EN

Ομιλίες

Προληπτική εποπτεία και χρηματοπιστωτική σταθερότητα στη ζώνη του ευρώ

21/05/2001 - Ομιλίες

ΠΡΟΣ ΜΙΑ ΝΕΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ: Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΣ

Ενότητα: Οικονομικές στρατηγικές ενόψει της Νέας Οικονομίας

«Προληπτική εποπτεία και χρηματοπιστωτική σταθερότητα στη ζώνη του ευρώ»

Κυριακή, 20 Μαΐου 2001

Θα ήθελα να ευχαριστήσω τους οργανωτές αυτού του Συνεδρίου που μου δίνουν την ευκαιρία να μιλήσω για ένα τόσο ενδιαφέρον και επίκαιρο θέμα, δηλαδή την προληπτική εποπτεία και τη διασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας στη ζώνη του ευρώ.

Οι συζητήσεις που γίνονται τελευταία στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με την επάρκεια των υφιστάμενων θεσμικών ρυθμίσεων προληπτικής εποπτείας και του ισχύοντος κανονιστικού πλαισίου για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα απορρέουν από την ανάγκη προσαρμογής των εποπτικών πρακτικών στις τρέχουσες εξελίξεις του χρηματοπιστωτικού τομέα.

Η παγκόσμια τάση προς άρση των κανονιστικών (regulatory) περιορισμών και των εμποδίων εισόδου στη χρηματοπιστωτική αγορά, σε συνδυασμό με την πρόοδο της πληροφορικής και των επικοινωνιών και την επέκταση της δραστηριότητας των μεγάλων τραπεζικών και χρηματοοικονομικών ομίλων πέρα από τα εθνικά σύνορα, έχει ήδη επιτείνει τον ανταγωνισμό στον τομέα των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών. Η τάση αυτή ενισχύθηκε από την αυξανόμενη ενοποίηση και τυποποίηση των χρηματαγορών και των χρηματοπιστωτικών αγορών μετά την εισαγωγή του ευρώ, με σοβαρές συνέπειες για την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων και τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος στην Ευρώπη.

Η Οικονομική και Νομισματική Ένωση έχει επίσης μεταβάλει τη μορφή και την έκταση του συστημικού κινδύνου. Η δημιουργία ενιαίας υποδομής για μεγάλες πληρωμές και η αναδιάρθρωση των διατραπεζικών δραστηριοτήτων έχουν ήδη συμβάλει στην αλλαγή των διαύλων μετάδοσης δυσμενών επιδράσεων στην ενιαία χρηματαγορά. Παράλληλα, η διαρκώς αυξανόμενη συμμετοχή των χρηματοοικονομικών ομίλων στις ευρωπαϊκές αγορές κινητών αξιών ενισχύει το ενδεχόμενο διασυνοριακών διαταραχών στις αγορές κεφαλαίων.

Το κατά πόσον το υπάρχον εποπτικό πλαίσιο μπορεί να ανταποκριθεί στις μεταβολές των χρηματοπιστωτικών αγορών και να διασφαλίσει τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος εξετάστηκε στην ΄Εκθεση της Επιτροπής Brouwer για λογαριασμό της Οικονομικής και Nομισματικής Επιτροπής (Economic and Financial Committee) της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης, η οποία υιοθετήθηκε από το άτυπο Συμβούλιο Ecofin στις 8 Απριλίου 2000.

Η «΄Εκθεση Brouwer για τη Χρηματοπιστωτική Σταθερότητα» κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι ισχύουσες κανονιστικές εποπτικές ρυθμίσεις στην Ευρώπη παρέχουν μια συνεκτική και ευέλικτη βάση για τη διασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας σε αγορές οι οποίες σταδιακά ενοποιούνται, αλλά το λειτουργικό πλαίσιο των ρυθμίσεων χρειάζεται ενίσχυση. Η ισχύουσα πρακτική ελέγχου της φερεγγυότητας των πιστωτικών ιδρυμάτων σε ενοποιημένη βάση από την αρμόδια εποπτική αρχή της χώρας καταγωγής τους είναι αποτελεσματική. Διαπιστώνεται όμως η ανάγκη, πρώτον, ενίσχυσης της διασυνοριακής συνεργασίας σε επίπεδο Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης μεταξύ των φορέων που είναι αρμόδιοι για την εποπτεία των τραπεζών, των ασφαλιστικών εταιριών και των αγορών κινητών αξιών, δεύτερον, καλύτερων μηχανισμών ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των εποπτικών αρχών σχετικά με τα μεγάλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και τις εξελίξεις της αγοράς, και τρίτον, ενίσχυσης της συνεργασίας μεταξύ των εποπτικών φορέων και των κεντρικών τραπεζών για την αντιμετώπιση πιθανών χρηματοπιστωτικών προβλημάτων που έχουν διασυνοριακές επιπτώσεις. Ιδιαίτερη έμφαση δίδεται στην ανάγκη σύγκλισης των εποπτικών πρακτικών.

Παρά το γεγονός ότι οι ισχύουσες θεσμικές ρυθμίσεις παρέχουν μια ικανοποιητική βάση για τη διασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας στη ζώνη του ευρώ και στην Ευρωπαϊκή ΄Ενωση, δεν πρέπει κανείς να εφησυχάζει. Η εποπτική διαδικασία αναπόφευκτα θα πρέπει να μεταβάλλεται και να προσαρμόζεται στην εξέλιξη των αγορών και την αλλαγή των ίδιων των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων.

Νομίζω ότι δύο είναι οι κύριες προκλήσεις που προβάλλουν. Πρώτον, ο διαρκώς αυξανόμενος όγκος των διασυνοριακών δραστηριοτήτων των τραπεζών και οι κοινοί παράγοντες που επηρεάζουν τις εργασίες τους. Δεύτερον, η δημιουργία χρηματοοικονομικών ομίλων - δηλ. ομάδων συνδεδεμένων εταιριών που δραστηριοποιούνται σε διάφορους τομείς του χρηματοδοτικού κλάδου.

Η εισαγωγή του ευρώ και η άσκηση της ενιαίας νομισματικής πολιτικής έχουν προωθήσει σε μεγάλο βαθμό την ενοποίηση των τραπεζικών και χρηματοπιστωτικών αγορών στη ζώνη του ευρώ, αυξάνοντας σημαντικά τον όγκο των διασυνοριακών τραπεζικών δραστηριοτήτων χονδρικής, καθώς και το μερίδιο των ξένων τίτλων που περιέχονται στα χαρτοφυλάκια χρεογράφων των τραπεζών της ζώνης του ευρώ. Το ποσοστό των διασυνοριακών διατραπεζικών συναλλαγών στη ζώνη του ευρώ έχει υπερβεί το 50% των συνολικών ακαθάριστων συναλλαγών στη διατραπεζική αγορά χωρίς παροχή ασφάλειας, όπως επίσης και στη διατραπεζική αγορά συμφωνιών επαναγοράς.

΄Οσον αφορά τη σύνθεση των χαρτοφυλακίων τίτλων που κατέχουν οι τράπεζες της ζώνης του ευρώ, είναι επίσης εμφανής η τάση προς διεθνή διασπορά, αφού αυξάνεται σταθερά το μερίδιο των τίτλων σταθερού εισοδήματος που έχουν εκδοθεί από άλλες χώρες της ζώνης του ευρώ και από τις λοιπές χώρες.

Η διαδικασία της ενοποίησης των χρηματοπιστωτικών αγορών θα ενισχυθεί και από την υλοποίηση του Προγράμματος Δράσης Χρηματοπιστωτικών Υπηρεσιών της Ευρωπαϊκής ΄Ένωσης που αποβλέπει στην άρση των εμποδίων που εναπομένουν στη διαδικασία ενοποίησης της αγοράς, καθώς και από το έργο της Επιτροπής Σοφών (υπό την προεδρία του Alexander Lamfalussy) για τη ρύθμιση των ευρωπαϊκών αγορών κινητών αξιών. Οι προτάσεις της Επιτροπής Σοφών για την επίτευξη ενός πιο ευέλικτου και αποτελεσματικού ευρωπαϊκού κανονιστικού πλαισίου υιοθετήθηκαν στο αντίστοιχο ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στη Στοκχόλμη στις 23 Μαρτίου 2001 και η εφαρμογή τους ασφαλώς θα συμβάλει στην εξάλειψη των παραγόντων που εμποδίζουν τη μετάβαση προς πιο ενοποιημένες αγορές κινητών αξιών.

Η αυξανόμενη ενοποίηση των τραπεζικών και χρηματοπιστωτικών αγορών στη ζώνη του ευρώ και η διεύρυνση των διασυνοριακών δραστηριοτήτων των τραπεζών σημαίνουν ότι ο κίνδυνος να απειληθεί η σταθερότητα του τραπεζικού τομέα στο σύνολο της ζώνης του ευρώ, σε περίπτωση που ορισμένα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα αντιμετωπίζουν προβλήματα εξαιτίας οποιωνδήποτε γεγονότων ή εξελίξεων, είναι σημαντικά μεγαλύτερος τώρα από ό,τι στο παρελθόν.

Για την αξιολόγηση των κινδύνων συστημικών διαταραχών, οι οποίες μπορεί να επεκταθούν σε ολόκληρη τη ζώνη του ευρώ, πρέπει να ληφθούν υπόψη και οι πιθανές επιπτώσεις της αναδιάρθρωσης του τραπεζικού και του χρηματοπιστωτικού κλάδου μέσω συγχωνεύσεων και εξαγορών. Είναι γεγονός ότι μέχρι πρόσφατα δεν γίνονταν διασυνοριακές συγχωνεύσεις και εξαγορές εντός της ζώνης του ευρώ. Οι περισσότερες συγχωνεύσεις και εξαγορές αφορούσαν εγχώριες τράπεζες και ιδίως μικρότερα ιδρύματα και η τάση αυτή ήταν πιο έντονη στις μικρότερες χώρες της ζώνης του ευρώ. Πιο πρόσφατα όμως οι συγχωνεύσεις και εξαγορές γίνονται και σε μεγαλύτερες χώρες και σε ορισμένες περιπτώσεις συμμετέχουν σ’ αυτές μεγάλα ιδρύματα άλλης χώρας, εντός ή και εκτός της ζώνης του ευρώ. Η εξέλιξη αυτή φαίνεται ότι σχετίζεται με το μετασχηματισμό των εργασιών στις χρηματοπιστωτικές αγορές στη ζώνη του ευρώ και με παράγοντες που έχουν διεθνή εμβέλεια. Επομένως και εξ αυτού του λόγου αυξάνεται ο συστημικός κίνδυνος που συνδέεται με τον τραπεζικό τομέα, για ολόκληρη τη ζώνη του ευρώ και την Ευρωπαϊκή ΄Ένωση.

Χαρακτηριστικό της αναδιάρθρωσης είναι επίσης η τάση δημιουργίας χρηματοοικονομικών ομίλων, η οποία παρατηρείται σε όλες σχεδόν τις χώρες της ζώνης του ευρώ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τα τελευταία χρόνια αναπτύσσονται σταδιακά στενότεροι δεσμοί μεταξύ τραπεζών, ασφαλιστικών εταιριών, εταιριών επενδύσεων και εταιριών διαχείρισης στοιχείων ενεργητικού. Παράλληλα, γίνεται δύσκολη η διάκριση μεταξύ των διαφόρων κατηγοριών χρηματοοικονομικών προϊόντων, με αποτέλεσμα διαφορετικής μορφής χρηματοπιστωτικά ιδρύματα να ανταγωνίζονται στις ίδιες αγορές. Η τάση προς δημιουργία χρηματοοικονομικών ομίλων και προς διατομεακό ανταγωνισμό αναμφίβολα κάνει πιο πολύπλοκη τη διαδικασία προληπτικής εποπτείας και ειδικότερα την παρακολούθηση μεγάλων και σύνθετων πολυεθνικών επιχειρήσεων.

Πώς μπορούν να αντιμετωπιστούν οι προκλήσεις που προκύπτουν από τις νέες αυτές εξελίξεις στο χρηματοπιστωτικό σύστημα; Τι σημαίνουν για τις ισχύουσες θεσμικές ρυθμίσεις και τις εποπτικές πρακτικές;

Απαιτείται, πρώτα απ’ όλα, ενίσχυση του συντονισμού και της διασυνοριακής συνεργασίας σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης μεταξύ των εθνικών αρχών που είναι αρμόδιες για την εποπτεία των τραπεζών, των εταιριών επενδύσεων και των ασφαλιστικών εταιριών, για να είναι δυνατή η ανάληψη προληπτικών ή επανορθωτικών ενεργειών με σκοπό τη διατήρηση της σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος στη ζώνη του ευρώ και την Ευρωπαϊκή ΄Ενωση. Χρειάζεται επίσης μεγαλύτερη σύγκλιση των εποπτικών πρακτικών.

Όσον αφορά το συντονισμό των φορέων εποπτείας, ο τρόπος της συνεργασίας μεταξύ των αρμόδιων αρχών έχει ήδη θεσπιστεί από την κοινοτική νομοθεσία για την Ενιαία Αγορά και τις διάφορες οδηγίες που διέπουν το κανονιστικό πλαίσιο εποπτείας για τα πιστωτικά ιδρύματα και τις εταιρίες επενδύσεων. Σε διμερές επίπεδο ο συντονισμός γίνεται με την υπογραφή Μνημονίων Συνεννόησης (Memoranda of Understanding) μεταξύ των φορέων τραπεζικής εποπτείας. Βασικό όργανο συντονισμού και πολυμερούς συνεργασίας σε Ευρωπαϊκό επίπεδο είναι η Επιτροπή Τραπεζικής Εποπτείας του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών (Banking Supervision Committee of the ESCB). Η Επιτροπή αυτή αποτελεί το φόρουμ συνεργασίας μεταξύ των εθνικών αρχών (κεντρικών τραπεζών ή ανεξάρτητων αρχών) που εποπτεύουν τις τράπεζες και των κεντρικών τραπεζών με την ιδιότητά τους ως φορέων που είναι αρμόδιοι για την άσκηση της νομισματικής πολιτικής και για τα συστήματα πληρωμών της ΕΚΤ και του Ευρωσυστήματοςγενικότερα, με ιδιαίτερη έμφαση στα θέματα που αφορούν τη συστημική σταθερότητα.

Η Συμβουλευτική Επιτροπή των Τραπεζών (Banking Advisory Committee) έχει συμβουλευτικό ρόλο στη διαδικασία προετοιμασίας Κοινοτικών Τραπεζικών Οδηγιών ενώ παράλληλα λειτουργεί και ως ένα φόρουμ συνεργασίας των νομοθετικών και εποπτικών αρχών, δηλ. των Υπουργείων Οικονομίας και Οικονομικών και των εποπτικών αρχών των κρατών-μελών της ΕΕ και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Επίσης και η Ομάδα Επαφών (Groupe de Contact), η οποία λειτουργεί εδώ και πολύ καιρό ως ένα όργανο συνεργασίας για τις εποπτικές πρακτικές, δραστηριοποιείται έντονα στον τομέα αυτό.

Οι κύριοι αυτοί φορείς που εμπλέκονται στην τραπεζική εποπτεία συνεργάζονται ικανοποιητικά μεταξύ τους και είναι σε θέση να προωθήσουν την ενδυνάμωση της διασυνοριακής συνεργασίας μεταξύ των εθνικών αρχών τραπεζικής εποπτείας σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εξετάζονται όμως τρόποι βελτίωσης της ανταλλαγής πληροφοριών και της συνεργασίας τόσο μεταξύ των διαφόρων εποπτικών αρχών όσο και μεταξύ των εποπτικών αρχών και των κεντρικών τραπεζών, ειδικότερα σε περιπτώσεις διαχείρισης κρίσεων.

Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφέρω τη δεύτερη «Έκθεση Brouwer για τη Διαχείριση των Χρηματοπιστωτικών Κρίσεων» που καταρτίστηκε στο πλαίσιο της Οικονομικής και Νομισματικής Επιτροπής (Economic and Financial Committee). Η Έκθεση αυτή, που έγινε αποδεκτή από το Συμβούλιο Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών (Ecofin) κατά την άτυπη συνεδρίασή του στις 21 και 22 Απριλίου 2001, καταλήγει ότι απαιτείται στενότερη συνεργασία και συντονισμός σε διασυνοριακό επίπεδο μεταξύ των αρμόδιων αρχών στο πλαίσιο της αυξανόμενης ενοποίησης των χρηματοπιστωτικών αγορών, με σκοπό την αποτελεσματική διαχείριση κρίσεων.

Αναγκαία είναι επίσης η προώθηση της διατομεακής συνεργασίας μεταξύ των εποπτικών φορέων τόσο σε εθνικό επίπεδο όσο και σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σημαντικό βήμα διατομεακής συνεργασίας σε επίπεδο ΕΕ έγινε με τη δημιουργία της διατομεακής Στρογγυλής Τράπεζας Κανονιστικών Αρχών (cross-sectoral Round Table of Regulators). (Οι επιτροπές που συμμετέχουν στη Στρογγυλή Τράπεζα είναι: η Επιτροπή Τραπεζικής Εποπτείας του ΕΣΚΤ, η Συμβουλευτική Επιτροπή των Τραπεζών, η Ομάδα Επαφών, η Επιτροπή Υψηλόβαθμων Εποπτών Χρεογράφων (High Level Securities Supervisors Committee), το Φόρουμ των Επιτροπών Ευρωπαϊκών Χρεογράφων (Forum of European Securities Commissions), η Επιτροπή Ασφαλιστικών Εταιριών (Insurance Committee) και η Συνδιάσκεψη Ασφαλιστικών Εταιριών (the Insurance Conference)).

Χρειάζεται όμως να γίνουν και άλλα βήματα για την ενίσχυση της διασυνοριακής συνεργασίας σε θέματα κοινού ενδιαφέροντος σε επίπεδο ΕΕ μεταξύ των φορέων που είναι αρμόδιοι για την εποπτεία των τραπεζών, των αγορών κινητών αξιών και των ασφαλιστικών εταιριών.

Σημαντική εξέλιξη αποτελεί επίσης το σχέδιο Οδηγίας για τους χρηματοοικονομικούς ομίλους (financial conglomerates) που έχει προτείνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Με τη θέσπιση αυτού του κανονιστικού πλαισίου επιδιώκεται να καλυφθούν αρκετά θέματα που αφορούν την εποπτεία των χρηματοοικονομικών ομίλων, όπως η κεφαλαιακή επάρκεια των ομίλων, οι συναλλαγές και η συγκέντρωση κινδύνων εντός του ομίλου, ο ρόλος του συντονιστή στην εποπτεία των ομίλων και η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρχών.

Όσον αφορά την ανάγκη μεγαλύτερης σύγκλισης των εποπτικών πρακτικών, σχετική είναι η αναμενόμενη αναθεώρηση της «Συμφωνίας της Βασιλείας» του 1988. Για το θέμα αυτό θα μιλήσει ο κ. Γκόρτσος. Το μόνο σημείο στο οποίο θα αναφερθώ είναι ότι η αναθεώρηση της Συμφωνίας αυτής, που έχει ξεκινήσει στο πλαίσιο της Επιτροπής Τραπεζικής Εποπτείας της Βασιλείας και αφορά το θεσμικό πλαίσιο που διέπει την κεφαλαιακή επάρκεια των τραπεζών κυρίως όσον αφορά τον πιστωτικό και το λειτουργικό κίνδυνο, δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην διαδικασία εποπτικής αξιολόγησης (supervisory review process) των πιστωτικών ιδρυμάτων με βάση ορισμένα κοινά αποδεκτά κριτήρια ώστε να επιτευχθεί σύγκλιση των εποπτικών πρακτικών στον τομέα αυτό. Σε επίπεδο ΕΕ γίνεται ήδη προσπάθεια να εναρμονιστούν οι κανόνες περί κεφαλαιακής επάρκειας που θα συμφωνηθούν από την Επιτροπή Τραπεζικής Εποπτείας της Βασιλείας. Υπάρχουν και άλλοι τομείς στους οποίους απαιτείται μεγαλύτερη σύγκλιση των εποπτικών πρακτικών για να ενισχυθεί η αποτελεσματικότητα των μέσων που αποβλέπουν στη διαφύλαξη της σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού τομέα.

Συνοψίζοντας, σημειώνεται ότι το ισχύον θεσμικό πλαίσιο για την τραπεζική εποπτεία στη ζώνη του ευρώ είναι επαρκές για να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις που έχει δημιουργήσει η όλο και αυξανόμενη ενοποίηση του τραπεζικού και χρηματοπιστωτικού συστήματος. Ωστόσο, η συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων αρχών πρέπει να επιταχυνθεί περαιτέρω, προκειμένου να διασφαλίσει την αποτελεσματική εποπτεία, καθώς και τη διατήρηση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας.

 

​​ 
Αυτό το website χρησιμοποιεί cookies για την βελτιστοποίηση της εμπειρίας σας. Μάθετε περισσότερα
Αποδέχομαι