EN

Ομιλίες

Ομιλία του Υποδιοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος κ. Θεόδωρου Μητράκου στο Ευρωπαϊκό Συνέδριο του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς & του Δικτύου Τransform! Εurope

23/11/2017 - Ομιλίες

«ΑΝΙΣΟΤΗΤΕΣ, ΝΕΟΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΟΠΟΙΗΣΗ:
ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΕΣ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ»
ΜΕΓΑΡΟ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ

Πέμπτη 23 – Σάββατο 25 Νοεμβρίου 2017

«Οι επιπτώσεις των μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής στην κατανομή του εισοδήματος και του πλούτου στην Ελλάδα της κρίσης»

Κυρίες και κύριοι, αγαπητοί συμμετέχοντες,

Θα ήθελα καταρχάς να συγχαρώ τους διοργανωτές για τη σημερινή εξαιρετικά ενδιαφέρουσα εκδήλωση. Σας ευχαριστώ θερμά για την πρόσκληση και την ευκαιρία που μου δώσατε να επιστρέψω, έστω και για λίγο, στα ερευνητικά μου ενδιαφέροντα και να καταθέσω στη συζήτηση αυτή ορισμένες σκέψεις και προβληματισμούς γύρω από το τρίπτυχο «πλούτος-εισόδημα-φορολογία» στην Ελλάδα της κρίσης.

Η μελέτη των προβλημάτων της ανισότητας, της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην περίοδο της κρίσης. Όπως έχουν καταδείξει σχετικές μελέτες, η υποστήριξη των πιο αδύναμων ομάδων της κοινωνίας σε περίοδο δημοσιονομικής κρίσης και προσαρμογής, πέρα από τη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής, είναι και κρίσιμος παράγοντας για την επιτυχία του προγράμματος προσαρμογής, δηλαδή τη μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος και την αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους. Κατά συνέπεια, η διερεύνηση των ζητημάτων αυτών κατά την περίοδο της κρίσης στην Ελλάδα είναι πολλαπλά χρήσιμη και τα ευρήματα των συζητήσεων και των εμπειρικών μελετών μπορούν να βοηθήσουν σημαντικά στο δημόσιο πολιτικό και κοινωνικό διάλογο.

Στην παρέμβασή μου αυτή, θα προσπαθήσω να συνοψίσω τα κυριότερα ευρήματα από τις διαθέσιμες μελέτες σε σχέση με το μέγεθος και τη μεταβολή των κοινωνικών δεικτών, όπως είναι η εισοδηματική ανισότητα και η ανισοκατανομή του πλούτου, η φτώχεια και ο κοινωνικός αποκλεισμός και άλλοι δείκτες ευημερίας στην Ελλάδα κατά την πρόσφατη περίοδο της κρίσης. Θα είχε ενδιαφέρον, νομίζω, και για τη συνέχεια της συζήτησης να δούμε πώς τα επιμέρους μέτρα δημοσιονομικής προσαρμογής και κυρίως οι φορολογικές παρεμβάσεις, καθώς και τα διαθέσιμα εργαλεία κοινωνικής πολιτικής, επηρέασαν τους κοινωνικούς δείκτες, ώστε να μπορέσουμε να διατυπώσουμε ορισμένες πιθανές προτάσεις οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής. Εξάλλου, ο επαναπροσδιορισμός των βασικών παραμέτρων της κοινωνικής πολιτικής φαίνεται να προβάλλει ως επιτακτικά αναγκαίος κατά την τρέχουσα συγκυρία.

1. Οι οικονομικές ανισότητες διεθνώς

Το μερίδιο του εισοδήματος από εργασία

Πρόσφατες μελέτες έχουν δείξει ότι η μείωση του μεριδίου του εισοδήματος από εργασία αποτελεί διεθνή τάση. Πράγματι, το μέσο μερίδιο του εισοδήματος από εργασία στις χώρες των πινάκων Penn World, που παρουσιάζουν συγκριτικά στοιχεία για τα επίπεδα εισοδήματος, παραγωγής, συμμετοχής των παραγωγικών συντελεστών και παραγωγικότητας για 182 χώρες, μειώθηκε την περίοδο 1948-2015 κατά 8 περίπου ποσοστιαίες μονάδες. Τα στοιχεία της βάσης δεδομένων AMECO για το προσαρμοσμένο (ως προς την αυτοαπασχόληση) μερίδιο του εισοδήματος από εργασία σε 39 χώρες δείχνουν ότι το μερίδιο αυτό, μετά από μια αναμενόμενη αντικυκλική αύξησή του την περίοδο της κρίσης 2007-10, επανήλθε στη μακροχρόνια πτωτική του πορεία στις 21 από τις 39 χώρες την περίοδο 2010-15. Μάλιστα, στις χώρες που πλήττονται περισσότερο από την κρίση και στις οποίες εφαρμόστηκαν μέτρα λιτότητας και μισθολογικών περικοπών (κυρίως Ελλάδα, Ιρλανδία, Πορτογαλία και Ισπανία), περιορίστηκε ακόμα περισσότερο το μερίδιο του εισοδήματος από εργασία στην τελευταία περίοδο. Επίσης, σύμφωνα με την πρόσφατη έκθεση του Διεθνούς Οργανισμού Εργασίας (ILO) για τους μισθούς παγκοσμίως (Global Wage Report 2016/17), η αύξηση των μισθών την περίοδο 1999-2015 υπολείπεται σημαντικά της αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας σε αρκετές ανεπτυγμένες οικονομίες (κατά μέσο όρο περίπου 10 ποσοστιαίες μονάδες), οδηγώντας σε πτώση του μεριδίου του εισοδήματος από εργασία.

Διαστάσεις της εισοδηματικής ανισότητας

Η εισοδηματική ανισότητα στις χώρες του ΟΟΣΑ είναι υψηλή και έχει αυξηθεί σημαντικά τις τελευταίες δεκαετίες. Ωστόσο, μεταξύ των χωρών η ανισότητα έχει μειωθεί, καθώς το βιοτικό επίπεδο του πληθυσμού πολλών αναπτυσσόμενων κυρίως χωρών έχει διαχρονικά βελτιωθεί. Υψηλά επίπεδα ανισότητας με βάση το συντελεστή Gini παρατηρούνται στις ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο, την Ελλάδα, την Πορτογαλία και τις χώρες της Βαλτικής, ενώ αντίθετα σε κάποιες χώρες της Κεντρικής Ευρώπης (π.χ. Σλοβενία, Σλοβακία, Τσεχία) και τις χώρες της βόρειας Ευρώπης καταγράφονται τα χαμηλότερα επίπεδα εισοδηματικής ανισότητας (Citi, Global Perspectives & Solutions, 2017).

Σε παγκόσμιο επίπεδο, η εισοδηματική ανισότητα παραμένει σε ιστορικώς υψηλό επίπεδο παρά το γεγονός ότι το ποσοστό ανεργίας μειώνεται και ο βαθμός απασχόλησης αυξάνεται. Τα νοικοκυριά με συγκριτικά υψηλότερα εισοδήματα επωφελήθηκαν περισσότερο από την ανάκαμψη που ακολούθησε την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση από ό,τι τα νοικοκυριά με χαμηλότερα εισοδήματα. Τα υψηλά ποσοστά μακροχρόνιας ανεργίας και οι χαμηλοί ρυθμοί αύξησης των μισθών αποτέλεσαν τους βασικούς λόγους που εμπόδισαν τα φτωχότερα νοικοκυριά να βελτιώσουν το εισόδημά τους. Η δυναμική της επίδρασης της αναδιανομής των εισοδημάτων που λειτούργησε προστατευτικά κατά τη διάρκεια της κρίσης φαίνεται να εξασθενεί κατά την ανάκαμψη που ακολούθησε την κρίση (OECD, Income inequality update, Νοέμβριος 2016).

Εισοδηματική ανισότητα και ανάπτυξη

Η ανάλυση ολοένα και περισσότερων διαθέσιμων δεδομένων καταδεικνύει ότι τις προηγούμενες δεκαετίες είχε πιθανότατα υποτιμηθεί η διαβρωτική επίπτωση της ανισότητας στην κοινωνική συνοχή και την ανάπτυξη. Φαίνεται ότι οι χώρες με υψηλότερη εισοδηματική ανισότητα τείνουν να αναπτύσσονται με χαμηλότερους ρυθμούς σε σύγκριση με τις χώρες όπου οι εισοδηματικές ανισότητες είναι μικρότερες. Πράγματι, η σχέση μεταξύ εισοδηματικής ανισότητας και ανάπτυξης τείνει να είναι κατά μέσο όρο αρνητική. Για παράδειγμα, μελέτη του ΟΟΣΑ σε 31 χώρες για την περίοδο 1970-2010 δείχνει ότι μία μείωση του συντελεστή Gini για το εισόδημα των νοικοκυριών κατά 1 μονάδα (π.χ. από 0,35 σε 0,34) συνδέεται με αύξηση του ετήσιου ΑΕΠ κατά 0,15%. Υπάρχουν, ωστόσο, μελέτες που καταλήγουν σε αντίθετο συμπέρασμα, δηλαδή ότι η προσπάθεια για μείωση των εισοδηματικών ανισοτήτων λειτουργεί ανασταλτικά στην ανάπτυξη.

Η τεχνολογία, η παγκοσμιοποίηση, οι δημογραφικές αλλαγές και οι κοινωνικές πολιτικές αποτελούν τους πιο σημαντικούς προσδιοριστικούς παράγοντες των οικονομικών ανισοτήτων. Οι τεχνολογικές αλλαγές και η παγκοσμιοποίηση έχουν συντελέσει στην αύξηση της ζήτησης για εργατικό δυναμικό υψηλού επιπέδου, αν και η επίδραση των παραγόντων αυτών συναρτάται σημαντικά με το ευρύτερο θεσμικό περιβάλλον της κάθε χώρας το οποίο καθορίζει τον τρόπο λειτουργίας των αγορών εργασίας και προϊόντων. Ωστόσο, για να βελτιωθεί το επίπεδο ανάλυσης και να εξαχθούν πιο χρήσιμα συμπεράσματα, θα πρέπει να αξιοποιηθούν τα στατιστικά στοιχεία από τις έρευνες νοικοκυριών σε συνδυασμό με αυτά που καταγράφονται από τη φορολογική διοίκηση έτσι ώστε να προσεγγίζεται όχι μόνο το εισόδημα, αλλά και ο πλούτος των νοικοκυριών και πώς αυτός μεταβιβάζεται από γενιά σε γενιά. Επιπλέον, θα πρέπει να διερευνηθεί και το ενδεχόμενο μεταφοράς ανισοτήτων μεταξύ των χωρών ως αποτέλεσμα των αυξημένων διεθνών κεφαλαιακών ροών καθώς και ο τρόπος με τον οποίο η διαπραγματευτική δύναμη των εργαζομένων και των επιχειρήσεων, η μορφή και η διάρθρωση της απασχόλησης (occupational structure), αλλά και οι επιμέρους μισθολογικές πολιτικές, επηρεάζουν την ανισότητα και την ανάπτυξη. Ακόμη, θα πρέπει να δοθεί έμφαση στην αλληλεπίδραση μεταξύ εισοδηματικής ανισότητας, πληθωρισμού, νομισματικής πολιτικής και δανειακής επιβάρυνσης των νοικοκυριών.

Η ανισοκατανομή του πλούτου

Σε όλες τις χώρες του ΟΟΣΑ ο πλούτος κατανέμεται πιο άνισα από ό,τι το εισόδημα. Συγκεκριμένα, το 10% των νοικοκυριών που βρίσκονται στο πάνω άκρο της κατανομής των εισοδημάτων κατέχει περίπου το 25% του συνολικού εισοδήματος, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό με βάση την κατανομή του πλούτου φθάνει στο 50%. Είναι αξιοσημείωτο ότι το ποσοστό του συνολικού πλούτου που κατέχει το πλουσιότερο 1% της κατανομής του πλούτου είναι περίπου ίσο με το ποσοστό του συνολικού εισοδήματος που συγκεντρώνει το άνω 10% της κατανομής των εισοδημάτων. Ακόμη, το 40% των νοικοκυριών που βρίσκονται στο κάτω άκρο της κατανομής του πλούτου κατέχει το 3% του συνολικού πλούτου, έναντι του 20% του συνολικού εισοδήματος.

2. Φτώχεια και κοινωνικός αποκλεισμός στην Ελλάδα της κρίσης

Ο κίνδυνος σχετικής φτώχειας

Mε βάση τα πιο πρόσφατα στοιχεία της Έρευνας Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης των Νοικοκυριών (EU-SILC) που ανακοινώθηκαν πρόσφατα από την ΕΛΣΤΑΤ (έρευνα 2016, εισοδήματα 2015), το 21,2% του πληθυσμού της χώρας ή 2,3 εκατομμύρια άτομα (832 χιλ. νοικοκυριά) βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας. Ο δείκτης του κινδύνου φτώχειας, ή αλλιώς το ποσοστό σχετικής φτώχειας, δείχνει την αναλογία του πληθυσμού με εισόδημα κάτω από ένα κυμαινόμενο όριο, το οποίο ορίζεται συμβατικά σε σχέση με το διάμεσο εισόδημα για το σύνολο του πληθυσμού. Καθώς το όριο σχετικής φτώχειας εξ ορισμού μεταβάλλεται μαζί με το μέσο (διάμεσο) διαθέσιμο εισόδημα, ο δείκτης σχετικής φτώχειας μπορεί να μη μεταβάλλεται πολύ ή να παραμένει στάσιμος ή να μεταβάλλεται αντίθετα με την κυρίαρχη αντίληψη.

Στην Ελλάδα, το χρηματικό όριο της σχετικής φτώχειας στην τελευταία έρευνα για ένα μονομελές νοικοκυριό ήταν 4.500 ευρώ ετησίως (έναντι 7.178 στην έρευνα του 2010), ενώ για ένα τετραμελές νοικοκυριό με δύο ενήλικες και δύο παιδιά ήταν 9.450 ευρώ (2010: 15.073). Το μέσο ετήσιο διαθέσιμο εισόδημα του συνόλου των νοικοκυριών της χώρας ανήλθε στην έρευνα του 2016 σε 14.932 ευρώ, παρουσιάζοντας συνεχή μείωση σε όλη την περίοδο της κρίσης (2010: 24.224 ευρώ). Ο δείκτης του κινδύνου σχετικής φτώχειας για την Ελλάδα αυξήθηκε κατά τα πρώτα έτη της τρέχουσας κρίσης (έτος έρευνας 2010: 20,1%, 2012: 23,1%, 2014: 22,1%, 2016: 21,2%) για να αποκλιμακωθεί στη συνέχεια, ενώ παραμένει σημαντικά υψηλότερος από ό,τι στις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ (ΕΕ-28: 17,3%).

Σημαντικά πιο υψηλό είναι το ποσοστό του πληθυσμού της Ελλάδος που βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού (δηλ. διαβιοί με υλικές στερήσεις ή και με χαμηλή ένταση εργασίας), το οποίο ανέρχεται στην έρευνα του 2016 σε 35,6% (ΕΕ-28: 23,5%) ή σε 3,8 εκατομμύρια άτομα (2010: 27,7%, 2012: 34,6%, 2014: 36%). Το ποσοστό αυτό αυξήθηκε δραματικά τα δύο πρώτα έτη της κρίσης, ενώ παραμένει σχεδόν σταθερό τα 4 τελευταία έτη. Ανάλογη ήταν η εξέλιξη και στο χάσμα της σχετικής φτώχειας, που μετρά τη διαφορά μεταξύ του ορίου της φτώχειας (για το σύνολο του πληθυσμού) και του διάμεσου ισοδύναμου εισοδήματος των ατόμων που βρίσκονται κάτω από το όριο της φτώχειας (ως ποσοστό του τελευταίου) και το οποίο διαμορφώθηκε σε 31,9% σύμφωνα με την έρευνα του 2016 (2010: 23,4%, 2012: 29,9%, 2014: 31,3%). Επιπλέον, ο πληθυσμός που διαβιoί σε νοικοκυριά στα οποία δεν εργάζεται κανένα μέλος ή εργάζεται λιγότερο από 3 μήνες συνολικά το έτος έφθασε το 2016 τα 1,2 εκατομμύρια άτομα (2010: 544.800 άτομα).

Σε σχέση με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες και με βάση τα πιο πρόσφατα στοιχεία της Eurostat για το 2016 (εισοδήματα 2015), η Ελλάδα βρίσκεται στην ομάδα των χωρών με το μεγαλύτερο κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού (35,6%) μαζί με τη Βουλγαρία (40,4%), τη Ρουμανία (38,8%) και τη Σερβία (38,7%). Στην ομάδα των ευρωπαϊκών χωρών με τον μικρότερο κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού εμφανίζονται κατά σειρά η Τσεχία (13,1%), η Φινλανδία (16,6%), η Δανία (16,7%) και η Ολλανδία (16,8%). Όσον αφορά δε τον κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού που αντιμετωπίζουν τα παιδιά στην Ελλάδα, αυτός αυξήθηκε περισσότερο από ό,τι σε κάθε άλλη χώρα της ΕΕ κατά την περίοδο 2010-16 (από 28,7% σε 37,5% ή κατά 8,8 ποσοστιαίες μονάδες), ενώ στην ΕΕ συνολικά ο κίνδυνος μειώθηκε από 27,5% σε 26,4% κατά την ίδια περίοδο.

Ο κίνδυνος απόλυτης φτώχειας, υλικές στερήσεις και συνθήκες διαβίωσης

Ένας ίσως πιο χρήσιμος δείκτης σε εποχές κρίσης είναι κάποιος που συγκρίνει το βιοτικό επίπεδο κάθε οικογένειας όχι μόνο με αυτό της «μέσης οικογένειας», αλλά και με το δικό της βιοτικό επίπεδο στο πρόσφατο παρελθόν. Ένας τέτοιος δείκτης μετρά το ποσοστό του πληθυσμού με εισόδημα κάτω από το όριο φτώχειας κάποιου προηγούμενου έτους, σε πραγματικές όμως τιμές (δηλαδή λαμβάνοντας υπόψη τον πληθωρισμό). Λαμβάνοντας υπόψη αυτόν το δείκτη η επιδείνωση των δεικτών φτώχειας στην Ελλάδα είναι ακόμα πιο δραματική κατά την περίοδο της τρέχουσας κρίσης, σε απόλυτους όρους, δηλαδή όταν το κατώφλι της φτώχειας παραμένει διαχρονικά σταθερό σε όρους πραγματικής αγοραστικής δύναμης. Πράγματι, σύμφωνα με τα στοιχεία της EU-SILC 2016, στην Ελλάδα το 48,9% του πληθυσμού θα κατατασσόταν ως φτωχό με βάση τις συνθήκες του 2008, ενώ το 2010 το αντίστοιχο ποσοστό ήταν πολύ χαμηλότερο (24,9%). Αξίζει να σημειωθεί ότι για την ΕΕ συνολικά το ποσοστό φτώχειας οριζόμενο ως προς ένα σταθερό όριο φτώχειας αυξήθηκε την περίοδο 2010-2014 από 17% σε 19% με βάση τις συνθήκες του 2008.

Από την εξέταση των δεικτών για τις συνθήκες διαβίωσης του πληθυσμού στην Ελλάδα προκύπτει ότι η στέρηση βασικών αγαθών και υπηρεσιών (δυσκολία ικανοποίησης βασικών αναγκών, ανεπαρκείς συνθήκες στέγασης, επιβάρυνση από τις δαπάνες στέγασης, αδυναμία πληρωμής δανείων ή αγορών με δόσεις, δυσκολίες στην πληρωμή πάγιων λογαριασμών, δυσκολία αντιμετώπισης των συνήθων αναγκών, ποιότητα ζωής) δεν αφορά μόνο το φτωχό πληθυσμό, αλλά και σημαντικό μέρος του μη φτωχού πληθυσμού. Το ποσοστό του πληθυσμού με υλικές στερήσεις (δηλαδή το ποσοστό του πληθυσμού που, λόγω οικονομικών δυσκολιών, στερείται 4 τουλάχιστον βασικά αγαθά και υπηρεσίες από τα 9 που παρακολουθεί η σχετική έρευνα) διαμορφώθηκε το 2016 σε 22,4% για το σύνολο του πληθυσμού (26,7% για τα παιδιά, 15,2% για τους ηλικιωμένους), έναντι μόλις 11,0% το 2009.

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας του 2016, το ποσοστό του πληθυσμού που διαμένει σε κατοικία με στενότητα χώρου ανέρχεται σε 28,7% για το σύνολο του πληθυσμού, ενώ είναι 25,1% για το μη φτωχό πληθυσμό και 42,2% για το φτωχό πληθυσμό. Το ποσοστό των νοικοκυριών που δηλώνει οικονομική αδυναμία να έχει ικανοποιητική θέρμανση το χειμώνα ανέρχεται σε 29,2%, ενώ είναι 51,6% για τα φτωχά νοικοκυριά και 23,6% για τα μη φτωχά νοικοκυριά. Το 54,1% των νοικοκυριών που έχουν λάβει καταναλωτικό δάνειο για αγορά αγαθών και υπηρεσιών δηλώνει ότι δυσκολεύεται πάρα πολύ στην αποπληρωμή αυτού ή των δόσεων. Επίσης, το 47,6% του μη φτωχού πληθυσμού έχει οικονομική δυσκολία να αντιμετωπίσει έκτακτες, αλλά αναγκαίες δαπάνες αξίας περίπου 550 ευρώ, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για το φτωχό πληθυσμό εκτιμάται σε 80,7%. Ομοίως, το 43,5% του μη φτωχού πληθυσμού έχει δυσκολία να ανταποκριθεί στις δαπάνες για μία εβδομάδα διακοπών, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για το φτωχό πληθυσμό εκτιμάται σε 88,5%.

Η περίπτωση της Ελλάδος αποτελεί αντικείμενο ειδικού σχολιασμού στην παγκόσμια «Έκθεση για την ευτυχία» του 2015 (World Happiness Reports). Οι απώλειες στο ευ ζην των πολιτών της Ελλάδος είναι πολύ μεγαλύτερες από αυτές που μπορούν να ερμηνευθούν από την οικονομική κρίση. Η έκθεση ισχυρίζεται ότι ίσως υπάρχει μια αλληλεπίδραση του κοινωνικού κεφαλαίου με την οικονομική κρίση και ότι, όταν ο κοινωνικός ιστός είναι ισχυρός, τότε η οικονομική κρίση μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε υψηλότερα επίπεδα υποκειμενικού ευ ζην. Όταν όμως οι κοινωνικοί θεσμοί αποδεικνύονται ανεπαρκείς για την αντιμετώπιση των προκλήσεων από την οικονομική κρίση, τότε υπό την πίεση των προβλημάτων μπορεί να οδηγηθούν στην κατάρρευση, προκαλώντας μεγαλύτερη πτώση στο επίπεδο ευτυχίας, αφού η εμπιστοσύνη στους κοινωνικούς θεσμούς αποτελεί σημαντικό παράγοντα του υποκειμενικού ευ ζην.

Μετατοπίσεις του κινδύνου φτώχειας στην περίοδο της κρίσης

Σε μια προσπάθεια να εκτιμηθούν οι μεταβολές στην κατανομή του εισοδήματος που σχετίζονται τόσο με τα μέτρα λιτότητας όσο και με τη γενικότερη ύφεση στην Ελλάδα κατά την τρέχουσα περίοδο της κρίσης, η σχετική έρευνα έδειξε ότι η επιδείνωση που καταγράφεται με βάση όλους σχεδόν τους κοινωνικούς δείκτες ήταν ιδιαίτερα έντονη για τους νέους και κυρίως τους νέους ανέργους. Καθώς μάλιστα το (μακροπρόθεσμο) ποσοστό ανεργίας αναμένεται να παραμείνει σε υψηλά επίπεδα στο άμεσο μέλλον, ενώ το θεσμικό πλαίσιο παροχής της σχετικής βοήθειας προς τα άνεργα άτομα είναι περιοριστικό, η φτώχεια μεταξύ των ανέργων και των νέων ζευγαριών με παιδιά αποτελεί πλέον την βασική κοινωνική πρόκληση.

Σημαντικές μετατοπίσεις του κινδύνου φτώχειας καταγράφονται διαχρονικά, παρά τη σχετική σταθερότητα του συνολικού επιπέδου του την περίοδο 1994-2010 (19,5%-23%). Πιο συγκεκριμένα, η φτώχεια φαίνεται να μετατοπίζεται από την ομάδα των ηλικιωμένων προς την ομάδα των νεότερων ζευγαριών µε παιδιά, από τις αγροτικές προς τις αστικές περιοχές και από τους λιγότερο εκπαιδευμένους προς τις υψηλότερες εκπαιδευτικές βαθμίδες. Επιπλέον, μετά το 2005 η παιδική φτώχεια φαίνεται να βρίσκεται σε μια συνεχή διαδικασία διεύρυνσης. Πράγματι, υψηλότεροι δείκτες σχετικής φτώχειας καταγράφονται πλέον μεταξύ των παιδιών ηλικίας 0-17 ετών (2016: 26,3%), ενώ για άτομα ηλικίας 65 ετών και άνω το αντίστοιχο ποσοστό έχει πλέον περιοριστεί σημαντικά (12,4%). Αξίζει να σημειωθεί ότι η μόνη ηλικιακή ομάδα για την οποία η σχετική φτώχεια μειώθηκε σημαντικά την περίοδο της κρίσης ήταν οι ηλικιωμένοι, καθώς πράγματι το ποσοστό φτώχειας της διαμορφώθηκε σε μόλις 12,4% το 2016, μειωμένο κατά 8,9 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το 2010 (21,3%). Ωστόσο, η ομάδα των ηλικιωμένων είναι πιθανόν να έχει πληγεί δυσανάλογα από μειώσεις στις κοινωνικές υπηρεσίες ή/και σε παροχές σε είδος, όπως φάρμακα και γενικά παροχές υγείας (βοήθεια στο σπίτι κ.ά.).

Οι εκπαιδευτικές ανισότητες φαίνεται να είναι πολύ πιο στενά συνδεδεμένες με τις οικονομικές ανισότητες από ό,τι άλλοι δημογραφικοί και κοινωνικοοικονομικοί παράγοντες (επάγγελμα, ηλικία, μέγεθος και σύνθεση νοικοκυριού, περιφέρεια διαμονής, φύλο κ.ά.). Η εκπαίδευση μπορεί από μόνη της να ερμηνεύσει σχεδόν το 1/4 της συνολικής ανισότητας. Κατά συνέπεια, πολιτικές που αποσκοπούν στην άμβλυνση των εκπαιδευτικών ανισοτήτων είναι βέβαιο ότι μακροχρόνια οδηγούν στον περιορισμό των οικονομικών ανισοτήτων αλλά και της φτώχειας. Τέτοιες πολιτικές μπορεί να είναι για παράδειγμα: πολιτικές αύξησης των ετών υποχρεωτικής εκπαίδευσης και μείωσης της σχολικής διαρροής, πολιτικές ενθάρρυνσης της συμμετοχής των φτωχότερων τμημάτων του πληθυσμού στις μη υποχρεωτικές βαθμίδες εκπαίδευσης, πολιτικές που μειώνουν τις χαμένες διδακτικές ώρες στα σχολεία, πολιτικές που περιορίζουν την παραπαιδεία για την εισαγωγή στα ΑΕΙ και ενισχύουν το δημόσιο σχολείο όπου φοιτούν τα φτωχότερα τμήματα του πληθυσμού κ.ά. Τα αποτελέσματα μελετών για την Ελλάδα έχουν δείξει ότι η πιθανότητα φτώχειας μειώνεται όσο αυξάνεται το επίπεδο εκπαίδευσης του αρχηγού του νοικοκυριού. Η πιθανότητα αυτή για τα νοικοκυριά με αρχηγό άτομο που δεν έχει ολοκληρώσει την πρωτοβάθμια εκπαίδευση είναι 3,4 φορές μεγαλύτερη σε σχέση με το σύνολο του πληθυσμού.

Τέλος, με βάση τα πιο πρόσφατα στοιχεία από την έρευνα του 2016, ομάδες υψηλού κινδύνου φτώχειας στην Ελλάδα είναι κυρίως οι άνεργοι (ποσοστό φτώχειας 47,1%) και ιδιαίτερα οι άνεργοι άνδρες (ποσοστό φτώχειας 51,9%), τα μονογονεϊκά νοικοκυριά με τουλάχιστον ένα εξαρτώμενο παιδί (31,4%), οι μη οικονομικά ενεργοί εκτός των συνταξιούχων (νοικοκυρές κ.λπ., 25,4 %), τα νοικοκυριά με 2 ενήλικες και 3 ή περισσότερα παιδιά (32,0%), οι μερικώς απασχολούμενοι (30,3%), αλλά και τα παιδιά ηλικίας 0-17 ετών (26,3%) .

3. Οι επιπτώσεις της τρέχουσας οικονομικής κρίσης στην ανισότητα

Η Ελλάδα εισήλθε στην κρίση με υψηλό επίπεδο εισοδηματικής ανισότητας σε σχέση με τις άλλες χώρες της ΕΕ, το οποίο αυξήθηκε ακόμη περισσότερο τα πρώτα έτη της κρίσης, για να διατηρηθεί στη συνέχεια στο ίδια υψηλό επίπεδο.

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της πιο πρόσφατης έρευνας νοικοκυριών, το μερίδιο του εισοδήματος του πλουσιότερου 20% του πληθυσμού είναι 6,6 φορές μεγαλύτερο από εκείνο του φτωχότερου 20% του πληθυσμού (δείκτης S80/S20). Παράλληλα, το 25% του πληθυσμού με το χαμηλότερο εισόδημα κατέχει μόλις το 8,9% του συνολικού εισοδήματος, ενώ το 25% του πληθυσμού με το υψηλότερο εισόδημα κατέχει το 47,2% του συνολικού εισοδήματος.

Από τη διαχρονική εξέλιξη τόσο του ευρέως διαδεδομένου δείκτη ανισότητας, συντελεστή Gini, όσο και του δείκτη κατανομής εισοδήματος S80/S20 προκύπτει ότι από το 2008 μέχρι και το 2010 καταγράφεται ελαφρά μείωση της εισοδηματικής ανισότητας στην Ελλάδα, καθώς η κρίση δεν είχε ακόμη ουσιαστικά εκδηλωθεί. Στα πρώτα έτη της κρίσης η ανισότητα με βάση το συντελεστή Gini αυξάνεται από 32,9% το 2010 (έτος έρευνας) σε 33,6% το 2011 και 34,3% το 2012, εξέλιξη που ίσως φανερώνει ότι οι εισοδηματικές απώλειες που προκλήθηκαν από τα πρώτα μέτρα λιτότητας ήταν πιο άνισα κατανεμημένες στον ελληνικό πληθυσμό. Τέλος, την περίοδο που ακολούθησε (2012-16) η εισοδηματική ανισότητα διατηρήθηκε σχεδόν σταθερή στο ίδιο υψηλό επίπεδο (Gini μεταξύ 34,2% και 34,5%). Σύμφωνα με το συντελεστή Gini, η Ελλάδα είναι μαζί με τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία, τη Λιθουανία, την Ισπανία και τη Λεττονία οι χώρες με τα υψηλότερα επίπεδα εισοδηματικής ανισότητας στην ΕΕ. Ο συντελεστής Gini διαμορφώνεται σε 30,7% για την ΕΕ, σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία από την έρευνα του 2016 (S80/S20: 5,1).

4. Η ανισότητα στην κατανομή του πλούτου

Το εισόδημα, ειδικότερα μετά την αφαίρεση των φόρων και των παροχών, αποτελεί έναν ισχυρό δείκτη της ικανότητας του ατόμου να αντεπεξέρχεται στις οικονομικές του υποχρεώσεις και να προγραμματίζει μακροχρόνιες επενδύσεις, όπως στην εκπαίδευση και τη στέγαση. Εκτός όμως από το εισόδημα, ένας άλλος οικονομικός δείκτης που επίσης ενδιαφέρει είναι ο πλούτος, όχι μόνο ως πηγή εισοδήματος από κεφάλαιο, αλλά και ως ευρύτερη κοινωνικοοικονομική δύναμη, η οποία μπορεί να διευρύνει τις εισοδηματικές ανισότητες. Στην έννοια του πλούτου συμπεριλαμβάνονται τα ακίνητα, οι καταθέσεις, οι μετοχές, τα ομόλογα και οι άλλοι χρηματοοικονομικού τίτλοι. Επισημαίνεται πάντως ότι, σε αντίθεση με το εισόδημα για το οποίο τα διαθέσιμα συγκριτικά στατιστικά στοιχεία αφθονούν, τα αντίστοιχα στοιχεία για τον πλούτο είναι πολύ λιγότερα, κάτι που ίσως εξηγεί γιατί οι ανισότητες πλούτου έχουν σε μεγάλο βαθμό μέχρι πρόσφατα αγνοηθεί.

Μεταξύ 2010 και 2015 το ποσοστό του πλούτου που κατέχει το ανώτερο 10% του πληθυσμού αυξήθηκε ελαφρά μεταξύ των 16 χωρών του ΟΟΣΑ (How’s Life? Measuring Well-Being, Νοέμβριος 2017) για τις οποίες υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία και ανήλθε σε 48,7%. Στην Ελλάδα το αντίστοιχο ποσοστό από 38,8% το 2010 αυξήθηκε σε 42,4% το 2015.

Οικονομικό και κοινωνικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι διαφορές στους μέσους όρους του πλούτου ως προς δημογραφικά χαρακτηριστικά, όπως η ηλικία και το μορφωτικό επίπεδο. Στις χώρες του ευρωπαϊκού βορρά, η μέση αξία του πλούτου των νεαρών νοικοκυριών, ηλικίας μικρότερης των 35 ετών, ανέρχεται μόλις στο 20% περίπου της αντίστοιχης μέσης αξίας των νοικοκυριών ηλικίας 55-64 ετών. Αντίθετα, στις χώρες του ευρωπαϊκού νότου, το αντίστοιχο ποσοστό κινείται σε εμφανώς υψηλότερα επίπεδα και είναι γύρω στο 40% για την Ελλάδα. Στις χώρες αυτές η οικογένεια διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην ευημερία των μελών της. Η υψηλότερη μέση αξία του πλούτου στα νεαρά νοικοκυριά των χωρών αυτών οφείλεται στη διαγενεακή μεταβίβαση πλούτου από τις μεγαλύτερες προς τις μικρότερες ηλικίες. Επισημαίνεται επίσης ότι, κατά μέσο όρο, τα νοικοκυριά με ανώτατο επίπεδο εκπαίδευσης κατέχουν στις χώρες του ΟΟΣΑ 1,7 φορές μεγαλύτερο πλούτο σε σχέση με τα νοικοκυριά με δευτεροβάθμιο επίπεδο εκπαίδευσης (Ελλάδα: 1,4, Γερμανία: 2,2, ΗΠΑ: 3,3).

Η κατανομή του πλούτου στην Ελλάδα

Η Έρευνα για τα Οικονομικά και την Κατανάλωση των Νοικοκυριών (Household Finance and Consumption Survey − HFCS) αποτελεί σημαντική πηγή μικροοικονομικών δεδομένων, η οποία παρέχει λεπτομερή πληροφόρηση για τα περιουσιακά στοιχεία, τα δάνεια και τον καθαρό πλούτο των νοικοκυριών, καθώς επίσης και για το εισόδημα και την κατανάλωσή τους. Το ευρωπαϊκό δείγμα του πρώτου κύματος της έρευνας περιλαμβάνει περισσότερα από 62.000 νοικοκυριά σε 15 χώρες της ζώνης του ευρώ, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδος, ενώ το αντίστοιχο δείγμα του δεύτερου κύματος περιλαμβάνει περισσότερα από 84.000 νοικοκυριά για 18 χώρες της ζώνης του ευρώ (εκτός της Λιθουανίας), καθώς και για την Ουγγαρία και την Πολωνία. Στην Ελλάδα, το πρώτο κύμα της έρευνας διεξήχθη το 2009 και το δεύτερο το 2014 με δείγμα 3.000 περίπου νοικοκυριά.

Από την επεξεργασία των πρωτογενών στοιχείων των ερευνών αυτών προέκυψαν τα εξής:

• Την περίοδο της κρίσης καταγράφηκε μία σχετική αύξηση της ανισότητας του πλούτου για τα ελληνικά νοικοκυριά. Συγκεκριμένα ο συντελεστής Gini αυξήθηκε στην Ελλάδα κατά 6,8% (από 0,56 το 2009 σε 0,60 το 2014), ενώ η αντίστοιχη αύξηση ήταν μικρότερη στην Πορτογαλία (από 0,66 το 2010 σε 0,68 το 2013) και στην Κύπρο (από 0,70 το 2010 σε 0,72 το 2014).
• Η διάμεσος του καθαρού πλούτου των ελληνικών νοικοκυριών το 2014 ήταν 65.030 ευρώ, μειωμένη κατά 40% σε σχέση με το 2009 (108.649 ευρώ). Η μείωση του διάμεσου καθαρού πλούτου την περίοδο της κρίσης ήταν σημαντική και σε άλλες χώρες της ευρωζώνης, όπως η Κύπρος (40%), η Σλοβενία (26%), η Ιταλία (22%), η Ισπανία (17%) και η Πορτογαλία (16%). Οι χώρες που σημείωσαν αύξηση του διάμεσου καθαρού πλούτου των νοικοκυριών την περίοδο της κρίσης ήταν η Γερμανία (10%) και το Λουξεμβούργο (0,6%).
• Η μείωση του καθαρού πλούτου των ελληνικών νοικοκυριών είναι εμφανής σε όλο το εύρος της κατανομής. Πράγματι, η καθαρή αξία των περιουσιακών στοιχείων του 10% των πιο πλούσιων νοικοκυριών μειώθηκε κατά 114.673 ευρώ (από 353.573 ευρώ το 2009 σε 238.900 ευρώ το 2014) ή κατά 32%, έναντι αντίστοιχης μείωσης κατά 1.423 ευρώ (από 2.011 ευρώ σε 588 ευρώ) σε απόλυτους αριθμούς ή κατά 71% για το 10% των νοικοκυριών που βρίσκονται στο κάτω μέρος της κατανομής την περίοδο της κρίσης.
• Η πτώση της αξίας του καθαρού πλούτου των νοικοκυριών αποδίδεται κυρίως στη μείωση της αξίας της ακίνητης περιουσίας και δευτερευόντως στη συρρίκνωση της αξίας των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων. Πράγματι, η διάμεσος της αξίας της ακίνητης περιουσίας των ελληνικών νοικοκυριών συρρικνώθηκε κατά 37% (από 127.795 ευρώ το 2009 σε 80.203 ευρώ το 2014), ενώ η αντίστοιχη αξία της πρώτης κατοικίας των νοικοκυριών μειώθηκε στη διάρκεια της κρίσης κατά 34% (από 106.340 ευρώ σε 69.834 ευρώ). Ανάλογη μείωση της αξίας της ακίνητης περιουσίας (κατά 34,3%) για την ίδια περίοδο αποτυπώνεται και με βάση το δείκτη τιμών κατοικιών που καταρτίζει η Τράπεζα της Ελλάδος. Σωρευτικά από το 2008 έως το γ΄ τρίμηνο του 2017 οι τιμές των διαμερισμάτων μειώθηκαν με βάση τον ίδιο δείκτη κατά 42,1%, ενώ η υποχώρηση των τιμών ήταν εντονότερη στα δύο μεγάλα αστικά κέντρα της χώρας (Αθήνα: -44,1% και Θεσσαλονίκη: -46,4%), καθώς και στα παλαιότερα και μεγαλύτερου εμβαδού ακίνητα στις σχετικά ακριβότερες περιοχές της χώρας. Σημαντική πτώση στην αξία των ακινήτων σημειώθηκε και σε άλλες χώρες της ευρωζώνης. Στη Σλοβενία η διάμεση αξία της πρώτης κατοικίας των νοικοκυριών μειώθηκε κατά 26%, στην Κύπρο κατά 22%, στην Ισπανία κατά 21%, στη Σλοβακία κατά 18%, στην Ιταλία κατά 17% και στην Πορτογαλία κατά 15%.
• H διάμεσος της αξίας των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων των ελληνικών νοικοκυριών μειώθηκε κατά 56,9% (από 4.631 ευρώ το 2009 σε 1.995 ευρώ το 2014). Οι καταθέσεις, που αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων, συρρικνώθηκαν την περίοδο 2009-2014 κατά 48,5%.
• Η διάμεσος της αξίας του υπολοίπου των δανείων των ελληνικών νοικοκυριών μειώθηκε την περίοδο της κρίσης κατά 21,6% (από 15.425 ευρώ το 2009 σε 12.097 ευρώ το 2014). Η μείωση της δανειακής επιβάρυνσης παρατηρείται σε όλες τις κατηγορίες δανείων την περίοδο της κρίσης. Η διάμεσος αξία των ενυπόθηκων δανείων μειώθηκε την περίοδο της κρίσης κατά 18,8% και των δανείων χωρίς υποθήκη κατά 36%. Όσον αφορά τις υπόλοιπες χώρες του Νότου, μείωση της διάμεσης αξίας του υπολοίπου των δανείων των νοικοκυριών την περίοδο της κρίσης σημειώθηκε στην Πορτογαλία κατά 17%. Αντίθετα, στις χώρες του Βορρά παρατηρείται αξιοσημείωτη αύξηση της διάμεσης αξίας του υπολοίπου των δανείων των νοικοκυριών, όπως για παράδειγμα στη Γαλλία (26%), στο Βέλγιο (17%), στη Γερμανία (13%) και στο Λουξεμβούργο (12%).

Όπως προκύπτει από τα προηγούμενα στοιχεία, η δανειακή επιβάρυνση των ελληνικών νοικοκυριών αυξήθηκε την περίοδο της κρίσης λόγω της ταχύτερης μείωσης του διαθεσίμου εισοδήματος και της περιουσίας των νοικοκυριών έναντι της μείωσης του υπολοίπου των δανείων. Αντίστοιχες πιέσεις έχουν ασκηθεί στη δανειακή επιβάρυνση των επιχειρήσεων έναντι του κύκλου εργασιών τους.. Οι εξελίξεις αυτές αναδεικνύουν με τον πλέον ζοφερό τρόπο την ανάγκη για αποτελεσματική διαχείριση του υψηλού αποθέματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων που αποτελεί τη σημαντικότερη πρόκληση που καλείται να αντιμετωπίσει ο εγχώριος τραπεζικός τομέας. Το υψηλό ποσοστό μη εξυπηρετούμενων δανείων επηρεάζει αρνητικά τόσο την προσφορά όσο και τη ζήτηση νέων δανείων και ουσιαστικά ακυρώνει το διαμεσολαβητικό ρόλο των τραπεζών μεταξύ αποταμίευσης και επένδυσης, επιβραδύνοντας τη χρηματοδότηση και την ανάκαμψη της οικονομικής δραστηριότητας.

Ορισμένοι βασικοί δείκτες για τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια αναδεικνύουν το μέγεθος του προβλήματος. Στο τέλος του Ιουνίου 2017 τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια ανέρχονταν σε 103 δισεκ. ευρώ ή 44,9% του δανειακού χαρτοφυλακίου των τραπεζών στην Ελλάδα. Το ποσοστό αυτό είναι το υψηλότερο στην Ευρώπη και σχεδόν δεκαπλάσιο από το σταθμισμένο μέσο όρο (4,5%) στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ). Τα ποσοστά των μη εξυπηρετούμενων δανείων ανά κατηγορία δανείων στην Ελλάδα διαμορφώνονται σε 42,7% για τα στεγαστικά, 44,4% για τα επιχειρηματικά και 53,6% για τα καταναλωτικά δάνεια και αφορούν περίπου 475 χιλιάδες, 410 χιλιάδες και 1,7 εκατομμύρια δανειακούς φακέλους αντίστοιχα.

Είναι προφανές ότι η αποτελεσματική διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων μπορεί να συμβάλει στην απελευθέρωση πόρων για τη χρηματοδότηση της υγιούς επιχειρηματικότητας και την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου με τη στροφή της ελληνικής οικονομίας προς καινοτόμους και εξαγωγικούς κλάδους διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών. Ο εντοπισμός των επιχειρήσεων με προοπτικές βιωσιμότητας, για τις οποίες θα πρέπει να εφαρμοστούν μακροπρόθεσμες λύσεις αναδιάρθρωσης, σε συνδυασμό με την προσέλκυση νέων κεφαλαίων, δεν είναι εύκολη διαδικασία. Θα πρέπει από τη μία πλευρά να επιβραβεύεται η υπεύθυνη επιχειρηματικότητα, η οποία δικαιούται μια δεύτερη ευκαιρία, και από την άλλη να ασκείται εύλογη πίεση στους στρατηγικούς κακοπληρωτές. Η συνολική διευθέτηση των οφειλών με δίκαιο, αποτελεσματικό και κοινωνικά ευαίσθητο τρόπο μπορεί να αποβεί επωφελής για όλους τους εμπλεκομένους.

5. Η αναδιανεμητική επίδραση των άμεσων και έμμεσων φόρων στη διάρκεια της κρίσης

Δεδομένου ότι η φορολογία υπήρξε ο σημαντικότερος μοχλός δημοσιονομικής προσαρμογής, είναι σημαντικό να διερευνήσουμε πώς τα διάφορα φορολογικά μέτρα επηρέασαν την ευημερία των νοικοκυριών, καθώς και την εισοδηματική ανισότητα στην Ελλάδα της κρίσης.

Ως προς την άμεση φορολογία

Οι Γιαννίτσης και Ζωγραφάκης (2016), στην ανάλυσή τους Ανισότητα, Φτώχεια και Οικονομικές Ανατροπές στα χρόνια της κρίσης, συμπεραίνουν, μεταξύ άλλων, τα εξής:

• Παρόλο που το μέσο εισόδημα προ φόρων μειώθηκε κατά 23,1%, ο φόρος εισοδήματος ως ποσοστό του μέσου εισοδήματος αυξήθηκε σημαντικά στα πρώτα έτη της κρίσης. Η μέση συνολική φορολογική επιβάρυνση όταν συμπεριληφθούν και ο φόρος επί της ακίνητης περιουσίας (ΕΕΤΗΔΕ, ΕΤΑΚ, ΕΝΦΙΑ κ.λπ.) και η ειδική εισφορά αλληλεγγύης αυξάνεται από 10,4% σε 15,9%. Η αυξημένη αυτή επίδραση της φορολογίας ήταν ιδιαίτερα επώδυνη για το κατώτερο μισό της κατανομής, καθώς συν τοις άλλοις νοικοκυριά χωρίς εισοδήματα (π.χ. νοικοκυριά ανέργων) συν τοις άλλοις φορολογήθηκαν για πρώτη φορά λόγω του ΕΕΤΗΔΕ, αλλά και για τα ανώτατα εισοδήματα (το πλουσιότερο 1%).
• Ενώ οι φορολογικές απαλλαγές αντιπροσωπεύουν όφελος μικρότερο του 1% του φορολογητέου εισοδήματος, έχουν πολύ πιο σημαντική επίδραση στα δύο χαμηλότερα δεκατημόρια.
• Ο φόρος στη μεγάλη ακίνητη περιουσία αντιπροσώπευε πολύ μικρό ποσοστό στο συνολικό εισόδημα (0,21% το 2008 και 0,48% το 2012), ενώ η αύξησή του επιβάρυνε κυρίως το ανώτατο δεκατημόριο.
• Ο φόρος επί των ακινήτων (ΕΕΤΗΔΕ, ΕΤΑΚ, ΕΝΦΙΑ) είχε πολύ σημαντικότερη επίδραση στη φορολογική επιβάρυνση (πχ 2,95% κατά μέσο όρο το 2012) και η επιβάρυνση ήταν υψηλότερη στα χαμηλά από ό,τι στα υψηλά εισοδήματα (4,33% στο κάτω μισό της κατανομής, έναντι 2,61% στα δύο ανώτερα δεκατημόρια). Αυτό εξηγείται αφενός λόγω του αναλογικού κυρίως χαρακτήρα των φόρων αυτών, αφετέρου δε από το ότι τα χαμηλότερα εισοδήματα έχουν μεγαλύτερο μερίδιο στη συνολική περιουσία από ό,τι στο συνολικό εισόδημα (ενδεικτικά το 2012, το μερίδιο της συνολικής περιουσίας που αντιστοιχούσε στο κάτω 50% της κατανομής ήταν 31,9%, ενώ το εισόδημά του αντιστοιχούσε στο 18,3% του συνολικού εισοδήματος).
• Ο φόρος μεγάλης ακίνητης περιουσίας και ο ΕΕΤΗΔΕ ενοποιήθηκαν από το 2014 στον γνωστό ΕΝΦΙΑ, ο οποίος διεύρυνε τη φορολογική βάση. Το 2016 ο ΕΝΦΙΑ επεκτάθηκε σε περιοχές και μορφές ακίνητης περιουσίας στην περιφέρεια που προηγουμένως εξαιρούνταν. Έτσι, όχι μόνο αυξήθηκε το συνολικό του βάρος στο ΑΕΠ, αλλά άλλαξε και η κατανομή του, επιβαρύνοντας ακόμη περισσότερο το κάτω μέρος της κατανομής. Πάντως, ανεξάρτητα από τη θέση τους στην εισοδηματική κατανομή, σημαντικός αριθμός νοικοκυριών αντιμετωπίζει συνθήκες ακραίας επιβάρυνσης και έλλειψης ρευστότητας σε ό,τι αφορά τη φορολογία ακίνητης περιουσίας.

Επιπλέον, η έκτακτη οικονομική εισφορά για τα υψηλά εισοδήματα και η έκτακτη εισφορά στις μεγάλες επιχειρήσεις και στους ιδιοκτήτες ακινήτων αξίας άνω των 200 χιλιάδων ευρώ είναι σχεδόν βέβαιο ότι έχουν προοδευτικό χαρακτήρα, με την έννοια ότι επιβαρύνουν σχετικά περισσότερο τα ανώτερα εισοδηματικά στρώματα. Ανάλογο θα είναι το αποτέλεσμα και από την κατάργηση της αυτοτελούς φορολόγησης ορισμένων εισοδημάτων. Τέλος, επισημαίνεται ότι η φορολογική κλίμακα εισοδήματος έγινε πιο προοδευτική στην περίοδο της κρίσης κυρίως μέσω της επιβολής της έντονα προοδευτικής εισφοράς αλληλεγγύης στα υψηλά κυρίως εισοδήματα.

Ως προς την έμμεση φορολογία

Οι έμμεσοι φόροι στην Ελλάδα ήταν παραδοσιακά και παραμένουν ακόμη η υπ’ αριθμόν ένα πηγή δημοσιονομικών εσόδων (έφθασαν το 16,2% του ΑΕΠ το 2015, έναντι 13,6% στην ΕΕ-28), με αναλογία που προσεγγίζει τα 2/3 του συνόλου των φορολογικών εσόδων (25,7% του ΑΕΠ το 2015, έναντι 26,9% στην ΕΕ-28). Στο πλαίσιο της έμμεσης φορολογίας, ο ρόλος των Ειδικών Φόρων Κατανάλωσης (ΕΦΚ) ήταν και παραμένει σημαντικός. Όπως προέκυψε από μελέτες, η αναδιανεμητική επίδραση των ΕΦΚ στα αλκοολούχα ποτά που καταναλώνονται στο σπίτι είναι μεν προοδευτική, αλλά ποσοτικά περιορισμένη. Αντίθετα, η επίδραση του ΕΦΚ στα προϊόντα καπνού διαπιστώθηκε ότι είναι αφενός μεν ποσοτικά σημαντική, αφετέρου δε έντονα αντιστρόφως προοδευτική, με την έννοια ότι επιβαρύνει κυρίως τα κατώτερα εισοδηματικά στρώματα. Αντιστρόφως προοδευτική βρέθηκε να είναι και η επίδραση του ΕΦΚ στα καύσιμα θέρμανσης. Ο πλέον προοδευτικός και ποσοτικά σημαντικός μεταξύ των ΕΦΚ είναι αυτός που επιβάλλεται στα καύσιμα κίνησης και την κατοχή των ιδιωτικών αυτοκινήτων.

Τα καταναλωτικά μερίδια των προϊόντων καπνού και του πετρελαίου θέρμανσης είναι σχετικά μεγαλύτερα για τα φτωχότερα νοικοκυριά των κατώτερων δεκατημορίων σε σχέση με τα ευπορότερα νοικοκυριά (των υψηλότερων δεκατημορίων). Αντίθετα, τα καύσιμα κίνησης επιβαρύνουν αναλογικά περισσότερο τα πιο πλούσια νοικοκυριά. Κατά συνέπεια, η πρόσφατη φορολογική επιβάρυνση μέσω της αύξησης των ΕΦΚ των προϊόντων καπνού και του πετρελαίου θέρμανσης λειτουργεί αντιστρόφως προοδευτικά, ενώ ακριβώς το αντίθετο συμβαίνει με τη φορολόγηση των καυσίμων κίνησης.

Οι ισχύοντες έμμεσοι φόροι στα είδη διατροφής, τη στέγαση (όπου περιλαμβάνεται και το πετρέλαιο θέρμανσης), την υγεία και τις επικοινωνίες είναι αντίστροφα προοδευτικοί, ενώ προοδευτικοί είναι οι φόροι στην ένδυση και την υπόδηση, τον οικιακό εξοπλισμό, την αναψυχή και, το σημαντικότερο, τα ιδιωτικά μέσα μεταφοράς. Συγκεκριμένα, οι φόροι κατοχής και χρήσης ιδιωτικών μέσων μεταφοράς (κυρίως επιβατικών αυτοκινήτων), επειδή είναι έντονα προοδευτικοί, αντισταθμίζουν σε σημαντικό βαθμό τις αρνητικές αναδιανεμητικές επιδράσεις των άλλων έμμεσων φόρων.

Η συνολική επιβάρυνση από την έμμεση φορολογία στην κατανομή του εισοδήματος στην Ελλάδα παρουσιάζει σχήμα αντεστραμμένου U, δηλαδή είναι μεγαλύτερη για το μέσο από ό,τι για τα άκρα της εισοδηματικής κατανομής. Η εικόνα αυτή αντανακλά τη συνάθροιση έντονα προοδευτικών (π.χ. σε ένδυση, οικιακό εξοπλισμό, αναψυχή, μεταφορές) και έντονα αντιστρόφως προοδευτικών (π.χ. σε διατροφή, καπνό, στέγαση, υγεία) φόρων. Ωστόσο, όλες οι εκτιμήσεις συγκλίνουν ότι η ανισότητα αυξάνεται με την επιβολή των έμμεσων φόρων. Έτσι, η αύξηση της έμμεσης φορολογίας δημιουργεί ζητήματα κοινωνικής δικαιοσύνης, καθώς τα φτωχότερα τμήματα του πληθυσμού επιβαρύνονται δυσανάλογα, σε σύγκριση πάντοτε με ανάλογες αυξήσεις της άμεσης φορολογίας, η οποία διακρίνεται από κάποια προοδευτικότητα.

Πρέπει όμως να ληφθεί υπόψη ότι οι αυξήσεις στους έμμεσους φόρους την περίοδο της κρίσης συμβάδισαν χρονικά με τη σημαντική συρρίκνωση των εισοδημάτων. Για το λόγο αυτό, τα νοικοκυριά, προκειμένου να αποφύγουν τις αυξημένες επιβαρύνσεις, άλλαξαν συνήθειες και καταναλωτικές συμπεριφορές. Για παράδειγμα, τα νοικοκυριά χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος επέλεξαν είτε φθηνότερους τρόπους θέρμανσης είτε να μην αγοράσουν καθόλου πετρέλαιο. Πολλά νοικοκυριά περιόρισαν τις μετακινήσεις τους, καταναλώνοντας μικρότερες ποσότητες καυσίμων, ενώ άλλα κατέθεσαν τις πινακίδες κυκλοφορίας των οχημάτων τους διότι αδυνατούσαν να πληρώσουν τα αυξημένα τέλη. Κατά συνέπεια, πίσω από τη μέτρια αρνητική αναδιανεμητική επίδραση της αύξησης των έμμεσων φόρων (η ανισοκατανομή της δαπάνης μετά τους φόρους γίνεται λίγο πιο άνιση, καθώς αυξάνεται από 5,6 σε 5,7 με βάση το δείκτη S80/S20) κρύβονται δυσμενέστερες καταναλωτικές επιλογές. Έως το 2008 οι φόροι στην αγορά και χρήση των αυτοκινήτων ανέτρεπαν την αρνητική αναδιανεμητική επίδραση του υπόλοιπου φορολογικού συστήματος, αφού οι ανώτερες εισοδηματικές τάξεις είχαν ακριβότερα και πιο ενεργοβόρα αυτοκίνητα και παράλληλα οι φόροι κατοχής και κτήσης αυτοκινήτων είχαν έντονα προοδευτική δομή. Η κατάρρευση της αγοράς αυτοκινήτων μετά την εκδήλωση της οικονομικής κρίσης απενεργοποίησε την προοδευτική λειτουργία των φόρων αυτών. Όμοια, η δραστική αύξηση του ειδικού φόρου κατανάλωσης στο πετρέλαιο θέρμανσης τον Οκτώβριο του 2012 έχει επιφέρει τεράστια επιβάρυνση στα φτωχά νοικοκυριά, στο βαθμό που αυτά θα ήθελαν να διατηρήσουν τις συνθήκες θέρμανσής τους σταθερές. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, η συνολική μείωση της κατανάλωσης πετρελαίου θέρμανσης άγγιξε το 60% το 2013, υποδηλώνοντας ότι υπήρξαν δραστικές μεταβολές στα καταναλωτικά πρότυπα και άρα στο επίπεδο διαβίωσης των νοικοκυριών και ιδιαίτερα των φτωχών.

6. Η αναδιανεμητική επίδραση των παρεμβάσεων στους μισθούς και τις συντάξεις στη διάρκεια της κρίσης

Σε σχέση με τις παρεμβάσεις στους μισθούς και στις συντάξεις, τα αποτελέσματα των μελετών για την Ελλάδα δείχνουν ότι μια ανάλογη μείωση κατά 10% στις συντάξεις, τα γεωργικά/αγροτικά εισοδήματα και τις μεταβιβάσεις φαίνεται ότι θα έχει σημαντική επίδραση στην αύξηση της συνολικής ανισότητας κατά 0,52%, 0,48% και 0,65% αντίστοιχα. Αυτό εξηγείται από τη σχετικά μεγαλύτερη συμμετοχή των εισοδημάτων αυτών στο συνολικό εισόδημα των φτωχότερων νοικοκυριών. Ωστόσο, τα αποτελέσματα των αναλύσεων δεν καταδεικνύουν με σαφήνεια αν οι περικοπές στους μισθούς και τα ημερομίσθια, κυρίως στο δημόσιο τομέα, που εφαρμόστηκαν στη διάρκεια της τρέχουσας κρίσης έχουν οδηγήσει σε αύξηση ή μείωση της συνολικής ανισότητας. Λόγω της σχετικά μεγαλύτερης συνεισφοράς των μισθών και των ημερομισθίων στο δημόσιο τομέα στα μεσαία εισοδηματικά στρώματα, το μέγεθος και η κατεύθυνση των σχετικών περικοπών στη συνολική ανισότητα δεν είναι ξεκάθαρο.

Έτσι, για παράδειγμα η κατάργηση των δώρων του Πάσχα, των Χριστουγέννων και των επιδομάτων αδείας, καθώς και των άλλων παροχών στο δημόσιο τομέα, εκτιμάται ότι έχει επηρεάσει κυρίως τα μεσαία εισοδηματικά κλιμάκια, με αμφίβολα αναδιανεμητικά αποτελέσματα στο σύνολο της κατανομής του εισοδήματος. Από τη άλλη πλευρά, η μείωση των δώρων Πάσχα, Χριστουγέννων και επιδόματος αδείας που καταβάλλονται στους συνταξιούχους εκτιμάται ότι λειτούργησε αντιστρόφως προοδευτικά. Ωστόσο, η ταυτόχρονη προστασία αυτών που λαμβάνουν χαμηλότερες συντάξεις είναι βέβαιο ότι έχει αμβλύνει ή και αντιστρέψει το αρνητικό αυτό αποτέλεσμα. Αντιστρόφως προοδευτικό είναι προφανές ότι θα είναι και το αποτέλεσμα της κατάργησης των περισσότερων από τις πιστώσεις του προϋπολογισμού για το ΕΚΑΣ και τα άλλα κοινωνικά επιδόματα, καθώς το εν λόγω επίδομα ενισχύει κυρίως τις κατώτερες και πολύ χαμηλές συντάξεις.

7. Συμπεράσματα και προτάσεις πολιτικής

Η Ελλάδα βιώνει εδώ και επτά χρόνια μια βαθύτατη οικονομική κρίση, που έχει σε σημαντικό βαθμό αποδιαρθρώσει τον κοινωνικό ιστό της χώρας. Η ζήτηση για κοινωνική μέριμνα από την πλευρά των πολιτών είναι έντονη, ενώ η προσφορά από το κράτος χαρακτηρίζεται από αποσπασματικότητα με διοικητικές δυσλειτουργίες, αλλά και σημαντικές βελτιώσεις τα τελευταία έτη. Επιπλέον, η αύξηση της κοινωνικής δαπάνης τις τελευταίες δεκαετίες πριν από την κρίση δεν συνοδεύθηκε από τον «εξευρωπαϊσμό» των κοινωνικών πολιτικών, που συνέχισαν να χαρακτηρίζονται από μία πανσπερμία ρυθμίσεων με συγκρουόμενες αρμοδιότητες μεταξύ διαφορετικών φορέων.

Η αναδιανεμητική επίδραση των κοινωνικών παροχών του κατακερματισμένου κοινωνικού κράτους πρόνοιας στην Ελλάδα ήταν περιορισμένη σε σχέση με όλες τις άλλες χώρες της ΕΕ. Προφανώς, πέρα από την έκταση των διαθέσιμων πόρων, υπάρχουν και ορισμένοι άλλοι σημαντικοί παράγοντες που επηρεάζουν το τελικό αποτέλεσμα. Τέτοιοι παράγοντες είναι η σύνθεση των κοινωνικών παροχών και ο βαθμός στόχευσης των επιμέρους παροχών προς τους πραγματικούς δικαιούχους, δηλ. τους οικονομικά ασθενέστερους και με μεγαλύτερη ανάγκη. Το μεγαλύτερο μέρος των κοινωνικών δαπανών στις μεσογειακές χώρες το κατέχουν οι συντάξεις και σε μικρότερο βαθμό οι μη συνταξιοδοτικές κοινωνικές παροχές, όπως είναι τα κοινωνικά επιδόματα (ανεργίας, αναπηρίας, πρόνοιας, ασθένειας, στέγασης, οικογενειακά κ.ά.), τα οποία είναι πιο «προοδευτικά», με την έννοια ότι ενισχύουν περισσότερο τους οικονομικά ασθενέστερους. Ο αναδιανεμητικός ρόλος των συντάξεων έχει ενισχυθεί σημαντικά τα τελευταία έτη στην Ελλάδα, μειώνοντας τον κίνδυνο σχετικής φτώχειας κατά 27,7 ποσοστιαίες μονάδες το 2016 (έναντι 18,6 ποσοστιαίες μονάδες στις χώρες της ΕΕ-28). Σ’ αυτή την περίπτωση, είναι επιτακτική ανάγκη οι υπόλοιποι λίγοι πόροι που διατίθενται για τα κοινωνικά επιδόματα να φθάνουν στους πραγματικούς δικαιούχους. Η αναδιανεμητική επίδραση του συνόλου των επιδομάτων αυτών περιορίζει τον κίνδυνο φτώχειας στην Ελλάδα μόλις κατά 4 ποσοστιαίες μονάδες, έναντι 8,5 μονάδων για το μέσο όρο των χωρών της ΕΕ.

Η κρίση δεν έχει επηρεάσει ομοιόμορφα ολόκληρο τον πληθυσμό και φαίνεται ότι έχει οδηγήσει σε ακόμη χειρότερη κατάσταση ομάδες του πληθυσμού που βρίσκονταν ήδη σε υψηλό κίνδυνο φτώχειας πριν από την τρέχουσα κρίση. Η αύξηση των συντελεστών του Φόρου Προστιθεμένης Αξίας, η αύξηση των Ειδικών Φόρων Κατανάλωσης στα καύσιμα, τα ποτά και τα τσιγάρα, η καθιέρωση του Ενιαίου Τέλους Ακίνητης Περιουσίας και της έκτακτης εισφοράς στα ακίνητα εκτιμάται ότι οδήγησαν στη δυσανάλογη μείωση της πραγματικής αγοραστικής δύναμης των φτωχότερων νοικοκυριών, ενώ οι μεγάλες αυξήσεις τιμών στα τρόφιμα και στα καύσιμα επηρέασαν τους φτωχούς πολύ περισσότερο από ό,τι τα πιο πλούσια νοικοκυριά.

Από τα διαθέσιμα στοιχεία για τα πρώτα έτη της κρίσης προκύπτει ότι η σχετική φτώχεια αυξήθηκε σχετικά μέτρια στην περίοδο της τρέχουσας κρίσης (3 ποσοστιαίες μονάδες μεταξύ των ετών 2010 και 2013), ενώ οι διαστάσεις της «απόλυτης» φτώχειας αυξήθηκαν δραματικά. Η κοινωνία βίωσε μια σημαντική και βίαιη μείωση εισοδημάτων και του βιοτικού της επιπέδου, που άγγιξε πολλές ομάδες του πληθυσμού. Σημαντικός αριθμός νοικοκυριών έχασαν την πρόσβαση σε «βασικά» αγαθά ή υπηρεσίες, ενώ η δραματική αύξηση της ανεργίας στην περίοδο της κρίσης στη χώρα μας συνοδεύεται με περικοπές στο χώρο των κοινωνικών δαπανών.

Στη συγκυρία αυτή είναι προφανές ότι οι όποιες παρεμβάσεις θα πρέπει να στοχεύουν στη βελτίωση της αποτελεσματικότητας των περιορισμένων κοινωνικών δαπανών και στην προώθηση της κοινωνικής συνοχής μέσα από τον περιορισμό της ακραίας φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού. Απαιτείται επαναπροσδιορισμός και ενδυνάμωση των κοινωνικών πολιτικών. Οι πολιτικές που εφαρμόστηκαν τα τελευταία έτη φαίνεται να είναι πιο αποτελεσματικές στο να περιορίζουν την ένταση της φτώχειας των ηλικιωμένων, αλλά αποδεικνύονται μάλλον ανεπαρκείς για άλλες κοινωνικά ευπαθείς ομάδες και κυρίως τους νέους και τους ανέργους. Ο επαναπροσδιορισμός των βασικών παραμέτρων της κοινωνικής πολιτικής παραμένει ζητούμενο και αναδεικνύεται ως επιτακτικά αναγκαίος από στην τρέχουσα κρίση. Κοινωνικές πολιτικές με σκοπό να ενισχυθεί το κοινωνικό δίχτυ ασφαλείας και να ελαφρυνθούν οικονομικά εκείνες οι κοινωνικές ομάδες που βιώνουν την απώλεια απασχόλησης, τη συσσώρευση των χρεών, τη μείωση της αγοραστικής τους δύναμης, τη μείωση των εισοδημάτων και την αύξηση των φόρων κρίνονται αναγκαίες.

Ορισμένα μέτρα εισοδηματικής στήριξης στην περίοδο της κρίσης φαίνεται να κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση. Μεταξύ αυτών είναι η χορήγηση ενιαίου επιδόματος στήριξης τέκνων με εισοδηματικά κριτήρια, η χορήγηση βοηθήματος ανεργίας αυτοαπασχολουμένων, η διεύρυνση των κριτηρίων επιλεξιμότητας του επιδόματος μακροχρόνιας ανεργίας, το πρόγραμμα αντιμετώπισης της ανθρωπιστικής κρίσης, η χορήγηση του κοινωνικού μερίσματος καθώς και η καθολική εφαρμογή του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος.

Τα “επιμέρους” κρίσιμα προβλήματα που αναδύονται, όπως είναι η καταπολέμηση της παιδικής φτώχειας και η αποτελεσματική προστασία των ανέργων, πρέπει να αντιμετωπιστούν άμεσα. Σχετικές προτάσεις έχουν διατυπωθεί και σε εκθέσεις της Τράπεζας της Ελλάδος, όπου π.χ. προτεινόταν ότι “οι περιορισμένες κοινωνικές δαπάνες πρέπει να γίνουν πιο αποτελεσματικές, δίνοντας προτεραιότητα στην εξάλειψη ακραίων φαινομένων φτώχειας σε οικογένειες με παιδιά και χωρίς κανέναν εργαζόμενο, χωρίς επίδομα ανεργίας ή άλλη εισοδηματική ενίσχυση και συχνά χωρίς πρόσβαση στην κοινωνική ασφάλιση” και ότι “προς αυτή την κατεύθυνση θα μπορούσε να συμβάλει η καθολική εφαρμογή του κοινωνικού εγγυημένου εισοδήματος”, το οποίο από τις αρχές Φεβρουαρίου 2017 υλοποιείται σε εθνική κλίμακα μετονομασμένο σε κοινωνικό εισόδημα αλληλεγγύης (με μικρές διαφορές από το πρόγραμμα που εφαρμόστηκε στην πρώτη πιλοτική φάση). Συνολικά αναμένεται να ωφεληθούν 280.000 νοικοκυριά με 700.000 μέλη, ενώ ο προϋπολογισμός του προγράμματος για τους 11 μήνες εφαρμογής του 2017 ανέρχεται σε 760 εκατ. ευρώ (0,4% του ΑΕΠ). Τα νοικοκυριά εντάσσονται στο πρόγραμμα εφόσον πληρούν αθροιστικά συγκεκριμένα εισοδηματικά, περιουσιακά και κριτήρια διαμονής. Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η χορήγηση του «κοινωνικού μερίσματος» που ψηφίστηκε πρόσφατα από την ελληνική Βουλή των Ελλήνων με ανάλογα αλλά ελαφρά πιο διευρυμένα κριτήρια για τη χορήγησή του.
Τέλος, επισημαίνεται ότι η ενίσχυση της απασχόλησης είναι ο καλύτερος τρόπος αποτροπής από καταστάσεις φτώχειας, ενώ πολιτικές βελτίωσης του εκπαιδευτικού επιπέδου των πιο φτωχών τμημάτων του πληθυσμού είναι βέβαιο ότι θα αμβλύνουν τους κοινωνικούς δείκτες της ανισότητας, της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, η σχετική υστέρηση δεν εξαντλείται στο εισόδημα και η αντιμετώπισή της απαιτεί τη συντονισμένη δράση κοινωνικών δαπανών και κοινωνικών επενδύσεων (παιδεία, υγεία, κ.λπ.).


Βιβλιογραφικές αναφορές και παραπομπές

Citi GPS: Global Perspectives & Solutions Report “Inequality and Prosperity in the Industrialized World, Addressing a Growing Challenge”, September 2017. Γιαννίτσης Τ. και Ζωγραφάκης Στ., «Ανισότητες, φτώχεια, οικονομικές ανατροπές στα χρόνια της κρίσης», Εκδόσεις Πόλις, Σεπτέμβριος 2016.
Ελληνική Στατιστική Αρχή, Δελτίο Τύπου «Οικονομική Ανισότητα - Έρευνα εισοδήματος και συνθηκών διαβίωσης των νοικοκυριών 2016», ΕΛΣΤΑΤ, Ιούνιος 2017.
Ελληνική Στατιστική Αρχή, e-Εκδόσεις, «Συνθήκες Διαβίωσης στην Ελλάδα», Νοέμβριος 2017.
Helliwell J., Layard R., and Sachs J. (Editors), “World Happiness Report 2015”, New York: Sustainable Development Solutions Network, 2015.
International Labour Organization, “Global Wage Report 2016/17, Wage Inequality in the workplace”, Geneva 2017.
Καπλάνογλου Γ. και Ράπανος Β., «Ποιοι πληρώνουν τους έμμεσους φόρους στην Ελλάδα; Πρώτες ενδείξεις στην περίοδο της κρίσης», Τεύχος «Δημοσιονομική προσαρμογή: πόσο δίκαιη είναι η κατανομή των βαρών;», Γραφείο Προϋπολογισμού του κράτους στη Βουλή, 2014.
Leventi, C. and Matsaganis Μ., “Estimating the distributional impact of the Greek crisis (2009-2014)”, OECD Economics Department Working Papers, No. 1312, OECD Publishing, 2016. http://dx.doi.org/10.1787/5jlv2jl6c9f3-en  
Mitrakos T. and Botsari M., “Social Indicators and the Effectiveness of Social Transfers in Greece over the Recent Crisis”, Social Cohesion and Development 2016, Volume 11, Issue 1, Spring 2016.
Μητράκος Θ., Άρθρο με θέμα «Η αποτελεσματική διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων ως πηγή χρηματοδότησης της ελληνικής οικονομίας», εφημερίδα «Έθνος της Κυριακής», 19 Νοεμβρίου 2017.
Μητράκος, Θ., Συζήτηση με θέμα “The NPL issue and possible resolutions” στην 18th PRODEXPO, 17 Οκτωβρίου 2017, Αθήνα.
www.bankofgreece.gr/Pages/el/Bank/News/Speeches/DispItem.aspx?Item_ID=478&List_ID=b2e9402e-db05-4166-9f09-e1b26a1c6f1b  
Μητράκος, Θ., Ομιλία με θέμα “Incentives for Growth” στo 12th Red Business Forum, 30 Μαΐου 2017, Αθήνα.
www.bankofgreece.gr/Pages/el/Bank/News/Speeches/DispItem.aspx?Item_ID=440&List_ID=b2e9402e-db05-4166-9f09-e1b26a1c6f1b  
ΟΕCD, “Income Inequality remains high in the face of weak recovery”, OECD Inequality Update, OECD Publishing, November 2016.
ΟΕCD, “How is life? 2017 Measuring Well-Being”, OECD Publishing, 15 November 2017.
Στουρνάρας Γ., Ομιλία με θέμα «Μόρφωση, Εκπαίδευση και Οικονομική Ανάπτυξη» σε εκδήλωση του Ιδρύματος Fulbright στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη, 15 Νοεμβρίου 2017. www.bankofgreece.gr/Pages/el/Bank/News/Speeches/DispItem.aspx?Item_ID=486&List_ID=b2e9402e-db05-4166-9f09-e1b26a1c6f1b  
Στουρνάρας Γ., Ομιλία με θέμα «Η ελληνική οικονομία: προοπτικές και κυριότερες προκλήσεις» στο 2nd EU-Arab World Summit, 10 Νοεμβρίου 2017.
www.bankofgreece.gr/Pages/el/Bank/News/Speeches/DispItem.aspx?Item_ID=481&List_ID=b2e9402e-db05-4166-9f09-e1b26a1c6f1b  
Χαραλαμπάκης Ε., «Πόσο έχει επηρεάσει η κρίση την οικονομική κατάσταση των ελληνικών νοικοκυριών; Μια συγκριτική ανάλυση των δύο κυμάτων της έρευνας HFCS», Οικονομικό Δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος, Τεύχος 45, Ιούλιος 2017. www.bankofgreece.gr/Publications/oikodelt201707.pdf  


​​ 
Αυτό το website χρησιμοποιεί cookies για την βελτιστοποίηση της εμπειρίας σας. Μάθετε περισσότερα
Αποδέχομαι