EN

Ομιλίες

Ομιλία του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος κ. Γιάννη Στουρνάρα στο Ινστιτούτο Εσωτερικών Ελεγκτών Ελλάδας “1st Internal Audit Forum for Banking Sector”

01/04/2019 - Ομιλίες

Μικρό Χρηματιστήριο

«Αποτελεσματικότητα του ευρωπαϊκού ρυθμιστικού πλαισίου των τραπεζών και οι λειτουργίες του Συστήματος Εσωτερικού Ελέγχου: Οι τρεις γραμμές άμυνας»

Κυρίες και κύριοι,

Χαίρομαι που μου δίνεται η ευκαιρία να συμμετέχω στη σημερινή εκδήλωση του Ινστιτούτου Εσωτερικών Ελεγκτών Ελλάδας σε συνεργασία με την Ελληνική Ένωση Τραπεζών και να μοιραστώ μαζί σας τις σκέψεις μου για τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει το ελληνικό τραπεζικό σύστημα και για την σημασία του εσωτερικού ελέγχου.

Αποκτά ιδιαίτερη σημασία για μένα η πρόσκληση από το Ινστιτούτο, διότι μου παρέχεται η δυνατότητα να απευθυνθώ στο σημερινό ακροατήριο και με την ιδιότητα που απέκτησα πρόσφατα ως μέλος της Επιτροπής Ελέγχου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

Αποτελεί επίσης ευτυχή συγκυρία το γεγονός ότι νωρίτερα σήμερα παρουσίασα στη Γενική Συνέλευση των Μετόχων της Τράπεζας της Ελλάδος την Έκθεση του Διοικητή για το έτος 2018, οπότε θα ήθελα να ξεκινήσω την παρέμβασή μου με τις κυριότερες διαπιστώσεις και επισημάνσεις που περιέχει για την ελληνική οικονομία και τον τραπεζικό τομέα.

Το 2018 η ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας ενισχύθηκε και καταγράφηκε ρυθμός ανόδου 1,9%. Κινητήριες δυνάμεις ήταν η άνοδος των εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών, που αντανακλά τη βελτίωση της εξωστρέφειας της οικονομίας, καθώς και η αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης, που υποστηρίχθηκε από την αύξηση της απασχόλησης και την ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών. Ωστόσο, η αναπτυξιακή δυναμική δεν έχει ακόμη εδραιωθεί επαρκώς, όπως αποτυπώνεται στον αρνητικό ρυθμό μεταβολής των επενδύσεων, το αρνητικό ποσοστό αποταμίευσης επί του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών και το ακόμη υψηλό – παρά τη μείωσή του – ποσοστό ανεργίας. Επιπλέον, ανασταλτικά στην αναπτυξιακή δυναμική δρα η συνεχιζόμενη περικοπή του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων και η υψηλή φορολογία.

Το 2019 σηματοδοτεί την απαρχή μιας νέας πορείας για την ελληνική οικονομία. Μετά την επιτυχή ολοκλήρωση του τελευταίου προγράμματος οικονομικής προσαρμογής τον Αύγουστο του 2018, την αποσαφήνιση του καθεστώτος ενισχυμένης εποπτείας στη μετά το πρόγραμμα περίοδο και την υπαγωγή της Ελλάδας στο βελτιωμένο θεσμικό πλαίσιο για την οικονομική διακυβέρνηση στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στη ζώνη του ευρώ, η ελληνική οικονομία καλείται να λειτουργήσει σε ένα νέο πλαίσιο οικονομικής πολιτικής. Παρά την επιβράδυνση των ρυθμών οικονομικής ανάπτυξης τόσο διεθνώς όσο και στην ευρωζώνη, η αναπτυξιακή δυναμική προβλέπεται ότι θα διατηρηθεί στην Ελλάδα, υπό την προϋπόθεση όμως της απρόσκοπτης συνέχισης των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, της εφαρμογής του προγράμματος των ιδιωτικοποιήσεων χωρίς καθυστερήσεις και της ενίσχυσης των παραγωγικών επενδύσεων. Σύμφωνα με τις προβλέψεις της Τράπεζας της Ελλάδος, ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ σε σταθερές τιμές προβλέπεται να διαμορφωθεί σε 1,9% και το 2019, με την ιδιωτική κατανάλωση και τις εξαγωγές να παραμένουν οι βασικοί αναπτυξιακοί μοχλοί.

Η ομαλή εκτέλεση και ολοκλήρωση του προγράμματος οικονομικής προσαρμογής, η βελτίωση της εμπιστοσύνης και η συνακόλουθη επιτάχυνση της ανάπτυξης κατά το 2018 οδήγησαν στην επιστροφή καταθέσεων στις τράπεζες και στην αυξημένη πρόσβασή τους στη διατραπεζική αγορά έναντι εξασφαλίσεων. Αυτή η εξέλιξη με τη σειρά της επέτρεψε την αύξηση της ρευστότητας των τραπεζών, το σημαντικό περιορισμό και σχεδόν μηδενισμό της έκτακτης ενίσχυσης σε ρευστότητα από την Τράπεζα της Ελλάδος (Emergency Liquidity Assistance – ELA), τη μικρή ανάκαμψη της τραπεζικής χρηματοδότησης κυρίως προς τις μεγάλες επιχειρήσεις, αλλά και την περαιτέρω χαλάρωση των περιορισμών στις αναλήψεις μετρητών και στην κίνηση κεφαλαίων.

Όλα τα παραπάνω οδήγησαν στην αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας του Ελληνικού Δημοσίου. Εντούτοις, οι αποδόσεις των ελληνικών ομολόγων παραμένουν σε υψηλά επίπεδα, με τα περιθώρια των δεκαετών ομολόγων να κυμαίνονται επίμονα κοντά στις 400 μονάδες βάσης, εξαιτίας των αναταράξεων στις διεθνείς χρηματαγορές, αλλά και της αυξημένης αβεβαιότητας για την απρόσκοπτη εφαρμογή των συμφωνημένων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Ως εκ τούτου, δεν επιχειρήθηκε νέα έξοδος στις αγορές για ένα έτος, μέχρι το Φεβρουάριο και το Μάρτιο του 2019, όταν το Ελληνικό Δημόσιο, επωφελούμενο και από το θετικό διεθνές επενδυτικό κλίμα, μετά την αναστροφή της πορείας των παρεμβατικών επιτοκίων αρκετών Κεντρικών Τραπεζών, εξέδωσε επιτυχώς ένα πενταετές και ένα δεκαετές ομόλογο αντίστοιχα.

Όσον αφορά τα αποτελέσματα των τραπεζών, η κερδοφορία πριν από φόρους και προβλέψεις παρέμεινε αδύναμη το 2018. Tα καθαρά έσοδα των τραπεζών για το 2018 (λειτουργικά έσοδα μείον λειτουργικά έξοδα) υποχώρησαν σε σύγκριση με το 2017. Τα καθαρά έσοδα από τόκους, που αποτελούν τα 3/4 περίπου του συνόλου των λειτουργικών εσόδων, συνέχισαν να μειώνονται, κυρίως εξαιτίας της συρρίκνωσης του δανειακού χαρτοφυλακίου των τραπεζών και της εφαρμογής του Διεθνούς Προτύπου Χρηματοοικονομικής Πληροφόρησης 9 (ΔΠΧΠ 9/IFRS 9) από την 1η Ιανουαρίου 2018, που είχε ως άμεσο αποτέλεσμα τη μείωση των εκτοκιζόμενων υπολοίπων των δανείων. Η μείωση των εξόδων για τόκους λόγω του περιορισμού της προσφυγής των τραπεζών στο μηχανισμό έκτακτης ενίσχυσης σε ρευστότητα από την Τράπεζα της Ελλάδος και της οριακής αποκλιμάκωσης των επιτοκίων καταθέσεων κατά τη διάρκεια του 2018 ήταν μικρότερη από τη σημαντική υποχώρηση των εσόδων από τόκους. Τα καθαρά έσοδα από προμήθειες αυξήθηκαν, ενώ τα καθαρά έσοδα από χρηματοοικονομικές πράξεις επηρεάστηκαν θετικά από τις επιδόσεις των χαρτοφυλακίων ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου. Η αύξηση των λειτουργικών εξόδων αντανακλά τη βραχυπρόθεσμη επίπτωση από προγράμματα εθελουσίας εξόδου, ενώ συνεχίζεται η προσπάθεια για περαιτέρω μείωση του λειτουργικού κόστους μέσω εξορθολογισμού του δικτύου των καταστημάτων. Μειωμένες εμφανίστηκαν οι προβλέψεις της περιόδου για τον πιστωτικό κίνδυνο, δεδομένης της προόδου που σημειώθηκε στη διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, αλλά και της αύξησης του επιπέδου των συσσωρευμένων προβλέψεων στην αρχή του έτους μετά την υιοθέτηση του Διεθνούς Προτύπου Χρηματοοικονομικής Πληροφόρησης 9 (ΔΠΧΠ 9).

Κατά τη διάρκεια του 2018 οι τράπεζες συνέχισαν τις προσπάθειές τους για την αντιμετώπιση του προβλήματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ), αξιοποιώντας την άρση των νομικών, δικαστικών και διοικητικών εμποδίων, καθώς και τη δημιουργία δευτερογενούς αγοράς ΜΕΔ. Το Δεκέμβριο του 2018 τα ΜΕΔ διαμορφώθηκαν σε 81,8 δισεκ. ευρώ (ή 45,4% του συνόλου των δανείων), μειωμένα κατά περίπου 12,7 δισεκ. ευρώ συγκριτικά με το τέλος Δεκεμβρίου του 2017 και κατά 25,4 δισεκ. ευρώ έναντι του Μαρτίου του 2016, οπότε είχε καταγραφεί και το υψηλότερο επίπεδο ΜΕΔ. Η μείωση των ΜΕΔ το 2018 προήλθε κυρίως από διαγραφές και πωλήσεις δανείων. Επίσης, σχετικά αυξημένες ήταν οι εισπράξεις από ρευστοποιήσεις, καθώς οι ηλεκτρονικοί πλειστηριασμοί παράγουν τα πρώτα αποτελέσματα. Όσον αφορά την κάλυψη των ΜΕΔ από προβλέψεις, ο σχετικός δείκτης κάλυψης αυξήθηκε το 2018 σε 47,4%, από 46,3% στο τέλος του 2017.

Ωστόσο, η επίλυση του προβλήματος απαιτεί πολύ πιο γρήγορους ρυθμούς μείωσης, ιδιαίτερα αν ληφθεί υπόψη ότι ο μέσος όρος του ποσοστού ΜΕΔ στο σύνολο των δανείων στην ΕΕ-28 διαμορφώνεται πολύ πιο κάτω από 4%. Οι τράπεζες υπέβαλαν στο τέλος Μαρτίου του 2019 στην ΕΚΤ και στην Τράπεζα της Ελλάδος αναθεωρημένους επιχειρησιακούς στόχους για τη μείωση των ΜΕΔ, ενσωματώνοντας τις πρόσφατες αλλαγές στη στρατηγική τους μετά το Σεπτέμβριο του 2018, αλλά και τυχόν διαφορετικές παραδοχές για το μακροοικονομικό περιβάλλον. Σύμφωνα με την προηγούμενη υποβολή στο τέλος Σεπτεμβρίου 2018, στόχευση των τραπεζών ήταν η διαμόρφωση των ΜΕΔ στο τέλος του 2021 στα 34,1 δισεκ. ευρώ, ενώ ο δείκτης εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί σε 21,2% του συνόλου των δανείων. Με τη νέα υποβολή οι τράπεζες στοχεύουν σε ακόμη μεγαλύτερη μείωση του λόγου των ΜΕΔ, λίγο κάτω από το 20%.

Στο πλαίσιο της συνολικής στρατηγικής για τη διαχείριση του προβλήματος των ΜΕΔ, οι ελληνικές αρχές πρέπει σύντομα να καταλήξουν σε νέα πιο συστημικά εργαλεία, τα οποία θα λειτουργούν συμπληρωματικά προς τις προσπάθειες που καταβάλλουν οι τράπεζες. Η Τράπεζα της Ελλάδος έχει από καιρό προτείνει μία αποτελεσματική λύση, η οποία προβλέπει τη μεταβίβαση σε Εταιρίες Ειδικού Σκοπού σημαντικού μέρους των μη εξυπηρετούμενων δανείων μαζί με μέρος της αναβαλλόμενης φορολογικής απαίτησης (DTCs) που είναι εγγεγραμμένη στους ισολογισμούς των τραπεζών. Με τον τρόπο αυτό, αντιμετωπίζονται ταυτόχρονα δύο πολύ σημαντικά προβλήματα, τα ΜΕΔ και οι αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις. Η Κυβέρνηση και η Τράπεζα της Ελλάδος είναι σε συνεννόηση για την προώθηση των δύο συστημικών λύσεων στις αρμόδιες ευρωπαϊκές αρχές για την έγκρισή τους.

Μια αποφασιστική και συστηματική λύση στο πρόβλημα των ΜΕΔ είναι υψίστης σημασίας για τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας και του τραπεζικού συστήματος. Το υψηλό απόθεμα των ΜΕΔ αποτελεί τροχοπέδη στη χρηματοδότηση της ανάπτυξης, αφού δεσμεύει τραπεζικά κεφάλαια και χρηματοδοτικούς πόρους σε μη παραγωγικές τοποθετήσεις. Η επίλυσή του θα απελευθερώσει κεφάλαια για υγιείς επενδύσεις, θα διευκολύνει τη διαδικασία αναδιάρθρωσης του επιχειρηματικού τομέα και θα ενισχύσει τον υγιή ανταγωνισμό προάγοντας πρότυπα ηθικής συναλλακτικής συμπεριφοράς. Εξάλλου, η ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας χωρίς τραπεζικό δανεισμό θα είναι ασθενέστερη, δεδομένης της μεγάλης συμμετοχής της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας στην εγχώρια παραγωγική δομή. Παράλληλα, οι τράπεζες θα μπορέσουν να επικεντρωθούν σε καίρια ζητήματα που αφορούν το μέλλον: σύγχρονα επιχειρηματικά μοντέλα, αναζήτηση νέων επικερδών αναπτυξιακών ευκαιριών και δραστηριοτήτων, ψηφιακή μετάβαση, διαφοροποίηση των πηγών χρηματοδότησής τους.

Αναφορικά με την κεφαλαιακή επάρκεια, τόσο ο Δείκτης Κεφαλαίου Κοινών Μετοχών (Common Equity Tier 1 – CET1) όσο και ο Δείκτης Κεφαλαιακής Επάρκειας σε ενοποιημένη βάση παρέμειναν στο τέλος Δεκεμβρίου του 2018 σε ικανοποιητικό επίπεδο (15,3% και 16,0% αντίστοιχα). Υπενθυμίζεται ότι τους πρώτους μήνες του 2018 διεξήχθη, σύμφωνα με τη μεθοδολογία της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών, πανευρωπαϊκή άσκηση προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων, στην οποία μετείχαν και οι τέσσερις συστημικές ελληνικές τράπεζες. Η φιλοσοφία της άσκησης δεν ήταν τέτοια ώστε να τίθεται συγκεκριμένο ποσοτικό κριτήριο βάσει του οποίου θα αξιολογείτο αν οι τράπεζες πέτυχαν ή απέτυχαν στην άσκηση. Σκοπός ήταν να εξεταστεί η ανθεκτικότητα των τραπεζών σε οικονομικές και χρηματοπιστωτικές διαταραχές για την τριετία 2018-2020, με σημείο αναφοράς τα μεγέθη της 31ης Δεκεμβρίου 2017 αναμορφωμένα για την επίπτωση του Διεθνούς Προτύπου Χρηματοοικονομικής Πληροφόρησης 9 (ΔΠΧΠ 9). Πάντως, δεν προέκυψε κεφαλαιακό έλλειμμα ως αποτέλεσμα της άσκησης.

Επισημαίνεται ότι από την 1η Ιανουαρίου 2019 αυξήθηκε η συνολική απαίτηση αποθεμάτων ασφαλείας (combined capital buffer requirement) για τις ελληνικές τράπεζες. Πρώτον, το απόθεμα ασφαλείας διατήρησης κεφαλαίου (capital conservation buffer) αυξήθηκε σε 2,5% των σταθμισμένων στοιχείων ενεργητικού (από 1,875%), καθώς ολοκληρώθηκε η μεταβατική περίοδος πλήρους εφαρμογής του. Δεύτερον, το ποσοστό του αποθέματος ασφαλείας για τα “λοιπά συστημικά σημαντικά πιστωτικά ιδρύματα” (Other Systemically Important Institutions – O-SII), για το έτος 2019 καθορίστηκε σε 0,25% των σταθμισμένων στοιχείων ενεργητικού. Ως λοιπά συστημικά σημαντικά πιστωτικά ιδρύματα στην Ελλάδα έχουν προσδιοριστεί η Άλφα Τράπεζα Α.Ε., η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε., η Τράπεζα Eurobank Ergasias A.E. και η Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε. Η συνολική απαίτηση αποθεμάτων ασφαλείας αποτελείται από κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 (CET1).

Στο σημείο αυτό, θα ήθελα να περάσω στο δεύτερο μέρος της ομιλίας μου που αφορά το ρόλο του εσωτερικού ελέγχου, και της εταιρικής διακυβέρνησης γενικότερα, για την ευρωστία και εύρυθμη λειτουργία του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Η πρόσφατη χρηματοπιστωτική κρίση ανέδειξε την καθοριστική σημασία της εταιρικής διακυβέρνησης στη διασφάλιση της αποτελεσματικής και συνετής διοίκησης των τραπεζών και οδήγησε στην αναθεώρηση του σχετικού νομοθετικού και ρυθμιστικού πλαισίου. Ευρύτερα, ένα αποτελεσματικό πλαίσιο εταιρικής διακυβέρνησης εισηγμένων και μη επιχειρήσεων έχει αδιαμφισβήτητη οικονομική και κοινωνική αξία. Η διαφάνεια, η λογοδοσία, η αξιοπιστία, ο αποτελεσματικός εσωτερικός και εξωτερικός έλεγχος και η αποφυγή σύγκρουσης συμφερόντων συμβάλλουν στη βιωσιμότητα και ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων. Αποτελούν προϋπόθεση για την εμπέδωση της εμπιστοσύνης, ειδικά σε χώρες όπως η Ελλάδα που επλήγη από τη μακρόχρονη κρίση. Δυστυχώς, παρατηρήθηκαν μεμονωμένα περιστατικά όπου η εταιρική διακυβέρνηση και ο εσωτερικός έλεγχος τραπεζών και επιχειρήσεων δεν ανταποκρίθηκαν στις προσδοκίες και απέτυχαν στην αποστολή τους. Είναι στο χέρι μας να εντείνουμε τις προσπάθειές μας, ώστε να αποφευχθεί η επανάληψη τέτοιων φαινομένων στο μέλλον.

Γνωρίζετε καλύτερα από μένα τις διεθνείς βέλτιστες πρακτικές που πρέπει να καθοδηγούν το έργο των εσωτερικών ελεγκτών. Αναφέρω χαρακτηριστικά τις αρχές για τη λειτουργία του εσωτερικού ελέγχου στις τράπεζες της Επιτροπής της Βασιλείας για την Τραπεζική Εποπτεία (Ιούνιος 2012), αλλά και διεθνώς εφαρμοζόμενα επαγγελματικά πρότυπα, όπως τα πρότυπα του Ινστιτούτου Εσωτερικών Ελεγκτών (Institute of Internal Auditors - ΙΙΑ).

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, το πλαίσιο για την εταιρική διακυβέρνηση και τον εσωτερικό έλεγχο καθορίζεται από την Οδηγία για τις Κεφαλαιακές Απαιτήσεις IV (CRD IV), τις εποπτικές απαιτήσεις του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού (Single Supervisory Mechanism – SSM) και τις κατευθυντήριες γραμμές της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών (EAT). Στην Ελλάδα συμπληρώνεται από την εθνική νομοθεσία για την εταιρική διακυβέρνηση, καθώς και το πλαίσιο αρχών λειτουργίας και κριτηρίων αξιολόγησης της οργάνωσης και των Συστημάτων Εσωτερικού Ελέγχου των πιστωτικών και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων που έχει διαμορφώσει η Τράπεζα της Ελλάδος με την ΠΔ 2577/2006, όπως ισχύει.

Δεν θέλω να σας κουράσω με εκτενείς αναφορές στις απαιτήσεις του ευρωπαϊκού και του εθνικού πλαισίου. Θα σταθώ μόνο επιλεκτικά σε επιμέρους σημεία που θέλω να αναδείξω.

Κατ’ αρχάς, η διάρθρωση του Συστήματος Εσωτερικού Ελέγχου βασίζεται σε μια λειτουργική προσέγγιση τριών επιπέδων, το διεθνώς αποκαλούμενο μοντέλο των τριών γραμμών άμυνας (Three Lines of Defence). Στην πρώτη γραμμή άμυνας κάθε επιχειρησιακή μονάδα έχει την πρωταρχική ευθύνη για τη διαχείριση των κινδύνων που προκύπτουν από τη δραστηριότητά της καθώς και τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας και αποδοτικότητας του έργου της. Οι λειτουργίες διαχείρισης κινδύνων και κανονιστικής συμμόρφωσης αποτελούν τη δεύτερη γραμμή άμυνας, προωθώντας και υποστηρίζοντας τους ελέγχους και τις ισορροπίες (checks and balances) και λειτουργώντας ανεξάρτητα από την πρώτη γραμμή άμυνας. Η λειτουργία εσωτερικής επιθεώρησης αποτελεί την τρίτη γραμμή άμυνας, διεξάγοντας επιθεωρήσεις και υποστηρίζοντας με ανεξάρτητο και αντικειμενικό συμβουλευτικό έργο το διοικητικό συμβούλιο. Η λειτουργία εσωτερικής επιθεώρησης είναι επιφορτισμένη με τον ανεξάρτητο έλεγχο των δύο πρώτων επιπέδων, προκειμένου να παρέχει διαβεβαίωση προς τη διοίκηση ότι το πλαίσιο διακυβέρνησης, η διαχείριση των κινδύνων και το σύστημα εσωτερικού ελέγχου λειτουργούν αποτελεσματικά. Η εσωτερική επιθεώρηση προωθεί την υιοθέτηση βέλτιστων πρακτικών, την αντιμετώπιση των καίριων αδυναμιών και την ευαισθητοποίηση της διοίκησης σχετικά με τα αναγκαία διορθωτικά μέτρα.

Σημαντικό ρόλο στη διακυβέρνηση των πιστωτικών ιδρυμάτων διαδραματίζει η Επιτροπή Ελέγχου, η οποία επιβλέπει το σύστημα εσωτερικού ελέγχου με απώτερο σκοπό την ενδυνάμωση της κουλτούρας του οργανισμού ως προς τη διαχείριση κινδύνων.

Επίσης, κομβικής σημασίας είναι η καλή συνεργασία με τους εξωτερικούς ελεγκτές. Οι εξωτερικοί ελεγκτές βασίζονται ως ένα βαθμό στο έργο των εσωτερικών ελεγκτών και η συνεργασία μαζί τους πρέπει να διέπεται από εμπιστοσύνη και πνεύμα αμοιβαίου σεβασμού. Η συνεργασία αυτή αποκτά ιδιαίτερη αξία σε ορισμένες περιπτώσεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η εφαρμογή του Διεθνούς Προτύπου Χρηματοοικονομικής Πληροφόρησης 9 (IFRS9) για τα χρηματοπιστωτικά μέσα. Στο μέλλον από τη συνεργασία αυτή θα μπορούσαν να προκύψουν εποικοδομητικές και εμπεριστατωμένες προτάσεις σχετικά με τον περιορισμό ενδεχόμενων παρενεργειών από την εφαρμογή του πλαισίου εποπτικών προβλέψεων (provisioning calendar), για παράδειγμα σε περιπτώσεις μαζικών πωλήσεων μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Εστιάζοντας στις εποπτικές πρακτικές και απαιτήσεις, το πλαίσιο εσωτερικής διακυβέρνησης και διαχείρισης κινδύνων είναι μια από τις περιοχές που εξετάζεται στο πλαίσιο της Διαδικασίας Εποπτικού Ελέγχου και Αξιολόγησης (Supervisory Review and Evaluation Process - SREP). Στο πλαίσιο αυτό εξετάζονται μεταξύ άλλων:

  •  Ο βαθμός οργανωτικής ανεξαρτησίας της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου από τους επικεφαλής των επιχειρησιακών μονάδων και η διασφάλιση της αντικειμενικότητας των εσωτερικών ελεγκτών μέσω της απευθείας αναφοράς και πρόσβασής τους στη διοίκηση.
  • Η επάρκεια στελέχωσης της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου σε όρους προσωπικού, γνώσεων και δεξιοτήτων, ώστε να είναι σε θέση να φέρει εις πέρας τα κύρια καθήκοντά της και το ετήσιο πλάνο ελέγχων, περιλαμβανομένων της διαχείρισης κινδύνων, της κανονιστικής συμμόρφωσης, της εσωτερικής διαδικασίας αξιολόγησης της επάρκειας κεφαλαίου (internal capital adequacy assessement process - ICAAP), της εσωτερικής διαδικασίας αξιολόγησης της επάρκειας ρευστότητας (internal liquidity adequacy assessment process - ILAAP), και εσωτερικών υποδειγμάτων.
  • Η δέσμευση της διοίκησης να στηρίζει τη λειτουργία εσωτερικού ελέγχου, ώστε να εφαρμόζονται εγκαίρως και αποτελεσματικά οι διορθωτικές ενέργειες που κρίνονται αναγκαίες, με σκοπό να αντιμετωπίζονται τυχόν αδυναμίες που έχουν εντοπιστεί.

Στο πλαίσιο αυτό, η διοίκηση οφείλει να στελεχώνει κατάλληλα τις μονάδες εσωτερικού ελέγχου, να αξιολογεί, σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα, την ποιότητα των παρεχόμενων από την επιθεώρηση υπηρεσιών και να επαναξιολογεί το βαθμό στον οποίο η επιθεώρηση εξετάζει όλη την έκταση των εργασιών του οργανισμού, συμπεριλαμβανομένων των λειτουργιών της δεύτερης γραμμής άμυνας.

Ιδιαίτερη έμφαση θα ήθελα να δώσω σε θέματα πρόληψης και καταστολής της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας (Anti-Money Laundering - AML). Όπως γνωρίζετε παραμένει εθνική αρμοδιότητα στην οποία η Τράπεζα της Ελλάδος αποδίδει τη δέουσα σημασία. Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες οι μηχανισμοί ελέγχου τόσο των τραπεζών όσο και των εποπτών καθυστέρησαν να εντοπίσουν ουσιώδεις παραβιάσεις του πλαισίου, με δυσμενείς επιπτώσεις στη λειτουργία και στη φήμη πιστωτικών ιδρυμάτων. Η εκτεταμένη φοροδιαφυγή, οι εναπομείναντες περιορισμοί στην κίνηση κεφαλαίων και το μεταναστατευτικό καθιστούν το ρόλο του εσωτερικού ελέγχου ακόμη πιο σημαντικό σε θέματα AML στην περίπτωση της Ελλάδας.

Συνοψίζοντας, ο εσωτερικός έλεγχος δεν θα πρέπει να εξαντλείται στον έλεγχο της τήρησης των διαδικασιών και πολιτικών του πιστωτικού ιδρύματος και στην αποτροπή φαινομένων απάτης. Ο εσωτερικός έλεγχος οφείλει να λειτουργεί ως «η φωνή της συνείδησης» ενός οργανισμού, διασφαλίζοντας την ουσιαστική στην αποστολή του, τις αρχές του και τις εποπτικές απαιτήσεις. Στην παρούσα συγκυρία, μία εύρωστη λειτουργία εσωτερικού ελέγχου, οπλισμένη με την απαραίτητη δικαιοδοσία και την ανεξαρτησία που απαιτείται για την εκπλήρωση του ρόλου της, αποτελεί ουσιαστικό σύμμαχο στο έργο της διοίκησης.

Κυρίες και κύριοι,

Το 2019 είναι έτος σημαντικών προκλήσεων, καθώς οι οικονομικοί και χρηματοπιστωτικοί κίνδυνοι, εγχώριοι και εξωτερικοί, παραμένουν. Δεν υπάρχουν επομένως περιθώρια εφησυχασμού. Η επιτυχής πορεία της Ελλάδας στη νέα, μετά την κρίση, ευρωπαϊκή κανονικότητα συνεπάγεται αυστηρές δεσμεύσεις για τη διασφάλιση των μέχρι σήμερα πολύ σημαντικών επιτευγμάτων, την άσκηση συνετής οικονομικής πολιτικής για την εξάλειψη των εναπομενουσών ανισορροπιών και την απαρέγκλιτη συνέχιση των μεταρρυθμίσεων, ώστε να ολοκληρωθεί η ασφαλής μετάβαση της ελληνικής οικονομίας σε ένα βιώσιμο παραγωγικό πρότυπο.

Οι τράπεζες στέκονται αρωγοί σε αυτή την προσπάθεια εθνικής ανάταξης, δίνοντας έμφαση στην αποτελεσματική διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και στη χρηματοδότηση της υγιούς επιχειρηματικότητας. Στο πλαίσιο αυτό, ο ρόλος του Ινστιτούτου Εσωτερικών Ελεγκτών Ελλάδας στην προαγωγή των αρχών εταιρικής διακυβέρνησης και στην ενίσχυση της λειτουργίας του εσωτερικού ελέγχου αποκτά κομβική σημασία, ώστε η εξυγίανση του δανειακού χαρτοφυλακίου και η αναδιάταξη του επιχειρηματικού τοπίου να γίνουν με διαφάνεια και αμεροληψία, ενισχύοντας την εμπιστοσύνη των καταθετών και της επιχειρηματικής κοινότητας στο τραπεζικό σύστημα. Η Τράπεζα της Ελλάδος αναγνωρίζει τη σημασία των επαγγελματικών ενώσεων, στην προαγωγή των κατάλληλων αρχών, αξιών και προτύπων συμπεριφοράς, καθώς και στη διαμόρφωση της δέουσας επαγγελματικής συνείδησης.

Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας και εύχομαι καλή επιτυχία στις εργασίες του Ινστιτούτου.

​​ 
Αυτό το website χρησιμοποιεί cookies για την βελτιστοποίηση της εμπειρίας σας. Μάθετε περισσότερα
Αποδέχομαι