EN

Ομιλίες

  • Κοινοποίηση:

Τοποθέτηση στη Διαρκή Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων της Βουλής των Ελλήνων με θέμα: «Παροχή ρευστότητας στην πραγματική οικονομία εκ μέρους των τραπεζικών ιδρυμάτων»

20/10/2021 - Ομιλίες

Δημήτρης Μαλλιαρόπουλος, Επικεφαλής Οικονομολόγος και Διευθυντής Οικονομικής Ανάλυσης & Μελετών της Τράπεζας της Ελλάδος.

Βασικοί ορισμοί

 

  • Η Τράπεζα της Ελλάδος παρακολουθεί σε μηνιαία βάση την τραπεζική χρηματοδότηση προς την οικονομία, καταγράφοντας τα υπόλοιπα χρηματοδότησης προς επιχειρήσεις και νοικοκυριά, καθώς και λοιπές επιδράσεις που αφορούν σε διαγραφές δανείων, συναλλαγματικές διαφορές, διαφορές αποτιμήσεων και αναταξινομήσεις ή μεταβιβάσεις δανείων.
  • Η μεταβολή των υπολοίπων μεταξύ δύο διαδοχικών μηνών«διορθώνεται» για τις επιδράσεις αυτές και έτσι υπολογίζεται η καθαρή ροή χρηματοδότησης, η οποία αντανακλά μόνο τις μεταβολές που προκύπτουν από καθαρές συναλλαγές και όχι από λοιπές επιδράσεις που δεν σχετίζονται με συναλλαγές.[1]
  • Μέσω των καθαρών ροών υπολογίζονται και οι ετήσιοι ρυθμοί μεταβολής της πιστωτικής επέκτασης.
  • Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η παρακολούθηση απλά της μεταβολής των υπολοίπων χρηματοδότησης μπορεί να οδηγήσει σε εσφαλμένες εντυπώσεις καθώς, για παράδειγμα, οι τιτλοποιήσεις δανείων που γίνονται στο πλαίσιο της στρατηγικής μείωσης του αποθέματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων των τραπεζών είναι μεταβιβάσεις δανείων στους servicers. Τα δάνεια αυτά από-αναγνωρίζονται από τους ισολογισμούς των τραπεζών επιδρώντας μειωτικά στα υπόλοιπα χρηματοδότησης χωρίς αυτό να σημαίνει ότι υπάρχει πραγματική μείωση της πιστωτικής επέκτασης. Το ίδιο συμβαίνει και με τις διαγραφές μη εξυπηρετούμενων δανείων. Η διαγραφή ενός δανείου μειώνει το υπόλοιπο δανείων στους τραπεζικούς ισολογισμούς χωρίς να σημαίνει αυτό ότι οι τράπεζες μείωσαν την χρηματοδότηση τους προς τον ιδιωτικό τομέα.
  • Για την εκτίμηση της προσφοράς νέων τραπεζικών δανείων στην οικονομία, η Τράπεζα της Ελλάδος παρακολουθεί τα συνομολογηθέντα ανά μήνα δάνεια (στατιστική των επιτοκίων). Τα στοιχεία αυτά αξιοποιούνται για τον υπολογισμό της ακαθάριστης ροής χρηματοδότησης[2], η οποία προσεγγίζει την έννοια των νέων χορηγήσεων δανείων καθώς δεν επηρεάζεται από παράγοντες όπως οι αποπληρωμές δανείων.
  • Συνοπτικά ισχύει:
    • Ακαθάριστη ροή χρηματοδότησης = Νέα δάνεια
    • Καθαρή ροή χρηματοδότησης = Νέα δάνεια – Αποπληρωμές παλαιών δανείων
  • Επισημαίνεται ότι οι δωδεκάμηνοι ρυθμοί μεταβολής της τραπεζικής χρηματοδότησης που υπολογίζονται από όλα τα κράτη-μέλη της Νομισματικής Ένωσης και αποτελούν έναν από τους πλέον βασικούς δείκτες των νομισματικών εξελίξεων καταρτίζονται με βάση την καθαρή και όχι την ακαθάριστη ροή τραπεζικής χρηματοδότησης. Σε κάθε περίπτωση, η μελέτη των ακαθάριστων ροών έχει τη δική της χρησιμότητα στην παρακολούθηση και ανάλυση των τάσεων στη χρηματοδότηση.

     

    Καθαρές και ακαθάριστες ροές (άμεσης και έμμεσης) χρηματοδότησης 2020-2021

  • Το 2020 η ακαθάριστη ροή χρηματοδότησης προς τις Μη Χρηματοπιστωτικές Επιχειρήσεις (ΜΧΕ) ανήλθε σε 16,2 δισεκ. ευρώ, εκ των οποίων 10,2 δισεκ. ευρώ κατευθύνθηκαν προς τις μεγάλες επιχειρήσεις και 6,2 δισεκ. ευρώ προς τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Την περίοδο Ιανουαρίου-Αυγούστου του 2021 η ακαθάριστη ροή ανήλθε σε 5,6 δισεκ. ευρώ, κατανεμημένη κατά 3,3 και 2,3 δισεκ. ευρώ προς μεγάλες και μικρομεσαίες επιχειρήσεις αντίστοιχα. Με βάση τα ανωτέρω, το 2021 παρατηρείται μικρή αύξηση στο ποσοστό της ακαθάριστης ροής χρηματοδότησης που κατευθύνθηκε προς τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις έναντι εκείνων μεγάλου μεγέθους, αν και σε απόλυτα μεγέθη οι τελευταίες υπερτερούν, τάση που παρατηρείται διαχρονικά και διεθνώς.
  • Αν συνυπολογίσουμε και τα δάνεια προς ελεύθερους επαγγελματίες και ατομικές επιχειρήσεις, η ακαθάριστη ροή χρηματοδότησης προς επιχειρήσεις και ελεύθερους επαγγελματίες ανήλθε συνολικά σε 17,4 δισεκ. ευρώ το 2020 και σε 6 δισεκ. ευρώ το οκτάμηνο του 2021.
  • Σημαντική συμβολή στην ενίσχυση της χρηματοδότησης των επιχειρήσεων, και ιδιαίτερα των μικρομεσαίων,είχαν τα προγράμματα της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας (ΕΑΤ), καθώς συνεισέφεραν περίπου 6,5 δισεκ. ευρώ το 2020 και 1,3 δισεκ. ευρώ την περίοδο Ιαν.-Αυγ. του 2021, αλλά και εκείνα διεθνών οργανισμών όπως του ομίλου της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (EIB) και της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης (EBRD) τα οποία συνεισέφεραν, είτε μέσω του τραπεζικού συστήματος είτε με απευθείας χρηματοδότηση προς τις επιχειρήσεις συνολικά περίπου 2,5 δισεκ. ευρώ το 2020 και περίπου 1,9 δισεκ. ευρώ το οκτάμηνο του 2021.
  • Το εναπομένων ποσό νέας χρηματοδότησης που χορηγήθηκε απευθείας από τις τράπεζες (δηλαδή χωρίς τη συνδρομή χρηματοδοτικών εργαλείων άλλων φορέων) ανήλθε σε περίπου 9,9 δισεκ. ευρώ το 2020 και σε περίπου 3,8 δισεκ. ευρώ το οκτάμηνο του 2021.
  • Επίσης, ως χρηματοδότηση προς τις επιχειρήσεις (όχι όμως τραπεζική) μπορούμε να εκλάβουμε και τα κεφάλαια που δόθηκαν στο πλαίσιο της επιστρεπτέας προκαταβολής τα οποία ανήλθαν σε 5,5 δισεκ. ευρώ το 2020 και 2,8 δισεκ. ευρώ το 2021.[3]
  • Συνολικά, η ακαθάριστη χρηματοδότηση προς τις ΜΧΕ από διάφορες πηγές (τραπεζικές και μη) ανήλθε σε 24,4 δισεκ. ευρώ το 2020 και σε 9,8 δισεκ. ευρώ την περίοδο Ιανουαρίου-Αυγούστου του 2021.
  • Επιπλέον από τα ποσά αυτά, οι επιχειρήσεις άντλησαν από τις αγορές εταιρικών ομολόγων (διεθνείς και εγχώριες) 1.3 δισεκ. ευρώ το 2020 και 3 δισεκ. ευρώ το οκτάμηνο του 2021. Τέλος, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις μας, οι επιχειρήσεις άντλησαν το 2020 επιπλέον 1,1 δισεκ. ευρώ υπό μορφή equity financing, κυρίως από Άμεσες Ξένες Επενδύσεις. Για το 2021 δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμα στοιχεία του equity financing παρά μόνο για το πρώτο τρίμηνο.
  • Κατά συνέπεια, η συνολική χρηματοδότηση των εταιριών από τράπεζες, Δημόσιο και κεφαλαιαγορές ανήλθε σε 26,8 δισεκ. ευρώ για το 2020 (16% του ΑΕΠ) και πάνω από 12,8 δισεκ. ευρώ το οκτάμηνο του 2021.
  • Τέλος, η χρηματοδότηση προς τα νοικοκυριά παραμένει αδύναμη (με τις ακαθάριστες ροές να ανέρχονται σε 1,5 και 1,1 δισεκ. ευρώ το 2020 και το οκτάμηνο του 2021 αντίστοιχα) αν και κατά το 2021, με βάση τις (ακαθάριστες) μέσες μηνιαίες ροές χρηματοδότησης, παρατηρείται μία τάση μικρής ενίσχυσης. Όσον αφορά τις καθαρές ροές χρηματοδότησης, αυτές παρέμειναν και το 2021 σε αρνητικό έδαφος.
  • Ειδικότερα για τα μεγέθη χρηματοδότησης (τραπεζικής και μη) και εκτίμηση για τις πηγές από όπου προήλθαν βλ. Πίνακα 1.

     

     

    Πίνακας 1: Εκτίμηση καθαρών και ακαθάριστων ροών χρηματοδότησης προς νοικοκυριά και επιχειρήσεις ανά πηγή χρηματοδότησης



    (ποσά σε δισεκ. ευρώ)

    2020

    Ιαν.-Αυγ. 2021

    1. Καθαρή ροή τραπεζικής χρηματοδότησης (Νέα δάνεια μείον αποπληρωμές)

    ΜΧΕ

    6,7

    -0,1

    Προς μικρομεσαίες επιχειρήσεις

    2,2

    0,1

    Προς μεγάλες επιχειρήσεις

    4,5

    -0,2

    Ελεύθ. επαγ/τίες και ατομικές επιχειρήσεις

    0,2

    0,1

    Νοικοκυριά

    -1,7

    -1,1

    Στεγαστικά

    -1,4

    -1,0

    Καταναλωτικά και λοιπά

    -0,3

    -0,1

    1. Ακαθάριστη ροή τραπεζικών δανείων (Νέα δάνεια)

    MXE

    16,2

    5,6

    Προς μικρομεσαίες επιχειρήσεις

    6,0

    2,3

    Προς μεγάλες επιχειρήσεις

    10,2

    3,3

    ΜΧΕ (συμπ. ελεύθ. επαγ/τίες και ατομικές επιχ/σεις)

    17,4

    6,0

    Τράπεζες με τη συνδρομή ΕΑΤ

    6,5

    1,3

    Τράπεζες με τη συνδρομή ΕΙΒ, EIF

    1,0

    0,9

    Τράπεζες χωρίς τη συνδρομή χρηματοδοτικών εργαλείων

    9,9

    3,8

    Νοικοκυριά

    1,5

    1,1

    Στεγαστικά

    0,7

    0,5

    Καταναλωτικά και λοιπά

    0,8

    0,6

    1. Απευθείας χρηματοδότηση επιχειρήσεων από ΕΙΒ, EBRD χωρίς τη μεσολάβηση του τραπεζικού συστήματος

    1,5

    1,0

    1. Επιστρεπτέα προκαταβολή

    5,5

    2,8

    Σύνολο ΙΙ, ΙΙΙ και IV προς Επιχειρήσεις

    24,4

    9,8





     

    Η επιβράδυνση της τραπεζικής χρηματοδότησης προς τις επιχειρήσεις το 2021

  • Η πιστωτική επέκταση προς τις επιχειρήσεις σημείωσε σημαντική επιτάχυνση κατά τη διάρκεια του 2020, αντανακλώντας την ενίσχυση τόσο της ζήτησης (λόγω των έκτακτων αναγκών ρευστότητας που δημιούργησε η πανδημία) όσο και της προσφοράς τραπεζικών δανείων, η οποία υποβοηθήθηκε από τα προγράμματα χρηματοδότησης της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας (ΕΑΤ).
  • Ο ετήσιος ρυθμός αύξησης της πιστωτικής επέκτασης προς τις ΜΧΕ επιταχύνθηκε σε διψήφιο ποσοστό το 2020 (σε 10% περίπου), το οποίο διατηρήθηκεμέχρι και τις αρχές του 2021, ενώ έκτοτε, και μέχρι το τέλος Αυγούστου του 2021 επιβραδύνεται (Αύγουστος 2021: 3,2%).
  • Την περίοδο Ιανουαρίου-Αυγούστου 2021, η καθαρή ροή χρηματοδότησης προς τις ΜΧΕ, ήταν ελαφρώς αρνητική (-90 εκατ. ευρώ έναντι θετικής ροής 6,7 δισεκ. ευρώ συνολικά το 2020 και 1,9 δισεκ. ευρώ το 2019). Η μείωση της καθαρής ροής το 2021 οφείλεται, μεταξύ άλλων:
    1. στη λήξη της αναστολής πληρωμών χρεολυσίων μετά το τέλος του 2020 (για το μεγαλύτερο μέρος των δανείων που είχαν τεθεί σε αναστολή) καθώς, στο βαθμό που αυτά επανήλθαν σε κανονική ή μερική εξυπηρέτηση, σταμάτησαν να επιδρούν αυξητικά στην καθαρή ροή και τον ετήσιο ρυθμό μεταβολής των πιστώσεων,
    2. στο γεγονός ότι το 2021 ήταν πλέον διαθέσιμοι λιγότεροι πόροι από τα προγράμματα της ΕΑΤ μετά την ικανοποιητική απορρόφησή τους το 2020,
    3. στην αποκλιμάκωση της ζήτησης για δάνεια καθώς πολλές επιχειρήσεις διαθέτουν αυξημένο επίπεδο ρευστότητας, κυρίως λόγω των μέτρων στήριξης αλλά και της ανάκαμψης των ταμιακών τους ροών τους τελευταίους μήνες, ενώ οι μεγαλύτερες σε μέγεθος επιχειρήσεις έχουν τη δυνατότητα άντλησης κεφαλαίων και από τις αγορές,
    4. στην επιφυλακτική πολιτική των τραπεζών για χορήγηση νέων δανείων λόγω μιας σειράς παραγόντων, όπως:
      • του πιστωτικού κινδύνου (εξαιτίας της αβεβαιότητας που προκύπτει από την πανδημία, του υψηλού αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων και του κινδύνου εμφάνισης νέων ενόψει της σταδιακής απόσυρσης των μέτρων στήριξης),
      • της αβεβαιότητας που διαγράφεται ως προς την εξέλιξη του πληθωρισμού διεθνώς και της επίπτωσής του στο κόστος δανεισμού,
      • της επίπτωσης του νέου δανεισμού στην κεφαλαιακή επάρκεια, και
      • της καταγραφής ικανοποιητικών αποδόσεων από εναλλακτικές επενδυτικές επιλογές (όπως κρατικά και εταιρικά ομόλογα).

     

    Η στενότητα χρηματοδότησης μικρομεσαίων επιχειρήσεων

  • Αν και αυξήθηκε το μερίδιο της χρηματοδότησης που κατευθύνθηκε προς τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις το 2021, σε απόλυτα μεγέθη οι μεγάλες επιχειρήσεις συνέχισαν να αντλούν συνολικά υψηλότερα ποσά.
  • Συγκεκριμένα, προς τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις (οι οποίες ορίζονται ως επιχειρήσεις με 0 έως 249 εργαζόμενους και αποτελούν τη συντριπτική πλειοψηφία των επιχειρήσεων στη χώρα) κατευθύνθηκε περίπου το 41%της ακαθάριστης ροής του 2021. Τα ποσοστά αυτά, υπολείπονται της συνεισφοράς των μικρομεσαίων επιχειρήσεων στην οικονομία σε όρους προστιθέμενης αξίας, καθώς σύμφωνα με στοιχεία της ΕΕ, οι μικρομεσαίες επιχειρήσειςπαράγουν το 63,5% της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας του ιδιωτικού τομέα.[4]
  • Ωστόσο, αξίζει να σημειωθεί ότι το μερίδιο της τραπεζικής πίστης που διοχετεύεται στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις στην Ελλάδα δεν απέχει σημαντικά από εκείνο που παρατηρείται και σε άλλες οικονομίες διεθνώς. Σύμφωνα με μελέτες του ΟΟΣΑ, το ποσοστό χρηματοδότησης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων στη συνολική χρηματοδότηση του τραπεζικού τομέα ανερχόταν το 2018 σε 30,4% για τις χώρες μεσαίου εισοδήματος και σε 52,5% για τις χώρες υψηλού εισοδήματος).[5]
  • Βέβαια, το γεγονός ότι οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις συνεισφέρουν πολύ περισσότερο στην απασχόληση (88% έναντι 67% στην ΕΕ-27), καθώς είναι επιχειρήσεις εντάσεως εργασίας, θα δικαιολογούσε υψηλότερα ποσοστά τραπεζικού δανεισμού από τα σημερινά. Όμως οι τράπεζες παραμένουν επιφυλακτικές καθώς οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις χαρακτηρίζονται από υψηλότερο κίνδυνο.
  • Ενδεικτικά, το ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων δανείων για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις είναι διαχρονικά πολλαπλάσια υψηλότερο από το αντίστοιχο των μεγάλου μεγέθους επιχειρήσεων.[6] Συνεπώς, λόγω του υψηλού πιστωτικού κινδύνου, ακόμη και όταν οι επιχειρήσεις αυτές πληρούν τα κριτήρια τραπεζικού δανεισμού, το κόστος δανεισμού είναι υψηλό και επιχειρηματικά ασύμφορο.
  • Δεν είναι τυχαίο λοιπόν ότι οι ρυθμοί χρηματοδότησης προς τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις επιταχύνθηκαν σημαντικά από τα μέσα του 2020 και μετά όταν μέσω των προγραμμάτων της ΕΑΤ υπήρξε επιμερισμός του κινδύνου μεταξύ τραπεζών και Δημοσίου. Ο επιμερισμός κινδύνου αυξάνει τόσο την προσφορά όσο και τη ζήτηση δανείων καθώς σημαίνει ότι αφενός οι τράπεζες αναλαμβάνουν μικρότερο ρίσκο λόγω των εγγυήσεων του Δημοσίου, αφετέρου οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν χαμηλότερο κόστος δανεισμού.
  • Χρήσιμα στοιχεία για τις συνθήκες χρηματοδότησης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων αντλούνται και από την τακτική έρευνα πεδίου SAFE της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της ΕΚΤ. Σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας, ένα σημαντικό ποσοστό των μικρομεσαίων επιχειρήσεων δήλωσε ότι εν γένει δεν προσφεύγει σε τραπεζικά δάνεια με το 17% εξ αυτών να το αποδίδουν στην έλλειψη διαθεσιμότητας τραπεζικής πίστης. Επίσης, ένα σημαντικό ποσοστό (25% περίπου τα τελευταία έτη) δηλώνει ότι δεν έχει επιχειρήσει να προσφύγει σε τραπεζικό δανεισμό καθώς χρηματοδοτεί τις ανάγκες του μέσω εσωτερικής χρηματοδότησης.
  • Ως προς τις συνθήκες προσφοράς και ζήτησης, χρήσιμα στοιχεία αντλούνται και από την έρευνα τραπεζικών χορηγήσεων που διεξάγει η Τράπεζα της Ελλάδος (Bank Lending Survey). Με βάση την έρευνα αυτή, η ζήτηση δανείων από τις επιχειρήσεις αυξήθηκε τα δύο πρώτα τρίμηνα του 2021 αλλά λιγότερο έντονα από ό,τι το 2020, ενώ, από την πλευρά της προσφοράς, τα πιστοδοτικά κριτήρια των τραπεζών παρέμειναν σταθερά και οι όροι των επιχειρηματικών δανείων σημείωσαν μικρή βελτίωση.

 

Συνθήκες ρευστότητας (τράπεζες και ιδιωτικός τομέας)

  • Τα επίπεδα ρευστότητας τόσο των τραπεζών όσο και της οικονομίας γενικότερα διατηρούνται σε ιδιαίτερα υψηλό επίπεδο. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι καταθέσεις του ιδιωτικού τομέα έχουν αυξηθεί από το Μάρτιο του 2020 (μέχρι και τον Αύγουστο του 2021) κατά 29,6 δισεκ. ευρώ, εκ των οποίων 14 δισεκ. ευρώ αφορούν επιχειρήσεις και 15,6 δισεκ. ευρώ νοικοκυριά (μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται και οι πολύ μικρές επιχειρήσεις). Η αύξηση των καταθέσεων, που οφείλεται στα δημοσιονομικά και άλλα μέτρα στήριξης (όπως, η επιστρεπτέα προκαταβολή μέσω της οποίας χορηγήθηκαν 8,3 δισεκ. ευρώ, επιδόματα ενίσχυσης του εισοδήματος των νοικοκυριών, η αναστολή καταβολής δανειακών και άλλων υποχρεώσεων) αλλά και σε λόγους πρόνοιας έναντι μελλοντικών αναγκών, αντανακλάται στη σημαντική αύξηση της αποταμίευσης του ιδιωτικού τομέα σε περίπου 16% του ΑΕΠ από 6% το 2019. Αν αναλογιστούμε ότι το επίπεδο των επενδύσεων των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών ως ποσοστό του ΑΕΠ ανέρχεται σε περίπου 9,5%,[7] έχει δημιουργηθεί ένα σημαντικό πλεόνασμα ρευστότητας μέσω του οποίου μπορεί να χρηματοδοτηθεί ένα σημαντικό ύψος νέων επενδύσεων χωρίς απαραίτητα την ανάγκη προσφυγής σε τραπεζικό δανεισμό.
  • Επίσης, σημαντική βελτίωση καταγράφεται και στον καθαρό χρηματοοικονομικό πλούτο των νοικοκυριών, ο οποίος αυξήθηκε κατά 25 δισεκ. ευρώ σε σχέση με το τέλος του 2019 και ανήλθε σε 185,5 δισεκ. ευρώ το α’ τρίμηνο του 2021.
  • Τέλος, η χρηματοδότηση των ελληνικών τραπεζών από το Ευρωσύστημα ανήλθε στο τέλος Αυγούστου σε 46,9 δισεκ. ευρώ (από 7,7 δισεκ. ευρώ τον Δεκέμβριο του 2019).[8] Σημαντικό μέρος της διαθέσιμης ρευστότητας των τραπεζών (περίπου 37 δισεκ. ευρώ, εξαιρουμένων των περίπου 2 δισεκ. ευρώ που αποτελούν υποχρεωτικά διαθέσιμα) είναι κατατεθειμένο στην Τράπεζα της Ελλάδος και επιβαρύνεται με μηδενικό ή αρνητικό επιτόκιο.

Κεφαλαιακή επάρκεια και ποιότητα χαρτοφυλακίου τραπεζών

  • Η πιστωτική επέκταση των τραπεζών είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την κεφαλαιακή επάρκεια και την ποιότητα του χαρτοφυλακίου των δανείων τους. Η κεφαλαιακή επάρκεια των ελληνικών τραπεζών διατηρείται σε ικανοποιητικά επίπεδα (π.χ. Δείκτης Κεφαλαίου Κοινών Μετοχών – CET1: 12,5% και 10,6% ενσωματώνοντας την πλήρη επίδραση του Διεθνούς Προτύπου Χρηματοοικονομικής Αναφοράς 9 (ΔΠΧΑ 9 / IFRS 9)) και διατηρείται άνω των ελάχιστων εποπτικών ορίων. Υπολείπεται ωστόσο του μέσου ευρωπαϊκού όρου (περίπου 15%), ενώ πάνω από το ήμισυ των κεφαλαίων αντιστοιχεί σε αναβαλλόμενη φορολογική απαίτηση έναντι του Ελληνικού Δημοσίου. Μάλιστα, η αναβαλλόμενη φορολογική απαίτηση στα συνολικά κεφάλαια των τραπεζών εκτιμάται ότι θα αυξηθεί στο πλαίσιο της παρούσας στρατηγικής για τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ), ενώ ως γνωστόν, η μείωση των ΜΕΔ επηρεάζει αρνητικά τους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας, δηλαδή η ανάγκη για μείωση των ΜΕΔ ουσιαστικά «καίει» κεφάλαια.
  • Ανάγκες για κεφάλαια δημιουργεί επίσης η πιστωτική επέκταση. Λαμβάνοντας υπόψη ότι τα μέτρα εποπτικής ευελιξίας που εφαρμόζονται ακόμα λόγω της πανδημίας κάποια στιγμή θα αρθούν, σε συνδυασμό με την ανάγκη χρηματοδότησης της οικονομίας και της συνέχισης της πολιτικής μείωσης των ΜΕΔ, οι τράπεζας θα πρέπει να αυξήσουν τα κεφάλαιά τους. Είναι θετικό ότι οι τράπεζες ήδη κινούνται με επιτυχία προς την κατεύθυνση αυτή αντλώντας κεφάλαια μέσω αυξήσεων κεφαλαίου και έκδοσης τίτλων που προσμετρώνται στα εποπτικά ίδια κεφάλαια.
  • Η ποιότητα του χαρτοφυλακίου δανείων των τραπεζών εμφανίζει βελτίωση, ωστόσο οι ισολογισμοί των τραπεζών συνεχίζουν να επιβαρύνονται με υψηλό απόθεμα ΜΕΔ (και η οικονομία γενικότερα με υψηλότερο απόθεμα αν λάβουμε υπόψη και τα ΜΕΔ που έχουν μεταφερθεί εκτός τραπεζικού συστήματος), ενώ, λόγω των μέτρων στήριξης (Πολιτείας και τραπεζών μέσω ρυθμίσεων και προγραμμάτων διευκόλυνσης), δεν έχει ακόμα αποτυπωθεί επαρκώς η επίπτωση της πανδημίας στην ποιότητα του δανειακού χαρτοφυλακίου των τραπεζών.
  • Όσον αφορά τα ΜΕΔ, συνεχίστηκε και το 2021 η μείωσή τους μέσω του προγράμματος παροχής κρατικής εγγύησης σε τιτλοποιήσεις δανείων πιστωτικών ιδρυμάτων, γνωστού με την ονομασία «Ηρακλής». Το απόθεμα παραμένει ωστόσο υψηλό (περίπου 29 δισεκ. ευρώ εκ των οποίων 19 δισεκ. ευρώ αφορούν επιχειρηματικά δάνεια). Ο δείκτης ΜΕΔ ανέρχεται σε περίπου 20%, πολλαπλάσιος του μέσου ευρωπαϊκού όρου, με το τραπεζικό σύστημα να εκτιμά μείωσή του σε μονοψήφιο επίπεδο μέχρι το τέλος του 2022.
  • Αξίζει να σημειωθεί ότι το 40% περίπου των ΜΕΔ και το 9% των εξυπηρετούμενων δανείων τελούν υπό κάποιο καθεστώς ρύθμισης. Επισημαίνεται ότι υψηλό ποσοστό των δανείων που εμφάνισαν καθυστέρηση στο παρελθόν και τέθηκαν σε καθεστώς ρύθμισης εμφάνισαν και πάλι καθυστέρηση και μάλιστα σε αρκετές περιπτώσεις η εξέλιξη αυτή παρατηρήθηκε σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα μετά την εφαρμογή της ρύθμισης.
  • Επίσης, στιςκατηγορίες υψηλού κινδύνου 2 και 3 βάσει του Διεθνούς Προτύπου Χρηματοοικονομικής Αναφοράς 9[9] κατατάσσονται περίπου το 13% και 20% αντίστοιχα των δανείων, ενώ, με βάση τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία, δάνεια περίπου 9 δισεκ. ευρώ τελούν υπό κάποιο είδος προστασίας/διευκόλυνσης πληρωμών (π.χ. πρόγραμμα Γέφυρα, προγράμματα step-up των τραπεζών). Με μεγάλη πιθανότητα ένα μέρος των δανείων αυτών θα καταγραφεί ως ΜΕΔ όταν αρθούν τα μέτρα στήριξης.

 

Βασικά μηνύματα: συμπεράσματα-εκτιμήσεις για την εξέλιξη της χρηματοδότησης

  1. Η χρηματοδότηση της οικονομίας από το τραπεζικό σύστημα εμφανίζεται ενισχυμένη τα τελευταία χρόνια, ωστόσο ενδεχομένως όχι επαρκώς για τις μικρομεσαίες και ιδιαίτερα τις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις. Η εξέλιξη αυτή εξηγείται από αντικειμενικούς παράγοντες που δυσχεραίνουν τη χρηματοδότηση δεδομένων των παραμέτρων του πιστωτικού κινδύνου και της κεφαλαιακής επάρκειας των τραπεζών, ιδίως σε περίοδο υψηλής αβεβαιότητας λόγω της πανδημίας, της έλλειψης ικανού αριθμού βιώσιμων επενδυτικών σχεδίων, αλλά και της αυξημένης ρευστότητας του ιδιωτικού τομέα που καθιστά τη ζήτηση για νέο δανεισμό λιγότερο επιτακτική.
  2. Η κεφαλαιακή επάρκεια των τραπεζών, αν και παραμένει ικανοποιητική και ικανή να στηρίξει σε σημαντικό βαθμό την παροχή νέων δανείων προς την οικονομία, χρειάζεται ποιοτική και ποσοτική ενίσχυση για να ανταπεξέλθει στις προκλήσεις του μέλλοντος, όπως για παράδειγμα της επίπτωσης από την εφαρμογή του Διεθνούς Προτύπου Χρηματοοικονομικής Αναφοράς 9 και του γεγονότος ότι οι επιπτώσεις της πανδημίας, λόγω των μέτρων στήριξης, δεν έχουν ακόμα αποτυπωθεί επαρκώς στην ποιότητα του χαρτοφυλακίου δανείων των τραπεζών.
  3. Επίσης, έχει δημιουργηθεί ένα σημαντικό «μαξιλάρι» ρευστότητας στην οικονομία, με την εσωτερική αποταμίευση του ιδιωτικού τομέα να υπερκαλύπτει πλέον το επίπεδο επενδύσεων στην πραγματική οικονομία, με αποτέλεσμα πολλές επιχειρήσεις να είναι σε θέση να αυξήσουν τις επενδύσεις τους χρησιμοποιώντας αποκλειστικά εσωτερική χρηματοδότηση (παρακρατηθέντα κέρδη και αποταμιεύσεις).
  4. Η περαιτέρω ενίσχυση της χρηματοδότησης θα εξαρτηθεί, από την πλευρά της προσφοράς, από τη δυνατότητα των τραπεζών να διοχετεύσουν περισσότερους πόρους στην οικονομία λαμβάνοντας υπόψη τον πιστωτικό κίνδυνο, την κεφαλαιακή τους επάρκεια και τις αβεβαιότητες στην οικονομία (εξέλιξη της πανδημίας, ρυθμός ανάπτυξης της οικονομίας, πληθωρισμός, κόστος δανεισμού κ.λπ.) και, από την πλευρά της ζήτησης, από την ύπαρξη αξιόλογων επενδυτικών σχεδίων με βιώσιμα χαρακτηριστικά.
  5. Σημαντική ώθηση στην τραπεζική χρηματοδότηση αναμένεται με την έναρξη αξιοποίησης των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης. Σύμφωνα με τις προβλέψεις,[10]εκτιμάται ότιθα χορηγηθούν σωρευτικά μέχρι το τέλος του 2026 δάνεια του Ταμείου Ανάκαμψης ύψους 12,7 δισεκ. ευρώ τα οποία προβλέπεται να χρηματοδοτήσουν συνολικές ιδιωτικές επενδύσεις περίπου 32 δισεκ. ευρώ. Για την χρηματοδότηση αυτών των επενδύσεων θα χρειαστεί να κινητοποιηθούν δάνεια από εγχώρια και ευρωπαϊκά πιστωτικά ιδρύματα ύψους περίπου 13 δισεκ. ευρώ την επόμενη εξαετία.
  6. Τέλος, ένα σημαντικό δίδαγμα της πανδημίας είναι ότι όταν δημιουργείται επιμερισμός κινδύνου μεταξύ τραπεζών και Δημοσίου, η πιστωτική επέκταση επιταχύνεται σημαντικά. Ο επιμερισμός κινδύνου επιτρέπει στις τράπεζες να μειώσουν τον κίνδυνο που αναλαμβάνουν και στις επιχειρήσεις να μειώσουν το κόστος χρηματοδότησης, συνεπώς λειτουργεί θετικά τόσο από τη μεριά της προσφοράς όσο και από τη μεριά της ζήτησης.Το δίδαγμα αυτό είναι σημαντικό για το μέλλον της τραπεζικής χρηματοδότησης. Δεδομένου ότι το ασφάλιστρο πιστωτικού κινδύνου -- ιδιαίτερα μικρομεσαίων επιχειρήσεων -- θα παραμείνει υψηλό στο προσεχές διάστημα, ο επιμερισμός κινδύνου μέσω των χαμηλότοκων δανείων του Ταμείου Ανάκαμψης θα συμβάλει σημαντικά στην επιτάχυνση της τραπεζικής χρηματοδότησης προς την πραγματική οικονομία και την υλοποίηση των απαραίτητων επενδύσεων έτσι ώστε η ελληνική οικονομία να μπει σε μια τροχιά υψηλής και βιώσιμης ανάπτυξης.

 

 



[1] Δηλ. στην περίπτωση των δανείων να αντανακλά μόνο τα νέα δάνεια που χορηγήθηκαν σε μία χρονική περίοδο μείον τις εξοφλήσεις/αποπληρωμές δανείων. Ειδικότερα η καθαρή ροή για μία χρονική περίοδο t υπολογίζεται με βάση τον τύπο Καθαρή Ροή t = Υπόλοιποt – Υπόλοιποt–1 + Πt, όπου Πt είναι το σύνολο των προσαρμογών (αναταξινομήσεις, διαγραφές, συν/κές διαφορές και λοιπές προσαρμογές που δεν σχετίζονται με συναλλαγές) που πρέπει να ληφθούν υπόψη κατά τη χρονική αυτή περίοδο. Παράδειγμα: Με βάση τα στοιχεία χρηματοδότησης, το υπόλοιπο στα τέλη Δεκεμβρίου 2020 ανερχόταν σε 141,4 δισεκ. ευρώ ενώ τον Αύγουστο του 2021 μειώθηκε στα 121,7 δισεκ. ευρώ (μείωση κατά 19,7 δισεκ. ευρώ). Για να υπολογίσουμε την καθαρή ροή πρέπει να «διορθώσουμε» το ποσό αυτό με τις διαγραφές, αναταξινομήσεις/μεταβιβάσεις και συναλλαγματικές διαφορές. Την περίοδο Ιαν.-Αυγ. 2021 κατεγράφησαν διαγραφές ύψους 6,5 δισεκ. ευρώ, αναταξινομήσεις/μεταβιβάσεις ύψους -12,3 δισεκ. ευρώ και επίδραση από συναλλαγματικές διαφορές ύψους 10 εκατ. ευρώ. Συνεπώς, η καθαρή ροή χρηματοδότησης για την περίοδο αυτή ήταν -90 εκατ. ευρώ, δηλαδή [(121,7-141,4)+6,5-(-12,3)-0,01]. Σημειώνεται ότι οι διαγραφές προστίθενται ώστε η υποχώρηση του υφισταμένου υπολοίπου χρηματοδότησης λόγω διαγραφών να μην αποδοθεί σε έλλειμμα της πιστοδοτικής προσπάθειας, ενώ η αφαίρεση των αναταξινομήσεων/μεταβιβάσεων διασφαλίζει ότι δεν θα επηρεαστεί η καθαρή ροή από ενέργειες όπως π.χ. η προσθήκη νέων κατηγοριών δανείων ή η αφαίρεση δανείων λόγω τιτλοποιήσεων, πράξεις που δεν συνδέονται με την πιστοδοτική προσπάθεια.

[2] Αφορά τα δάνεια με καθορισμένη διάρκεια (term loans) που αποτελούν περίπου το 85% του υπολοίπου των τραπεζικών δανείων προς ΜΧΕ. Ως ακαθάριστη ροή χρηματοδότησης ορίζεται το ύψος των συνομολογήσεων (και όχι απαραίτητα εκταμιεύσεων) νέων συμβάσεων δανείων σε ευρώ κατά την περίοδο αναφοράς, όπως προκύπτει από τη μεθοδολογία συλλογής στοιχείων της στατιστικής των επιτοκίων (βλ. Π∆/ΤΕ 2496/28.5.2002 και ΠΔ/ΤΕ 2672/05.05.2014).

[3] Κατά τη διάρκεια του 2020 έμμεση χρηματοδότηση δόθηκε και μέσω της αναστολής πληρωμών χρεολυσίων (moratoria) ενώ στη διάρκεια του 2021 έχουμε είτε τα προγράμματα διευκόλυνσης των τραπεζών (π.χ. step-up) ή προγράμματα κρατικής επιδότησης των δόσεων δανείων από το Δημόσιο (Γέφυρα Ι για επιδότηση στεγαστικών δανείων και Γέφυρα ΙΙ για επιδότηση δανείων ΜΜΕ και ελεύθερων επαγγελματιών). Ενδεικτικά, για τα δύο προγράμματα Γέφυρα Ι και ΙΙ, μέχρι το τέλος Αυγούστου 2021 το ύψος της ενίσχυσης ανήλθε σε περίπου 352 εκατ. ευρώ συνολικά.

[4] Greece - 2018 Fact Sheet.pdf (ggb.gr). Το αντίστοιχο ποσοστό για την ΕΕ-28 είναι 56,8%.

[5] Βλ. Financing SMEs and Entrepreneurs 2020: An OECD Scoreboard.

[6] Για παράδειγμα, στο τέλος του πρώτου τριμήνου του 2021 το ποσοστό ΜΕΔ για το χαρτοφυλάκιο των ελεύθερων επαγγελματιών και πολύ μικρών επιχειρήσεων ανήλθε σε 50,8%, των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων σε 41,1% και των μεγάλων επιχειρήσεων σε 14,2%. Στο πρόσφατο σχετικά παρελθόν ο δείκτης ΜΕΔ για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις ξεπερνούσε το 60%.

[7] Στοιχεία 2019 και 2020.

[8] Υπενθυμίζεται ότι η σημαντική αύξηση της χρηματοδότησης από το Ευρωσύστημα οφείλεται κυρίως στο ότι η ΕΚΤ χορήγησε “παρέκκλιση” (waiver) από τα κριτήρια επιλεξιμότητας του Ευρωσυστήματος για τα ελληνικά κρατικά ομόλογα (έως τον Ιούνιο του 2022), με αποτέλεσμα τη συμπερίληψή τους στο πρόγραμμα αγοράς τίτλων λόγω της πανδημίας (Pandemic Emergency Purchase Programme – PEPP) και την αποδοχή τους ως εξασφαλίσεων για την παροχή ρευστότητας από το Ευρωσύστημα στις ελληνικές εμπορικές τράπεζες. Η χορήγηση «παρέκκλισης» που οδήγησε σε αύξηση του αποδεκτού ενεχύρου για σκοπούς Ευρωσυστήματος και οι ευνοϊκοί όροι  χρηματοδότησης μέσω των πράξεων TLTRO-III (targeted longer-term refinancing operations) οδήγησαν σε σημαντική αύξηση της χρηματοδότησης των ελληνικών τραπεζών από το Ευρωσύστημα, μέσω της οποίας οι ελληνικές τράπεζες υποκατέστησαν σε μεγάλο βαθμό τη διατραπεζική αγορά, ενώ βελτίωσαν περαιτέρω τη ρευστότητά τους.

[9] Ειδικότερα, βάσει του ΔΠΧΑ 9, τα πιστωτικά ανοίγματα ταξινομούνται, για σκοπούς υπολογισμού της αναμενόμενης πιστωτικής ζημίας, σε τρία στάδια (stages). Στο στάδιο 1 (stage 1) ταξινομούνται εξυπηρετούμενα ανοίγματα τα οποία δεν έχουν σημαντική αύξηση του πιστωτικού τους κινδύνου σε σύγκριση με την αρχική τους αναγνώριση. Στο στάδιο αυτό, οι αναμενόμενες ζημίες πιστωτικού κινδύνου αναγνωρίζονται με βάση την πιθανότητα αθέτησης εντός των επόμενων 12 μηνών. Στο στάδιο 2 (stage 2) ταξινομούνται εξυπηρετούμενα πιστωτικά ανοίγματα για τα οποία έχει υπάρξει σημαντική αύξηση του πιστωτικού κινδύνου σε σύγκριση με την αρχική αναγνώριση. Στο στάδιο 3 (stage 3) ταξινομούνται τα μη εξυπηρετούμενα πιστωτικά ανοίγματα. Επισημαίνεται ότι στα στάδια 2 και 3 οι αναμενόμενες ζημίες πιστωτικού κινδύνου αναγνωρίζονται για όλη τη διάρκεια ζωής των χρηματοοικονομικών μέσων.






​​ 
Αυτό το website χρησιμοποιεί cookies για την βελτιστοποίηση της εμπειρίας σας. Μάθετε περισσότερα
Αποδέχομαι