EN

Αντικυκλικό Κεφαλαιακό Απόθεμα Ασφαλείας

Το αντικυκλικό κεφαλαιακό απόθεμα ασφαλείας (countercyclical capital buffer – CCyB) αποτελεί εργαλείο μακροπροληπτικής πολιτικής που αποβλέπει στην αποτροπή ή μείωση της συσσώρευσης των κυκλικών συστημικών κινδύνων και στη διαμόρφωση κατάλληλου επιπέδου πιστωτικής επέκτασης και μόχλευσης, τόσο στην ανοδική όσο και στην καθοδική φάση του οικονομικού και πιστωτικού κύκλου. 

Ειδικότερα, ο καθορισμός του ποσοστού του αντικυκλικού κεφαλαιακού αποθέματος ασφαλείας άνω του 0% δημιουργεί ένα απόθεμα κεφαλαίων πάνω από τα ελάχιστα απαιτούμενα στο πλαίσιο της μικροπροληπτικής εποπτείας. Έτσι επιτυγχάνεται η πρόληψη και ο περιορισμός της υπερβολικής πιστωτικής επέκτασης και μόχλευσης στην ανοδική φάση του κύκλου. Αντίθετα, η μείωση του ποσοστού αντικυκλικού κεφαλαιακού αποθέματος ασφαλείας σε περίπτωση κλυδωνισμών ή στην καθοδική φάση του κύκλου ενθαρρύνει την παροχή πιστώσεων συμβάλλοντας στην ομαλή χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας.

Το ποσοστό του αντικυκλικού κεφαλαιακού αποθέματος ασφαλείας καθορίζεται σε ύψος μεταξύ 0% και 2,5% (και άνω του 2,5% σε εξαιρετικές περιπτώσεις). Καλύπτεται από κεφάλαιο κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1 (CET1) και εκφράζεται ως ποσοστό του συνολικού ποσού ανοιγμάτων σε κίνδυνο των πιστωτικών ιδρυμάτων στην Ελλάδα. Σε περίπτωση που κάποιο ίδρυμα δεν τηρεί πλήρως τις κεφαλαιακές απαιτήσεις για το αντικυκλικό κεφαλαιακό απόθεμα ασφαλείας, τότε επιβάλλονται οι προβλεπόμενοι κατά την ισχύουσα νομοθεσία περιορισμοί στη διανομή κερδών, όπως οι καταβολές μερισμάτων και μεταβλητών αποδοχών καθώς και οι πληρωμές σε πρόσθετα κεφαλαιακά μέσα της Κατηγορίας 1.

Η Τράπεζα της Ελλάδος έχει την αρμοδιότητα να καθορίζει το ποσοστό αντικυκλικού κεφαλαιακού αποθέματος ασφαλείας για την Ελλάδα, εφόσον αυτό είναι αναγκαίο. Με την Πράξη Εκτελεστικής Επιτροπής (ΠΕΕ) 202/1/11.03.2022 η Τράπεζα της Ελλάδος προσδιόρισε τη διαδικασία εφαρμογής και τη μεθοδολογία καθορισμού του ποσοστού αντικυκλικού κεφαλαιακού αποθέματος ασφαλείας στην Ελλάδα.

Ανά τρίμηνο, η Τράπεζα της Ελλάδος αξιολογεί την ένταση του κυκλικού συστημικού κινδύνου και την καταλληλότητα του ποσοστού αντικυκλικού κεφαλαιακού αποθέματος ασφαλείας για την Ελλάδα, λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, το δείκτη “τυποποιημένη διαφορά των πιστώσεων προς το ΑΕΠ”. Ο δείκτης αυτός εκφράζει την απόκλιση του λόγου των πιστώσεων προς το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) από τη μακροπρόθεσμη τάση του. Επιπλέον, η Τράπεζα της Ελλάδος εξετάζει ορισμένους πρόσθετους δείκτες για την παρακολούθηση της δημιουργίας και συσσώρευσης του κυκλικού συστημικού κινδύνου. Συγκεκριμένα, εξετάζονται δείκτες που παρακολουθούν τις πιστωτικές εξελίξεις, τη δανειακή επιβάρυνση του ιδιωτικού τομέα, τη δυνητική υπερεκτίμηση των τιμών των ακινήτων, την ευρωστία των πιστωτικών ιδρυμάτων, την τιμολόγηση του κινδύνου και τις εξωτερικές ανισορροπίες.

Σε περίπτωση που η Τράπεζα της Ελλάδος αξιολογεί ότι το υφιστάμενο επίπεδο του ποσοστού αντικυκλικού κεφαλαιακού αποθέματος ασφαλείας είναι κατάλληλο και, κατά συνέπεια, διατηρείται αμετάβλητο, δημοσιεύεται σχετικό δελτίο τύπου στο οποίο αναφέρονται τα εξής: α) το ισχύον ποσοστό αντικυκλικού κεφαλαιακού αποθέματος ασφαλείας, β) ο λόγος πιστώσεων προς ΑΕΠ και η “τυποποιημένη διαφορά των πιστώσεων προς το ΑΕΠ”, γ) ο οδηγός αποθέματος ασφαλείας και δ) η αιτιολόγηση του ποσοστού του αντικυκλικού κεφαλαιακού αποθέματος ασφαλείας.

Σε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο, η Τράπεζα της Ελλάδος καθορίζει ή προσαρμόζει το ποσοστό αντικυκλικού κεφαλαιακού αποθέματος ασφαλείας και δημοσιεύει σχετική απόφαση με τη μορφή Πράξης Εκτελεστικής Επιτροπής.

Από την 1η Ιανουαρίου 2016 έως σήμερα, το ποσοστό του αντικυκλικού κεφαλαιακού αποθέματος ασφαλείας για την Ελλάδα έχει διατηρηθεί στο 0%, δηλαδή στο χαμηλότερο δυνατό επίπεδο, και επομένως δεν επηρεάζει τις κεφαλαιακές απαιτήσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων.


Αρχεία


Αυτό το website χρησιμοποιεί cookies για την βελτιστοποίηση της εμπειρίας σας. Μάθετε περισσότερα
Αποδέχομαι