Η διαδικασία μετατροπής περιουσιακών στοιχείων σε ψηφιακά παραστατικά αξίας (γνωστή ως «tokenisation») μπορεί να αλλάξει δομικά το οικοσύστημα πληρωμών, επιτρέποντας νέους τρόπους αναπαράστασης, μεταφοράς και διακανονισμού αξίας μέσω προγραμματιζόμενων πλατφορμών που αυξάνουν την αποδοτικότητα και τη διαφάνεια.
Η διαδικασία μετατροπής περιουσιακών στοιχείων σε ψηφιακά παραστατικά αξίας (γνωστή ως «tokenisation») μπορεί να αλλάξει δομικά το οικοσύστημα πληρωμών, επιτρέποντας νέους τρόπους αναπαράστασης, μεταφοράς και διακανονισμού αξίας μέσω προγραμματιζόμενων πλατφορμών που αυξάνουν την αποδοτικότητα και τη διαφάνεια. Ωστόσο, σε ένα σύστημα που βασίζεται στο δημόσιο και το ιδιωτικό χρήμα, η παραπάνω διαδικασία δεν αντικαθιστά τις υπάρχουσες μορφές χρήματος, αλλά επηρεάζει τόσο τον τρόπο με τον οποίο τα στοιχεία αυτά αλληλεπιδρούν ως μέσα διακανονισμού όσο και τις υποδομές που τα υποστηρίζουν.
Σε ένα «tokenised» οικοσύστημα, το «tokenised» χρήμα κεντρικής τράπεζας αποτελεί το θεμελιώδες επίπεδο οριστικού διακανονισμού και διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στη διατήρηση της μοναδικότητας του χρήματος. Στο ίδιο οικοσύστημα, τα ιδιωτικά περιουσιακά στοιχεία διακανονισμού (tokenised καταθέσεις – stablecoins) θα λειτουργούν συμπληρωματικά, χωρίς να αντικαθιστούν τον βασικό ρόλο του χρήματος κεντρικής τράπεζας. Έτσι, θα πρέπει να υπόκεινται στη νομοθεσία της ΕΕ, να είναι εκφρασμένα σε ευρώ και να είναι κατάλληλα σχεδιασμένα και ρυθμισμένα, ώστε να υποστηρίζουν την καινοτομία και ταυτόχρονα να διασφαλίζουν τη νομισματική κυριαρχία και τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.
Η ανάπτυξη μιας ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς tokenised assets σε ευρώ, βασισμένη στις υποδομές της ΕΕ, συνδυάζει την τεχνολογική καινοτομία με τη χρηματοοικονομική κυριαρχία και ανθεκτικότητα, και μπορεί να συμβάλει στη διασφάλιση επαρκούς βαθμού στρατηγικής αυτονομίας στον χώρο των πληρωμών.