EN

Δελτία Τύπου

Δέκατο όγδοο τεύχος του "Οικονομικού Δελτίου" της Τράπεζας της Ελλάδος

04/02/2002 - Δελτία Τύπου

Κυκλοφόρησε το τεύχος 18 (Δεκέμβριος 2001) του "Οικονομικού Δελτίου" της Τράπεζας της Ελλάδος.

Στο "Οικονομικό Δελτίο" δημοσιεύονται ένα άρθρο του Υποδιοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος κ. Νικολάου Γκαργκάνα και 4 μελέτες και ενημερωτικά άρθρα για επίκαιρα θέματα οικονομικής πολιτικής. Στο τεύχος επίσης περιλαμβάνονται: παράρτημα με τα μέτρα νομισματικής πολιτικής του Ευρωσυστήματος και τις αποφάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος σχετικά με την ίδρυση και λειτουργία των πιστωτικών ιδρυμάτων και την εποπτεία του χρηματοπιστωτικού συστήματος (στο διάστημα Ιουνίου-Δεκεμβρίου 2001), καθώς και στατιστικό τμήμα με βασικούς οικονομικούς δείκτες.

Το άρθρο του Υποδιοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος κ. Νικολάου Γκαργκάνα, με θέμα "Το μέλλον της Ευρώπης και η ΟΝΕ", αποτελούσε παρέμβαση στην ημερίδα που διοργάνωσε το ΕΚΕΜ στην Αθήνα στις 11 Ιουλίου 2001 με θέμα "Το μέλλον της Ευρώπης και η Ελλάδα" (Ενότητα: Το μέλλον της Ευρώπης και η ευρωπαϊκή οικονομία). Στο άρθρο εξετάζεται εάν η πολιτική ένωση είναι απαραίτητη για την αποτελεσματική και επιτυχή λειτουργία της νομισματικής ένωσης. Επίσης, επισημαίνονται ορισμένες ειδικότερες προϋποθέσεις για την επιτυχία της νομισματικής ένωσης. Ο κ. Γκαργκάνας επισημαίνει ότι η Συνθήκη του Μάαστριχτ έχει δημιουργήσει μία μοναδική ασυμμετρία, δεδομένου ότι αναθέτει την άσκηση της ενιαίας νομισματικής πολιτικής σε μια ανεξάρτητη ευρωπαϊκή υπερεθνική αρχή (την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα) με πρωταρχικό στόχο τη διατήρηση της σταθερότητας των τιμών στη ζώνη του ευρώ, ενώ οι αρμοδιότητες για την άσκηση της οικονομικής πολιτικής στους περισσότερους από τους υπόλοιπους τομείς ανήκουν στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το Συμβούλιο και, κυρίως, τις εθνικές κυβερνήσεις. Η σχετική ανάλυση αναδεικνύει ορισμένες προϋποθέσεις για την επιτυχία της οικονομικής και νομισματικής ένωσης. Πρώτον, τη δημιουργία ενός συστήματος δημοσιονομικών μεταβιβάσεων για τη μεταφορά επαρκών πόρων σε μια χώρα-μέλος που πλήττεται – μόνη αυτή – από μια ασύμμετρη οικονομική διαταραχή. Δεύτερον, την ικανότητα κάθε κράτους-μέλους να προωθεί αποτελεσματικά διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις σε εθνικό επίπεδο, και μάλιστα στη βάση πληρέστερης ενοποίησης με τη διαρθρωτική πολιτική που ασκείται σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, με στόχο την αύξηση του βαθμού ευκαμψίας των αγορών. Τίθεται επίσης το ερώτημα εάν απαιτείται ένας κεντρικός μηχανισμός που να επιτρέπει τη συνολική αξιολόγηση του μείγματος οικονομικής πολιτικής της ζώνης του ευρώ και την κατόπιν συμφωνίας λήψη μέτρων για την αντιμετώπιση συμμετρικών ή ασύμμετρων διαταραχών. Ο κ. Γκαργκάνας τελικά συμπεραίνει ότι, τρία χρόνια μετά την εγκαθίδρυση της ΟΝΕ, γνωρίζουμε ότι η νομισματική ένωση λειτουργεί επιτυχώς χωρίς να είναι απαραίτητη και η πολιτική ένωση. Για να συνεχίσει ωστόσο να λειτουργεί επιτυχώς και στο μέλλον, απαιτούνται περαιτέρω μεταρρυθμίσεις και ισχυρότεροι κεντρικοί πολιτικοί θεσμοί, με ενίσχυση της δημοκρατικής νομιμοποίησής τους. Αυτό είναι κατά μείζονα λόγο απαραίτητο, επειδή με την προσεχή διεύρυνση θα αυξηθεί σημαντικά ο αριθμός των μελών, αλλά και η ανομοιογένεια και η πολυπλοκότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Για το λόγο αυτό, η επιτυχία της διευρυμένης ΟΝΕ θα εξαρτηθεί από την ικανότητα της ΕΕ να προωθήσει τις μεταρρυθμίσεις που αφορούν τη λήψη αποφάσεων, το συντονισμό των οικονομικών πολιτικών και τη θέσπιση ενός συστήματος δημοσιονομικών μεταβιβάσεων που θα επιτρέψει τη διατήρηση της συνοχής μέσω της πολιτικής αλληλεγγύης.

Οι μελέτες και τα ενημερωτικά άρθρα που δημοσιεύονται είναι τα εξής:

Σοφοκλής Ν. Μπρισίμης (Διεύθυνση Οικονομικών Μελετών της Τράπεζας της Ελλάδος – ΔΟΜ και Πανεπιστήμιο Πειραιώς) και Δάφνη-Μαρίνα Παπαδοπούλου (ΔΟΜ): "Η εισαγωγή του ευρώ σε φυσική μορφή στην Ελλάδα".

Στο άρθρο αυτό γίνεται επισκόπηση της προπαρασκευαστικής διαδικασίας για την εισαγωγή του ευρώ σε φυσική μορφή στην Ελλάδα και εξετάζονται ειδικότερα πλευρές της, όπως το σχετικό νομικό πλαίσιο, η εκτίμηση των αναγκαίων ποσοτήτων ευρώ και της γεωγραφικής τους κατανομής, ο προεφοδιασμός των πιστωτικών ιδρυμάτων, επιχειρήσεων και κοινού με ευρώ, ο ρόλος και η προετοιμασία των πιστωτικών ιδρυμάτων για την εισαγωγή του ενιαίου νομίσματος και την απόσυρση των τραπεζογραμματίων και κερμάτων δραχμών, καθώς και η εκστρατεία για την ενημέρωση του κοινού και την εξοικείωσή του με το νέο νόμισμα. Επίσης, αναφέρονται σύντομα και οι σχετικές ρυθμίσεις σε άλλες χώρες της ζώνης του ευρώ. Επισημαίνεται ότι η έγκαιρη κατάρτιση του Εθνικού Σχεδίου Εισαγωγής Τραπεζογραμματίων και Κερμάτων Ευρώ και οι σύντονες προσπάθειες που καταβλήθηκαν από την Τράπεζα της Ελλάδος και τους άλλους αρμόδιους φορείς συνετέλεσαν στην επιτυχή περάτωση του προπαρασκευαστικού σταδίου για την εισαγωγή του ευρώ και τη διάθεση του νέου νομίσματος σε όλη την ελληνική επικράτεια με ομαλό και αποτελεσματικό τρόπο. Στο άρθρο επίσης εξετάζεται το ενδεχόμενο εφάπαξ επιβάρυνσης του πληθωρισμού από περιστασιακές αυξήσεις τιμών με αφορμή ή πρόσχημα τη μετατροπή των δραχμικών τιμών σε ευρώ. Εκτιμάται όμως ότι ο κίνδυνος αυτός είναι περιορισμένος, εφόσον ο ανταγωνισμός θα λειτουργήσει αποτρεπτικά και επιπλέον έχουν ληφθεί πολλά μέτρα για την ελαχιστοποίηση των κερδοσκοπικών προσαρμογών των τιμών. Ανεξάρτητα πάντως από το τυχόν βραχυπρόθεσμο κόστος, η εισαγωγή του ευρώ αναμένεται ότι θα επηρεάσει μεσοπρόθεσμα την εξέλιξη των τιμών με θετικό τρόπο, δημιουργώντας ευνοϊκές συνθήκες για ταχύτερη οικονομική άνοδο.

Νίκος Γ. Ζόνζηλος (Διεύθυνση Οικονομικών Μελετών): "Ο μηχανισμός μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής: τα αποτελέσματα του πειράματος της ΕΚΤ για την Ελλάδα".

Με την δημιουργία της νομισματικής ένωσης και την άσκηση της ενιαίας νομισματικής πολιτικής από την ΕΚΤ, έγινε αναγκαία η γνώση αφενός των διαύλων μέσω των οποίων η ενιαία νομισματική πολιτική επηρεάζει τα βασικά μακροοικονομικά μεγέθη των χωρών-μελών της ΟΝΕ και ειδικότερα το προϊόν και τις τιμές, και αφετέρου του μεγέθους και της χρονικής κλιμάκωσης των σχετικών επιδράσεων. Η μελέτη αρχικά επικεντρώνεται στη θεωρητική περιγραφή του λεγομένου "μηχανισμού μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής", δηλαδή του τρόπου με τον οποίο οι ιδιωτικός τομέας αντιδρά στις αποφάσεις των νομισματικών αρχών. Στη συνέχεια παρουσιάζονται τα αποτελέσματα για την ελληνική οικονομία μιας κοινής για όλες τις χώρες της ζώνης του ευρώ προσομοίωσης των επιδράσεων που ασκεί μια μεταβολή της ενιαίας νομισματικής πολιτικής. Τα αποτελέσματα, τα οποία σαφώς εξαρτώνται από το οικονομετρικό υπόδειγμα που χρησιμοποιήθηκε αλλά και από το σχεδιασμό της προσομοίωσης, δείχνουν ότι μια μεταβολή των επιτοκίων στο πλαίσιο της ενιαίας νομισματικής πολιτικής έχει άμεσες και σημαντικές επιδράσεις στα βασικά μακροοικονομικά μεγέθη της ελληνικής οικονομίας. Ειδικότερα, όπως είναι αναμενόμενο για μια μικρή και ανοικτή οικονομία, οι επιδράσεις στις τιμές που προέρχονται από την μεταβολή της συναλλαγματικής ισοτιμίας είναι ισχυρότερες από εκείνες που προκαλούνται από τις μεταβολές της ζήτησης. Επιπλέον, οι διασυνδέσεις μισθών, τιμών και απασχόλησης χαρακτηρίζονται από αρκετή δυσκαμψία, γεγονός που συνεπάγεται ότι το κόστος προσαρμογής της ελληνικής οικονομίας σε τυχόν εξωγενείς διαταραχές είναι σχετικά υψηλό. Το τελευταίο αποτέλεσμα συνηγορεί υπέρ της ενίσχυσης διαρθρωτικών παρεμβάσεων που θα αποσκοπούν στην αύξηση της ευελιξίας του συστήματος μισθών και τιμών, στοιχείο που γενικά αναγνωρίζεται ως απαραίτητο για την καλή και ομαλή λειτουργία μιας νομισματικής ένωσης.

Νίκος Κ. Καμπέρογλου (Διεύθυνση Στατιστικής), Σοφοκλής Ν. Μπρισίμης (Διεύθυνση Οικονομικών Μελετών και Πανεπιστήμιο Πειραιώς), Γιώργος Θ. Συμιγιάννης (Διεύθυνση Στατιστικής): "Διαφορές ως προς τα χαρακτηριστικά των τραπεζών και η σημασία τους για την μετάδοση της νομισματικής πολιτικής ".

Η εργασία αυτή βασίζεται σε μελέτη που παρουσιάστηκε σε πρόσφατο συνέδριο που οργάνωσε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (18-19 Δεκεμβρίου 2001) και δημοσιεύθηκε στη σειρά "Working Papers" της ΕΚΤ. Σε αυτήν ερευνάται ο ρόλος των πιστωτικών ιδρυμάτων στο μηχανισμό μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής στην πραγματική οικονομία. Εξετάζεται συγκεκριμένα εάν οι επιδράσεις της νομισματικής πολιτικής περιορίζονται στις μεταβολές που προκαλούνται μέσω των τραπεζικών καταθέσεων ή εάν η νομισματική πολιτική επηρεάζει άμεσα και την προσφορά τραπεζικών πιστώσεων. Η εμπειρική διερεύνηση του τρόπου με τον οποίο ενδεχομένως επηρεάζεται η προσφορά πιστώσεων μετά από μία μεταβολή της νομισματικής πολιτικής βασίζεται στην ανάλυση του κατά πόσον η αντίδραση των τραπεζών συνδέεται με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους, όπως είναι το μέγεθός τους, η ρευστότητά τους και η κεφαλαιακή τους επάρκεια. Με τη χρήση διαστρωματικών δεδομένων από ένα δείγμα ελληνικών τραπεζών για την περίοδο Ιανουαρίου 1995-Δεκεμβρίου 1999, εκτιμήθηκε ότι η νομισματική πολιτική στην Ελλάδα επηρεάζει άμεσα την προσφορά τραπεζικών δανείων και ότι οι επιδράσεις της σχετίζονται με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των τραπεζών. Οι μεγαλύτερες τράπεζες, καθώς και αυτές με τα περισσότερο ρευστά περιουσιακά στοιχεία, επηρεάζονται γενικά λιγότερο από τη νομισματική πολιτική, σε σύγκριση με τις μικρότερες τράπεζες και εκείνες με λιγότερο ρευστά περιουσιακά στοιχεία.

Νίκος Θ. Τσαβέας (ειδικός Σύμβουλος Διοίκησης της Τράπεζας της Ελλάδος και Διεθνές Νομισματικό Ταμείο): "Συναλλαγματικά καθεστώτα και συναλλαγματική πολιτική στη Νοτιοανατολική Ευρώπη".

Οι χώρες της Νοτιοανατολικής Ευρώπης (εκτός της Ελλάδος) έχουν υιοθετήσει σχεδόν όλα τα γνωστά συναλλαγματικά καθεστώτα στη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας, η οποία για τις περισσότερες από αυτές (με εξαίρεση την Τουρκία) χαρακτηριζόταν από τη μετάβαση στην οικονομία της αγοράς. Στο άρθρο αρχικά περιγράφονται συνοπτικά δύο ειδικά συναλλαγματικά καθεστώτα, το "καθεστώς επιτροπής συναλλάγματος" και η "δολαριοποίηση", που έχουν πρόσφατα προκαλέσει μεγάλο ενδιαφέρον και έχουν εφαρμοστεί σε ορισμένες χώρες της περιοχής: το πρώτο στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη και τη Βουλγαρία και το δεύτερο (με την έννοια της υιοθέτησης του γερμανικού μάρκου και αργότερα του ευρώ ως νόμιμου χρήματος) στο Μαυροβούνιο και το Κοσσυφοπέδιο (περιοχές της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας). Στη συνέχεια εξετάζεται η εμπειρία των όλων των επιμέρους χωρών και διερευνάται η δυνατότητα άντλησης ασφαλών συμπερασμάτων σχετικά με την αποτελεσματικότητα των διαφόρων συναλλαγματικών καθεστώτων ως προς την επίτευξη των στόχων της οικονομικής πολιτικής. Η δυνατότητα αυτή κρίνεται πάντως ότι είναι περιορισμένη, όχι μόνο επειδή η υπό εξέταση περίοδος είναι σχετικά μικρή, αλλά και επειδή χαρακτηρίζεται από διαστήματα πολιτικής αστάθειας και από σημαντικές μεταβολές των συναλλαγματικών καθεστώτων. Ωστόσο, το άρθρο καταλήγει καταρχήν στο συμπέρασμα ότι μια αξιόπιστα σταθερή συναλλαγματική ισοτιμία βοηθά στην ταχύτερη μείωση του πληθωρισμού, ενδέχεται όμως να επηρεάσει αρνητικά την εξωτερική ανταγωνιστικότητα, αν και το τελευταίο στοιχείο πρέπει να αξιολογηθεί σε σύγκριση με τις δυσμενείς επιδράσεις τυχόν υψηλού πληθωρισμού στην οικονομική ανάπτυξη. Η σημασία της αξιοπιστίας της συναλλαγματικής πολιτικής υπογραμμίζεται ιδιαίτερα, με αναφορά σε περιπτώσεις όπου η προσπάθεια να χρησιμοποιηθεί η πολιτική συναλλαγματικής ισοτιμίας ως μέσο για την επίτευξη σταθερότητας απέτυχε, επειδή δεν υποστηριζόταν από τη δημοσιονομική και τη διαρθρωτική πολιτική. Τέλος, εξετάζεται ο τρόπος με τον οποίο είναι δυνατό να επηρεαστεί η συναλλαγματική και γενικότερα η οικονομική πολιτική τεσσάρων χωρών της περιοχής (της Βουλγαρίας, της Ρουμανίας, της Σλοβενίας και της Τουρκίας) από την υποψηφιότητά τους για ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση και, ενδεχόμενα, στην ΟΝΕ.

​​ 
Αυτό το website χρησιμοποιεί cookies για την βελτιστοποίηση της εμπειρίας σας. Μάθετε περισσότερα
Αποδέχομαι