EN

Δελτία Τύπου

Ενδιάμεση Έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος για τη Νομισματική Πολιτική 2014

16/12/2014 - Δελτία Τύπου

Υποβλήθηκε σήμερα στον Πρόεδρο της Βουλής των Ελλήνων και το Υπουργικό Συμβούλιο η Ενδιάμεση Έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος για τη Νομισματική Πολιτική 2014, σύμφωνα με όσα προβλέπει το Καταστατικό της.

Η Τράπεζα της Ελλάδος στην προηγούμενη Έκθεση Νομισματικής Πολιτικής, τον Ιούνιο του 2014, είχε εκτιμήσει, με βάση τις υφιστάμενες τότε ενδείξεις, ότι η οικονομία είχε εισέλθει σε φάση σταθεροποίησης, γεγονός που καθιστούσε πολύ πιθανή την επάνοδο της οικονομίας σε τροχιά ανάκαμψης.

Η εκτίμηση αυτή επιβεβαιώθηκε, καθώς μετά από έξι χρόνια συνεχούς και μεγάλης πτώσης, το ΑΕΠ εμφανίζει το β΄ και το γ΄ τρίμηνο του 2014 θετικούς ετήσιους ρυθμούς μεταβολής, με αποτέλεσμα την αύξησή του κατά 0,6% το εννεάμηνο του 2014 έναντι της αντίστοιχης περιόδου του 2013. Κινητήριες δυνάμεις αυτής της εξέλιξης ήταν η αύξηση των εξαγωγών και η ανάκαμψη της ιδιωτικής κατανάλωσης και των επενδύσεων σε μεταφορικό και μηχανολογικό εξοπλισμό.

Συγκεκριμένα, το διάστημα Ιανουαρίου-Σεπτεμβρίου 2014:

― Οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών αυξήθηκαν σε ετήσια βάση κατά 8,4%. Οι τουριστικές υπηρεσίες και η ναυτιλία είναι βασικοί τομείς που παρουσίασαν ισχυρή εξαγωγική δυναμική.

― Η ιδιωτική κατανάλωση ενισχύθηκε σε ετήσια βάση κατά 1,5%.

― Οι επενδύσεις σε μεταφορικό και μηχανολογικό εξοπλισμό αυξήθηκαν κατά 8,4%, μετά από πέντε χρόνια συνεχούς μείωσης.

Σημαντικές θετικές εξελίξεις αποτελούν η αύξηση της εξαρτημένης απασχόλησης κατά 1,5% και η μείωση του αριθμού των ανέργων κατά 1,6% το α' εξάμηνο του 2014 έναντι της αντίστοιχης περιόδου του 2013. Ωστόσο, το ποσοστό ανεργίας, αν και μειώθηκε, εξακολουθεί να είναι ιδιαίτερα υψηλό.

Το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος στο σύνολο της οικονομίας συνεχίζει να υποχωρεί και το 2014, ενισχύοντας την ανταγωνιστικότητα κόστους κατά 20% από το 2010 έως σήμερα. Όμως, και η διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας παρουσιάζει ενδείξεις βελτίωσης, όπως προκύπτει από σχετικούς δείκτες της Παγκόσμιας Τράπεζας και άλλων διεθνών οργανισμών.

Με βάση τα μέχρι σήμερα δεδομένα, εκτιμάται ότι ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ θα διαμορφωθεί σε 0,7% το 2014, ενώ προβλέπεται να επιταχυνθεί σε 2,5% ή και ελαφρώς υψηλότερα το 2015, αν ληφθεί υπόψη η πρόσφατη μείωση της τιμής του πετρελαίου στη διεθνή αγορά. Επιπλέον, αναμένεται να συνεχιστεί η βελτίωση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, με την επίτευξη πλεονάσματος περίπου 1,5% του ΑΕΠ το 2014.

Εκτιμάται επίσης ότι είναι δυνατή η υπερκάλυψη του δημοσιονομικού στόχου του Προγράμματος Οικονομικής Προσαρμογής σε επίπεδο Γενικής Κυβέρνησης για τρίτο συναπτό έτος, γεγονός που καταδεικνύει ότι η βελτίωση των δημοσιονομικών μεγεθών είναι διατηρήσιμη.

* * * *

Ο ρυθμός μεγέθυνσης της παγκόσμιας οικονομίας θα παραμείνει σχετικά χαμηλός το 2014, ενώ αναμένεται να ενισχυθεί ελαφρά το 2015. Οι προβλέψεις αυτές υπόκεινται σε σημαντικούς κινδύνους και αβεβαιότητες. Παρά τη σταδιακή βελτίωση των χρηματοπιστωτικών συνθηκών από τις αρχές του έτους, οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι (από την Ουκρανία-Ρωσία και τη Μέση Ανατολή) για την παγκόσμια ανάπτυξη αυξήθηκαν και επιβάρυναν την εξωτερική ζήτηση και την ανάκαμψη του παγκόσμιου εμπορίου. Όσον αφορά τη ζώνη του ευρώ, η υποχώρηση του πληθωρισμού, η εξασθένηση της οικονομικής ανάκαμψης, η καταγραφή καθ’ όλη τη διάρκεια του 2014 προοδευτικής υποχώρησης των πληθωριστικών προσδοκιών, καθώς και η υποτονική νομισματική και πιστωτική επέκταση, οδήγησαν το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ στη λήψη πρόσθετων μη συμβατικών μέτρων νομισματικής πολιτικής. Τα μέτρα στοχεύουν στην αποτροπή μιας παρατεταμένης υποχώρησης του επιπέδου των τιμών, καθώς μια τέτοια εξέλιξη θα έθετε σε λειτουργία ένα φαύλο κύκλο ύφεσης και αποπληθωρισμού.

Το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ είναι ομόφωνο στην πρόθεσή του να εντείνει τη χρήση των ήδη θεσπισμένων μη συμβατικών μέτρων νομισματικής πολιτικής ή και να εισαγάγει και άλλα μη συμβατικά μέτρα, εφόσον είναι συμβατά με το Καταστατικό της ΕΚΤ, προκειμένου να αποτρέψει τον κίνδυνο ο ρυθμός πληθωρισμού στη ζώνη του ευρώ να εξακολουθήσει επί πολύ να διαμορφώνεται στα παρόντα εξαιρετικώς χαμηλά επίπεδα.

* * * *

Όπως αναλύεται στην παρούσα έκθεση, διαμορφώνονται θετικές προοπτικές για το επόμενο έτος. Ειδικότερα, το 2015 αναμένονται ενίσχυση της επενδυτικής ζήτησης και περαιτέρω αύξηση της εξαγωγικής δραστηριότητας που, όπως εκτιμάται, θα προσδώσουν μονιμότερα χαρακτηριστικά στην αναπτυξιακή πορεία της οικονομίας.

Στη θετική προοπτική των επενδύσεων για το 2015 συνηγορούν και οι εξής παράγοντες: (α) η αξιοποίηση της ρευστότητας του ΕΣΠΑ και των χρηματοδοτήσεων της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, (β) η ικανοποιητική εξέλιξη των έργων υποδομής και (γ) η επιτάχυνση του προγράμματος ιδιωτικοποιήσεων.

Η αναμενόμενη αποκατάσταση ομαλότερων συνθηκών χρηματοδότησης, μέσω της δυνατότητας των τραπεζών να αντλήσουν ρευστά διαθέσιμα με χαμηλά επιτόκια από το Ευρωσύστημα και να χρηματοδοτήσουν εξαγωγικές επιχειρήσεις με συγκριτικά πλεονεκτήματα, εκτιμάται ότι θα λειτουργήσει συμπληρωματικά προς τη σημαντική βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας την τελευταία πενταετία, δίνοντας περαιτέρω ώθηση στις εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών.

Επιπροσθέτως, ενθαρρυντικές ενδείξεις για την ενίσχυση της ιδιωτικής κατανάλωσης κατά τη διάρκεια του 2015 είναι η αύξηση της απασχόλησης, η βελτίωση της καταναλωτικής εμπιστοσύνης, η βελτίωση των επιχειρηματικών προσδοκιών στο λιανικό εμπόριο και η παράλληλη επιβράδυνση του ρυθμού μείωσης της τραπεζικής χρηματοδότησης της κατανάλωσης, καθώς και η προβλεπόμενη σταθεροποίηση των αποδοχών των εργαζομένων (μικρή αύξηση σε όρους καθαρών αποδοχών).

Οι παραπάνω θετικές προοπτικές υπόκεινται ωστόσο σε εγχώριους και διεθνείς κινδύνους και αβεβαιότητες, που ενδέχεται να επιβαρύνουν το επιχειρηματικό κλίμα τους επόμενους μήνες, να καθυστερήσουν ή και να αναστείλουν την ανάπτυξη. Γι’ αυτό η οικονομική πολιτική θα πρέπει παραμείνει επικεντρωμένη στη διατήρηση και ενδυνάμωση της τρέχουσας δυναμικής με σκοπό την οριστική έξοδο από την κρίση. Συνεπώς απαιτείται να συνεχιστεί η προσπάθεια με κύρια έμφαση στις ακόλουθες προτεραιότητες:

(α) Επιτάχυνση των διαρθρωτικών αλλαγών στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών προκειμένου να ενισχυθεί ο ανταγωνισμός και η καινοτομία, να αυξηθεί η ευελιξία των τιμών και να βελτιωθεί η ανταγωνιστικότητα. Οι δράσεις αυτές θα βελτιώσουν την ελκυστικότητα της χώρας ως τόπου προορισμού άμεσων ξένων επενδύσεων και θα συμβάλουν στην επιτάχυνση των ιδιωτικοποιήσεων και στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας σε ανταγωνιστικές και βιώσιμες επιχειρήσεις.

(β) Εξορθολογισμό της λειτουργίας του κράτους με έμφαση στην επιτάχυνση της διοικητικής μεταρρύθμισης, την εύρυθμη λειτουργία της δικαιοσύνης, τον περιορισμό της γραφειοκρατίας, την απλοποίηση των διαδικασιών με σκοπό τη μείωση του διοικητικού φόρτου για τους πολίτες και τις επιχειρήσεις, καθώς και την πάταξη των φαινομένων διαφθοράς.

(γ) Ενίσχυση των ενεργητικών πολιτικών στην αγορά εργασίας με ιδιαίτερη έμφαση στην εκπαίδευση και κατάρτιση, προκειμένου να βελτιωθεί η πιθανότητα επαναπρόσληψης ατόμων που βρίσκονται στο περιθώριο της αγοράς εργασίας, όπως οι μακροχρόνια άνεργοι και οι νέοι που έχουν επηρεαστεί δραματικά από την αύξηση της ανεργίας.

(δ) Συνέχιση της δημοσιονομικής προσπάθειας και τα επόμενα χρόνια. Η κύρια έμφαση θα πρέπει να δοθεί στην αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής μέσω ενδυνάμωσης της φορολογικής διοίκησης, έτσι ώστε να διευρυνθεί η φορολογική βάση και να ενισχυθεί το αίσθημα κοινωνικής δικαιοσύνης. Επίσης, θα πρέπει να επανεξεταστεί η σκοπιμότητα ύπαρξης εκείνων των εξαιρέσεων από τις γενικές διατάξεις άμεσης και έμμεσης φορολογίας οι οποίες δεν δικαιολογούνται με κριτήρια κοινωνικά ή/και αναπτυξιακά. Μέριμνα θα πρέπει να ληφθεί για τη βιωσιμότητα των ασφαλιστικών ταμείων, ενώ και στον τομέα αυτό θα πρέπει να επανεξεταστεί το καθεστώς των ποικίλων εξαιρέσεων από τις γενικές διατάξεις. Οι ανωτέρω παρεμβάσεις θα επιτρέψουν τη σταδιακή μείωση των συντελεστών φορολογίας εισοδήματος φυσικών και νομικών προσώπων προκειμένου να τονωθεί η οικονομική δραστηριότητα με δημοσιονομικά ουδέτερο τρόπο.

* * * *

Η ανάκαμψη της οικονομικής δραστηριότητας αντανακλάται σταδιακά και στα μεγέθη των ελληνικών εμπορικών τραπεζών. Η οργανική κερδοφορία εμφανίζει μικρή αλλά σταθερή βελτίωση, ενώ η κεφαλαιακή επάρκεια, μετά τις επιτυχημένες αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου και τα σχέδια αναδιάρθρωσης που υλοποιούν οι τέσσερις συστημικές τράπεζες, έχει διαμορφωθεί σε ικανοποιητικό επίπεδο. Αυτό επιβεβαιώθηκε και από τα αποτελέσματα της Συνολικής Αξιολόγησης, συμπεριλαμβανομένης της πανευρωπαϊκής άσκησης προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων, που διεξήγαγε η ΕΚΤ σε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών, τα οποία ανακοινώθηκαν στις 26 Οκτωβρίου 2014.

Ωστόσο, παρά την αύξηση της καταθετικής βάσης, την ισχυρή κεφαλαιακή βάση και την επανάκτηση εκ μέρους των ελληνικών τραπεζών πρόσβασης στη διατραπεζική αγορά και στις διεθνείς αγορές κεφαλαίων, το τραπεζικό σύστημα συνεχίζει να αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις, με κυριότερη τη δυσμενή επίδραση που ασκεί στην πιστοδοτική ικανότητα των τραπεζών η ύπαρξη μεγάλου αποθέματος προβληματικών δανείων στο ενεργητικό τους. Σε συνδυασμό με την ασθενή ζήτηση τραπεζικών πιστώσεων, τούτο έχει ως συνέπεια η πιστωτική επέκταση προς την πραγματική οικονομία να παραμένει αρνητική, γεγονός που δρα ανασταλτικά για την αναζωογόνηση της οικονομικής δραστηριότητας.

Συνεπώς, η αποτελεσματική διαχείριση των δανείων σε καθυστέρηση αποτελεί άμεση προτεραιότητα. Ο τραπεζικός κλάδος στην Ελλάδα καλείται σήμερα να προχωρήσει σε μια πιο ενεργητική διαχείριση των προβληματικών δανείων, με σκοπό αφενός να ελαφρυνθούν οι συνεργάσιμοι δανειολήπτες που αντιμετωπίζουν προσωρινή δυσκολία στην εξυπηρέτηση των δανείων τους και αφετέρου να ανακτηθούν μακροπρόθεσμα κεφάλαια των τραπεζών που είναι δεσμευμένα σε προβληματικά δάνεια με χαμηλή πιθανότητα αποπληρωμής.

Βάσει των ανωτέρω, εκτιμάται ότι θα έχει θετική επίπτωση στην κατεύθυνση του περιορισμού των προβληματικών στοιχείων στο ενεργητικό των τραπεζών η επιλογή της ενεργού διαχείρισης των δανείων σε καθυστέρηση μέσω και της αξιοποίησης από τις τράπεζες: (α) του πλαισίου εποπτικών υποχρεώσεων για τη διαχείριση των ανοιγμάτων σε καθυστέρηση και των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων που προβλέπει η Πράξη Εκτελεστικής Επιτροπής 42/30.5.2014 της Τράπεζας της Ελλάδος, αλλά και (β) από 1.1.2015, των επιλογών που προβλέπει ο Κώδικας Δεοντολογίας του N. 4224/2013. Παράλληλα, η πρόσφατη νομοθετική πρωτοβουλία της κυβέρνησης για την αντιμετώπιση των επιχειρηματικών δανείων σε καθυστέρηση εκτιμάται ότι παρέχει κατάλληλα κίνητρα και θα επιταχύνει την κινητοποίηση των οφειλετών και των τραπεζών με σκοπό την εξεύρεση βιώσιμων λύσεων στο πρόβλημα. Σε κάθε περίπτωση, οι επιλογές για τη διαχείριση των δανείων σε καθυστέρηση θα πρέπει να γίνονται με τρόπο που δεν δημιουργεί κίνητρα για αθέτηση οφειλών στους δανειολήπτες που έχουν αντικειμενικά τη δυνατότητα να αποπληρώσουν.

Το ελληνικό τραπεζικό σύστημα εξέρχεται ισχυρότερο μετά την ολοκλήρωση της άσκησης προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων και την αξιολόγηση των ισολογισμών που πρόσφατα διενέργησε η ΕΚΤ. Στο πλαίσιο αυτό, επωφελούμενο και από την εμπειρία αναδιάταξης του τραπεζικού κλάδου, θα πρέπει να αναλάβει ενεργό ρόλο στην κλαδική αναδιάρθρωση της οικονομίας, διοχετεύοντας πιστώσεις στις πραγματικά βιώσιμες επιχειρήσεις. Δεν πρέπει να δεσμεύονται πόροι σε επιχειρήσεις που δεν έχουν καμία προοπτική επιβίωσης, καθώς με τον τρόπο αυτό αποστερούνται πόροι από υγιείς επιχειρήσεις που μπορούν να συνδράμουν στην οικονομική ανάπτυξη και την αύξηση της απασχόλησης. Η προσπάθεια των τραπεζών πρέπει να συνεπικουρηθεί και από βελτιώσεις στο θεσμικό πλαίσιο προκειμένου να αρθούν περιορισμοί που συνδέονται για παράδειγμα με τις (προ)πτωχευτικές διαδικασίες, τον εξωδικαστικό συμβιβασμό ή, όπως προαναφέρθηκε, εν γένει την ταχύτητα απονομής της δικαιοσύνης.

* * * *

Μετά από έξι χρόνια ύφεσης και πέντε χρόνια δημοσιονομικής προσαρμογής, η οικονομία έχει σταθεροποιηθεί και εμφανίζει πολλά σημάδια βελτίωσης. Αν διατηρηθεί αυτή η δυναμική, είναι πλέον πολύ πιθανή η επάνοδος της οικονομίας σε σταθερή αναπτυξιακή τροχιά τα επόμενα χρόνια. Για να επαληθευθεί όμως η πρόβλεψη αυτή, πρέπει η αναδιάρθρωση της οικονομίας και οι μεταρρυθμίσεις (ορισμένες από τις οποίες προαναφέρθηκαν) να συνεχιστούν απρόσκοπτα και με αποφασιστικότητα προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι προκλήσεις, να περιοριστούν οι κίνδυνοι και να μειωθεί η αβεβαιότητα για την περίοδο μετά τη λήξη του τρέχοντος προγράμματος χρηματοδοτικής στήριξης από την ΕΕ. Κάτι τέτοιο είναι εφικτό μόνο σε ένα περιβάλλον συνεννόησης και συνεργασίας των πολιτικών φορέων ώστε να εξασφαλίζεται η συνέχεια.

Όπως έδειξε και η πρόσφατη αναταραχή των αγορών κεφαλαίων, που οδήγησε σε κατακόρυφη άνοδο της απόδοσης του δεκαετούς ομολόγου του Ελληνικού Δημοσίου σε επίπεδα άνω του 9%, η χώρα μας ακόμη χρειάζεται υποστήριξη από ένα αξιόπιστο πρόγραμμα προληπτικής χρηματοδότησης από τους Ευρωπαίους εταίρους. Κάτι τέτοιο είναι αναγκαίο έως ότου διασφαλιστεί η διατηρήσιμη χρηματοδότηση των δανειακών αναγκών της από τις διεθνείς αγορές. Στο πλαίσιο αυτό, η σχέση αμοιβαίας εμπιστοσύνης και συνεργασίας με τους εταίρους μας αποκτά πρωτεύουσα σημασία. Η σχέση αυτή θα ενισχυθεί ακόμη περισσότερο με την υλοποίηση της δέσμευσης του Eurogroup της 27ης Νοεμβρίου 2012 για ελάφρυνση του ελληνικού δημόσιου χρέους.

H άμεση εξάλειψη της αβεβαιότητας στο εσωτερικό της χώρας και η δέσμευση στην προώθηση των μεταρρυθμίσεων είναι αναγκαίες προϋποθέσεις για την ενίσχυση της οικονομικής ανάπτυξης και της απασχόλησης και την οριστική έξοδο της χώρας από την κρίση.

Σημείωση: Το πλήρες κείμενο της Έκθεσης βρίσκεται εδώ.

 

 

 

​​ 
Αυτό το website χρησιμοποιεί cookies για την βελτιστοποίηση της εμπειρίας σας. Μάθετε περισσότερα
Αποδέχομαι