EN

Δελτία Τύπου

Εικοστό τρίτο τεύχος του

29/07/2004 - Δελτία Τύπου

Κυκλοφόρησε το τεύχος 23 (Ιούλιος 2004) του "Οικονομικού Δελτίου" της Τράπεζας της Ελλάδος. Στο "Οικονομικό Δελτίο" δημοσιεύονται τρεις μελέτες.

Οι μελέτες αυτές, οι οποίες, όπως πάντοτε, απηχούν τις απόψεις των συγγραφέων και όχι κατ' ανάγκη της Τράπεζας της Ελλάδος, είναι οι εξής:

Θεόδωρος Σ. Παπασπύρου, ''Τα νέα κράτη-μέλη της ΕΕ και στρατηγικές για την ΟΝΕ: ο ρόλος του Μηχανισμού Συναλλαγματικών Ισοτιμιών ΙΙ (ΜΣΙ ΙΙ)''.

Μετά τη διεύρυνση της ΕΕ την 1η Μαΐου 2004, το ζήτημα της προετοιμασίας των νέων κρατών-μελών για τη συμμετοχή τους στη ζώνη του ευρώ βρίσκεται στο επίκεντρο των συζητήσεων σχετικά με θέματα οικονομικής πολιτικής. Το άρθρο επιχειρεί μια επισκόπηση του θεσμικού πλαισίου για τις οικονομικές πολιτικές το οποίο θα κληθούν να υιοθετήσουν σταδιακά τα νέα κράτη-μέλη και εξετάζει τα κυριότερα αναλυτικά στοιχεία και θέματα πολιτικής που σχετίζονται με την προετοιμασία τους για τη συμμετοχή στη ζώνη του ευρώ. Με βάση την εμπειρία του παρελθόντος και υπό το φως των κανόνων που ισχύουν στην ΕΕ, εξετάζεται ο ρόλος του Μηχανισμού Συναλλαγματικών Ισοτιμιών ΙΙ (ΜΣΙ ΙΙ) στην προσπάθεια σύγκλισης των νέων κρατών-μελών. Αναλύονται ουσιώδη στοιχεία του μηχανισμού και θέματα νομισματικής και συναλλαγματικής στρατηγικής, στα οποία συμπεριλαμβάνονται ο πλέον κατάλληλος χρόνος εισόδου και η διάρκεια της συμμετοχής στον ΜΣΙ ΙΙ, η παρέμβαση στις αγορές συναλλάγματος για την υποστήριξη των κεντρικών ισοτιμιών, η πρακτική σημασία της "επίδρασης Balassa-Samuelson", η δημοσιονομική προσαρμογή, καθώς και στρατηγικές εξόδου από τα παρόντα συναλλαγματικά καθεστώτα. Επίσης, ιδιαίτερη προσοχή δίδεται σε κινδύνους και θέματα πολιτικής που συνδέονται με την ελεύθερη κίνηση των κεφαλαίων.

Από την ανάλυση προκύπτει ότι ο ΜΣΙ ΙΙ παρέχει περισσότερη ευελιξία και σταθερότητα συγκρινόμενος με προγενέστερες παραλλαγές του μηχανισμού και θα πρέπει να θεωρείται ως ένα μέσο με το οποίο δοκιμάζεται η συνέπεια των πολιτικών και ενθαρρύνονται οι αναγκαίες προσαρμογές ώστε να επιτευχθεί η σύγκλιση. Επίσης διαπιστώνεται ότι η μακροοικονομική σταθεροποίηση που επιδιώκεται με στόχο την επίτευξη ονομαστικής σύγκλισης μπορεί να είναι συμβατή με πραγματική σύγκλιση. Η εμπειρία δείχνει ότι οι δύο διαδικασίες μπορούν να ενισχύονται αμοιβαία, ιδιαίτερα εάν η πρόοδος προς την ονομαστική σύγκλιση έχει αποκτήσει αυξημένη αξιοπιστία, επηρεάζοντας έτσι τη διαμόρφωση των επιτοκίων, των μισθών και των τιμών. Επιπλέον, η πραγματική σύγκλιση ενισχύεται από πόρους του προϋπολογισμού της ΕΕ. Ένα γενικότερο συμπέρασμα είναι ότι οι υπάρχοντες κοινοτικοί θεσμοί, μέσα και μηχανισμοί συνιστούν ένα χρήσιμο πλαίσιο για την καθοδήγηση της προσπάθειας σύγκλισης προς την ΟΝΕ, το οποίο θα πρέπει να αξιοποιηθεί από τα νέα κράτη-μέλη ώστε να επιτύχουν την ένταξή τους στην ΟΝΕ με τις καλύτερες προϋποθέσεις.

Θεόδωρος Μ. Μητράκος, "Εκπαίδευση και οικονομικές ανισότητες".

Τα προβλήματα της ανισότητας και της φτώχειας αποτελούν συνεχώς αντικείμενο διαλόγου στη χώρα μας τα τελευταία έτη. Συχνά όμως διατυπώνονται ισχυρισμοί για το μέγεθος, τη δομή και τη διαχρονική εξέλιξη της ανισότητας οι οποίοι δεν έχουν επαρκή τεκμηρίωση ή έρχονται σε αντίθεση με τα ευρήματα των διαθέσιμων εμπειρικών μελετών, ενώ δίνεται υπερβολική έμφαση σε δευτερεύοντες προσδιοριστικούς παράγοντες των οικονομικών ανισοτήτων. Η μελέτη επιδιώκει να αντιμετωπίσει, στο μέτρο του δυνατού, τη σύγχυση αυτή και να συμβάλει σε διεξοδικότερη ανάλυση του φαινομένου, χρησιμοποιώντας τα πρωτογενή στοιχεία της τελευταίας διαθέσιμης Έρευνας Οικογενειακών Προϋπολογισμών και του έβδομου "κύματος" του Ευρωπαϊκού Πάνελ Νοικοκυριών. Η έμφαση δίνεται στη μελέτη των περιφερειακών διαστάσεων της ανισότητας καθώς και στην ανάδειξη του πρωταρχικού ρόλου της εκπαίδευσης.

 Σύμφωνα με τα ευρήματα της μελέτης, όταν ο πληθυσμός ομαδοποιείται με βάση την περιφέρεια διαμονής, το βαθμό αστικότητας, τα δημογραφικά χαρακτηριστικά και την επαγγελματική κατάσταση του αρχηγού του νοικοκυριού, το 83% και πλέον της συνολικής ανισότητας αποδίδεται σε διαφορές που υπάρχουν "εντός" των διαφόρων πληθυσμιακών ομάδων. Όταν όμως ο πληθυσμός ομαδοποιείται με βάση το επίπεδο εκπαίδευσης του αρχηγού του νοικοκυριού, σχεδόν το ένα τέταρτο της συνολικής ανισότητας μπορεί να αποδοθεί σε ανισότητες "μεταξύ" αυτών των εκπαιδευτικών ομάδων. Για το λόγο αυτό, είναι κατ' αρχήν προτιμότερο οι πολιτικές που αποσκοπούν στη μείωση της ανισότητας να είναι "γενικές" (δηλαδή να απευθύνονται σε όλα τα μέλη του πληθυσμού ανεξάρτητα από κάποια ειδικά χαρακτηριστικά τους, όπως π.χ. η φορολογική πολιτική, οι γενικές πολιτικές "κράτους πρόνοιας", κ.λπ.) παρά "ειδικές". Όσον αφορά τις "ειδικές" πολιτικές, πιθανή εξαίρεση αποτελούν οι εκπαιδευτικές πολιτικές. Εφόσον τα αποτελέσματα της ανάλυσης δείχνουν ότι οι εκπαιδευτικές ανισότητες είναι πιο στενά συνδεδεμένες με τις οικονομικές ανισότητες από ό,τι άλλοι παράγοντες, πολιτικές που αποσκοπούν στην άμβλυνση των εκπαιδευτικών ανισοτήτων και στη βελτίωση του ανθρώπινου κεφαλαίου των ασθενέστερων τμημάτων του πληθυσμού είναι πιθανό ότι θα οδηγήσουν μακροχρόνια στον περιορισμό των οικονομικών ανισοτήτων.

Ευαγγελία Παπαπέτρου, "Μισθολογικές διαφορές μεταξύ ανδρών και γυναικών στην Ελλάδα".

Η ύπαρξη μισθολογικών διαφορών μεταξύ ανδρών και γυναικών εργαζομένων έχει εξεταστεί από πολλούς ερευνητές. Σκοπός της μελέτης είναι να εκτιμήσει τις μισθολογικές διαφορές μεταξύ των ανδρών και γυναικών εργαζομένων στην Ελλάδα και να προσδιορίσει τους παράγοντες οι οποίοι μπορούν να ερμηνεύσουν αυτές τις διαφορές. Συγκεκριμένα, χρησιμοποιήθηκε η τεχνική της ανάλυσης μισθών κατά προσδιοριστικούς παράγοντες (σύμφωνα με τους Oaxaca και Ransom) για να εξηγηθεί κατά πόσον οι διαφορές στις αμοιβές μεταξύ ανδρών και γυναικών αντανακλούν διαφορές ως προς τα παραγωγικά χαρακτηριστικά των εργαζομένων ή αποτελούν ένα "ανερμήνευτο μέρος" της διαφοράς των αμοιβών ή, τέλος, αντανακλούν "παράγοντα διάκρισης εις βάρος των γυναικών". Στην εμπειρική ανάλυση χρησιμοποιήθηκαν στατιστικά δεδομένα για την Ελλάδα τα οποία αντλήθηκαν από το ΅Ευρωπαϊκό Πάνελ Νοικοκυριών του 1999.

Από την επεξεργασία των στοιχείων της ανάλυσης φαίνεται ότι οι αμοιβές των ανδρών είναι, κατά μέσο όρο, υψηλότερες από τις αμοιβές των γυναικών. Για το σύνολο του δείγματος των εργαζομένων, οι αμοιβές των γυναικών εργαζομένων είναι, κατά μέσον όρο, 25% χαμηλότερες από τις αμοιβές των ανδρών. Οι άνδρες εργαζόμενοι απολαμβάνουν, κατά μέσο όρο, υψηλότερες αμοιβές από τις γυναίκες συναδέλφους τους στο ίδιο δεκατημόριο της κατανομής των μισθών. Η διαφορά στις αποδοχές μεταξύ ανδρών και γυναικών μειώνεται καθώς μετακινούμαστε από το 1ο δεκατημόριο της κατανομής των μισθών (χαμηλότερο επίπεδο μισθών) προς το 5ο δεκατημόριο της κατανομής των μισθών και στη συνέχεια αυτή η διαφορά και πάλι αυξάνεται μέχρι το 9ο δεκατημόριο (υψηλότερο επίπεδο μισθών) της κατανομής των μισθών. Τα αποτελέσματα της ανάλυσης βάσει "ισομερών παλινδρομήσεων" έδειξαν ότι για το σύνολο του δείγματος οι διαφορές στα παραγωγικά χαρακτηριστικά των εργαζομένων ερμηνεύουν περίπου το 40% της διαφοράς των αμοιβών μεταξύ των δύο φύλων, ενώ το ανερμήνευτο μέρος της διαφοράς των αμοιβών ("ανερμήνευτο κατάλοιπο" ή "παράγοντας διάκρισης εις βάρος των γυναικών") είναι το υπόλοιπο περίπου 60%. Η ίδια εικόνα παρουσιάζεται και σε όλα τα δεκατημόρια της κατανομής των μισθών, καθώς οι διαφορές στις αμοιβές μεταξύ ανδρών και γυναικών εργαζομένων δεν φαίνεται να ερμηνεύονται από διαφορετικά παραγωγικά χαρακτηριστικά των εργαζομένων, αλλά μάλλον αποτελούν το ανερμήνευτο μέρος της διαφοράς των αμοιβών ή αντανακλούν διάκριση εις βάρος των γυναικών.

Στο τεύχος επίσης περιλαμβάνονται περιλήψεις των "δοκιμίων εργασίας" τα οποία δημοσίευσε (στην αγγλική γλώσσα) ο Τομέας Ειδικών Μελετών της Διεύθυνσης Οικονομικών Μελετών της Τράπεζας στο διάστημα Ιανουαρίου-Ιουνίου 2004, στατιστικό τμήμα με βασικούς οικονομικούς δείκτες, καθώς και παράρτημα με τα μέτρα νομισματικής πολιτικής του Ευρωσυστήματος και τις αποφάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος σχετικά με την ίδρυση και λειτουργία των πιστωτικών ιδρυμάτων και την εποπτεία του χρηματοπιστωτικού συστήματος (στο διάστημα Ιανουαρίου-Ιουνίου 2004). Στο παράρτημα δημοσιεύονται τα πλήρη κείμενα τεσσάρων Πράξεων Διοικητή, οι οποίες αφορούν (α) τη στατιστική πληροφόρηση της Τράπεζας της Ελλάδος για συναλλαγές μεταξύ κατοίκων Ελλάδος και μη κατοίκων σε ευρώ και σε συνάλλαγμα, (β) τη λειτουργία των εταιριών διαμεσολάβησης στη μεταφορά κεφαλαίων και την εποπτεία τους από την Τράπεζα της Ελλάδος, (γ) την εποπτεία (από την Τράπεζα της Ελλάδος) του Ταμείου Εγγυοδοσίας Μικρών και Πολύ Μικρών Επιχειρήσεων (ΤΕΜΠΜΕ) και (δ) την ίδρυση και λειτουργία ανταλλακτηρίων συναλλάγματος στην Ελλάδα από ανώνυμες εταιρίες που δεν αποτελούν πιστωτικά ιδρύματα.

​​ 
Αυτό το website χρησιμοποιεί cookies για την βελτιστοποίηση της εμπειρίας σας. Μάθετε περισσότερα
Αποδέχομαι