EN

Δελτία Τύπου

Η Έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος για τη Νομισματική Πολιτική 2007-2008

20/02/2008 - Δελτία Τύπου

Υποβλήθηκε σήμερα στη Βουλή των Ελλήνων και το Υπουργικό Συμβούλιο η Έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος για τη Νομισματική Πολιτική 2007-2008 σύμφωνα με όσα προβλέπει το Καταστατικό της Τράπεζας της Ελλάδος. Την Έκθεση παρέδωσε στον Πρόεδρο της Βουλής κ. Δημήτριο Σιούφα ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος κ. Νικόλαος X. Γκαργκάνας.

Η Έκθεση εξετάζει τη διαμόρφωση του διεθνούς οικονομικού περιβάλλοντος, αναλύει τις νομισματικές και μακροοικονομικές εξελίξεις στη ζώνη του ευρώ και την Ελλάδα κατά το 2007 και αναφέρεται ιδιαίτερα στις οικονομικές προοπτικές για το τρέχον έτος, καθώς και τις προκλήσεις για την οικονομική πολιτική και τους κοινωνικούς εταίρους. Επίσης, εξετάζονται οι επιπτώσεις της διεθνούς χρηματοπιστωτικής αναταραχής και αξιολογείται η σταθερότητα του ελληνικού τραπεζικού συστήματος.

Η εξέλιξη της παγκόσμιας οικονομικής δραστηριότητας παρέμεινε ικανοποιητική το 2007, παρά την αναταραχή στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές το δεύτερο εξάμηνο του έτους. Η αναταραχή αυτή όμως και η άνοδος της τιμής του πετρελαίου επηρεάζουν δυσμενώς τις προοπτικές για το 2008 και, σύμφωνα με τις πιο πρόσφατες προβλέψεις (που περιβάλλονται από ιδιαίτερη αβεβαιότητα), ο ρυθμός ανόδου του παγκόσμιου ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (ΑΕΠ) θα επιβραδυνθεί εφέτος, θα υπερβεί όμως το 4%. Στη ζώνη του ευρώ, ο ρυθμός ανόδου του ΑΕΠ διαμορφώθηκε στο 2,7% το 2007 (σύμφωνα με προσωρινές εκτιμήσεις της Eurostat που δημοσιεύθηκαν μετά την εκτύπωση της Έκθεσης), ενώ εφέτος προβλέπεται να υποχωρήσει, παραμένοντας όμως πλησίον του δυνητικού ρυθμού ανάπτυξης. Ο πληθωρισμός στη ζώνη του ευρώ, σε μέσα ετήσια επίπεδα, υπερέβη κατά τι το 2% το 2007, αλλά τους τελευταίους τρεις μήνες υπερέβη το 3%. Σύμφωνα με τις προβολές των εμπειρογνωμόνων του Ευρωσυστήματος και τις πιο πρόσφατες ενδείξεις, το 2008 ο μέσος ετήσιος πληθωρισμός θα υπερβεί σημαντικά το 2%.

Όπως έκρινε το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ στην τελευταία του συνεδρίαση στις 7 Φεβρουαρίου 2008, τα θεμελιώδη δεδομένα της οικονομίας της ζώνης του ευρώ είναι υγιή, αλλά οι προοπτικές της οικονομικής δραστηριότητας είναι δυνατόν να επηρεαστούν δυσμενώς, καθώς ο αντίκτυπος της διαδικασίας επανεκτίμησης των επενδυτικών κινδύνων, η οποία βρίσκεται σε εξέλιξη, περιβάλλεται από ασυνήθιστα μεγάλη αβεβαιότητα, ενώ οι επιπτώσεις στις συνθήκες χρηματοδότησης και στο οικονομικό κλίμα από τις εξελίξεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές ενδέχεται να είναι μεγαλύτερες από ό,τι αναμένεται. Για το λόγο αυτό, το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ συνεχίζει να παρακολουθεί με μεγάλη προσοχή όλες τις εξελίξεις.

Σε κάθε περίπτωση, το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ εμμένει στη δέσμευσή του να αποτρέψει δευτερογενείς επιδράσεις στις τιμές καταναλωτή από την άνοδο των διεθνών τιμών του πετρελαίου και των τροφίμων, καθώς και την πραγματοποίηση των άλλων κινδύνων ανόδου του πληθωρισμού. Γενικότερα, οι κίνδυνοι αυτοί συνδέονται με το ενδεχόμενο οι αυξήσεις των μισθών και των περιθωρίων κέρδους να είναι μεγαλύτερες από ό,τι αναμένεται, εξαιτίας της σημαντικής ανόδου της απασχόλησης και του βαθμού χρησιμοποίησης του παραγωγικού δυναμικού στη ζώνη του ευρώ. Επίσης, δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι θα συνεχιστεί η πρόσφατη έντονα ανοδική πορεία των τιμών του πετρελαίου και των αγροτικών προϊόντων διεθνώς ή ότι θα σημειωθούν περαιτέρω αυξήσεις των διοικητικά καθοριζόμενων τιμών και των έμμεσων φόρων.

Στην ελληνική οικονομία, ο ρυθμός ανάπτυξης προβλέπεται ότι θα υποχωρήσει ελαφρά το τρέχον έτος από το υψηλό επίπεδο του 2007, αλλά θα εξακολουθήσει να υπερβαίνει σημαντικά το ρυθμό ανάπτυξης της ζώνης του ευρώ. Η άνοδος της οικονομικής δραστηριότητας αναμένεται να συνοδευθεί από περαιτέρω αύξηση της απασχόλησης και μείωση της ανεργίας, η οποία όμως παραμένει υψηλή. Ο πληθωρισμός, ο οποίος έφθασε το 3,9% τους τελευταίους τρεις μήνες (Νοέμβριο 2007-Ιανουάριο 2008), αναμένεται να υποχωρήσει σταδιακά μετά τους αμέσως επόμενους μήνες, αλλά προβλέπεται ότι το μέσο ετήσιο επίπεδό του το 2008 θα διαμορφωθεί υψηλότερα από ό,τι το 2007 (γύρω στο μέσο όρο της επταετίας 2001-2007), κυρίως λόγω των άμεσων και των έμμεσων επιδράσεων που η άνοδος της διεθνούς τιμής του πετρελαίου θα ασκήσει στο γενικό επίπεδο των τιμών. Ο υψηλός ρυθμός αύξησης της εγχώριας ζήτησης, η περαιτέρω απώλεια διεθνούς ανταγωνιστικότητας ως προς τις τιμές λόγω του σχετικά υψηλού πληθωρισμού, καθώς και η αύξηση της τιμής του αργού πετρελαίου, ενδέχεται να συμβάλουν σε περαιτέρω διεύρυνση του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών ως ποσοστού του ΑΕΠ το 2008 από το ήδη εξαιρετικά υψηλό επίπεδο του 2007.

Βεβαίως, στις τρέχουσες συνθήκες της διεθνούς χρηματοπιστωτικής αναταραχής, είναι αυξημένοι οι κίνδυνοι και τα στοιχεία αβεβαιότητας που συνδέονται κυρίως με το εξωτερικό περιβάλλον της ελληνικής οικονομίας. Για το λόγο αυτό, δεν αποκλείεται ο ρυθμός ανόδου του ΑΕΠ της Ελλάδος να είναι το 2008 χαμηλότερος από ό,τι τώρα προβλέπεται, ενώ αβεβαιότητα εμπεριέχει και η πρόβλεψη για τον πληθωρισμό.

Η Τράπεζα της Ελλάδος προβλέπει ότι το ΑΕΠ θα αυξηθεί με ρυθμό γύρω στο 3,7% το 2008, έναντι 4,0% το 2007 (σύμφωνα με προσωρινές εκτιμήσεις της ΕΣΥΕ που δημοσιεύθηκαν μετά την εκτύπωση της Έκθεσης) και 4,3% κατά μέσον όρο την επταετία 2001-2007. Η πρόβλεψη αυτή λαμβάνει υπόψη, μεταξύ άλλων, ότι το 2008 οι συνθήκες χρηματοδότησης, παρά την αύξηση των επιτοκίων της ΕΚΤ μέχρι σήμερα και την αναταραχή στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές, θα εξακολουθήσουν να στηρίζουν την ανάπτυξη, ενώ η κατεύθυνση της δημοσιονομικής πολιτικής θα είναι περιοριστική. Η άνοδος της ιδιωτικής κατανάλωσης αναμένεται να επιβραδυνθεί ελαφρά, αλλά θα εξακολουθήσει να είναι βασικός προωθητικός παράγοντας της εγχώριας ζήτησης. Ο ρυθμός αύξησης των συνολικών ακαθάριστων επενδύσεων πάγιου κεφαλαίου θα επιταχυνθεί το 2008, αντανακλώντας την προβλεπόμενη εξέλιξη των επιχειρηματικών επενδύσεων.

Η συμβολή της μεταβολής του πραγματικού εξωτερικού ισοζυγίου αγαθών και υπηρεσιών στο ρυθμό ανόδου του ΑΕΠ προβλέπεται ότι θα παραμείνει αρνητική το 2008. Επίσης, το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, το οποίο τελικά έφθασε το 14,1% του αναθεωρημένου ΑΕΠ το 2007 (σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιεύθηκαν μετά την εκτύπωση της Έκθεσης), ενδέχεται να αυξηθεί περαιτέρω το 2008. (Το συνολικό ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και κεφαλαιακών μεταβιβάσεων - το οποίο συμπεριλαμβάνει τις κεφαλαιακές μεταβιβάσεις, δηλαδή κυρίως τις εισροές πόρων από τα Διαρθρωτικά Ταμεία της ΕΕ -- τελικά διαμορφώθηκε στο 12,2% του ΑΕΠ το 2007.) Όπως προβλέπεται, οι δυσμενείς επιδράσεις από την ενδεχόμενη περαιτέρω διεύρυνση του ελλείμματος του εξωτερικού ισοζυγίου αγαθών και υπηρεσιών (σε σταθερές τιμές) και την υψηλότερη τιμή του πετρελαίου στις διεθνείς αγορές θα αντισταθμιστούν μόνο εν μέρει από το γεγονός ότι το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών το 2007 είχε επιβαρυνθεί εκτάκτως από την αναδρομική εισφορά στον Κοινοτικό Προϋπολογισμό (ισοδύναμη με 0,5% του ΑΕΠ) η οποία οφειλόταν στην αναθεώρηση του ΑΕΠ.

Ο ετήσιος ρυθμός πληθωρισμού βάσει του ΕνΔΤΚ εκτιμάται ότι θα παραμείνει κοντά στο 4% τους αμέσως επόμενους μήνες, αλλά στη συνέχεια θα υποχωρήσει σταδιακά και το τελευταίο τρίμηνο του 2008 θα διαμορφωθεί γύρω στο 3%, δηλαδή σε επίπεδο χαμηλότερο από ό,τι το αντίστοιχο τρίμηνο του 2007 (3,6%). Λόγω της εξέλιξης αυτής στη διάρκεια του έτους, ο μέσος ετήσιος πληθωρισμός (βάσει του ΕνΔΤΚ) θα είναι το 2008 υψηλότερος από ό,τι πέρυσι και εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί στο 3,4%, έναντι 3,0% το 2007. Η εκτίμηση αυτή αντανακλά κυρίως την προβλεπόμενη αύξηση της διεθνούς τιμής του αργού πετρελαίου. Ο ρυθμός ανόδου του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος στο σύνολο της οικονομίας εκτιμάται ότι θα εξακολουθήσει να είναι υψηλότερος από ό,τι στη ζώνη του ευρώ και θα παραμείνει βασικός προσδιοριστικός παράγοντας του πληθωρισμού, ενώ οι πληθωριστικές πιέσεις που συνδέονται με τη συνολική ζήτηση εκτιμάται ότι θα υποχωρήσουν ελαφρά το 2008 λόγω της ασκούμενης δημοσιονομικής πολιτικής, της αναμενόμενης επιβράδυνσης της πιστωτικής επέκτασης και της μείωσης του ρυθμού ανόδου της διεθνούς ζήτησης ελληνικών αγαθών και υπηρεσιών.

Ο ετήσιος ρυθμός αύξησης της συνολικής χρηματοδότησης της οικονομίας από τα εγχώρια Νομισματικά Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα (ΝΧΙ), αφού επιβραδύνθηκε το δεύτερο εξάμηνο του 2006 και τους πρώτους μήνες του 2007, σταθεροποιήθηκε στη συνέχεια σε σχετικά υψηλό επίπεδο (δ' τρίμηνο 2007: 13,1%, δ' τρίμηνο 2006: 15,3%). Η διατήρηση υψηλού ρυθμού αύξησης της συνολικής χρηματοδότησης της οικονομίας αντανακλά τη συμβολή της χρηματοδότησης του ιδιωτικού τομέα, ενώ η χρηματοδότηση της γενικής κυβέρνησης, αν και παρουσίασε διακυμάνσεις το 2007, εμφάνισε αρνητικούς ρυθμούς μεταβολής καθ' όλη τη διάρκεια του έτους. Ο ετήσιος ρυθμός αύξησης της χρηματοδότησης του ιδιωτικού τομέα διαμορφώθηκε στο 21,2% το δ' τρίμηνο του 2007 (δ ' τρίμηνο 2006: 21,3%), εξέλιξη που υποδηλώνει ότι δεν προκύπτουν μέχρι στιγμής ενδείξεις πως οι εντάσεις στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές που εμφανίστηκαν το τρίτο τρίμηνο του 2007 έχουν επηρεάσει την προσφορά τραπεζικής χρηματοδότησης προς τον εγχώριο ιδιωτικό τομέα. Ειδικότερα, ο ετήσιος ρυθμός αύξησης της χρηματοδότησης των επιχειρήσεων από τα εγχώρια ΝΧΙ (δάνεια, εταιρικά ομόλογα και τιτλοποιήσεις) εμφάνισε αξιόλογη επιτάχυνση (δ' τρίμηνο 2007: 19,3%, δ' τρίμηνο 2006: 16,8%). Ο ετήσιος ρυθμός αύξησης της τραπεζικής χρηματοδότησης των νοικοκυριών από τα ΝΧΙ, παρότι επιβραδύνθηκε σημαντικά κατά τη διάρκεια του 2007 συνεχίζοντας την πτωτική του τάση, εξακολούθησε να βρίσκεται σε υψηλό επίπεδο (δ ' τρίμηνο 2007: 23,2%, δ' τρίμηνο 2006: 26,7%). Η εξέλιξη αυτή αντανακλά κυρίως την υποχώρηση του ετήσιου ρυθμού αύξησης των στεγαστικών δανείων (δ ' τρίμηνο 2007: 22,8%, δ ' τρίμηνο 2006: 28,0%). Ωστόσο, μικρή επιβράδυνση παρατηρήθηκε και στο ρυθμό αύξησης των καταναλωτικών δανείων το 2007 (δ' τρίμηνο 2007: 22,6%, δ' τρίμηνο 2006: 23,7%). Έτσι, η δανειακή επιβάρυνση των νοικοκυριών ανήλθε σε 40,9% του ΑΕΠ το Δεκέμβριο του 2007 και η διαφορά της από το αντίστοιχο μέγεθος της ζώνης του ευρώ περιορίστηκε σε 13,4 εκατοστιαίες μονάδες, έναντι 16,5 εκατοστιαίων μονάδων στο τέλος του 2006. Αν μάλιστα συμπεριληφθούν τα ποσά των δανείων που έχουν τιτλοποιηθεί, η δανειακή επιβάρυνση των νοικοκυριών ανέρχεται σε 45,3% του ΑΕΠ το Δεκέμβριο του 2007 (για τη ζώνη του ευρώ δεν είναι διαθέσιμο το αντίστοιχο ποσοστό).

Η περαιτέρω αύξηση των βασικών επιτοκίων της ΕΚΤ (κατά το πρώτο εξάμηνο του 2007) αλλά και η άνοδος των επιτοκίων της αγοράς χρήματος (εξαιτίας και της αναταραχής στις χρηματοπιστωτικές αγορές το δεύτερο εξάμηνο) επηρέασαν αυξητικά τα επιτόκια καταθέσεων και δανείων στην Ελλάδα. Ωστόσο, η αύξηση ήταν γενικά μικρότερη από ό,τι στη ζώνη του ευρώ, με αποτέλεσμα να σημειωθεί στις περισσότερες περιπτώσεις περαιτέρω σύγκλιση των ελληνικών επιτοκίων προς τα αντίστοιχα επιτόκια στη ζώνη του ευρώ. Επιπλέον, λόγω του εντεινόμενου ανταγωνισμού μεταξύ των τραπεζών, το 2007 τα επιτόκια στις δύο σπουδαιότερες κατηγορίες στεγαστικών δανείων στην Ελλάδα παρέμειναν χαμηλότερα από τα αντίστοιχα στη ζώνη του ευρώ.

Στην Ελλάδα η διαφορά μεταξύ του μέσου σταθμικού επιτοκίου του συνόλου των νέων τραπεζικών δανείων και του αντίστοιχου επιτοκίου των νέων τραπεζικών καταθέσεων, δηλαδή το περιθώριο επιτοκίου (Δεκέμβριος 2007: 4,06%) παραμένει σε επίπεδο υψηλότερο από ό,τι στη ζώνη του ευρώ (Δεκέμβριος 2007: 3,08%), αν και τα τελευταία χρόνια έχει σημειωθεί σημαντική σύγκλιση. Οι λόγοι για τους οποίους το περιθώριο επιτοκίου είναι υψηλότερο στην Ελλάδα αφορούν εγγενή χαρακτηριστικά του εγχώριου τραπεζικού συστήματος, όπως είναι π.χ. το υψηλότερο λειτουργικό κόστος των ελληνικών τραπεζών, ο σχετικά μεγάλος αριθμός μικρών καταθετών και δανειοληπτών (στοιχείο που συμβάλλει στο υψηλό λειτουργικό κόστος), το υψηλότερο κόστος δανεισμού των ελληνικών τραπεζών στη διατραπεζική αγορά, το μεγαλύτερο σε σύγκριση με τη ζώνη του ευρώ ποσοστό των καθυστερήσεων επί του συνόλου των δανείων (και επομένως το αντίστοιχα υψηλότερο ασφάλιστρο κινδύνου που ενσωματώνεται στα συναφή επιτόκια), το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα που απαιτείται στην Ελλάδα για την εκποίηση των ασφαλειών, καθώς και οι διαφορές ως προς τις ακολουθούμενες εθνικές πρακτικές, τη νομοθεσία, το θεσμικό πλαίσιο και τη γλώσσα, που προσδίδουν στις ελληνικές τράπεζες ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, ιδίως στον τομέα της λιανικής τραπεζικής. Στη διαμόρφωση υψηλότερου περιθωρίου στην Ελλάδα συμβάλλει και η διαφορετική σύνθεση των καταθέσεων και, ακόμη περισσότερο, των δανείων. Αν η σύνθεση των δανείων και των καταθέσεων ήταν ίδια με εκείνη της ζώνης του ευρώ, η διαφορά μεταξύ του περιθωρίου στην Ελλάδα και του περιθωρίου στη ζώνη του ευρώ θα περιοριζόταν το Δεκέμβριο στις 40 μονάδες βάσης (δηλαδή κατά τα 3/5).

Στην Έκθεση διαπιστώνεται ότι το ελληνικό πιστωτικό σύστημα συνεχίζει να εμφανίζει υψηλό βαθμό σταθερότητας και ότι η επίδραση της διεθνούς χρηματοπιστωτικής αναταραχής στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα ήταν μέχρι σήμερα πολύ περιορισμένη και κυρίως έμμεση. Η αποδοτικότητα και η κεφαλαιακή επάρκεια των τραπεζών διατηρήθηκαν σε ικανοποιητικό επίπεδο το 2007, συμβάλλοντας στη σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος. Επίσης, βελτίωση εμφάνισε η ποιότητα του χαρτοφυλακίου δανείων των τραπεζών. Όμως, οι έντονες αναταράξεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές διεθνώς, η ταχεία πιστωτική επέκταση και η διείσδυση των ελληνικών τραπεζών σε νέες αγορές καθιστούν επιβεβλημένες την αυστηρότερη εποπτεία των τραπεζών και την περαιτέρω βελτίωση της ποιότητας του δανειακού τους χαρτοφυλακίου. Ειδικότερα, επιβεβαιώνεται η ανάγκη διαρκούς προσαρμογής των μηχανισμών μέτρησης και διαχείρισης κινδύνων, ιδίως του πιστωτικού κινδύνου και του κινδύνου ρευστότητας. Στην κατεύθυνση αυτή, η Τράπεζα της Ελλάδος συνεχίζει να λαμβάνει κατάλληλα μέτρα πολιτικής, ενώ έχει ζητήσει από τις τράπεζες να βελτιώσουν περαιτέρω την ποιότητα του δανειακού τους χαρτοφυλακίου και συνιστά στα νοικοκυριά να εκτιμούν ακόμη πιο προσεκτικά τις δυνατότητές τους για δανεισμό και για εξυπηρέτηση των δανειακών τους υποχρεώσεων.

'Οπως αναφέρεται στο τελευταίο κεφάλαιο της Έκθεσης, η εμμονή του πληθωρισμού σε επίπεδο υψηλότερο από ό,τι στη ζώνη του ευρώ, καθώς και τα υψηλά επίπεδα του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, της ανεργίας και του δημόσιου χρέους αντικατοπτρίζουν τις μακροοικονομικές ανισορροπίες και τις διαρθρωτικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας.

Ειδικότερα, η διαφορά του πληθωρισμού αντανακλά κατά κύριο λόγο την ακόμη μεγαλύτερη διαφορά μεταξύ Ελλάδος και ζώνης του ευρώ ως προς την άνοδο του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος την περίοδο 2001-2007, καθώς και το γεγονός ότι στην Ελλάδα πολλές αγορές προϊόντων εξακολουθούν να μη λειτουργούν ανταγωνιστικά, με αποτέλεσμα να παρατηρούνται και κερδοσκοπικές αυξήσεις τιμών. Η διαφορά του πληθωρισμού έχει οδηγήσει σε σημαντική υποχώρηση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας ως προς τις τιμές την επταετία 2001-2007, κατά την οποία οι τιμές καταναλωτή στην Ελλάδα σε σχέση με τις τιμές καταναλωτή στους κυριότερους εμπορικούς εταίρους της χώρας, εκφρασμένες σε κοινό νόμισμα, αυξήθηκαν κατά 15%, ενώ το σχετικό κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος, επίσης εκφρασμένο σε κοινό νόμισμα, αυξήθηκε κατά 19% στο σύνολο της οικονομίας και κατά 41% στη μεταποίηση. Η υποχώρηση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας ως προς τις τιμές σε συνδυασμό με το χαμηλό επίπεδο της διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας συμβάλλουν στη διαμόρφωση ιστορικά υψηλών ελλειμμάτων στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Για μια οικονομία όπως η ελληνική, που βρίσκεται ακόμη στη διαδικασία πραγματικής σύγκλισης προς τις πιο ανεπτυγμένες οικονομίες της ΕΕ, τα υψηλά ελλείμματα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών είναι αναμενόμενα και δικαιολογημένα στο βαθμό που οφείλονται σε άνοδο των παραγωγικών επενδύσεων. Όμως το υψηλό έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών της Ελλάδος μόνο εν μέρει μπορεί να αποδοθεί στον παράγοντα αυτό, ενώ σε σημαντικό βαθμό συνδέεται με το σχετικά χαμηλό επίπεδο της αποταμίευσης (ως ποσοστού του ΑΕΠ), το οποίο αντανακλά και τη συνεχή αύξηση του δανεισμού των νοικοκυριών. Τα ελλείμματα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, στο βαθμό που οφείλονται σε υψηλά επίπεδα κατανάλωσης (και αντιστοίχως χαμηλά επίπεδα αποταμίευσης), συνεπάγονται αύξηση του εξωτερικού χρέους χωρίς παράλληλη ενίσχυση του παραγωγικού και εξαγωγικού δυναμικού και συνεπώς χωρίς βελτίωση της ικανότητας της οικονομίας να εξυπηρετεί το χρέος της. Στην περίπτωση αυτή, παρότι λόγω της συμμετοχής της χώρας στη ζώνη του ευρώ δεν έχει υπάρξει πρόβλημα χρηματοδότησης του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών και του εξωτερικού χρέους, ένα αυξανόμενο μερίδιο του εθνικού εισοδήματος απορροφάται από την πληρωμή τόκων επί του εξωτερικού χρέους, με δυσμενείς συνέπειες για τις επενδύσεις, την οικονομική ανάπτυξη και επομένως το βιοτικό επίπεδο μακροπρόθεσμα.

Το εξαιρετικά υψηλό έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών πρέπει να βρεθεί στο επίκεντρο της προσοχής της οικονομικής πολιτικής, λόγω των σοβαρών επιπτώσεων που μπορεί να έχει στις αναπτυξιακές προοπτικές της οικονομίας. Η οικονομική πολιτική πρέπει να ενθαρρύνει την ιδιωτική αποταμίευση με τα κατάλληλα κίνητρα, ενώ η συνέχιση της δημοσιονομικής εξυγίανσης πρέπει να συντελέσει ώστε η αποταμίευση του τομέα της γενικής κυβέρνησης (που ήταν αρνητική έως και το 2007) να καταστεί θετική στο μέλλον. Όσον αφορά το δανεισμό των νοικοκυριών, οι τράπεζες πρέπει να εφαρμόζουν αυστηρά κριτήρια κατά τη χορήγηση των δανείων, ενώ τα νοικοκυριά πρέπει να εκτιμούν με προσοχή τις δυνατότητές τους για την εξυπηρέτηση των δανειακών τους υποχρεώσεων. Γενικότερα, είναι αναγκαίος ο μετασχηματισμός της ελληνικής οικονομίας, προκειμένου η μελλοντική ανάπτυξή της να στηρίζεται κυρίως στις εξαγωγές και τις επιχειρηματικές επενδύσεις.

Σύμφωνα με τον Προϋπολογισμό του 2008, η κατεύθυνση της δημοσιονομικής πολιτικής το 2008 θα είναι περιοριστική. Το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης (σε εθνικολογιστική βάση) προβλέπεται να μειωθεί από 2,7% του ΑΕΠ το 2007 σε 1,6% του ΑΕΠ το 2008, ενώ το δημόσιο χρέος αναμένεται ότι θα μειωθεί από 93,4% του ΑΕΠ στο τέλος του 2007 στο 91,0% στο τέλος του 2008. Το δημοσιονομικό έλλειμμα προβλέπεται να μειωθεί περαιτέρω σε 0,8% του ΑΕΠ το 2009 και να μηδενιστεί το 2010, σύμφωνα με το μεσοπρόθεσμο στόχο που έχει υιοθετήσει και η Ελλάδα ως χώρα της ζώνης του ευρώ. Η δημοσιονομική εξυγίανση θα απαιτήσει συνέχιση των προσπαθειών επί σειρά ετών προκειμένου να επιτευχθεί σημαντικό πρωτογενές πλεόνασμα που θα διασφαλίζει τη μείωση του δημόσιου χρέους, το οποίο παραμένει το δεύτερο μεγαλύτερο στην ΕΕ και υπερβαίνει σημαντικά την τιμή αναφοράς της Συνθήκης του Μάαστριχτ (60% του ΑΕΠ). Η δημοσιονομική προσαρμογή που απαιτείται για τη μείωση του χρέους είναι ακόμη μεγαλύτερη από ό,τι υποδηλώνει το σημερινό επίπεδο του χρέους, αν ληφθεί υπόψη η αναμενόμενη, μακροπρόθεσμα, αύξηση των δαπανών για συντάξεις και υγειονομική περίθαλψη λόγω της γήρανσης του πληθυσμού.

Η εμμονή του πληθωρισμού σε υψηλά επίπεδα τα τελευταία έτη, η συνακόλουθη επιδείνωση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας της οικονομίας και οι δυσμενείς συνέπειές τους για το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και την οικονομική δραστηριότητα αναδεικνύουν τη σημασία που έχουν η συγκράτηση των μισθολογικών αυξήσεων καθώς και η τιμολογιακή πολιτική των επιχειρήσεων. Για το λόγο αυτό, κατά τις συλλογικές διαπραγματεύσεις για τη διαμόρφωση των μισθολογικών αυξήσεων θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη η εξέλιξη της παραγωγικότητας, η ανταγωνιστικότητα ως προς τις τιμές, καθώς και το επίπεδο της ανεργίας. Επίσης, κατά τις διαπραγματεύσεις θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η προβλεπόμενη διαμόρφωση του μέσου ετήσιου πληθωρισμού εφέτος σε υψηλότερο επίπεδο από ό,τι το 2007 οφείλεται κυρίως στην άνοδο της διεθνούς τιμής του πετρελαίου. Η άνοδος αυτή αντιστοιχεί σε μεταφορά εισοδήματος προς τις χώρες που παράγουν πετρέλαιο και η επίπτωσή της στην αγοραστική δύναμη των εισοδημάτων δεν είναι δυνατόν να αντισταθμιστεί με ονομαστικές μισθολογικές αυξήσεις, εφόσον αυτές θα οδηγούσαν σε ακόμη υψηλότερο πληθωρισμό, διάβρωση της αγοραστικής δύναμης των εγχώριων εισοδημάτων και, τελικά, σε μια δυναμική αλλεπάλληλων αυξήσεων τιμών-μισθών. Εξάλλου, είναι αναγκαία η ενίσχυση του ανταγωνισμού σε όσες αγορές δεν λειτουργούν αποτελεσματικά, προκειμένου οι επιχειρήσεις να συμβάλλουν, με την τιμολογιακή τους πολιτική, ώστε η εξέλιξη των τιμών να είναι συμβατή με την εξέλιξη του κόστους παραγωγής και με τη διαμόρφωση των περιθωρίων κέρδους σε επίπεδα που δεν υπονομεύουν τη σταθερότητα των τιμών και την ανταγωνιστικότητα.

Τέλος, παρά τη σημαντική πρόοδο που έχει επιτευχθεί από τις αρχές της δεκαετίας του '90 στο πεδίο των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από σοβαρές διαρθρωτικές αδυναμίες. Γι' αυτό η βελτίωση της διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας της οικονομίας θα απαιτήσει περαιτέρω σημαντική μείωση των δυσκαμψιών στις αγορές εργασίας και προϊόντων, βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος, του φορολογικού συστήματος και της αποτελεσματικότητας του δημόσιου τομέα, καθώς και μείωση της γραφειοκρατίας. Θα απαιτήσει επίσης περαιτέρω αναβάθμιση του ανθρώπινου κεφαλαίου.

Επομένως, προκειμένου να διαφυλαχθούν η μακροοικονομική σταθερότητα και οι αναπτυξιακές προοπτικές της χώρας, απαιτούνται πρωταρχικά περαιτέρω δημοσιονομική εξυγίανση, συμβολή των κοινωνικών εταίρων για την επίτευξη της σταθερότητας των τιμών και τη βελτίωση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας, καθώς και αποφασιστικές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις σε ευρύ φάσμα τομέων της οικονομίας.

​​ 
Αυτό το website χρησιμοποιεί cookies για την βελτιστοποίηση της εμπειρίας σας. Μάθετε περισσότερα
Αποδέχομαι