EN

Δελτία Τύπου

Εικοστό πέμπτο τεύχος του Οικονομικού Δελτίου - Αύγουστος 2005

29/07/2005 - Δελτία Τύπου

Κυκλοφόρησε το τεύχος 25 (Αύγουστος 2005) του "Οικονομικού Δελτίου" της Τράπεζας της Ελλάδος. Στο "Οικονομικό Δελτίο" δημοσιεύονται μία πρόσφατη ομιλία του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος κ. Νικολάου Χ. Γκαργκάνα και 2 μελέτες.

Η ομιλία του Διοικητή κ. Νικολάου Χ. Γκαργκάνα, με θέμα "Η προσαρμογή στην ενιαία νομισματική πολιτική της ΕΚΤ", έγινε στις 24 Ιουνίου στο πλαίσιο της ετήσιας συνάντησης του Euro 50 Group στην Τράπεζα της Ελλάδος. Στη συνάντηση, με θέμα "Η Αξιολόγηση της Ενιαίας Νομισματικής Πολιτικής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας", συμμετείχαν διακεκριμένοι οικονομολόγοι, ακαδημαϊκοί, τραπεζίτες και πολιτικοί από την Ευρώπη, την Αμερική και την Ιαπωνία.

Η ομιλία του κ. Γκαργκάνα αναφέρεται σε ένα ζήτημα για το οποίο έχει γίνει ευρύς διάλογος: κατά πόσον η άσκηση μιας ενιαίας (δηλαδή κοινής για όλους) νομισματικής πολιτικής είναι κατάλληλη για όλα τα μέλη μιας ανομοιογενούς νομισματικής ζώνης. Το θέμα εξετάζεται από την σκοπιά της Ελλάδος, δηλαδή μιας μικρής ανοικτής οικονομίας με ιστορικό πολύ υψηλού πληθωρισμού και τεράστιων δημοσιονομικών ελλειμμάτων τη δεκαετία του '80 και το πρώτο ήμισυ της δεκαετίας του '90.

Στην ομιλία επισημαίνεται, μεταξύ άλλων, ότι για την Ελλάδα η ένταξη στη ζώνη του ευρώ σήμανε την υιοθέτηση της ενιαίας νομισματικής πολιτικής και τη μετάβαση σε νομισματικό καθεστώς σταθερού και χαμηλού πληθωρισμού. Κατά τη δεκαπενταετία μέχρι το 1994 ―έτος κατά το οποίο η Ελλάδα άρχισε να καταβάλλει σοβαρές προσπάθειες για να εκπληρώσει τα κριτήρια ένταξης στη ζώνη του ευρώ― ο μέσος ετήσιος πληθωρισμός ήταν περίπου 20%, ενώ ο μέσος ετήσιος ρυθμός αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ ήταν κάτω του 1%. Αντίθετα, κατά την τελευταία εξαετία ο μέσος ετήσιος ρυθμός αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ ξεπέρασε το 4%, ενώ ο μέσος ετήσιος πληθωρισμός ήταν ελαφρά πάνω από το 3%. Η αύξηση της αξιοπιστίας προκύπτει έμμεσα και από τις διαφορές των επιτοκίων. Το 1997, όταν για πρώτη φορά εκδόθηκε δεκαετές ομόλογο του Ελληνικού Δημοσίου στην ελληνική χρηματοπιστωτική αγορά, η διαφορά αποδόσεων μεταξύ αυτού του ομολόγου και του συγκρίσιμου γερμανικού ομολόγου ήταν 412 μονάδες βάσης, ενώ σήμερα είναι μόλις 24 μονάδες βάσης. Ως εκ τούτου, ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος συμπεραίνει ότι η εγκατάλειψη της εθνικής νομισματικής πολιτικής δεν συνιστούσε κόστος, αλλά αντίθετα ωφέλεια.

Στην ομιλία σχολιάζονται και οι πρόσφατες εξελίξεις στον ευρωπαϊκό χώρο. Συγκεκριμένα, αναφέρεται ότι οι εξελίξεις αυτές αποτέλεσαν την αφορμή για λαϊκιστικές ρητορείες που αμφισβητούν τη σκοπιμότητα της ύπαρξης ενιαίου νομίσματος στην Ευρώπη. Ορισμένοι σχολιαστές θέτουν το ερώτημα γιατί χρειάζεται να υπάρχει νομισματική ένωση στην Ευρώπη. Απαντώντας, ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος απορρίπτει ως παράλογη την πιθανολόγηση ότι το μέλλον της ζώνης του ευρώ είναι αμφίβολο και τονίζει ότι η εφαρμογή ενιαίας νομισματικής πολιτικής κοινής για όλους υπήρξε μέχρι στιγμής πολύ επιτυχημένη, εξασφαλίζοντας σταθερότητα τιμών. Καρπός της αξιοπιστίας της νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ είναι τα επιτόκια που βρίσκονται σε ιστορικώς χαμηλά επίπεδα σε όλες τις χώρες-μέλη της ζώνης του ευρώ.

Ωστόσο, η σταθερότητα των τιμών και τα χαμηλά επιτόκια δεν επαρκούν για την επιτάχυνση των ρυθμών ανάπτυξης και τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου στην Ευρώπη, αποτελούν όμως την απαραίτητη βάση για την οικοδόμηση μιας πιο δυναμικής Ευρώπης. Κατά τη γνώμη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, οι πρόσφατες εξελίξεις επιβεβαιώνουν ότι σε μια νομισματική ένωση χρειάζεται να υπάρχουν μεγαλύτερη ευελιξία και υψηλότερος βαθμός ανταγωνισμού από ό,τι σε μεμονωμένες χώρες που ασκούν ανεξάρτητη νομισματική πολιτική η καθεμία. Οι ευέλικτες αγορές και η τήρηση αυστηρών δημοσιονομικών κανόνων δεν είναι πολυτέλεια για τα μέλη μιας νομισματικής ένωσης, αλλά εκ των ων ουκ άνευ για τη σωστή λειτουργία της ένωσης.

* * *

Οι δύο μελέτες που δημοσιεύονται στο Οικονομικό Δελτίο απηχούν, όπως πάντοτε, τις απόψεις των συγγραφέων και όχι κατ' ανάγκη της Τράπεζας της Ελλάδος και είναι οι εξής:

Θ. Μητράκος, Γ. Θ. Συμιγιάννης και Π. Τζαμουράνη, "Το χρέος των ελληνικών νοικοκυριών: ενδείξεις από μία δειγματοληπτική έρευνα".

Η μελέτη εξετάζει το βαθμό χρέωσης και την κατανομή των δανείων μεταξύ των ελληνικών νοικοκυριών, καθώς και τη χρηματοοικονομική πίεση που ασκεί σε αυτά η υποχρέωσή τους να εξυπηρετούν κανονικά τα δάνειά τους. Οι συγγραφείς χρησιμοποιούν τα αποτελέσματα μιας ειδικής έρευνας που διεξήγαγε για το σκοπό αυτό η Τράπεζα της Ελλάδος μεταξύ Οκτωβρίου 2002 και Ιανουαρίου 2003. Επιπρόσθετα, στη μελέτη διερευνάται ο βαθμός στον οποίο τα δημογραφικά και κοινωνικοοικονομικά χαρακτηριστικά ενός νοικοκυριού προσδιορίζουν την πιθανότητα το νοικοκυριό αυτό να έχει προσφύγει στο δανεισμό.

Τα αποτελέσματα της έρευνας δείχνουν ότι, σε σχέση με το εισόδημα και την περιουσία τους, ο δανεισμός των ελληνικών νοικοκυριών είναι περιορισμένος, δεδομένου ότι γενικά το συνολικό χρέος τους δεν ξεπερνά το ετήσιο εισόδημά τους, ακόμη και για τα νοικοκυριά στις χαμηλότερες εισοδηματικές τάξεις. Επίσης, προκύπτει ότι, για τη μεγάλη πλειοψηφία των νοικοκυριών, η εξυπηρέτηση των δανειακών υποχρεώσεων είναι μέσα στις εισοδηματικές τους δυνατότητες. Τέλος, από την οικονομετρική ανάλυση των αποτελεσμάτων της έρευνας συμπεραίνεται ότι ο βαθμός αστικότητας του τόπου κατοικίας του νοικοκυριού, η σύνθεσή του, η ηλικία, το επίπεδο εκπαίδευσης και η κατάσταση απασχόλησης των μελών του, το εισόδημα και η περιουσία του νοικοκυριού παίζουν σημαντικό ρόλο στον καθορισμό της πιθανότητας να προσφύγει ένα νοικοκυριό στο δανεισμό.

Δάφνη Νικολίτσα, "Κατά κεφαλήν εισόδημα, παραγωγικότητα και συμμετοχή στην αγορά εργασίας: οι εξελίξεις στην ελληνική οικονομία".

Η μελέτη εξετάζει την υστέρηση του κατά κεφαλήν εισοδήματος στην Ελλάδα έναντι του αντίστοιχου στην ΕΕ-15 και την αναλύει στους βασικούς προσδιοριστικούς της παράγοντες. Από την ανάλυση προκύπτει ότι, παρά τους υψηλούς ρυθμούς βελτίωσης της τα τελευταία χρόνια, η παραγωγικότητα στην Ελλάδα βρίσκεται σε χαμηλότερο επίπεδο από ό,τι στην ΕΕ-15 και αποτελεί τη βασική αιτία της υστέρησης του κατά κεφαλήν εισοδήματος. Πιθανές αιτίες για τη χαμηλότερη παραγωγικότητα αναζητούνται στα προβλήματα στο επιχειρηματικό περιβάλλον (γραφειοκρατία, ρυθμιστικές παρεμβάσεις), στην έλλειψη ανταγωνισμού, στο μικρότερο μέγεθος των ελληνικών επιχειρήσεων, στην υστέρηση ως προς την υιοθέτηση των νέων τεχνολογιών και στις αδυναμίες του εκπαιδευτικού συστήματος. Ένας δεύτερος παράγοντας που συμβάλλει, αλλά σε μικρότερο βαθμό, στην υστέρηση του βιοτικού επιπέδου είναι το χαμηλότερο ποσοστό απασχόλησης στην Ελλάδα. Η απόκλιση αυτή αντανακλά κυρίως τη μικρότερη συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας και την είσοδο των νέων σ' αυτήν σε μεγαλύτερη ηλικία από ό,τι στην Ευρώπη. Οι διαφορές αυτές σε σχέση με την ΕΕ-15 εξηγούνται από κοινωνικούς παράγοντες, από το υψηλότερο ποσοστό ανεργίας και από την ευρύτερη συμμετοχή των νέων σε εκπαιδευτικά προγράμματα.

Ο ταχύς ρυθμός ανόδου της παραγωγικότητας στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, ο οποίος ήταν υψηλότερος σε συγκεκριμένους κλάδους οικονομικής δραστηριότητας, αποδίδεται κυρίως στην "τεχνολογική πρόοδο". Η συνέχιση των υψηλών ρυθμών αύξησης της παραγωγικότητας, η οποία είναι απαραίτητη για την επίτευξη της σύγκλισης, θα εξαρτηθεί από την αύξηση του δυνητικού προϊόντος της οικονομίας. Ωστόσο, εν όψει των αναμενόμενων δημογραφικών εξελίξεων, για να επιτευχθεί η σύγκλιση προς το μέσο εισόδημα της ΕΕ-15 πρέπει να αυξηθούν τόσο η παραγωγικότητα όσο και το ποσοστό απασχόλησης.

* * *

Στο τεύχος επίσης περιλαμβάνονται περιλήψεις των "δοκιμίων εργασίας" τα οποία δημοσίευσε (στην αγγλική γλώσσα) ο Τομέας Ειδικών Μελετών της Διεύθυνσης Οικονομικών Μελετών της Τράπεζας στο διάστημα Ιανουαρίου-Ιουλίου 2005, στατιστικό τμήμα με βασικούς οικονομικούς δείκτες, καθώς και παράρτημα με τα μέτρα νομισματικής πολιτικής του Ευρωσυστήματος και τις αποφάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος σχετικά με την ίδρυση και λειτουργία των πιστωτικών ιδρυμάτων και την εποπτεία του χρηματοπιστωτικού συστήματος (στο διάστημα Ιανουαρίου-Ιουλίου 2005). Στο παράρτημα δημοσιεύονται τα πλήρη κείμενα μιας απόφασης της Επιτροπής Τραπεζικών και Πιστωτικών Θεμάτων και μιας Πράξης Διοικητή, οι οποίες αφορούν (α) την τροποποίηση της ΠΔ/ΤΕ 2438/1998 σχετικά με το πλαίσιο αρχών λειτουργίας και κριτηρίων αξιολόγησης των Συστημάτων Εσωτερικού Ελέγχου των πιστωτικών ιδρυμάτων και με τον προσδιορισμό αρμοδιοτήτων των οργάνων τους στον τομέα του Εσωτερικού Ελέγχου και (β) την αναπροσαρμογή του πλαισίου που διέπει την παρακολούθηση και τον έλεγχο της ρευστότητας των πιστωτικών ιδρυμάτων από την Τράπεζα της Ελλάδος και τη θέσπιση ελάχιστων υποχρεωτικών δεικτών.

 

​​ 
Αυτό το website χρησιμοποιεί cookies για την βελτιστοποίηση της εμπειρίας σας. Μάθετε περισσότερα
Αποδέχομαι