρήματος επίσης υπογραμμίζει τον αντιπληθωριστικό χαρακτήρα της νομισματικής πολιτικής. Τα επιτόκια αυτά παρέμειναν σταθερά στο 10% περίπου από τα μέσα Φεβρουαρίου 1999. Η σταθερότητα των ονομαστικών επιτοκίων, σε συνδυασμό με την υποχώρηση του πληθωρισμού, οδήγησε σε αύξηση των πραγματικών επιτοκίων.

  5. Η Τράπεζα χρησιμοποιεί και διάφορους άλλους δείκτες που παρέχουν πληροφόρηση σχετικά με τις προοπτικές του πληθωρισμού, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται ο ευρύτερος δείκτης ρευστότητας Μ4Ν και το σύνολο των πιστώσεων προς το δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα. Ο δωδεκάμηνος ρυθμός ανόδου του Μ4Ν παρουσίασε σημαντική επιβράδυνση, στο 6,9% το Σεπτέμβριο και στο 5,3% τον Οκτώβριο του 1999 από 9,8% το Δεκέμβριο του 1998, και διαμορφώθηκε κάτω από την ενδεικτική πρόβλεψη (7-9%), η οποία θεωρείται συνεπής με την επιδιωκόμενη μείωση του πληθωρισμού και την εκτιμώμενη αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ. Η συνολική πιστωτική επέκταση διατηρήθηκε περίπου σταθερή (10,1% το Σεπτέμβριο του 1999 έναντι 9,9% το Δεκέμβριο του 1998), σε επίπεδο λίγο υψηλότερο από την πρόβλεψη (7-9%). Η εξέλιξη αυτή αντανακλά την επιτάχυνση της πιστωτικής επέκτασης προς το δημόσιο τομέα (Σεπτέμβριος 1999: 8,4%, Δεκέμβριος 1998: 7,6%), ενώ η πιστωτική επέκταση προς τον ιδιωτικό τομέα επιβραδύνθηκε (Σεπτέμβριος 1999: 14%, Δεκέμβριος 1998: 15%), αν και ορισμένες κατηγορίες πιστώσεων αυξήθηκαν με πολύ υψηλούς ρυθμούς.

Κυρίες και Κύριοι Βουλευτές,

  1. Η συνεπής άσκηση αντιπληθωριστικής νομισματικής πολιτικής συνέβαλε ουσιαστικά στη μείωση του πληθωρισμού και στην αποδυνάμωση των πληθωριστικών προσδοκιών σε περίοδο ταχείας αύξησης του εθνικού προϊόντος. Ο ρυθμός ανόδου του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή (ΔΤΚ) μειώθηκε σε 2,2% τον Οκτώβριο του 1999 από 3,9% το Δεκέμβριο του 1998. Ο “πυρήνας” του πληθωρισμού (όπως μετρείται με βάση την εξέλιξη του ΔΤΚ χωρίς νωπά οπωροκηπευτικά και καύσιμα) μειώθηκε περισσότερο, κατά 3 εκατοστιαίες μονάδες, στο 1,9% τον Οκτώβριο του 1999. Στην υποχώρηση του πληθωρισμού συνέβαλαν επίσης η αισθητή επιβράδυνση του ρυθμού ανόδου του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος στο σύνολο της οικονομίας, ο περιορισμός του δημόσιου ελλείμματος ως ποσοστού του ΑΕΠ και τα ειδικά αντιπληθωριστικά κυβερνητικά μέτρα, όπως η μείωση ορισμένων έμμεσων φόρων και η συγκράτηση των τιμών των υπηρεσιών των δημόσιων επιχειρήσεων και οργανισμών (ΔΕΚΟ).

Όπως ανακοινώθηκε σήμερα, ο πληθωρισμός τον Νοέμβριο αυξήθηκε στο 2,6%, εξέλιξη που οφείλεται σχεδόν αποκλειστικά στην άνοδο των τιμών των καυσίμων, ενώ ο πυρήνας του πληθωρισμού έμεινε ουσιαστικά αμετάβλητος και διαμορφώθηκε στο 2%.

  1. Η νομισματική πολιτική ασκήθηκε με αποτελεσματικότητα κατά το 1999, αν και αντιμετώπισε σειρά προβλημάτων, τα οποία δυσχέραναν την επίτευξη του σκοπού της. Συγκεκριμένα: Πρώτον, η αναγκαία διατήρηση των εγχώριων επιτοκίων σε υψηλά επίπεδα και η ενίσχυση της εμπιστοσύνης των αγορών στην προοπτική ένταξης της Ελλάδος στη ζώνη του ευρώ οδήγησαν σε σημαντικές εισροές κεφαλαίων από το εξωτερικό, ιδίως για αγορά τίτλων του Δημοσίου, και στη δημιουργία αυξημένης ρευστότητας στην αγορά χρήματος. Η Τράπεζα της Ελλάδος απορρόφησε τη ρευστότητα αυτή με παρεμβάσεις της, οι οποίες ανήρχοντο κατά μέσο όρο σε 1,8 τρισεκ. δρχ. ημερησίως, προκειμένου να αποτρέψει πτώση των επιτοκίων και χαλάρωση των νομισματικών συνθηκών. Δεύτερον, ο ρυθμός αύξησης ορισμένων κατηγοριών δανείων, ιδιαίτερα των καταναλωτικών, που επηρεάζουν την εξέλιξη της ζήτησης και του πληθωρισμού, παρέμεινε σε πολύ υψηλό επίπεδο. Τρίτον, οι διεθνείς τιμές του αργού πετρελαίου, οι οποίες προσδιορίζουν κατά κύριο λόγο τις τιμές των καυσίμων στην εγχώρια αγορά, υπερδιπλασιάστηκαν μεταξύ τέλους Δεκεμβρίου του 1998 και τέλους Οκτωβρίου του 1999. Τέταρτον, η σημαντική άνοδος της συναλλαγματικής ισοτιμίας του δολαρίου ΗΠΑ έναντι του ευρώ επηρέασε αυξητικά το κόστος των εισαγωγών, καθώς μεγάλο μέρος τους τιμολογείται σε δολάρια.

  2. Οι εξελίξεις αυτές οδήγησαν την Τράπεζα της Ελλάδος να διατηρήσει αμετάβλητα τα βασικά επιτόκια παρέμβασης από τα μέσα Ιανουαρίου μέχρι περίπου τα μέσα Οκτωβρίου του 1999 –οπότε τα βασικά επιτόκια μειώθηκαν κατά μισή εκατοστιαία μονάδα- και να λάβει συμπληρωματικά μέτρα, προσωρινού χαρακτήρα, τον Απρίλιο και τον Ιούλιο του 1999 για τη συγκράτηση της πιστωτικής επέκτασης.

  3. Συμπερασματικά, η νομισματική πολιτική που ασκήθηκε επέτυχε τους βασικούς της στόχους. Ο πληθωρισμός, υποχώρησε στο 2% περίπου ήδη από τον Ιούνιο και παρέμεινε σε αυτό το επίπεδο μέχρι και τον Οκτώβριο. Με βάση τον Εναρμονισμένο Δείκτη Τιμών Καταναλωτή (ΕνΔΤΚ), ο πληθωρισμός διαμορφώθηκε σε επίπεδο χαμηλότερο του 2% την ίδια περίοδο. Επίσης, η δραχμή διατηρήθηκε ισχυρή στο πλαίσιο του ΜΣΙ ΙΙ. Επιπλέον, ο ρυθμός ανόδου του ευρύτερου δείκτη ρευστότητας Μ4Ν επιβραδύνθηκε και η πιστωτική επέκταση συγκρατήθηκε σε ρυθμό λίγο υψηλότερο από το προβλεπόμενο όριο.

3. Κατεύθυνση της νομισματικής πολιτικής και προοπτικές του πληθωρισμού.

  1. Η νομισματική πολιτική θα διατηρήσει την αντιπληθωριστική της κατεύθυνση τους επόμενους μήνες. Ειδικότερα, η πολιτική των επιτοκίων και της συναλλαγματικής ισοτιμίας θα ασκηθεί με ιδιαίτερη προσοχή και βασικό γνώμονα τη διασφάλιση της σταθερότητας των τιμών και την ικανοποίηση του σχετικού κριτηρίου σύγκλισης

  2. Η αίτηση για τη συμμετοχή της χώρας μας στο τελικό στάδιο της ΟΝΕ θα υποβληθεί, όπως έχει δηλωθεί από την κυβέρνηση, το Μάρτιο του 2000, ενώ η αξιολόγηση της ικανοποίησης των προϋποθέσεων για συμμετοχή αναμένεται ότι θα ολοκληρωθεί τον Ιούνιο. Επομένως, εκτιμάται ότι η περίοδος αναφοράς για την αξιολόγηση της σύγκλισης της ελληνικής οικονομίας ως προς τη σταθερότητα των τιμών θα είναι το δωδεκάμηνο Απριλίου 1999-Μαρτίου 2000. Συγκεκριμένα, θα ληφθεί υπόψη η άνοδος του μέσου επιπέδου του Εναρμονισμένου Δείκτη Τιμών Καταναλωτή (ΕνΔΤΚ) στο εν λόγω δωδεκάμηνο σε σύγκριση με το προηγούμενο.

  3. Σύμφωνα με τις πιο πρόσφατες προβλέψεις, ο μέσος ετήσιος πληθωρισμός στη ζώνη του ευρώ, όπως μετρείται βάσει του ΕνΔΤΚ, αναμένεται να διαμορφωθεί σε 1,0-1,2% το 1999 και 1,3-1,6% το 2000. Για τις τρεις χώρες της ζώνης του ευρώ με τις καλύτερες επιδόσεις ως προς τη σταθερότητα των τιμών, ο αριθμητικός μέσος όρος του μέσου πληθωρισμού στο δωδεκάμηνο που έληξε τον Οκτώβριο ήταν 0,4%, ενώ στο δωδεκάμηνο που λήγει το Μάρτιο του 2000 προβλέπεται ότι θα φθάσει ή και θα υπερβεί το 0,6%.

  4. Στην Ελλάδα, οι προοπτικές για την ικανοποίηση του σχετικού με τον πληθωρισμό κριτηρίου στην ίδια δωδεκάμηνη περίοδο αναφοράς είναι ευνοϊκές, καθώς προβλέπεται ότι, με βάση τον ΕνΔΤΚ, το μέσο επίπεδο του πληθωρισμού θα είναι πολύ κοντά στο 2%. Η πρόβλεψη αυτή λαμβάνει υπόψη τις αντιπληθωριστικές επιπτώσεις της νομισματικής και οικονομικής πολιτικής, καθώς και το δυσμενές αποτέλεσμα της αύξησης της διεθνούς τιμής του αργού πετρελαίου και την εξάλειψη των ευνοϊκών επιδράσεων των ειδικών μέτρων που είχαν ληφθεί τους τελευταίους μήνες του 1998 και τον Ιανουάριο του 1999.

  5. Ασφαλώς, υπάρχουν πάντοτε στοιχεία αβεβαιότητας, όπως η εξέλιξη της τιμής του αργού πετρελαίου στην παγκόσμια αγορά, η τυχόν συνέχιση της ανατίμησης του δολαρίου έναντι του ευρώ (άρα και έναντι της δραχμής), η οποία μπορεί να επηρεάσει τις δραχμικές τιμές των εισαγόμενων προϊόντων, και η εξέλιξη των τιμών των νωπών οπωροκηπευτικών.

  6. Όπως τονίστηκε και στην Ετήσια Έκθεση, που υποβλήθηκε το Μάρτιο του 1999, ο στόχος για σταθερότητα των τιμών δεν αφορά μόνο το διάστημα μέχρι το Μάρτιο του 2000. Η σταθερότητα των τιμών πρέπει να διατηρηθεί για ολόκληρο το 2000 και ιδιαίτερα κατά την περίοδο που θα ακολουθήσει, όταν η ελληνική οικονομία θα βρεθεί σε έντονα ανταγωνιστικό περιβάλλον, ενώ τα διαθέσιμα μέσα της οικονομικής πολιτικής θα έχουν περιοριστεί.

  7. Ειδικότερα το 2000, στην επίτευξη του στόχου για τον πληθωρισμό θα συμβάλουν η με χρονική υστέρηση εκδηλούμενη επίδραση της αυστηρής νομισματικής πολιτικής που ακολουθείται, η προβλεπόμενη περαιτέρω μείωση του ελλείμματος της γενικής κυβέρνησης ως ποσοστού του ΑΕΠ, καθώς και η αναμενόμενη μικρή επιβράδυνση του ρυθμού ανόδου του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος στο σύνολο της οικονομίας.

  8. Πρέπει όμως να υπογραμμιστεί ότι η βαθμιαία σύγκλιση των επιτοκίων προς τα επίπεδα της ζώνης του ευρώ και η προσαρμογή της συναλλαγματικής ισοτιμίας της δραχμής προς την ισοτιμία μετατροπής της δραχμής σε ευρώ, ενόψει της συμμετοχής της Ελλάδος στο τελικό στάδιο της ΟΝΕ, θα οδηγήσουν σε σταδιακή χαλάρωση των νομισματικών συνθηκών.

  9. Κατά συνέπεια, η διασφάλιση της σταθερότητας των τιμών το 2000 απαιτεί άσκηση συνεπούς πολιτικής από τις οικονομικές και νομισματικές αρχές, καθώς και συνεχή προσπάθεια από τους κοινωνικούς εταίρους. Η σταδιακή εδραίωση, τα τελευταία χρόνια, της κοινωνικής συναίνεσης ως προς το στόχο αυτό διαφαίνεται από συγκεκριμένα παραδείγματα θετικής συμπεριφοράς των κοινωνικών εταίρων. Παρά τις αποκλίσεις που επίσης έχουν παρατηρηθεί, φαίνεται ότι οι κοινωνικοί εταίροι τείνουν να εξοικειωθούν με το νέο περιβάλλον χαμηλού πληθωρισμού. Ενόψει της ένταξης στην ΟΝΕ, είναι επιβεβλημένο η τιμολογιακή πολιτική που θα ακολουθηθεί και οι μισθολογικές συμφωνίες που θα συναφθούν να είναι συμβατές με το νέο περιβάλλον σταθερότητας, δηλαδή με πληθωρισμό που δεν θα υπερβαίνει το 2%.

  10. Παράλληλα, λόγω των αντικειμενικών περιορισμών στην άσκηση της νομισματικής πολιτικής το 2000, πρέπει να διασφαλιστεί ο αντιπληθωριστικός χαρακτήρας της δημοσιονομικής πολιτικής και να επιταχυνθούν οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις. Ειδικότερα, η δημοσιονομική πολιτική πρέπει να εμμείνει αυστηρά στους στόχους που τίθενται στον προϋπολογισμό που κατατέθηκε στη Βουλή. Επίσης, η περαιτέρω απελευθέρωση των αγορών και η ενίσχυση της ευελιξίας τους θα συμβάλουν στη βελτίωση της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας σε μονιμότερη βάση, και, επομένως, στην επιτάχυνση του ρυθμού ανόδου του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος χωρίς να διακυβεύεται η σταθερότητα των τιμών.

 

​​ 
Αυτό το website χρησιμοποιεί cookies για την βελτιστοποίηση της εμπειρίας σας. Μάθετε περισσότερα
Αποδέχομαι