EN

Δελτία Τύπου

Τροποποίηση της ΠΔ/ΤΕ 2524/23.7.2003 που αφορά το συντελεστή φερεγγυότητας των πιστωτικών ιδρυμάτων και της ΠΔ/ΤΕ 2442/29.1.1999 σχετικά με την επάρκεια προβλέψεων των πιστωτικών ιδρυμάτων

11/10/2005 - Δελτία Τύπου

Με τις ΠΔ/ΤΕ 2564/11.10.2005 και 2565/11.10.2005 η Τράπεζα της Ελλάδος προχώρησε σε ρυθμίσεις που αφορούν τις παραμέτρους που προσδιορίζουν το Δείκτη Κεφαλαιακής Επάρκειας (ΠΔ/ΤΕ 2524/23.7.2003) και τις προβλέψεις έναντι επισφαλών δανείων (ΠΔ/ΤΕ 2442/29.1.1999). Πιο συγκεκριμένα:

1. Με την ΠΔ/ΤΕ 2564/ 11.10.2005 καθορίζεται ότι:

  •  Η μειωμένη στάθμιση 50% (που αντιστοιχεί σε Δείκτη Κεφαλαιακής Επάρκειας (ΔΚΕ) 4%) για τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων έναντι του πιστωτικού κινδύνου εφαρμόζεται από 31.12.2005 μόνο στο υπόλοιπο της απαίτησης που είναι καλυμμένο μέχρι ποσοστού 75% από την αγοραία αξία του υπέγγυου αστικού ακινήτου, για δε το υπόλοιπο τμήμα εφαρμόζεται στάθμιση 100% (ΔΚΕ 8%).

  • Για τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων και των αντίστοιχων συντελεστών στάθμισης η αποτίμηση και η περίοδος επανεκτίμησης της αξίας των υπέγγυων ακινήτων θα γίνεται με βάση τις τρέχουσες τιμές αγοράς αντί των αντικειμενικών αξιών που ίσχυε μέχρι σήμερα.

Για τις ρυθμίσεις αυτές λήφθηκε υπόψη ότι στις χορηγήσεις στεγαστικών δανείων, οι οποίες αποτελούν ασφαλείς, σχετικά, τοποθετήσεις, η παρατηρούμενη αύξηση της σχέσης μεταξύ του ύψους του δανείου και της αξίας του υπέγγυου ακινήτου και η διατήρησή της σε υψηλά επίπεδα, σε συνδυασμό με τη συνεχιζόμενη υψηλή πιστωτική επέκταση στον τομέα αυτό, μπορεί να επηρεάσει σημαντικά και το ύψος της πιθανής ζημιάς.

2. Με την ΠΔ/ΤΕ 2565/11.10.2005 καθορίζεται ότι:

  • Οι μειωμένοι συντελεστές προβλέψεων που ήδη απολαμβάνουν τα εξασφαλισμένα με ακίνητα δάνεια, θα εφαρμόζονται από 31.12.2005 στο τμήμα του δανείου που αντιστοιχεί στο 75% της αγοραίας αξίας του υπέγγυου ακινήτου (αντί της ισχύουσας μέχρι σήμερα αντικειμενικής αξίας).

  • Παύει να ισχύει ο μειωμένος συντελεστής προβλέψεων για τα στεγαστικά δάνεια που περιέρχονται σε καθυστέρηση μεγαλύτερη των 12 μηνών.

  • Κατά την εκτίμηση της κεφαλαιακής επάρκειας των πιστωτικών ιδρυμάτων που διενεργείται από την Τράπεζα της Ελλάδος, θα συνυπολογίζεται στις εποπτικές προβλέψεις ποσοστό των διαγραφών επισφαλών δανείων που έχουν ή θα διενεργηθούν εντός των χρήσεων των ετών 2005 και 2006.

  • Μετά τη λήξη της ανωτέρου περιόδου (δηλαδή από 1.1.2007 και εφεξής), τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται να καλύπτουν με ειδικό αποθεματικό τα δάνεια των οποίων η καθυστέρηση υπερβαίνει τα τρία έτη, εφόσον δεν καλύπτονται από ειδικές προβλέψεις.

 Για τις ρυθμίσεις της Πράξης αυτής λήφθηκε υπόψη ότι:

- Το ύψος των προβλέψεων και της κερδοφορίας των ελληνικών τραπεζών στην παρούσα περίοδο επιτρέπει την ταχύτερη απόσβεση ορισμένων μορφών καθυστερούμενων δανείων ώστε να βελτιωθεί περαιτέρω η διαφάνεια των ισολογισμών τους αλλά και η διεθνής συγκρισιμότητα του ύψους των μη εξυπηρετούμενων δανείων.

- Παρά το ότι στα εξασφαλισμένα με αστικά ακίνητα δάνεια το ποσοστό της πιθανής ζημιάς παραμένει χαμηλότερο από τις λοιπές τοποθετήσεις των τραπεζών, το ποσοστό αυτό αυξάνει σε περίπτωση καθυστερήσεων μεγάλης διάρκειας.

3. Οι διατάξεις των παραπάνω Πράξεων εφαρμόζονται για πρώτη φορά με την υποβολή των στοιχείων της 31.12.2005.

4. Τέλος, επισημαίνεται ότι οι μηχανισμοί εσωτερικού ελέγχου και διαχείρισης των κινδύνων τους οποίους, με βάση τις θεσμοθετημένες αρχές από την Τράπεζα της Ελλάδος, εφαρμόζουν οι ίδιες οι τράπεζες υπό συνθήκες ελεύθερου ανταγωνισμού, οφείλουν να ενσωματώσουν τις απαραίτητες προσαρμογές των κριτηρίων έγκρισης ή απόρριψης δανείων κατά τη διαδικασία προαξιολόγησης. Τα κριτήρια αυτά πρέπει να αναγνωρίζουν τη δυναμική του οικονομικού περιβάλλοντος και τις επιπτώσεις του έντονου ανταγωνισμού στην πολιτική ανάληψης κινδύνων και την ταχεία πιστωτική επέκταση. Κατά συνέπεια πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τουλάχιστον οι κάτωθι παράγοντες κινδύνου:

- Η σχέση των οφειλόμενων μηνιαίων τοκοχρεωλυτικών δόσεων έναντι του ύψους του διαθέσιμου εισοδήματος στο στάδιο της προαξιολόγησης (με βάση τη διεθνή εμπειρία 30% έως 40%, κλιμακούμενο κατάλληλα κατά το απόλυτο ύψος του διαθέσιμου εισοδήματος).

- Η επίπτωση της ενδεχόμενης αύξησης των επιτοκίων επί του κόστους εξυπηρέτησής τους σε συνδυασμό με τη διάρκεια των δανείων.

 Οι αρμόδιες υπηρεσίες της Τράπεζας της Ελλάδος παρακολουθούν την αποτελεσματική ενσωμάτωση των εν λόγω παραγόντων στο σύστημα διαχείρισης κινδύνων κάθε τράπεζας και λαμβάνουν τα τυχόν αναγκαία πρόσθετα μέτρα, ιδίως με τον καθορισμό υψηλότερου Δείκτη Κεφαλαιακής Επάρκειας.

​​ 
Αυτό το website χρησιμοποιεί cookies για την βελτιστοποίηση της εμπειρίας σας. Μάθετε περισσότερα
Αποδέχομαι