EN

Δελτία Τύπου

Η Ενδιάμεση Έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος για τη νομισματική πολιτική 2003

16/10/2003 - Δελτία Τύπου

Υποβλήθηκε σήμερα στη Βουλή των Ελλήνων και το Υπουργικό Συμβούλιο η Ενδιάμεση Έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος για τη Νομισματική Πολιτική 2003, όπως προβλέπεται στο Καταστατικό της Τράπεζας. Την Έκθεση παρέδωσε στον Πρόεδρο της Βουλής κ. Απόστολο Κακλαμάνη ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος κ. Νικόλαος X. Γκαργκάνας. Η Έκθεση εξετάζει και αξιολογεί τις οικονομικές εξελίξεις στη ζώνη του ευρώ και την Ελλάδα κατά το τρέχον έτος, το τρίτο μετά την πλήρη ένταξη της χώρας μας στην ΟΝΕ και, επομένως, την εφαρμογή της ενιαίας νομισματικής πολιτικής του Ευρωσυστήματος.

Στην Έκθεση αρχικά εξετάζονται οι οικονομικές και νομισματικές εξελίξεις στη ζώνη του ευρώ, καθώς και το διεθνές οικονομικό περιβάλλον, δεδομένου ότι τα στοιχεία αυτά αποτελούν τη βάση για την κατανόηση των αποφάσεων νομισματικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας στη διάρκεια του 2003, οι οποίες επηρεάζουν άμεσα την ελληνική οικονομία. Η ανάκαμψη της παγκόσμιας οικονομίας ήταν βραδεία το πρώτο εξάμηνο του έτους, ενώ υπάρχουν ενδείξεις ότι ο ρυθμός ανάπτυξης επιταχύνεται το δεύτερο εξάμηνο. Στη ζώνη του ευρώ, η οικονομική δραστηριότητα παρέμεινε ιδιαίτερα υποτονική το πρώτο εξάμηνο. Το δεύτερο εξάμηνο εκτιμάται ότι θα υπάρξει σταδιακή ανάκαμψη. Ωστόσο, οι προβλέψεις για το ρυθμό ανόδου του ΑΕΠ έχουν αναθεωρηθεί προς τα κάτω, και για ολόκληρο το 2003 προβλέπεται ότι στη ζώνη του ευρώ ο ρυθμός αυτός θα διαμορφωθεί γύρω στο 0,5%, ενώ ο μέσος πληθωρισμός θα είναι γύρω στο 2%.  Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, λαμβάνοντας υπόψη τη σταδιακή υποχώρηση των πληθωριστικών πιέσεων και το χαμηλό ρυθμό ανόδου της οικονομικής δραστηριότητας, χαλάρωσε περαιτέρω τη νομισματική της πολιτική, μειώνοντας τα βασικά επιτόκιά της δύο φορές, κατά 75 μονάδες βάσης συνολικά, στη διάρκεια του πρώτου εξαμήνου.

Στη συνέχεια, στην Έκθεση αναλύονται οι εξελίξεις στην ελληνική οικονομία.

Ειδικότερα, ο πληθωρισμός στην Ελλάδα επιβραδύνθηκε στη διάρκεια του έτους, ενώ άρχισε να μειώνεται η απόκλισή του από τον πληθωρισμό στη ζώνη του ευρώ ως σύνολο. Η υποχώρηση του πυρήνα του πληθωρισμού ήταν ακόμη μεγαλύτερη και αντανακλά τόσο την επίδραση της ανατίμησης του ευρώ όσο και την επιβράδυνση του ρυθμού ανόδου του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος στον επιχειρηματικό τομέα σε επίπεδο κάτω του 2%. Τους πρώτους οκτώ μήνες του 2003, οι ευνοϊκές επιδράσεις της υποχώρησης του πυρήνα του πληθωρισμού και της βραδύτερης αύξησης των τιμών των νωπών οπωροκηπευτικών αντισταθμίστηκαν από τη δυσμενή επίδραση της αύξησης των τιμών των καυσίμων.

Όπως  εκτιμάται από την Τράπεζα της Ελλάδος, ο ετήσιος ρυθμός ανόδου τόσο του Εναρμονισμένου Δείκτη Τιμών Καταναλωτή (ΕνΔΤΚ)  όσο και του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή (ΔΤΚ) θα υποχωρήσει περαιτέρω  στο 3,2% περίπου το τελευταίο τρίμηνο του 2003 (έναντι 3,8% για τον ΕνΔΤΚ και 3,6% για τον ΔΤΚ το τελευταίο τρίμηνο του 2002). Για ολόκληρο το 2003 η μέση ετήσια αύξηση τόσο του ΕνΔΤΚ όσο και του ΔΤΚ εκτιμάται ότι θα είναι περίπου 3,5%, δηλαδή κατά τι μικρότερη από ό,τι  το 2002 (όταν ο ΕνΔΤΚ είχε διαμορφωθεί στο 3,9% και ο ΔΤΚ στο 3,6%).

Το γεγονός ότι, παρά την υποχώρηση του πυρήνα, ο πληθωρισμός στην Ελλάδα παραμένει σχετικά υψηλός οφείλεται κατ' αρχάς στις μη ικανοποιητικές  συνθήκες ανταγωνισμού σε ορισμένες αγορές οι οποίες δεν λειτουργούν αποτελεσματικά. Στις αγορές αυτές, η υπερβάλλουσα ζήτηση οδηγεί σε αυξήσεις τιμών μεγαλύτερες από ό,τι θα δικαιολογούσε η εξέλιξη των παραγόντων κόστους, με αποτέλεσμα να διευρύνονται τα περιθώρια λειτουργικού κέρδους σε ορισμένους κλάδους, όπως παρατηρείται το τρέχον έτος. Επίσης, ο ρυθμός ανόδου του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος στο σύνολο της οικονομίας επιβραδύνθηκε μεν, αλλά εξακολουθεί να υπερβαίνει το επίπεδο που είναι κατ’ αρχήν συμβατό με τη σταθερότητα των τιμών (δηλαδή με πληθωρισμό κατώτερο αλλά πλησίον του 2%).

Γενικότερα, η απόκλιση του πληθωρισμού στην Ελλάδα από τον πληθωρισμό στη ζώνη του ευρώ ως σύνολο συνδέεται με τη διαδικασία πραγματικής σύγκλισης της οικονομίας, με τη διαφορετική φάση του οικονομικού κύκλου στην οποία βρίσκεται η ελληνική οικονομία σε σχέση με τη ζώνη του ευρώ, με την υστέρηση της ελληνικής οικονομίας έναντι της ευρωπαϊκής όσον αφορά την αποτελεσματική λειτουργία των αγορών αγαθών και υπηρεσιών, καθώς και με άλλους λόγους που καταγράφονται αναλυτικά στην Έκθεση.

Το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν της Ελλάδος εκτιμάται ότι θα αυξηθεί εφέτος κατά 4% (έναντι περίπου 0,5% στη ζώνη του ευρώ), με αποτέλεσμα να σημειωθεί περαιτέρω πρόοδος ως προς την πραγματική σύγκλιση. Επίσης, η απασχόληση αυξάνεται εφέτος ταχύτερα από ό,τι το 2002 και το ποσοστό ανεργίας εξακολουθεί να υποχωρεί.

Ο ετήσιος ρυθμός ανόδου της συνολικής χρηματοδότησης της οικονομίας από τα Νομισματικά Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα (ΝΧΙ -- δηλαδή τις τράπεζες και τα αμοιβαία κεφάλαια διαθεσίμων) επιβραδύνθηκε σε 5,1% τον Αύγουστο του 2003, από 7,1% το  τελευταίο τρίμηνο του 2002. Συγκεκριμένα, παρατηρήθηκε μεγάλη μείωση  της χρηματοδότησης της γενικής κυβέρνησης από τα ΝΧΙ (Αύγουστος 2003: -13,4%, τέταρτο τρίμηνο 2002: -5,2%), αλλά οι αυξημένες δανειακές ανάγκες της γενικής κυβέρνησης καλύφθηκαν με εισροές κεφαλαίων από το εξωτερικό, καθώς και από την αύξηση της διακράτησης τίτλων του Δημοσίου από τον εγχώριο ιδιωτικό τομέα (ιδιώτες και μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις). Αντίθετα, ο ρυθμός ανόδου των δανείων προς τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά διατηρήθηκε σε υψηλά επίπεδα (Αύγουστος 2003: 18,7%, τέταρτο τρίμηνο 2002: 18,3%). Ειδικότερα, η πιστωτική επέκταση προς τις επιχειρήσεις ήταν ταχύτερη (Αύγουστος 2003: 14,0%, τέταρτο τρίμηνο 2002: 11,4%), ενώ η πιστωτική επέκταση προς τα νοικοκυριά επιβραδύνθηκε (Αύγουστος 2003: 27,3%, τέταρτο τρίμηνο 2002: 33,1%). Στην τελευταία αυτή εξέλιξη συνέβαλαν τόσο η σημαντική επιβράδυνση του ετήσιου ρυθμού ανόδου των στεγαστικών δανείων, ο οποίος όμως παραμένει σε σχετικά υψηλό επίπεδο (27,3% τον Αύγουστο του 2003, έναντι 35,4% το τέταρτο τρίμηνο του 2002), όσο και η υποχώρηση του ετήσιου ρυθμού αύξησης των καταναλωτικών δανείων (σε 23,1% τον Αύγουστο του 2003, από 27,4% το τέταρτο τρίμηνο του 2002).

Τα περισσότερα τραπεζικά επιτόκια μειώθηκαν περαιτέρω κατά το οκτάμηνο Ιανουαρίου-Αυγούστου 2003, ακολουθώντας τη γενικά πτωτική πορεία των επιτοκίων της αγοράς χρήματος στη ζώνη του ευρώ. Η διαφορά μεταξύ του μέσου επιτοκίου των νέων τραπεζικών χορηγήσεων και του μέσου επιτοκίου καταθέσεων  μειώθηκε σημαντικά (συνολικά κατά 3,2 εκατοστιαίες μονάδες) την περίοδο από το Δεκέμβριο του 1998 έως τον Αύγουστο του 2003. Στην εξέλιξη αυτή έχουν συμβάλει η μείωση των βασικών επιτοκίων (της Τράπεζας της Ελλάδος αρχικά και της ΕΚΤ στη συνέχεια), ο ανταγωνισμός μεταξύ των τραπεζών και  ο περιορισμός του λειτουργικού τους κόστους, καθώς και η κατάργηση ή ο περιορισμός ορισμένων φόρων και εισφορών που επιβάρυναν τις τραπεζικές εργασίες και η εναρμόνιση του καθεστώτος των υποχρεωτικών καταθέσεων των τραπεζών στην Τράπεζα της Ελλάδος προς το αντίστοιχο της ζώνης του ευρώ.

Με βάση τη συνεχιζόμενη το 2003 βελτίωση των οικονομικών επιδόσεων, το γενικό συμπέρασμα της Έκθεσης για την ελληνική οικονομία είναι θετικό. Γενικότερα, τα τελευταία χρόνια επιτεύχθηκε υψηλός βαθμός μακροοικονομικής σταθερότητας, ύστερα από τις πολυετείς προσπάθειες που αποσκοπούσαν σε διατηρήσιμη σύγκλιση ώστε να καταστεί δυνατή η ένταξη της χώρας στο τρίτο και τελικό στάδιο της ΟΝΕ. Οι συνθήκες σταθερότητας έχουν αποφέρει πολλαπλά οφέλη. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι έχουν συντελέσει στην αύξηση της εμπιστοσύνης των επιχειρήσεων και των καταναλωτών, με αποτέλεσμα ο ρυθμός οικονομικής ανάπτυξης για τέταρτο κατά σειρά έτος να διατηρείται γύρω στο 4%, παρά τις δυσμενείς εξωτερικές εξελίξεις και ιδίως την έντονη επιβράδυνση του ρυθμού ανόδου της οικονομικής δραστηριότητας στη ζώνη του ευρώ την τελευταία τριετία.

Ωστόσο, ο πληθωρισμός στην Ελλάδα εξακολουθεί να αποκλίνει αισθητά από το μέσο όρο της ζώνης του ευρώ. Το ποσοστό ανεργίας, αν και μειώνεται, παραμένει υψηλό, όπως και στη ζώνη του ευρώ, ενώ το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών υπερβαίνει το 6% του ΑΕΠ για τέταρτο κατά σειρά έτος. Τέλος, το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ, αν και εκτιμάται ότι μειώθηκε αισθητά εφέτος, παραμένει από τα υψηλότερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Τα προβλήματα αυτά αντανακλούν αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας, για την αντιμετώπιση των οποίων απαιτούνται η συνέχιση της προσπάθειας για δημοσιονομική εξυγίανση, περαιτέρω διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, καθώς και η συμβολή των κοινωνικών εταίρων.

Συγκεκριμένα, το γεγονός ότι η ενιαία νομισματική πολιτική αποσκοπεί στο να διασφαλίσει πληθωρισμό ελαφρά χαμηλότερο του 2% μεσοπρόθεσμα στη ζώνη του ευρώ ως σύνολο και όχι σε επιμέρους χώρες, σε συνδυασμό με την οικονομική στασιμότητα που παρατηρείται στη ζώνη του ευρώ ως σύνολο, έχει οδηγήσει σε μείωση των ονομαστικών επιτοκίων. Η μείωση αυτή συνεπάγεται, λόγω και του υψηλότερου πληθωρισμού στη χώρα μας, σημαντική χαλάρωση των νομισματικών συνθηκών, με αποτέλεσμα η κατεύθυνση της νομισματικής πολιτικής να είναι, όσον αφορά την Ελλάδα, έντονα επεκτατική.

Για το λόγο αυτό, η δημοσιονομική πολιτική, η κατεύθυνση της οποίας υπήρξε εφέτος χαλαρότερη σε σύγκριση με το στόχο που είχε τεθεί από την κυβέρνηση το Δεκέμβριο του 2002, πρέπει να γίνει πιο περιοριστική και όχι πιο χαλαρή. Η συνέχιση της προσπάθειας για δημοσιονομική εξυγίανση μπορεί να συμβάλει στον έλεγχο των πληθωριστικών πιέσεων, με στόχο την επίτευξη και τη διασφάλιση της σταθερότητας των τιμών στη χώρα μας. Ταυτόχρονα, η αύξηση της δημόσιας αποταμίευσης που είναι δυνατόν να προκύψει αν μειωθεί το δημοσιονομικό έλλειμμα θα συμβάλει στον περιορισμό του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Από την άποψη αυτή, είναι κατ' αρχήν θετικό ότι στο Προσχέδιο του Προϋπολογισμού προβλέπεται ελαφρά μείωση του ελλείμματος της γενικής κυβέρνησης, από 1,4% του ΑΕΠ εφέτος σε 1,2% του ΑΕΠ το 2004.

Το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης, που αποτελεί το πλαίσιο άσκησης της δημοσιονομικής πολιτικής στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προβλέπει ότι ο προϋπολογισμός σε επίπεδο γενικής κυβέρνησης πρέπει μεσοπρόθεσμα να είναι σχεδόν ισοσκελισμένος ή πλεονασματικός. Όπως τονίζεται στην Έκθεση, ο έλεγχος των πρωτογενών δαπανών και ο περιορισμός της φοροδιαφυγής πρέπει να έχουν ως αποτέλεσμα τη διατήρηση υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων κατά τα επόμενα έτη. Επειδή όμως την περίοδο αυτή προβάλλονται σημαντικές οικονομικές διεκδικήσεις από ορισμένες κοινωνικές ομάδες και καθώς το 2004 θα είναι έτος βουλευτικών εκλογών, στην Έκθεση επισημαίνεται ότι πρέπει να διαφυλαχθεί η σημαντική πρόοδος η οποία επιτεύχθηκε, ήδη από τη δεκαετία του '90, όσον αφορά τη μείωση της επίδρασης του "εκλογικού" ή "πολιτικού" κύκλου στις οικονομικές εξελίξεις και η οποία έχει συμβάλει ουσιαστικά στη μακροοικονομική σταθερότητα και τις αναπτυξιακές επιδόσεις των τελευταίων ετών.

Πρέπει επίσης να συνεχιστούν εντατικά οι προσπάθειες στον τομέα των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, με στόχο την αντιμετώπιση των αδυναμιών της οικονομίας οι οποίες προαναφέρθηκαν, την αποτελεσματικότερη λειτουργία των αγορών και την τόνωση του ανταγωνισμού.

Τέλος, σύμφωνα με την Έκθεση απαιτείται συγχρόνως η σύμπραξη των κοινωνικών εταίρων για την επίτευξη και διασφάλιση της σταθερότητας των τιμών με την εφαρμογή συνετής τιμολογιακής πολιτικής και με διαμόρφωση των πραγματικών μισθολογικών αυξήσεων πλησίον του ρυθμού αύξησης της παραγωγικότητας, ώστε να προστατευθεί η αγοραστική δύναμη των εισοδημάτων των εργαζομένων, να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας και να περιοριστεί σε ανεκτά επίπεδα η ανεργία.

(Για την πληρέστερη ενημέρωση της Βουλής και του Υπουργικού Συμβουλίου, η Έκθεση περιλαμβάνει επίσης παρουσιάσεις για ειδικά θέματα, όπως η εξέλιξη του χρηματοπιστωτικού συστήματος στην Ελλάδα την τελευταία δεκαετία, οι εναλλακτικοί τρόποι μέτρησης και η εξέλιξη του δημοσιονομικού ελλείμματος, η διαχείριση των συναλλαγματικών διαθεσίμων και των λοιπών στοιχείων ενεργητικού της Τράπεζας της Ελλάδος, καθώς και το σύστημα πληρωμών TARGET και οι επιδράσεις της λειτουργίας του στον ισολογισμό της Τράπεζας.)

Tο πλήρες κείμενο της Έκθεσης είναι διαθέσιμο εδώ.

 

​​ 
Αυτό το website χρησιμοποιεί cookies για την βελτιστοποίηση της εμπειρίας σας. Μάθετε περισσότερα
Αποδέχομαι