Χαιρετισμός της Υποδιοικήτριας της Τράπεζας της Ελλάδος Χριστίνας Παπακωνσταντίνου στο πλαίσιο της συνεδρίασης του Διοικητικού Συμβουλίου Επανεξέτασης της ΕΚΤ στην Αθήνα με τίτλο «Προκλήσεις και προοπτικές της ελληνικής οικονομίας»
11/05/2026 - Ομιλίες
Η παγκόσμια οικονομία βρίσκεται και πάλι αντιμέτωπη με αυξημένη αβεβαιότητα, καθώς οι γεωπολιτικές εντάσεις – ιδίως στη Μέση Ανατολή – εξακολουθούν να διαταράσσουν τις αγορές ενέργειας και τις αλυσίδες εφοδιασμού, επιβαρύνοντας την παγκόσμια ανάπτυξη και πυροδοτώντας άνοδο του πληθωρισμού. Αυτή η εξέλιξη επιδείνωσε τις προοπτικές για τις οικονομίες της ζώνης του ευρώ. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η ελληνική οικονομία βρίσκεται σε πολύ ισχυρότερη θέση από ό,τι στο παρελθόν, γεγονός που αντανακλά τη σημαντική πρόοδο των τελευταίων ετών. Ωστόσο, εξακολουθούν να υπάρχουν εξωτερικοί κίνδυνοι και διαρθρωτικές προκλήσεις, καθιστώντας αναγκαία μια συνεκτική και καλά συντονισμένη απόκριση πολιτικής.
Ένα βασικό επίτευγμα των τελευταίων ετών ήταν η ενίσχυση της οικονομικής ανθεκτικότητας, η οποία υποστηρίζεται από τη βελτίωση των θεμελιωδών μεγεθών, την αποκατάσταση της δημοσιονομικής αξιοπιστίας, την ανάκτηση της εμπιστοσύνης των επενδυτών και την πρόοδο στον τραπεζικό τομέα. Ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ παρέμεινε υψηλός στο 2,1% το 2025, υπερβαίνοντας για πέμπτο συνεχές έτος τον μέσο όρο της ζώνης του ευρώ. Επίσης βελτιώθηκε και η σύνθεση της ανάπτυξης, καθώς οι επενδύσεις είχαν μεγαλύτερη συμβολή από ό,τι η ιδιωτική κατανάλωση. Ο λόγος των επενδύσεων προς το ΑΕΠ έφθασε σε υψηλό 16 ετών, ενώ οι παραγωγικές επενδύσεις ως ποσοστό του ΑΕΠ αυξήθηκαν στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 30 ετών, ενισχύοντας την παραγωγικότητα και σηματοδοτώντας μια στροφή προς ένα πιο βιώσιμο μοντέλο ανάπτυξης.
Οι συνθήκες στην αγορά εργασίας έχουν επίσης ενισχυθεί σημαντικά. Το ποσοστό ανεργίας μειώθηκε στο 8,9% το 2025, το χαμηλότερο των τελευταίων 16 ετών, ενώ η συμμετοχή στο εργατικό δυναμικό αυξήθηκε, ιδίως μεταξύ των γυναικών και των νέων. Αυτές οι ευνοϊκές εξελίξεις αντανακλούν τόσο την οικονομική ανάκαμψη όσο και τον αντίκτυπο των μεταρρυθμίσεων που ενίσχυσαν την ευελιξία της αγοράς εργασίας. Η υπεραπόδοση των δημόσιων οικονομικών ήταν επίσης ισχυρή: πρωτογενές πλεόνασμα 4,9% του ΑΕΠ, συνεχιζόμενα πλεονάσματα της γενικής κυβέρνησης και έντονη μείωση του δημόσιου χρέους στο 146,1% του ΑΕΠ – εξελίξεις που ενίσχυσαν την αξιοπιστία.
Εξίσου εμφανής ήταν η πρόοδος και στον χρηματοπιστωτικό τομέα. Οι τράπεζες έχουν βελτιώσει όλα τα θεμελιώδη μεγέθη τους, ιδίως την κερδοφορία, τους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας και ρευστότητας, ενώ τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια (ΜΕΔ) έχουν μειωθεί σημαντικά και ο σχετικός δείκτης συγκλίνει προς τον μέσο όρο των σημαντικών ιδρυμάτων στην Τραπεζική Ένωση. Επιπλέον, όλες οι ελληνικές σημαντικές τράπεζες βρίσκονται πλέον εντός της επενδυτικής βαθμίδας και αυτό έχει ανανεώσει το ενδιαφέρον των επενδυτών για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα. Αυτό αντικατοπτρίζεται στο έντονο ενδιαφέρον των ξένων επενδυτών για κεφαλαιακά μέσα που εκδόθηκαν από ελληνικές τράπεζες, στην απόκτηση περίπου του ενός τρίτου του μετοχικού κεφαλαίου της Alpha Bank από τη Unicredit και στην επιτυχή αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της CrediaBank. Με την αναδιάρθρωση των λιγότερο σημαντικών τραπεζών αντιμετωπίστηκε ένα από τα τελευταία προβλήματα που κληροδότησε η κρίση, ενισχύθηκε ο ανταγωνισμός και βελτιώθηκαν περαιτέρω οι θετικές προοπτικές του τραπεζικού τομέα. Μάλιστα, οι δύο μεγαλύτερες από τις λιγότερο σημαντικές τράπεζες στην Ελλάδα κατάφεραν να εξυγιάνουν τους ισολογισμούς τους, αξιοποιώντας το πρόγραμμα κρατικών εγγυήσεων («Ηρακλής») και λαμβάνοντας κεφαλαιακή ενίσχυση από ιδιώτες μετόχους και το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας. Από αυτή τη διαδικασία προέκυψε μια νέα τράπεζα (η CrediaΒank) με ισχυρά θεμελιώδη μεγέθη που αναμένεται να μετεξελιχθεί σε σημαντικό ίδρυμα.
Επιπλέον, η υιοθέτηση του ελάχιστου ποσοστού κάλυψης μη εξυπηρετούμενων δανείων από προβλέψεις (prudential backstop) παρέχει κίνητρα στις μικρές συνεταιριστικές τράπεζες με ακόμη υψηλούς δείκτες ΜΕΔ να επιταχύνουν την εξυγίανση των ισολογισμών τους. Τέλος, μια πρόσφατη απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος δίνει τη δυνατότητα στις περιφερειακές συνεταιριστικές τράπεζες να δραστηριοποιούνται πανελλαδικά, διευκολύνοντας την προσέλκυση ιδιωτικών κεφαλαίων. Το μέτρο αυτό έχει ήδη προκαλέσει έντονο ενδιαφέρον για την είσοδο ιδιωτών επενδυτών στο μετοχικό κεφάλαιο των συνεταιριστικών τραπεζών και τη μετατροπή τους σε ανώνυμες εταιρίες.
Ταυτόχρονα, οι διαχειριστές πιστώσεων διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη διαχείριση του μη εξυπηρετούμενου ιδιωτικού χρέους στην Ελλάδα. Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία, διαχειρίζονται ανοίγματα ύψους περίπου 91,5 δισεκ. ευρώ, εκ των οποίων το 10,9% αφορά ανοίγματα υπό διαχείριση για λογαριασμό πιστωτικών ιδρυμάτων. Η διευθέτηση του ιδιωτικού χρέους μπορεί να μην αποτελεί αντικείμενο αρμοδιότητας της τραπεζικής εποπτείας, είναι όμως υψίστης σημασίας για την οικονομική ανάπτυξη, καθώς αφορά όχι μόνο την επανένταξη των βιώσιμων δανειοληπτών στο τραπεζικό σύστημα, αλλά και την αξιοποίηση των αδρανών εμπράγματων εξασφαλίσεων.
Όσον αφορά τις μελλοντικές εξελίξεις, ο ρυθμός ανάπτυξης αναμένεται να μετριαστεί σε 1,9% το 2026, κυρίως λόγω της ασθενέστερης κατανάλωσης και της αρνητικής συμβολής του εξωτερικού τομέα. Οι πληθωριστικές πιέσεις είναι πιθανό να συνεχιστούν, λόγω των αυξήσεων στο κόστος της ενέργειας, ενώ το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών αναμένεται, βάσει των προβολών, να παραμείνει υψηλό. Αντιθέτως, η διαρθρωτική δημοσιονομική θέση αναμένεται να παραμείνει ισχυρή, παρέχοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο περιθώριο για την άμβλυνση των επιπτώσεων της εξωτερικής διαταραχής, χωρίς να υπονομεύεται η δημοσιονομική σταθερότητα. Οι προοπτικές για τον χρηματοπιστωτικό τομέα παραμένουν συνολικά θετικές, υποστηριζόμενες από την υγιή πιστωτική επέκταση, τη διαφοροποίηση των πηγών εσόδων των τραπεζών (λόγω της εξαγοράς ξένων τραπεζών και εγχώριων οντοτήτων στον τομέα των ασφαλίσεων και της διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων) και την περαιτέρω ενίσχυση της ανθεκτικότητας των τραπεζών – αν και η αβεβαιότητα μπορεί να επηρεάσει αρνητικά τις συνθήκες χρηματοδότησης.
Οι εξωτερικές συνθήκες εξακολουθούν να αποτελούν τον σημαντικότερο καθοδικό κίνδυνο. Η γεωπολιτική αβεβαιότητα, το αυξανόμενο ενεργειακό κόστος και ο επίμονος πληθωρισμός θα μπορούσαν να επιβαρύνουν περαιτέρω την ανάπτυξη και το οικονομικό κλίμα. Το ακόμη υψηλό έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών αντανακλά διαρθρωτικές ευπάθειες, συμπεριλαμβανομένης της συγκέντρωσης των εξαγωγών σε περιορισμένο αριθμό κλάδων.
Πέρα από τους εξωτερικούς κινδύνους, υπάρχουν και διαρθρωτικοί περιορισμοί που εξακολουθούν να επηρεάζουν αρνητικά τη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη. Η παραγωγικότητα παραμένει καίριας σημασίας για τη σύγκλιση με τη ζώνη του ευρώ, αλλά το επίμονο επενδυτικό κενό και οι εναπομένουσες θεσμικές ανεπάρκειες – όπως η γραφειοκρατία, οι καθυστερήσεις στην απονομή της δικαιοσύνης και τα ρυθμιστικά εμπόδια – αποτελούν ανασταλτικούς παράγοντες. Η κυριαρχία των πολύ μικρών επιχειρήσεων περιορίζει τις οικονομίες κλίμακας, την πρόσβαση σε χρηματοδότηση και την υιοθέτηση τεχνολογίας, ενώ οι αναντιστοιχίες δεξιοτήτων λειτουργούν ανασταλτικά για την αύξηση της παραγωγικότητας και την καινοτομία.
Οι δημογραφικές πιέσεις και η σχετικά χαμηλή συμμετοχή στο εργατικό δυναμικό περιορίζουν περαιτέρω το δυνητικό προϊόν. Ταυτόχρονα, τα κενά στην ψηφιοποίηση και την καινοτομία, σε συνδυασμό με το υψηλό ενεργειακό κόστος, εξακολουθούν να αποδυναμώνουν την ανταγωνιστικότητα. Η αντιμετώπιση αυτών των προκλήσεων είναι ουσιαστικής σημασίας για την πλήρη αξιοποίηση του παραγωγικού δυναμικού της οικονομίας και τη συνέχιση της σύγκλισης με τους εταίρους μας στη ζώνη του ευρώ.
Αυτό απαιτεί μια συνεκτική στρατηγική επικεντρωμένη σε ένα μοντέλο ανάπτυξης προσανατολισμένο στις επενδύσεις και την καινοτομία. Η αξιοποίηση πόρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) μπορεί να στηρίξει παραγωγικές επενδύσεις και να προσελκύσει ξένα κεφάλαια σε τομείς υψηλότερης προστιθέμενης αξίας. Ο ψηφιακός μετασχηματισμός και η υιοθέτηση προηγμένων τεχνολογιών μπορούν να ενισχύσουν την παραγωγικότητα. Εξίσου κρίσιμη είναι και η πράσινη μετάβαση. Αν και έχει ήδη σημειωθεί σημαντική πρόοδος, καθώς περίπου το 50% της ενέργειάς μας παράγεται από ανανεώσιμες πηγές, υπάρχουν περιθώρια βελτίωσης, προσφέροντας περαιτέρω ευκαιρίες για τη μείωση του ενεργειακού κόστους και την ενίσχυση της ανθεκτικότητας μέσω επενδύσεων σε ανανεώσιμες πηγές, ενεργειακές υποδομές και ικανότητα αποθήκευσης. Στο πλαίσιο αυτό, η ενίσχυση του ανθρώπινου κεφαλαίου – μέσω της εκπαίδευσης, της ανάπτυξης δεξιοτήτων και της διά βίου μάθησης – είναι απαραίτητη για την αντιμετώπιση των αναντιστοιχιών στην αγορά εργασίας και τη στήριξη της καινοτομίας. Η αντιμετώπιση των δημογραφικών προκλήσεων, μέσω της στήριξης της οικογένειας και πολιτικών που θα διευκολύνουν τον επαναπατρισμό εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού, συμβάλλει επίσης στη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη.
Οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις αποτελούν καταλύτη της ανάπτυξης. Ο εξορθολογισμός των διοικητικών διαδικασιών, η βελτίωση της αποτελεσματικότητας του δημόσιου τομέα και η επιτάχυνση των δικαστικών διαδικασιών μπορούν να μειώσουν την αβεβαιότητα και το κόστος, προωθώντας ένα φιλικότερο προς τις επιχειρήσεις περιβάλλον και ενισχύοντας παράλληλα τη διαφάνεια και την εμπιστοσύνη των επενδυτών.
Η μείωση των εξωτερικών ανισορροπιών απαιτεί μεγαλύτερη διαφοροποίηση των εξαγωγών και ανακατανομή των πόρων προς εμπορεύσιμους κλάδους υψηλότερης προστιθέμενης αξίας, όπως η μεταποίηση, η αγροτική παραγωγή και η εφοδιαστική. Η βελτίωση της ποιότητας του τουριστικού προϊόντος και η αντιμετώπιση των ελλείψεων εργατικού δυναμικού μπορούν να στηρίξουν περαιτέρω τη βιώσιμη τουριστική ανάπτυξη. Ταυτόχρονα, η ενίσχυση της χρηματοπιστωτικής διαμεσολάβησης – μέσω των τραπεζών και των κεφαλαιαγορών – μπορεί να βελτιώσει την πρόσβαση σε χρηματοδότηση, ιδίως για τις μικρές και τις μεσαίες επιχειρήσεις.
Απαραίτητη, τέλος, είναι η διατήρηση της δημοσιονομικής πειθαρχίας. Στην παρούσα συγκυρία, τα μέτρα στήριξης θα πρέπει να παραμένουν στοχευμένα και προσωρινά, με παράλληλη συνέχιση των προσπαθειών για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και τη διεύρυνση της φορολογικής βάσης.
Συνολικά, η ελληνική οικονομία έχει σημειώσει σημαντική πρόοδο και έχει επιδείξει ανθεκτικότητα παρά το αβέβαιο παγκόσμιο περιβάλλον. Η διατήρηση αυτής της θετικής δυναμικής απαιτεί την αντιμετώπιση τόσο των εξωτερικών κινδύνων όσο και των διαρθρωτικών περιορισμών μέσω ενός ισορροπημένου μίγματος επενδύσεων, μεταρρυθμίσεων και μακρόπνοων πολιτικών. Ταυτόχρονα, πολλές από αυτές τις προκλήσεις είναι κοινές σε ολόκληρη την ΕΕ, γεγονός που υπογραμμίζει την ανάγκη για ισχυρότερη συλλογική απάντηση. Η βάθυνση της ολοκλήρωσης – μέσω του ενισχυμένου συντονισμού των πολιτικών, της προόδου στην Τραπεζική Ένωση και την Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων, καθώς και της ανάπτυξης κοινών χρηματοδοτικών εργαλείων – είναι απαραίτητη για την ενίσχυση της ανθεκτικότητας, της ανταγωνιστικότητας και της μακροπρόθεσμης ευημερίας τόσο στην Ελλάδα όσο και στη ζώνη του ευρώ.